Ζακ Λε Γκοφ Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;*

0
530

Γιώργος Αντωνιάδης*

O Ζακ Λε Γκοφ είναι ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους της κοινωνιολογικής προσέγγισης σχετικά με ιστορικά ζητήματα στη οποία έχει αποδοθεί η ονομασία «Νέα Ιστορία». Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια απόπειρα του Ζακ Λε Γκοφ να συνδεθεί η ιστορική επιστήμη με τα συμπεράσματα της ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας. Το κεντρικό θέμα προς διερεύνηση είναι κατά πόσον η σύγχρονη έννοια της Ευρώπης προέρχεται από τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα που συνέθεσαν την πολιτισμική και πολιτιστική πραγματικότητα του Μεσαίωνα. Ο Λε Γκοφ θεωρεί πως τόσο η Αρχαιότητα όσο και η Αναγέννηση με τον Διαφωτισμό υπερτιμείται από τους νεότερους ιστορικούς ως προς την σπουδαιότητα τους και την αυτοτέλεια τους σε σχέση με τον ιστορική περίοδο του Μεσαίωνα. Σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα, αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι μέσοι ιστορικοί χρόνοι αποτέλεσαν τον αγωγό άξιων και γνώσεων της αρχαίας κληρονομιάς προς την Αναγέννηση, αλλά αυτές, όμως, μεταγγίστηκαν στους ανθρώπους της Αναγέννησης μέσω των φίλτρων του Μεσαίωνα. Συγκεκριμένα, η Αρχαία Ελλάδα κληροδότησε στους ανθρώπους του Μεσαίωνα την «ινδοευρωπαϊκή» ιδέα περί τρίμερους διάκρισης των κοινωνικών λειτουργιών, το όνομα και τα γεωγραφικά όρια της ηπείρου ‘Ευρώπη’, την αντίληψη περί της πολιτισμικής αντιθέσεως μεταξύ Ανατολής και Δύσεως και την φυσιογνωμία του ήρωα ο οποίος εκχριστιανίζεται και μετασχηματίζεται ο μάρτυρας-άγιος. Κατά τον Λε Γκοφ, πολύ πιο άμεση σχέση με τον Μεσαίωνα έχει η ρωμαϊκή κληρονομιά της οποίας τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία όπως η λατινική γλώσσα και κουλτούρα, η σχέση αντίθεσης υπαίθρου-πόλεως(rus-urbs) και η πλούσια στρατιωτική παράδοση της Ρώμης προσδιόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις βασικές πολιτισμικές επιλογές που ακολούθησε ο μεσαιωνικός χριστιανισμός.

Το βιβλίο αριθμεί 429 σελίδες και χωρίζεται σε έξι κεφαλαία όπου στο κάθε ένα αναλύεται η κοινωνική και ιστορική εξέλιξη κυρίως των Δυτικοευρωπαϊκών Λαών στις έξι αντίστοιχες υποπεριόδους του Μεσαίωνα, έχοντας ως κεντρικό γνώμονα την διερεύνηση εκείνων των πρώτων στοιχειών που συγκρότησαν την κοινή πολιτισμική ενότητα της ‘Ευρώπης’. Στο τέλος του βιβλίου, ακολουθεί η παράθεση δυο συνοπτικών χρονολογιών όπου στο μεν πρώτο παρουσιάζονται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο ευρωπαϊκό έδαφος και στο δεύτερο γίνεται πιο συνοπτική αναφορά στα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα εκτός της Ευρώπης.
Στο πρώτο κεφαλαίο, ο Λε Γκοφ πραγματεύεται την σύλληψη της Ευρώπης στην πρώτη ιστορική περίοδο του Μεσαίωνα η οποία ξεκινά τον τέταρτο αιώνα με την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας και ολοκληρώνεται τον όγδοο αιώνα με την αποκρυστάλλωση του χριστιανικού δόγματος και την πρώτη εμφάνιση των πολιτισμικών διαφορών μεταξύ της λατινόφωνης Δύσης και της – ολοκληρωτικά πλέον – ελληνόφωνης Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σ’ αυτή την περίοδο, στη δυτική Ευρώπη τίθενται οι βάσεις του ευρωπαϊκού μεσαιωνικού πολιτισμού με έναν τρόπο που η δυτική Χριστιανοσύνη αποπειράται να θεμελιώσει το δικαίωμα της επί της ρωμαϊκής κληρονομιάς έναντι του νομίμου διαδόχου αυτής που ήταν η Νέα Ρώμη. Καίριο ρολό για την καθιέρωση και την ανάπτυξη του δυτικού χριστιανισμού διαδραμάτισε ο  Άγιος Ιερώνυμος ο οποίος μετέφρασε τη Βίβλο με βάση  εβραϊκό κείμενο, απορρίπτοντας την ελληνόγλωσση έκδοση των Εβδομήκοντα ως ένα κείμενο που έβριθε γραμματικών λαθών και δογματικών ανακριβειών. Ο κυριότερος, όμως, πνευματικός πολέμιος της ελληνόφωνης Ανατολής υπήρξε ο Άγιος Αυγουστίνος του οποίου το θεολογικό έργο επηρεάστηκε αρκετά από τις μανιχαϊστικές διδαχές και του οποίου η σκέψη -με την συνδρομή του Ιερού Ακινάτη- διαμόρφωσε το σημαντικότερο πνευματικό ρεύμα της Μεσαιωνικής Δύσης, τον Σχολαστικισμό.
Συμφωνά με τον συγγραφέα στο δεύτερο κεφαλαίο, αν οι τέσσερις πρώτοι αιώνες του Μεσαίωνα κληροδοτήσαν στην σύγχρονη Ευρώπη έναν ανάμεικτο πολιτισμικό χαρακτήρα ο οποίος βασίζεται στις παρακαταθήκες της Αρχαιότητας και του Χριστιανισμού,  τότε οι επόμενοι δυο αιώνες του Μεσαίωνα χαρακτηρίζονται από την απόπειρα της Καρολίγγειας Δυναστείας και ιδίως του Καρλομάγνου να ενοποιήσει υπό την εξουσία των Φράγκων το σύνολο της σύγχρονης Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Ο εθνικιστικός χαρακτήρας του καρολίγγειου εγχειρήματος στηρίζει τους ισχυρισμούς του  Λε Γκοφ πως το σύγχρονο ιδεώδες για μια ανεκτική και δημοκρατική Ευρώπη κοσμικού και πολυπολιτισμικού χαρακτήρα κάθε άλλο παρά σχετίζεται με τον αντίληψη του βασιλέα-κατακτητή και υπερασπιστή της χριστιανικής πιστής. Η καρολίγγεια αντίληψη για την ενοποίηση του ευρωπαϊκού χώρου προσιδιάζει στον ολοκληρωτισμό του Ναπολέοντα και του Χίτλερ και κατ΄ουσίαν συνιστά ένα παράδειγμα «Αντί-Ευρώπης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας. Μολαταύτα, αυτή η περίοδος επέδρασε ενισχυτικά υπέρ της πολιτικής και πολιτισμικής ανεξαρτοποίησης  της Δύσεως από τη Ελληνική Ορθόδοξο Ανατολή. Συγκεκριμένα, ο Κάρολος ο Βέγας με την στέψη του από τον Παπά της Ρώμης, σηματοδότησε την πολιτική ενδυνάμωση  της χριστιανικής Δύσεως και κατόπιν τούτου ίδρυσε την Αιξ λα Σαπέλ επιδιώκοντας να την καταστήσει την μελλοντική «Ρώμη» αντί της Νέας Ρώμης. Παρά της σχετική συμβολή του Καρλομάγνου στην ανάδειξη της πολιτικής ιδέας για μια ενοποιημένη Ευρώπη, η Καρολίγγεια κληρονομιά αναμφισβήτητα συνέβαλε στην αυγή μιας νομικής ενοποίησης του ρωμαϊκού δικαίου και του Δικαίου των Εθνών (Jus Gentium). Πέραν αυτού, ο Καρλομάγνος και οι διάδοχοι του έθεσαν τα θεμέλια για την ενοποίηση του μοναστικού κόσμου, γεγονός που είχε σημαντικό αντίκτυπο στην αναδιανομή της ισχύος μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας καθώς και επέδρασε πολωτικά στις σχέσεις ανάμεσα στην Εκκλησία και τους λαϊκούς χωρικούς σχετικά με ζητήματα εκμετάλλευσης της γεωργικής γης.
Στο τρίτο κεφαλαίο γίνεται σύντομη μνεία στην προσπάθεια αναβίωσης της αυτοκρατορικής ενότητας της Ευρώπης από τον Όθωνα Α΄ και τον εγγονό αυτού, Όθωνα Γ΄, κατά το δεύτερο ήμισυ του 10ου αιώνα. Αυτή η αυτοκρατορία πηρέ το  χαρακτηριστικό όνομα της  Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Ο Λε Γκοφ σημειώνει πως από το όνομα της αυτοκρατορίας γίνεται σαφής η πρόθεση των Γερμανών να χρισθούν εκείνοι ως οι νόμιμοι συνεχιστές του ρωμαϊκού imperium και πως ο ορός ‘Αγία’ αποτυπώνει την προσδοκία του Ποντίφικα να καταστεί ισότιμος αν όχι ανώτερος κοσμικός πόλος εξουσίας από τον αυτοκράτορα. Στην ίδια εποχή, οι νεοφερμένοι λαοί στον γερμανικό και λατινικό πυρήνα της Ευρώπης όπως οι Μαγυάροι, οι Σκανδιναυοί και ιδίως οι Σλαυοί ασπάζονται με μαζικότερο τρόπο τον Χριστιανισμό όχι ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής μεταστροφής της θρησκευτικής τους συνείδησης αλλά ως μέσο πολιτικής και πολιτισμικής αναβάθμισης των κοινοτήτων τους. Αυτό το γεγονός συνέτεινε στην περαιτέρω ομογενοποιήσει της πολιτισμικής ταυτότητας της μεσαιωνικής Ευρώπης. Καθώς, όμως, οι παγανιστικές παραδόσεις έσβηναν, οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι επικεντρωθήκαν είτε μεταξύ των ομοθρήσκων αρχόντων της Ευρώπης είτε εναντίον των αλλοθρήσκων μουσουλμάνων. Και τα δυο αυτά γεγονότα οδήγησαν στην εξασθένιση των βασιλέων και διευκόλυναν την ανάδυση μιας νέας φεουδαρχικής και ιπποτικής Ευρώπης, εξαιρετικά αποκεντρωμένης.
Τα κοινά χαρακτηριστικά της φεουδαλικής Ευρώπης, η οποία διήρκεσε από το 11ο έως τον 12ο αιώνα, αναλύονται στο τέταρτο κεφαλαίο στο οποίο προσδίδεται ιδιαίτερη σημασία στον κοινωνικό μετασχηματισμό της μεσαιωνικής Ευρώπης καθώς και στα επιτεύγματα τεχνικής φύσεως που παρατηρούνται τόσο στις πολεμικές όσο και στις γεωργικές ενασχολήσεις των ευρωπαϊκών λαών. Συγκεκριμένα, ο Λε Γκοφ εξετάζει την δομή των ευρωπαϊκών κοινωνιών των οποίων ο βασικός οργανωτικός πυρήνας ήταν η ενορία κάθε χωριού. Ακόμη δεν έχει κάνει την εμφάνιση του το μοντέλο των συγκροτημένων πόλεων της ύστερης μεσαιωνικής περιόδου. Το μεσαιωνικό χωριό γεννιέται από τη συγκρότηση οιακισμάτων και αγροτεμαχίων γύρω από δύο βασικά στοιχειά, την εκκλησιά και το νεκροταφείο. Η σπουδαιότητα του χωριού ως της βασικής οργανωτικής μονάδας κάθε κοινωνίας κάνει πρόδηλο τον γεωργικό χαρακτήρα εκείνων των κοινωνιών. Σε γενικές γραμμές, η κατάσταση των χωρικών παρουσιάζεται ως ιδιαιτέρα τραγική καθώς οι συντριπτική πλειοψηφία αυτών δεν είχαν ιδιόκτητη γη αλλά καλλιεργούσαν – πολλοί μάλιστα ως δουλοπάροικοι – την γη είτε του φεουδάρχη είτε κάποιων άλλων εγγενών. Ενδεικτικό της κατάστασης ήταν ότι οι  ελάχιστοι ιδιοκτήτες γης ονομάζονταν «ελεύθεροι». Συμφωνά με τον Ζακ Λε Γκοφ, το ανώτερο κοινωνικό στρώμα, οι ευγενείας, αποτελούσαν απόγονοι των κατά τόπους ελευθέρων αρχόντων από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αντλούσαν την κοινωνική τους ανωτερότητα από την υποτιθεμένη εξ αίματος ‘ευγενική’ τους καταγωγή. Το αμέσως επόμενο ιεραρχικά κοινωνικό στρώμα ήταν οι ιππότες των οποίων η σκληρότητα τούς έφερε  πολλές φορές αντιμέτωπους με την Εκκλησιά και σε μετάγεστε στάδιο η Εκκλησιά κατάφερε να τους επιβάλλει κάποιες από τις χριστιανικές αρετές  υπό την μορφή όρκου προς τους νομούς της “ιπποσύνης”. Εξού και προήλθε ο ιπποτικός κώδικας ως μια προσπάθεια της Εκκλησιάς να μετριασθεί η έκλυτη ζωή των ιπποτών και όχι ως συνειδητή επιλογή των ιδίων όπως ισχυριστήκαν αργότερα εκπρόσωποι του ρομαντικού ρεύματος.
Επίσης, στο τέταρτο κεφάλαιο ο Λε Γκοφ εντοπίζει ως κύριο χαρακτηριστικό του πολίτικου συστήματος του Μεσαίωνα την αδυναμία των βασιλέων να ασκήσουν πλήρη έλεγχο στην εδαφική τους επικράτεια. Πάρα το γεγονός ότι η εξουσία του μεσαιωνικού βασιλιά ηταν περιορισμένη, στο πρόσωπο του συγκεντρώνονταν εξουσίες τριών άλλων κατηγοριών προσώπων όπως του δικαστή, του τελικού ρυθμιστή της οικονομικής πολίτικης και του ανώτατου αρχηγού του στρατού, στοιχεία που έχουν κληροδοτηθεί εν μέρει και στον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα μέσω του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας. Επίσης στο παρόν κεφάλαιο, ο συγγραφέας αναφέρει δυο αντιφατικά πολιτισμικά φαινόμενα, που αναπτύχτηκαν σχεδόν παράλληλα στις αρχές του 12ου αιώνα, δηλαδή την ανάδυση ενός πρώιμου χριστιανικού ουμανισμού και την εμφάνιση των πρώτων χριστιανικών διωγμών και σταυροφοριών. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τις σταυροφορίες ως μια πρώτη έκφραση της μετέπειτα αναπτυχθείσας ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας.
`    Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού ο Λε Γκοφ εστιάζει στο μοντέλο της αστικής ανάπτυξης που εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ήπειρο στις αρχές του 13ου αιώνα. Η κύρια διαφοροποίηση της μεσαιωνικής πόλης από εκείνη των αρχαίων χρονών έγκειται στο γεγονός ότι η κύρια λειτουργιά των πρώτων είναι πλέον περισσότερο οικονομικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα. Στην συνέχεια, ο συγγραφέας επεξηγεί τον τρόπο με τον όποιο αναπτύχτηκε η φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής πόλης και πως κατέστη το ενζυμο διάσπασης των φεουδαλικών δομών μέσω της ανάπτυξης των βιοτεχνικών και ευρύτερων οικονομικών δραστηριοτήτων. Η σημασία εμφάνισης των πόλεων συνδέεται με αλλά δυο σπουδαία στοιχεία  προόδου της μεσαιωνικής πόλης. Δηλαδή, την εμπορική επανάσταση που σημειώθηκε εξαιτίας της ενοποίησης των τοπικών και διεθνών αγορών και την ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων, που είχαν αρχικά ως αντικείμενο μελέτης την θεολογία, την λογοτεχνία και την νομική επιστήμη αλλά στην συνέχεια επεκτάθηκε και στα πεδία γνώσης με συνδεόμενα με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Πέραν της οικονομικής ανάπτυξης, ο συγγραφέας αποδίδει ιδιαίτερη σημασία και στην πολιτισμική άνθηση που σημειώθηκε κυριως στην αρχιτεκτονική μετα την εμφάνιση του γοτθικού ρυθμού. Τα γοτθικά οικοδομήματα αποτελούν μια πρώτη άρνηση της μακρόχρονης πολιτισμικής ταύτισης των γερμανικών πληθυσμών της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης με το ρωμανικό πολιτισμικό υπόδειγμα  της Νότιας Ευρώπης. Η διαδικασία αυτή συνδέθηκε με την σταδιακή απολατινοποίησης της Μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, απαραίτητο προστάδιο για την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας των ευρωπαϊκών λαών. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που συνέβαλε τόσο στην ανάπτυξη μια ξεκάθαρης πολιτισμο-γεωγραφικής ιδέας της Ευρώπης όσο στην διάκριση των ευρωπαϊκών εθνικών κοινοτήτων είναι η σταδιακή χάραξη των πρώτων συνόρων.
Η περίοδος μεταξύ του 14ου και 15ου αιώνα, που θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα, περιγράφεται στο έκτο κεφάλαιο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ως η εποχή κατά την οποία κλονίστηκε η σχετική ευημερία και σταθερότητα που χαρακτήριζαν την Ευρώπη του 13ου αιώνα. Κατά τον Λε Γκοφ, η κρίση του φεουδαλικού συστήματος οφείλεται στους πολέμους που είχαν προσλάβει χαρακτήρα ενδημικού φαινομένου και στο λιμό, ο οποίος προκλήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 14ου αιώνα, εξαιτίας της επιδείνωσης των κλιματολογικών συνθηκών. Σχετικά με τους πολέμους του 14ου και 15ου αιώνα παρουσιάζεται μια στρατιωτικοποιημένη περιοχή κατά την οποία αποδίδεται στη σημαντική ανάπτυξη της στρατιωτικής τεχνολογίας, αλλά και στην οικονομική και κοινωνική κρίση, απότοκος της όποιας είναι η σύγκρουση ενόπλων ληστρικών συμμοριών και οι αγροτικές εξεγέρσεις. Η στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης ολοκληρώθηκε με την μεταβολή των όρων στρατιωτικής υπηρεσίας, καθώς πλέον περιορίστηκε η χρήση αναξιόπιστων μισθοφορικών στρατών και προηγήθηκε η χρησιμοποίηση μονίμων στρατιωτικών δυνάμεων από τους ντόπιους πληθυσμούς. Αυτό το γεγονός είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη της αντίληψης του υπηκόου, ο οποίος συνδέεται προσωπικά με την προστασία των εδαφών του μονάρχη-ενοποιητή της εθνικής κοινότητας. Συμφώνα με τον Λε Γκοφ το τέλος του μεσαίωνα σηματοδοτείται με την έξοδο των Ευρωπαίων έξω από τα σύνορα της ηπείρου τους μέσω των εξερευνητικών τους εξορμήσεων προς τον Ατλαντικό και Ειρηνικό Ωκεανό καθώς και στην Αφρική, αρχικά για εμπορικούς και μετέπειτα για κατακτητικούς σκοπούς.
Εν κατακλείδι, η συμβολή του Λε Γκοφ για την κατανόηση της σύγχρονης Ευρώπης έγκειται στην προσπάθεια του να επανεκτιμηθεί η παραδοσιακή αντίληψη πως ο Μεσαίωνας αποτελεί τους Σκοτεινούς Χρόνους της Ανθρωπότητας, κατά τους όποιους επικρατούσαν μονάχα οι πόλεμοι και οι θρησκευτικές διαμάχες. Αντ’ αυτού, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου αποτυπώνει με ενδελεχή και συνάμα εύληπτο τρόπο τις κοινωνικές διεργασίες της ευρωπαϊκής μεσαιωνικής κοινωνίας, οι όποιες αποτελούσαν προϋπόθεση ώστε η Ανθρωπότητα να οδηγηθεί στην Αναγέννηση. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας αναφέρει πως είναι σχετική η έννοια της προόδου σε κάθε ιστορική περίοδο, κάτι το οποίο γίνεται αντιληπτό από το παράδειγμα σύγκρισης των δουλοπάροικων  του ευρωπαϊκού φεουδαλικού συστήματος εργασίας με το αντίστοιχο της δουλείας στην Αρχαία Ελλάδα. Γενικότερα, τα παραδείγματα που παραθέτει ο συγγραφέας για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς υπέρ της μεσαιωνικής καταγωγής της Ευρώπης, αντλούνται περισσότερο από τις ομοιότητες που παρουσιάζονται στο κοινωνικό επίπεδο μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών και λιγότερο από την συνεχεία κάποιων πολιτισμικών φαινομένων που εκδιπλώνονται τόσο κατά την περίοδο των Μέσων και Νέων Χρόνων. Σε αυτό κιόλας έγκειται η αποτελεσματικότητα του συγγραφέα να υποστηρίξει την κοινωνιολογική προσέγγιση για μια «Νέα Ιστορία» ως μια αξιόπιστη ιστοριογραφική μέθοδο. Τέλος, μέσω του βιβλίου αυτού, ο Ζακ Λε Γκοφ εγείρει έναν προβληματισμό στον αναγνώστη σχετικά με το κατά ποσό μπορεί η ιστορική επιστήμη να προσδιορίσει την ταυτότητα της σύγχρονης Ευρώπης χωρίς την συμβολή των κοινωνικών και πολιτικών επιστήμων. Καταθέτοντας ένα συλλογισμό παραπάνω, ο συγγραφέας δίνει την αίσθηση πως ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται την Ευρώπη ως μια ενιαία πολιτισμική μονάδα, αλλά ως ένα πολιτισμικά πολυκεντρικό γεωγραφικό χώρο, του οποίου η κοινωνική μετεξέλιξη και τις δομές που την πλαισιώνουν ομογενοποιούνται από τους εσωτερικούς νομούς της Τεχνικής, έτσι όπως αυτή επικράτησε μετα την Βιομηχανική Επανάσταση.
* Εκδόσεις Πόλις, 2006 σελ. 429

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here