Εννιακόσιες έξι συν μία ακόμη λέξη

0
231

Ο Ισοκράτης επιλέγει

«…τα σύνορα της τότε έφθαναν μέχρι τον Ισθμό, και από το άλλο μέρος της ξηράς μέχρι τον Κιθαιρώνα και την Πάρνηθα, κι ότι κατέβαιναν τα σύνορα μέχρι τον Ασωπό ποταμό έχοντας στα δεξιά την Ωρωπία και στ’ αριστερά τη θάλασσα. Αυτός ο τόπος ξεπερνούσε κάθε άλλον στη γονιμότητα, γι’ αυτό και μπορούσε τότε να τρέφει πολύ στρατό που προερχόταν από γειτονικά μέρη. Μεγάλη μάλιστα απόδειξη της γονιμότητας του είναι το γεγονός ότι το μέρος που απέμεινε σήμερα από εκείνη την περιοχή ξεπερνάει οποιονδήποτε άλλο τόπο στην παραγωγή και την αφθονία καρπών, ενώ επίσης είναι πλούσιο σε βοσκοτόπια για όλα τα είδη ζώων. Εκείνη την εποχή, εκτός από τις φυσικές καλλονές, αυτά όλα τα είχε σε αφθονία. Πώς όμως μπορούν ν’αποδειχτούν όλ’αυτά και για ποιο λόγο πρέπει ο τόπος μας να χαρακτηριστεί αληθινά απομεινάρι εκείνης της πλούσιας γης; Η περιοχή μας ξεχωρίζει από την υπόλοιπη στεριά και χώνεται σαν ακρωτήριο μέσα στο πέλαγος, τυχαίνει μάλιστα όλη η θάλασσα γύρω της να έχει μεγάλο βάθος. Επειδή όμως, έγιναν πολλοί μεγάλοι κατακλυσμοί στη διάρκεια των εννέα χιλιάδων ετών —τόσα πέρασαν από τότε μέχρι σήμερα— το χώμα σ’ αυτά τα χρόνια και εξαιτίας αυτών των γεγονότων απομακρυνόταν από τα υψώματα και δεν συγκεντρωνόταν πάνω στο έδαφος, όπως συμβαίνει σε άλλους τόπους, αλλά πάντοτε γλιστρούσε σε μεγάλες ποσότητες και εξαφανιζόταν στα βάθη της θάλασσας. Έτσι, όπως συμβαίνει στα μικρά νησιά, αυτό που έχει απομείνει, συγκρινόμενο με εκείνο που υπήρχε στο παρελθόν, μοιάζει με σκελετό άρρωστου κορμιού, αφού το χώμα, όσο ήταν εύφορο και μαλακό, παρασύρθηκε μακριά κι απέμεινε μόνο ο ρηχός φλοιός της γης. Εκείνη όμως την παλαιά εποχή ο τόπος μας, επειδή διατηρούσε την ακεραιότητα του, αντί για βουνά και τους σημερινούς ξερότοπους είχε ψηλούς χωμάτινους λόφους, και αυτές οι πεδιάδες που σήμερα ονομάζονται φελλέες ήταν γεμάτες εύφορο χώμα και τα βουνά είχαν πολλά δάση, από τα οποία ακόμα και σήμερα φαίνονται σημάδια. Υπάρχουν δηλαδή μερικά βουνά που παράγουν μόνο τροφή για μέλισσες, ενώ παλαιότερα είχαν τεράστια δέντρα από τα οποία έχουν γίνει οι στέγες πολλών κτιρίων που εξακολουθούν να είναι άθικτες μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα, υπήρχαν πολλά άλλα καρποφόρα δέντρα και άφθονα βοσκοτόπια για τα κοπάδια. Πλουτιζόταν επίσης κάθε χρόνο με το νερό που έπεφτε από τον Δία, το οποίο δεν χανόταν όπως σήμερα που κυλάει πάνω στην αποψιλωμένη γη και καταλήγει στη θάλασσα, αλλά έχοντας πολλά χώματα το συγκρατούσε η ίδια, αποθηκεύοντας το κάτω από τη λάσπη που σκέπαζε τη γη, επειδή το άφηνε να τρέχει από τα υψώματα στις λεκάνες που βρίσκονταν πιο χαμηλά’ έτσι όλα τα μέρη είχαν τρεχούμενα νερά από πηγές και ποτάμια. Οι βωμοί που έχουν απομείνει μέχρι σήμερα στα μέρη όπου υπήρχαν πηγές είναι σημάδια που επιβεβαιώνουν ότι είναι αληθινά όσα λέγονται τώρα γι’ αυτή.
Έτσι λοιπόν φτιάχτηκαν από τη φύση τα υπόλοιπα μέρη, τα οποία, όπως είναι φυσικό, καλλιεργούνταν από πραγματικούς γεωργούς, που ασχολούνταν μόνιμα με τη γη, που αγαπούσαν το ωραίο και ήταν έξυπνοι. Είχαν πλούσιο έδαφος, άφθονα νερά και ακόμα εποχές με εύκρατο κλίμα. Όσο για την πόλη, είχε οργανωθεί τότε με τον εξής τρόπο: Κατ’ αρχάς, η ακρόπολη τότε δεν ήταν σαν τη σημερινή. Κάποια νύχτα έτυχε να πέσει ασυνήθιστα δυνατή βροχή που παρέσυρε όλο το χώμα γύρω της και την άφησε γυμνή, ενώ στη συνεχεία ακολούθησαν σεισμοί και τρεις καταστρεπτικές πλημμύρες πριν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Πιο πριν όμως, σε άλλες εποχές, η έκταση της έφθανε μέχρι τον Ηριδανό και τον Ιλισσό, περιλάμβανε την Πνύκα και είχε για σύνορο τον Λυκαβηττό απέναντι από την Πνύκα. Ολόκληρη είχε πλούσιο χώμα και, εκτός από ελάχιστα σημεία, ήταν επίπεδη στο πάνω μέρος της. Στα εξωτερικά της σημεία, κάτω από τις πλαγιές, κατοικούσαν τεχνίτες και αγρότες που καλλιεργούσαν τις γύρω περιοχές. Στο πάνω μέρος, γύρω από το ιερό της Αθηνάς και του Ηφαίστου, κατοικούσε η τάξη των πολεμιστών, περίκλειστη από φράχτη, όπως ο κήπος σπιτιού. Στο βόρειο μέρος βρίσκονταν οι κοινές κατοικίες των πολεμιστών και οι χειμερινές εγκαταστάσεις για τα συσσίτια τους και  όσα κτίρια ήταν αναγκαία για τις κοινές ανάγκες της πολιτείας, να κατοικούν οι ίδιοι και οι ιερείς, χωρίς να έχουν χρυσάφι η ασημί’ απ αυτά τίποτα και καθόλου δεν χρησιμοποιούσαν, αλλά, επιδιώκοντας το ενδιάμεσο της σπατάλης και της φιλαργυρίας, έχτιζαν όμορφα σπίτια, όπου έμεναν οι ίδιοι και τα παιδιά τους μέχρι να γεράσουν και στη συνέχεια τα έδιναν στις επόμενες γενιές χωρίς ν’ αλλάζουν τίποτα. Όσο για τα νότια σημεία της ακρόπολης, αυτά χρησιμοποιούνταν ως κήποι, γυμναστήρια και χώροι συσσιτίων. Το καλοκαίρι, πάντως, τα εγκατέλειπαν. Στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η ακρόπολη υπήρχε μια πηγή που καταστράφηκε από τους σεισμούς, και το μόνο που απομένει απ’ αυτή είναι μερικά ρυάκια ολόγυρα. Τότε όλοι έπαιρναν τρεχούμενο νερό απ’αυτή τη βρύση, που ήταν αρκετά ζεστό τον χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Μ’αυτό τον τρόπο λοιπόν ζούσαν οι πολεμιστές που ήταν φύλακες των συμπολιτών τους και ηγέτες των άλλων Ελλήνων, με τη θέληση των τελευταίων. Φρόντιζαν να κρατούν πάντοτε σταθερό αριθμό ανδρών και γυναικών ικανών  να φέρουν όπλα, δηλαδή  περίπου ήταν εκείνη την εποχή είκοσι χιλιάδες.
Αυτοί λοιπόν τέτοιοι ήταν και κυβερνούσαν δίκαια τη γη τους και ολόκληρη την Ελλάδα πάντοτε με τον τρόπο αυτό. Ήταν πασίγνωστοι στην Ευρώπη και την Ασία, όπου τους θαύμαζαν για τα όμορφα κορμιά και τα κάθε είδους ψυχικά τους χαρίσματα.
Τώρα όμως, ελπίζοντας ότι δεν έχω ξεχάσει όσα άκουσα όταν ήμουν παιδί, θα τ’αναφέρω στη μέση της ομιλίας μου για να πληροφορηθείτε εσείς οι φίλοι μου πώς ήταν εκείνοι που πολέμησαν εναντίον τους, τι είδους πολιτεία είχαν και πώς ξεκίνησαν όλα…».
(Πλάτωνος Κριτίας σελ 261-267 εκδ Κάκτος)

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

Ο Κριτίας συνεχίζει την…παράδοση!
Την παράδοση να μη δίνουμε, εμείς οι Έλληνες,πολύ χώρο στην παράδοση!

…Τότε ένας πολύ ηλικιωμένος ιερέας του είπε: «Σόλωνα, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες είστε αιωνίως παιδιά. Δεν υπάρχει γέρος Έλληνας». Ακούγοντας αυτό λοιπόν ρώτησε: «Πώς; Τι εννοείς με αυτά που είπες;» «Είστε όλοι νέοι στην ψυχή», είπε, «γιατί δεν έχετε μέσα σας παλαιές αντιλήψεις από αρχαία παράδοση ούτε και καμιά διδασκαλία που να πάλιωσε με το πέρασμα του χρόνου…»
(Πλάτωνος Τίμαιος σελ 45 εκδ. Κάκτος)

Μόνο εννιακόσιες έξι λέξεις (της νεώτερης ελληνικής γλώσσας) του χρειάζονται για να περιγράψει  την ένδοξη πόλη των Αθηνών που κατανίκησε την Ατλαντίδα κι έσωσε, και τότε, Ευρώπη και Ασία.
Μετά επιδίδεται σε έναν ύμνο χιλιάδων λέξεων για την πόλη των ηττημένων! 
Τότε ακόμη δεν ίσχυε το «ουαί τοις ηττημένοις» αλλά το «η αξία του ηττημένου προσδίδει δόξα στο νικητή».
Την παράδοση του Κριτία-ως προς τους νικητές- τη συνεχίζουμε κι εμείς σήμερα.
Με…δημιουργικό τρόπο(!) Λιγοστεύουμε σταθερά τις λέξεις…
Καινοτομούμε δε…κενοτομώντας ως προς του ηττημένους(!)
Πολλαπλασιάζουμε τις ύβρεις και τις συκοφαντίες…
Από πού να βγει συμπέρασμα; Από την υπόσταση ή από τις ενέργειες;
«ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνη,…»
Μόνη Ελπίδα μας και Πίστη και Αγάπη… «το Λάλον Ύδωρ» που ρέει αιωνίως και υποδορίως!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here