Ελευθερία του λόγου: ή θα είναι άβολη ή δεν θα υπάρχει

13
1817

Η πρόσφατη δημόσια διαμάχη σχετικά με τις αφίσες στους σταθμούς του μετρό δοκιμάζει την ποιότητα και το βάθος της δημοκρατίας μας.

Θα θέσω κάποια ερωτήματα που νομίζω ότι αξίζει ο καθένας μας να επεξεργασθεί:

-Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι το θέμα των αμβλώσεων είναι νομικά λυμένο και άρα αποτελεί αναχρονισμό να τίθεται πάλι στον δημόσιο λόγο. Ποιος αποφασίζει αν για ένα θέμα ειπώθηκαν όλα και πλέον πρέπει υποχρεωτικά να σωπάσουμε; Ποιοι θα φιμώσουν ποιους στην δημοκρατία μας;

-Η αφίσα δεν έθετε νομικά ζητήματα, δεν ζητούσε αλλαγή του νόμου (κάτι που θα είχε κάθε δικαίωμα να κάνει). Προσπαθούσε απλώς να ασκήσει πειθώ ώστε να γίνονται λιγότερες αμβλώσεις. Υπάρχουν λοιπόν θέματα για τα οποία απαγορεύεται η ανάπτυξη επιχειρημάτων; Τότε γιατί το Σύνταγμα κατοχυρώνει (επί λέξει) την ελευθερία του καθενός ‘να διαδίδει τους στοχασμούς του’; Από τη στιγμή που δεν υφίσταται ύβρις, προσβολή, συκοφαντία, προτροπή σε παράνομη πράξη (ή ό,τι άλλο προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας), ποιος αποφασίζει για ποια θέματα επιτρέπεται η ανάπτυξη στοχασμών και για ποια απαγορεύεται;

-Επί της ουσίας, ομόφωνα η άμβλωση απαξιώνεται από ιατρικής πλευράς. Έστω και αν κάποιες περιπτώσεις ονομάζονται δικαιολογημένες από τον ιατρικό κόσμο, γενικά θεωρείται α) λάθος μέθοδος ‘αντισύλληψης’, β) δυνητικά επικίνδυνη για την μελλοντική γονιμότητα της γυναίκας, γ) δυνητικά τραυματική ψυχική εμπειρία. (Οι ψυχίατροι και οι κληρικοί μπορούμε ανεπιφύλακτα να επιβεβαιώσουμε το τρίτο). Τι μπορεί να απαγορεύσει, λοιπόν, τη δημόσια επικριτική τοποθέτηση;

Το ότι η άμβλωση λογίζεται νόμιμη κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν μεταβάλλει τις ψυχοσωματικές της συνέπειες. Άλλωστε και το κάπνισμα είναι νόμιμο αλλά έχει τεθεί σχεδόν υπό διωγμό από το κράτος. Νόμιμες είναι και η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, και η χρήση πλαστικών συσκευασιών, και η οδήγηση υπό υψηλή ατμοσφαιρική ρύπανση ή με άσχημες καιρικές συνθήκες, και η καθημερινή διατροφή των παιδιών με ανθυγιεινά προϊόντα κ.ο.κ., αλλά αυτό δεν εμποδίζει την πολιτεία να τις αποθαρρύνει με δημόσια μηνύματα. Ένα κράτος που ενδιαφέρεται για τους πολίτες του δικαιούται και υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα επιστημονικά δεδομένα για να καλλιεργεί την απαξίωση ακόμη και νόμιμων συμπεριφορών.

-Αρκετοί ισχυρίσθηκαν πως η αφίσα θα μπορούσε να προκαλέσει πόνο, ή και προσβολή, στις γυναίκες που έχουν κάνει άμβλωση. Αυτό είναι πολύ πιθανό. Αλλά το επιχείρημα αυτό δεν είναι νομικό, δεν τίθεται ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συνιστά ηθική παράμετρο, καθόλου αμελητέα βέβαια στον δημόσιο βίο.

Κατ’ αρχήν, γιατί κάθε πόνος είναι αχρείαστος; Η όποια προσωπική εξέλιξη των ανθρώπων, αναμόρφωση, μετάνοια κτλ. περνά συνήθως μέσα από επώδυνες διεργασίες. Οι οποίες, όμως, είναι ωριμοποιές. Κάποιες φορές αυτές πυροδοτούνται από δημόσια ερεθίσματα: ένα τηλεοπτικό μήνυμα ή ρεπορτάζ για την πείνα στα παιδιά του Τρίτου Κόσμου στους περισσότερους τηλεθεατές γεννά οδύνη, σε όσους μάλιστα συνηθίζουν να τρώνε πολλά ή ακριβά φαγητά μάλλον θα δημιουργήσει ενόχληση ή και ενοχές (ανάλογα με την ηθική συγκρότηση του τηλεθεατή). Οφείλει η πολιτεία να τα απαγορεύσει; Και τότε πώς θα κινητοποιηθούμε για να βοηθήσουμε;

-Τέλος, γράφτηκε πως η συγκεκριμένη αφίσα είναι διχαστική. Στην περίπτωση αυτή οφείλουμε στο εξής να απαγορεύσουμε κάθε αφίσα πολιτικού κόμματος!

Για να είμαστε συνεπείς, λοιπόν, ας αρχίσουμε να καταγράφουμε τα όποια ερεθίσματα ενδέχεται να στενοχωρήσουν, να πληγώσουν, ή να προσβάλουν μέρος του πληθυσμού:

Αφίσες με καλλίγραμμα μοντέλα ταπεινώνουν κάποιους υπέρβαρους συνανθρώπους μας, ιδιαίτερα δε όσους προσπαθούν να χάσουν βάρος αλλά λόγοι υγείας τους εμποδίζουν.

Εικόνες και βίντεο με πρωταθλητές ίσως να τραυματίζουν ψυχικά τους κινητικά ανάπηρους, είτε εκ γενετής είτε από ατύχημα.

Αφίσες συλλόγων γονέων με τις οποίες διακηρύττουν ότι το δικαίωμα της απεργίας δεν πρέπει να υφίσταται για τους εκπαιδευτικούς, προφανώς θα ενοχλήσουν τους τελευταίους, με προβλέψιμες οξύτατες αντιδράσεις των συνδικαλιστών τους. Τι πρέπει να κάνει η διοίκηση του μετρό στην περίπτωση αυτή;

Διαφημίσεις εσωρούχων –και μάλιστα σε ευμεγέθεις διαστάσεις- οι οποίες απεικονίζουν πάντοτε όμορφες γυναίκες, προσβάλλουν την αισθητική αλλά κυρίως το ηθικό αίσθημα όποιων σέβονται το ανθρώπινο σώμα και γι’ αυτό αρνούνται την εργαλειοποίηση και εμπορικοποίησή του. Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν όσοι βασίζουν τον σεβασμό αυτό στην θρησκευτική τους πίστη, ανεξαρτήτως θρησκείας, οι οποίοι αναγκάζονται να αντικρίζουν συνεχώς προκλητικές εικόνες Ακόμη περισσότερο, θίγονται όσοι άσκησαν το δημοκρατικό τους δικαίωμα να ζήσουν μια ασκητική ζωή ως μοναχοί και μοναχές, αλλά χωρίς να τους ρωτά κανείς τούς υποχρεώνουν κάποιοι να ζουν και να κινούνται μέσα σε ένα πολιτισμό της εικόνας ο οποίος προωθεί την λαγνεία. Νοιάζεται κανείς γι’ αυτούς;

Προφανώς όχι, επειδή όλοι οι παραπάνω δεν διαθέτουν λόμπυ. Ή επειδή διαθέτουν περισσότερη λογική και ψυχραιμία από τους αυτόκλητους εισαγγελείς των αφισών. Εν ολίγοις, η ευαισθησία μας είναι επιλεκτική.

Γίνεται φανερό ότι έχουμε επειγόντως ανάγκη να διασαφηνισθούν επακριβώς τα κριτήρια με τα οποία κάποιος δημόσιος λόγος θα απαγορεύεται ή θα χαρακτηρίζεται προσβλητικός. Πρέπει δηλαδή να εμπνέει απόρριψη των προσώπων (όχι της άποψης) ή να υποκινεί σε απομόνωση ή βία εναντίον τους, για να εμπίπτει στο εν λόγω κατηγορητήριο. Ακόμη, η πολιτεία δεν είναι επιτρεπτό να παρεμβαίνει στην δική της ιδιοκτησία (όπως οι σταθμοί του μετρό) για να δημιουργεί δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ακριβώς επειδή είναι δημοκρατική πολιτεία οφείλει να μη μεροληπτεί.

Γι’ αυτό και υπάρχει πρόβλημα με τον αντιρατσιστικό νόμο του 2014. Είναι αδιανόητο να ποινικοποιείται η διαφορετική άποψη (και το υποστηρίζω αυτό εγώ που έχω γράψει επανειλημμένα εναντίον του αντισημιτισμού). Αν κάποιος ισχυρίζεται δημόσια ότι δεν συνέβη ποτέ η γενοκτονία των Εβραίων από τους Ναζί, είναι ή αγράμματος ή κακόπιστος ή ηλίθιος. Κανένα από τα τρία δεν πρέπει να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Έχει δικαίωμα να εκτίθεται δημόσια με την άγνοιά του ή τις αγκυλώσεις του.

Oύτε επίσης το μίσος πρέπει να αποτελεί αντικείμενο του ποινικού κώδικα, παρά μόνο συγκεκριμένες πράξεις που πηγάζουν από αυτό. Δεν λύνεις το πρόβλημα της έλλειψης ιστορικής παιδείας ή της φυλετικής προκατάληψηςή της συμπλεγματικής αήθειας κλείνοντας κάποιον στη φυλακή ή επιβάλλοντας πρόστιμα. (Γι’ αυτό και θα είναι σφάλμα να επεκταθεί η ποινικοποίηση και προς όσους αμφισβητούν αν συντελέσθηκε γενοκτονία των Ποντίων, όσο και αν μάς αγγίζει συναισθηματικά. Δεν διορθώνουμε ένα λάθος γενικεύοντάς το).

Από την άλλη πρέπει να αποτελεί σαφώς ποινικό αδίκημα η προτροπή ή συνευδοκία προς αδικοπραγίες. Με άλλα λόγια, ένας που ισχυρίζεται δημόσια ότι ‘καλά έκανε ο Χίτλερ στους Εβραίους’ ή ‘μπράβο σ’ αυτούς που δέρνουν τους μετανάστες’ πρέπει να διωχθή ποινικά, διότι συνάγεται εξ αυτού ότι επιδοκιμάζει μια παράνομη ενέργεια και προτρέπει προς αυτή. Η διάκριση αυτή (μεταξύ άποψης και προτροπής) πρέπει να υπάρχει στο νόμο, διατυπωμένη με σαφήνεια, ώστε να μην γίνονται περιττές μηνύσεις και να μην εναπόκειται συνεχώς στα δικαστήρια να κρίνουν. Ο τόπος μας έχει πικρή πείρα από ασάφειες και προχειρότητες των νόμων, οι οποίες με τη σειρά τους επιβαρύνουν το δικαστικό σύστημα με πρόσθετη εργασία.

Από την άλλη, ζούμε πλέον ένα παράλογο φαινόμενο: όσο πιο μεταμοντέρνος εμφανίζεται κανείς τόσο μοιάζει να απομακρύνεται από τον σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας και της αρχής της πλειοψηφίας, στο όνομα γενικών αδιαπραγμάτευτων αρχών. Για παράδειγμα, η αόριστη επίκληση στα ανθρώπινα δικαιώματα νοείται πλέον από κάποια μέλη της κοινωνίας μας τόσο συμπεριληπτική ώστε καταλήγει να φιμώνει την πλειοψηφία στην περίπτωση που αυτή επιθυμεί κάτι διαφορετικό και τής επιβάλλει να ακολουθήσει ένα καινοφανές ολοκληρωτικό μοντέλο, το οποίο δέχεται επικρίσεις και διεθνώς.

Άλλωστε και ιστορικά οι γενικές αδιαπραγμάτευτες αρχές υπήρξαν φυσικό προϊόν της Νεωτερικότητας. Συνιστά αντίφαση η μετανεωτερικά εμπνεόμενη πολιτική να τίς επικαλείται, όταν συστατικό γνώρισμα της Μετανεωτερικότητας αποτελεί η άρνηση κάθε κανονιστικούκαι η ‘απογείωση’ της υποκειμενικότητας.

Η επιβολή συγκεκριμένης γνώμης και η λογοκρισία συγκεκριμένων απόψεων, λοιπόν, αποτελούν παλινδρόμηση σε ολοκληρωτισμό και δεν συνάδει με την ελευθερία του πολίτη, η οποία θεσπίστηκε με τη Νεωτερικότητα και κατακτήθηκε με θυσίες.

Το πόσο γνήσια είναι τα δημοκρατικά μας ‘πιστεύω’ δοκιμάζεται πάντοτε μπροστά σε αντιλήψεις με τις οποίες διαφωνούμε.

13 Σχόλια

  1. Ἐξαιρετικό τό κείμενο τοῦ π. Βασιλείου Θερμοῦ. Πολύ ἰσχυρή καί ‘δημοκρατική’ ἐπιχειρηματολογία! Συγχαρητήρια στόν π. Βασίλειο Θερμό!

  2. Όταν έχουν προηγηθεί εντονότατες ψυχικές καταρρεύσεις, σαφέστατα, επέρχεται και η υπαρξιακή -πνευματική ωρίμανση.

  3. Δε θέλω να γίνονται εκτρώσεις. Θέλω η γυναίκα να έχει τη στήριξη μέχρι να γεννήσει, και αφού γεννήσει να έχει τη στήριξη να δώσει το παιδί της σε ένα ίδρυμα αν δεν μπορεί να το μεγαλώσει, και τέλος τα σχόλια (οι κατακρίσεις για αυτήν και τη ζωή της), με σεβασμό, σιωπή, διακριτικότητα. Αλλά πάνω απ’ όλα ποτέ δε θα επιβάλλω το θέλω μου, και πάνω απ’ όλα θα βάζω αυτό: ΝΑ ΤΙΣ ΑΚΟΥΜΕ!

    Στον παρακάτω σύνδεσμο συμπεριλαμβάνω ένα κείμενο με την απάντησή μου.

    https://drive.google.com/open?id=17n3ovuFlANoSqETknVzOjLGp6akTBhyB4L2jNXREVdI

  4. Ως προς την «απάντηση στον π. Βασίλειο Θερμό», στην οποία παραπέμπει το προηγούμενο σχόλιο:
    Το ριζικώτερο θέμα δεν είναι οι εκτρώσεις, είναι η ελευθερία του λόγου. Διότι, τι να την κάνουμε την εύρεση της σωστής άποψης πάνω σε, αυτό καθεαυτό, το θέμα π.χ. των εκτρώσεων, όταν δεν θα έχουμε το δικαίωμα να την εκφράσουμε επί δημοσίου πεδίου;
    Αυτήν ακριβώς τη διακύβευση, λοιπόν, ανατέμνει καταλυτικά το κείμενο του π. Βασιλείου.

    Αντ’ αυτού «τι» από μια σχολιάστρια, εδώ, προκειμένου εκείνη να υ π ο σ τ η ρ ί ξ ε ι την απαγόρευση της αφίσας:
    «η εκκλησία αντιλαμβάνεται ότι σιγά σιγά τα αφηγήματά της χάνουν την κυριαρχία τους, κι έτσι καταλήγει να ζητά την ελευθερία λόγου».
    Ενώ θα έπρεπε λοιπόν να… μην τη ζητά! Το «αφήγημα» της αλήθειας, ωστόσο, «χάνει την κυριαρχία του» ακριβώς ε π ε ι δ ή τού στερείται η δυνατότητα έκφρασης από όλους περίπου τους κόμβους του δημοσίου διαλόγου.

    Το συγκεκριμένο περιστατικό, λέω, φέρνει απλώς σε περίοπτη θέα το καθολικώς – προ πολλού, μάλιστα – ισχύον αυτό καθεστώς.
    Μόνο που, μέσω της δ ε δ ο μ έ ν η ς αυτής απαγόρευσης, αποδεικνύεται ίσα ίσα το ολότελα αντίθετο από αυτό που θέλησε να καταλάβει η συνομιλήτριά μας: Ότι ο μ ό ν ο ς τρόπος να «χάσουν» την πειθώ τους τα επιχειρήματα της αλήθειας, είναι να έχει αυτή φιμωθεί.

  5. Αξίζουν πραγματικά συγχαρητήρια στον π. Βασίλειο Θερμό, διότι με ακρίβεια, σαφήνεια και τόλμη θίγει ένα ζήτημα που κανονικά στην ανοιχτή, δημοκρατική κοινωνία, που θεσμικά έχουμε, είναι αδιανόητο να υπάρχει. Καλλιεργώντας μια σύγχυση μεταξύ άποψης και προτροπής και στο όνομα κάποιων “αδιαπραγμάτευτων” αρχών έχει αρχίσει να επιβάλλεται μια περίεργη λογοκρισία. Είναι πραγματικά πολύ παρήγορο που ορισμένοι (όχι όλοι) πνευματικοί άνθρωποι το αντιλαμβάνονται και αντιδρούν.

  6. Άς μού επιτραπεί κι’ εμένα νά εκφράσω κάποιες γνώμες μου, πάνω στά όσα διάβασα τού άρθρου καί τών σχολίων. Καί άς μού συγχωρεθεί η “φλυαρία”, μού είναι δύσκολο νά τήν τιθασσεύσω καί νά τήν συμπυκνώσω.

    α) Τό σχόλιο τής Μαριάννας ΔΕΝ είναι πρός “προσπέραση”. Εκτός τού ότι είναι κοσμιότατο, διαλεκτικό στό έπακρο, καί μέ πολλά επιχειρήματα (τά οποία ο επόμενος, βαθυστόχαστος κι’ αυτός σχολιαστής κ. Καστρινάκης – τόν οποίο γνωρίζω λίγο, αρκετά, όμως, ώστε νά εκπλήσσομαι από τίς ποιότητες τού ταπεινού του, αλλά μετά λόγου κρίσης, γνώσης, καί αξιακής στελέχωσης, χαρακτήρα -, μού φαίνεται νά τά “παραμορφώνει” κάπως, μέ μιά διάθεση υποδόρια επικριτική, ή, ίσως, νά “προσπερνά” κάπως τήν ουσία τους, όντας, ίσως, ανεπαίσθητα καί από τόν ίδιο, οιονεί “ταγμένος” σέ μιά λίγο διαφορετικής “απόχρωσης” αξιακή οπτική), νομίζω οτι μάς παρουσιάζει, άς τό πώ έτσι, τήν “γυναικεία” άποψη, επί τού θέματος – που, νομίζω, είναι τό ίδιο αναγκαία καί ζητούμενη, όπως καί η εμπεριστατωμένη ανάλυση τού Πατρός Βασιλείου -, χωρίς, όμως, νά “φωνάζει” τί διαφορετικό απ’ τήν σύνεση καί τήν ουσία ενός σωστού, αναγκαίου, καί χρήσιμου “δεύτερου σκέλους” ενός πραγματικού διαλόγου.

    Διαλόγου, που δέν επιδιώκει προκατασκευασμένες “λύσεις” / αποφάνσεις / “ρετσέτες”, αλλά προσφέρει καί αναπτύσσει τό πεδίο τής παραγωγικής καί καλόπιστης “σύγκρουσης τών γνωμών”, εκ τού οποίου ο αναγνώστης θά μπορεί νά “οσμισθεί” τήν δική του, πάντα, “αλήθεια”.

    (ΥΓ. στό α) : Άς προχωρήσω, μέ δυσκολία, καί σέ μιά DE PROFUNDIS ομολογία. Ότι, δηλαδή, όλη τήν ώρα που διάβαζα τήν “απάντηση” τής Μαριάννας, ανεδύετο από μέσα μου καί επλανάτο (στήν ασύγγνωστη πλάνη του) τό ερώτημα κατά πόσον τά όσα γράφει, τά γράφει “επειδή” – καταλαβαίνετε τί εννοώ -, ή “χωρίς νά” (τήν αφορούν προσωπικά). Ειλικρινά, ντράπηκα γιά τό ερώτημά μου αυτό, ανεπίτρεπτο, κακόβουλο, κακό, εν τέλει. Καί τής ζητώ νά μού συγχωρήσει τό “ξεστράτισμα” αυτό, που, τουλάχιστον μού “έδειξε” τόν απόλυτα δικαιολογημένο λόγο τής ψευδωνυμίας της. Γρήγορα, πάντως, αποστασιοποιήθηκα καί τό προσπέρασα, αντικαθιστώντας το μέ μιά πραγματική ενσυναίσθηση, όση θά μπορούσε ένας άνδρας νά “νοιώσει στό πετσί του” )

    β) Άς αναφερθώ τώρα ΚΑΙ σ’ ένα θέμα λίγο διαφορετικό – στό οποίο αναφέρεται ο κ. Καστρινάκης, καί επικεντρώνεται σ’ αυτό, στό δεύτερο μέρος τού σχολίου του (στό γιατί εξασθενεί ο λόγος /φωνή τής Εκκλησίας) -, άν καί συναφέστατο μέ τήν “ελευθερία τού λόγου”.

    Διερωτώμαι, λοιπόν, τό “αφήγημα” τής αλήθειας τής Εκκλησίας “χάνει τήν κυριαρχία του” επειδή τού περιορίζεται ή τού στερείται η ελευθερία τού λόγου καί η πρακτική δυνατότητα τής έκφρασης, ή επειδή ατονεί (αποφεύγουσα) αυτή η ίδια η “αφήγηση” (όχι ως πρός τό περιεχόμενο, αλλ’ από τήν διάθεση καί τήν επιλογή ν’ ακουστεί), που δέν επιδιώκει, όσο θά έπρεπε, θά ανεμένετο, καί θά επεβάλλετο, ν’ ακούγεται καί έξω απ’ τό στενότατο καί “σίγουρο πλαίσιο” τών ακουόντων, στόν ευρύτερο “χώρο” τών βαρήκοων καί “αντιδραστικών”, έστω.

    Προσπάθησε τόσο πολύ, ώστε νά τήν “φιμώσουν”, ή ατόνησε σιγήσασα ανεπιτρέπτως καί σέ παράβαση / παραμέληση τής αποστολής της ; (άς προσθέσω καί τό “κακεντρεχές” – “φωνήσασα” μόνο, κατά τό τελευταίο μεγάλο διάστημα, μόλις “απειλήθηκε” η δημοσιοϋπαλληλία της 😉

    Δέν είναι τού παρόντος άρθρου τό θέμα, νομίζω, όμως, οτι είναι τό ίδιο καίριο, άν μή καί σπουδαιότερο.

    Ευξόμεθα, λοιπόν, γιά κάποια συνέχεια.

    (ΥΓ. στό β) : Ο Πατήρ Βασίλειος είναι ο κατ’ εξοχήν “αφηγηματικός” τής Εκκλησίας, ΚΑΙ γιά τά πρακτικά ποιμαντικά θέματα, καταθέτοντας τίς – γιά όλους πολύτιμες – απόψεις του, μέ όλα τά σύγχρονα μέσα καί “κανάλια”, καί πάντα μέ γνώση, τόλμη, παρρησία, επιχειρηματολογία, εξαιρετική πειστικότητα, καταλλαγή καί περιχώρηση, μαζί καί μέ τήν (γι’ αυτά όλα, καί τήν Χάρη τού Πνεύματος καί τήν αποστολή τής Ιερωσύνης του) Ευαγγελικότητα τού λόγου του.

    Άς διερωτηθούν, όμως, οι “επαϊοντες” τού χώρου, άν απολαμβάνει πραγματικά, ουσιαστικά, καί έμπρακτα, τήν μεγίστη εκτίμηση καί αποδοχή, που θά δικαιολογούνταν από τόν Λόγο καί τήν προσφορά του (ιδία, μάλιστα, καί γιά τήν “κατά κόσμον” Ιατρική του ιδιότητα καί συνεπικουρία), στούς κόλπους τών “εκ τών έσω” καί “εκ τών άνω”, σ’ αυτούς, δηλαδή, που καταλογίζω τήν ατονία τής “αφήγησης” – μέχρι σιωπής, ΟΧΙ επιβληθείσας σίγησης. Μακάρι νά κάνω λάθος )

    Καλό μήνα σάς εύχομαι !

  7. Αντί για σόλιο το βιωματικό αυτό:

    “Το απρόβλεπτο των συνειρμών”

    Καθαρίζω μανταρίνια και σε σκέφτομαι,
    που ήσουν έτσι δροσερή και χυμώδης.

    Πέρασε καιρός από τότε
    πολλά τσιγάρα καπνίσαμε,
    πολλούς φίλους χάσαμε,
    φορτώθηκες κιλά,
    φορτώθηκα ευθύνες,
    είπαμε και ακούσαμε λόγια
    που θα’ ταν καλύτερα να μην είχαν ειπωθεί.

    Οι δρόμοι που περπατάγαμε,
    κι οι δρόμοι που αποφεύγαμε για να μή μας δούνε,
    τίποτα δε θυμίζουν από το πέρασμά μας,
    κι εκεί όπου τα σώματά μας μάχονταν την αυτοτέλειά τους,
    υπηρετώντας τον ΄Ερωτα
    με την ψευδαίσθηση μοναδικότητας και την χαρά της αφθαρσίας
    που παρωθεί τα νιάτα να ανανεώνουν ό, τι ανάλωσαν οι τάφοι,
    κάθετα γυαλιά και ατσάλια,
    -σπίτια νέα πάνω από τα σπίτια τα παλιά-
    ακυρώνουν τη μνήμη,
    στερώντας μας το δικαίωμα
    να γεράσουμε στην πόλη που μας γνώρισε παιδιά.

    Άλλα παιδιά τώρα,
    σε μιάν άλλη πόλη,
    οπλισμένα με κινητά τηλέφωνα και γουόκμαν,
    ορμούν προς το αύριο – όπως προς το αύριο ορμούσαμε χθές,
    αγνοώντας ότι το αύριο έχει ήδη συντελεστεί,
    ότι κάθε επόμενη μέρα είναι ημέρα επιστροφής στη μέρα που προηγήθηκε,
    ώσπου να φτάσει πάλι κανείς εκεί απ’ όπου ξεκίνησε –
    στη “θύρα την ολόχρυση της παντοδυναμίας”,
    έχοντας μάθει – νεράκι πιά,
    όσα μόνο η τριβή με τα πράγματα,
    που εύφημα αποκαλούμε πείρα,
    αποκαλύπτει στα ανάστροφα βλέμματα των παρερχομένων.

    ΄Ολα άλλαξαν,
    ή, μάλλον,
    άλλαξαν όλα όσα θα θέλαμε να μην είχανε αλλάξει,
    τίποτα
    όμως,
    να αλλάξει δεν μπορεί,
    όσα,
    σε στιγμές αδυναμίας και σε στιγμές απερίσκεπτης δύναμης –
    χάραξαν αμετάκλητα τη ζωή μας.

    (Αναίτιες κακότητες και πληγές ανεπούλωτες που καταφέραμε,
    κρατώντας λχ κατεβασμένο το ακουστικό,
    κρατώντας κλειστή την καρδιά μας,
    ενώ αυτοί που μας αγάπησαν ανέλπιδα, σπάραζαν αβοήθητοι
    στην παγωνιά της απουσίας).

    «Λόγια» θα πείς, κι ίσως νά’ χεις δίκιο,
    τί άλλο όμως μπορεί να ξορκίσει τις σκιές;

    (Βρέθηκα τις προάλλες,
    τυχαία βρέθηκα,
    έξω από την πόρτα που σε ανάγκασα να περάσεις κλαίγοντας.

    Φορούσες ένα φόρεμα χυτό και έσφυζε το σώμα σου από διπλή ζωή.
    ΄Ησουν ιδανική στη λύπη σου και ήμουν αμετάθετος στην άρνησή μου,
    βέβαιος ότι έπραττα το σωστό όσο αβέβαιος γιά όλα τα σωστά είμαι τώρα.
    ΄Ελαμπαν, απρόσιτα και ανερμήνευτα, όταν βγήκαμε, τα άστρα,
    όπως απρόσιτη και ανερμήνευτη με καληνύχτησες μετά το φονικό.

    «Λόγια» θα πείς, κι ίσως να’ χεις δίκιο,
    είναι άκαιρο, αν δεν είναι και υποκριτικό,
    να θρηνεί γιά την απώλεια του καρπού,
    αυτός που έριξε κατα γής το άνθος.

    Καλύτερα λοιπόν να μη μιλάμε:
    ό, τι κι αν πούμε άλλωστε,
    δεν είναι μπορετό να μας ακούσει
    εκείνο το παιδί που επιστρέψαμε στον ΄Αδη).

    • Σε απάντηση στον Γιώργο Καστρινάκη.
      Μήπως η ελευθερία του λόγου συνιστά κάτι απόλυτο; Δεν επιτρέπεται να λέμε ψέματα, για παράδειγμα! Μήτε να συκοφαντούμε και να βρίζουμε. Γενικώς, οι ελευθερίες υφίστανται περιορισμούς όπως όλα τα πράγματα. Το να τις επικαλείται κάποιος (ειδικά κληρικός) είναι, μάλλον, εκ του πονηρού. Διότι κανείς δεν απαγορεύει στην εκκλησία να κάνει μισαλλόδοξο κήρυγμα, μέσα σε ναό. Πλην, όμως, απαιτεί λοιπές εξουσίες επειδή δεν αρκείται στα του οίκου της. Ενδιαφέρεται να απλωθεί και διασπείρει ψευδείς ειδήσεις.

      Σε απάντηση στον Μιχάλη Ν. Σταμπούλη.
      Δηλαδή, νομίζεις αγαπητέ πως η Εκκλησία θέλει διάλογο; Μου φαίνεται πως, όχι. Δεν είναι το ζητούμενό της, ούτε καν η Σωτηρία. Την ενδιαφέρει μόνο να διαφυλάξει την ορθοδοξία! Διαφορετικά, θα είχε μεταμορφωθεί. Παραμένει, δε, κακοποιητική σε πολύ σοβαρά κοινωνικά θέματα: https://www.liberal.gr/apopsi/petros-sapountzakis-chtizoume-toxikes-arrenopotites-me-prokatalipseis-kai-agnoia-/284831?fbclid=IwAR1cprnx98QfKdhzbkmhySYXr6qoPZMNRwZG6AvF-JLCJGPd80pV_q_kdik

      Σε απάντηση στον Κώστα Σοφιανό.
      Ναι, τα λόγια δεν είναι τροφή στη λύπη. Μια “γεύση θανάτου” ζητά παραπάνω. Μόνο που το πεθαμένο δεν ήταν ένα παιδί. Δεν είχε καν ένα φύλο. Μη διαφοροποιημένη ζωή, να τι πέθανε! Κάτι σαν αμοιβάδα…

  8. Αφού ευχαριστήσω τον πατέρα Βασίλειο για το εξαιρετικό άρθρο και τον γόνιμο προβληματισμό που καταθέτει, ο οποίος χαρακτηρίζεται ομού από διάκριση και παρρησία, ας μου επιτραπεί να διατυπώσω προς τους εκλεκτούς συνδαιτυμόνες μερικά ερωτήματα που με κατατρύχουν.
    1. Το πρόβλημα της άμβλωσης εκτός από νομικό, πολιτικό και ηθικό μήπως είναι και οντολογικό;
    2. Αν ναι, το θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα που τίθεται είναι το εξής. Η Ζωή ταυτίζεται με την Ύπαρξη;
    3. Αν όχι, τότε το έμβρυο ως αγέννητος άνθρωπος και όχι αμοιβάδα, ασφαλώς Υπάρχει. Τότε όμως πέραν της διακοπής της Ζωής του για την οποία αποφασίζει ο νόμος, η πολιτική ή η ηθική, ποιος και με ποια οντολογική αναφορά αποφασίζει για την αφαίρεση της Ύπαρξης του;
    4. Αν ναι, δηλαδή η Ύπαρξη ταυτίζεται με την Ζωή τότε το έμβιο έμβρυο ταυτίζεται με την αμοιβάδα. Αλλά τότε, αφού δεν διαφέρει κατά την Ύπαρξη, κατά τί διαφέρει ο Άνθρωπος από την Αμοιβάδα; Ήδη το καταλάβατε. Η αμοιβάδα δεν σκοτώνει τα παιδιά της.

  9. Συγχαρητήρια

    Αγαπητοί

    Πραγματικά σας αξίζουν εύσημα γιατί δεχθήκατε καί εμφανίσατε σχόλια (στό άρθρο τού π. Θερμού), σέ διαφορετικό “μήκος κύματος” καί αντιθετικά (μάλιστα μέχρις οξείας αντίθεσης) πρός τήν προβαλλόμενη τοποθέτηση.

    Τό αποτέλεσμα ήταν, ελπίζω νά συμφωνείτε μαζί μου, οτι δόθηκε η (σπάνια) ευκαιρία νά “καταγραφούν” διαφορετικές καί διαφορετικής “χροιάς” (καί “ένταξης”) απόψεις, μάλιστα δέ καί μιά συνταρακτική προσωπική μαρτυρία μέ έξοχο ποιητικό τρόπο, ενώ η συμμετοχή καί τό ενδιαφέρον ήταν (ασυνήθως) αυξημένα.

    Η “περιχαράκωση” σέ κάποια θέσφατα είναι, πλέον, ΕΚΤΟΣ τού “πραγματικού” κόσμου, καί τό ζητούμενο (ακόμα καί από τήν Εκκλησία) είναι τό “άνοιγμα” (όχι η “εκκοσμίκευση” – άλλο τό ένα, άλλο τό άλλο) στόν περίγυρο τών πολυ-γνωμικών “πλησίον” (όχι μόνο στούς “περίκλειστους”)

    Άλλωστε, θά μπορούσα νά πώ, οτι έτσι ανταποκριθήκατε, “εν τή πράξει”, στήν ουσία τού τίτλου τού άρθρου, διαφορετικά θά μπορούσε νά σας προσαφθεί οτι “άλλα προβάλλετε καί άλλα πράττετε”.

    Τελειώνω ελπίζοντας καί προσδοκώντας οτι ο σεβαστός π. Βασίλειος θά θελήσει νά υστερογραφήσει, τοποθετούμενος επί όλων όσων εισφέρθηκαν πρός διάλογο, μέ τίς πάντα εμπεριστατωμένες του απόψεις καί τόν “τρόπο” τής καταλλαγής του.

    Εύγε σας! / Μιχάλης

  10. Δυστυχώς θα συμφωνήσω με την Μαριάννα
    ==========
    Το βασικότερο πρόβλημα του κειμένου αλλά και όλης της συζήτησης που άνοιξε, για μένα, αφορά την εστίασή του, στα κοινωνικά συμφραζόμενα. Λειτούργησε νομίζω λίγο όπως η αρένα στη Ρώμη, ο ιππόδρομος στο Βυζάντιο. Δώστε τροφή στο λαό να έχει να συζητά και να αντιμάχεται και να πωρώνεται, ενόσω οι πολιτικοί κάνουν τα εκτρώματα που όλοι θα έπρεπε να συζητάμε. Εστιάζει στις εκτρώσεις όταν έχουμε πολύ πιο σοβαρά πράγματα να συμβαίνουν που θα έπρεπε να συζητάμε, αλλά και πάλι, κατ’ εμέ.

    Και πιο συγκεκριμένα για την εστίαση του ζητήματος: να γίνονται λιγότερες αμβλώσεις, δηλαδή να είμαστε περιθαλπτικοί στο ζήτημα, όχι προληπτικοί.
    =================
    Έχω ένα παράπονο από πολλούς επιστήμονες κληρικούς που παίρνουν το βήμα σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα που ομιλούν και γράφουν σαν επιστήμονες κυρίως και όχι σαν ποιμένες,
    Μας λείπει ο παραμυθιτικός λογος που ρίχνει βάλσαμο και δίνει ελπίδα, ο αγαπητικος, συμπάσχων, ενωτικός λόγος. Ο π.Θερμος μπορεί να γράψει και ετσι. Τον εχω ακούσει να το κάνει. Την επόμενη φορά…
    Τα υπόλοιπα στους ιατρούς, κοινωνιολόγους, πολιτικους και προβληματισμένους αναγνώστες σαν και μένα κι όλους τους αλλους αγαπητούς σχολιαστες.
    Ευχαριστω

  11. Ευχαριστώ θερμά τους καλούς σχολιαστές, τόσο για τους επαίνους όσο και για τις διαφωνίες τους. Στη σημερινή κατάσταση είναι ανάσα να γίνεται ευπρεπής και ουσιαστικός ο διάλογος. Επειδή μου ζητήθηκε καταθέτω κάποια δευτερολογία, κυρίως ως προς την Μαριάννα. (Κρατώ την αρίθμησή της).
    1. Πράγματι, είναι αδύνατο να συμφωνήσουμε όλοι τι συνιστά πρόοδο. Η στάση μας εξαρτάται από τις θεμελιώδεις παραδοχές από τις οποίες ξεκινάμε. Αν η αυτοδιάθεση του ατόμου αποτελεί την κορυφαία αξία, τότε πρόοδος είναι η ελευθερία των αμβλώσεων. Αν, αντίθετα, κορυφαίες αξίες αποτελούν η αλληλεγγύη, η προστασία της ζωής, μάλιστα δε των ανυπεράσπιστων που τώρα αρχίζει η ζωή τους, η έγνοια για το μέλλον και για την κοινωνία, η αυταπάρνηση κ.π.ά., τότε οι αμβλώσεις γίνονται δείγμα αντικοινωνικότητας και οπισθοδρόμηση στον ατομικισμό.
    Άραγε, δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια τέτοια κοινωνία, μια τέτοια κουλτούρα; Φυσικά, αν ήταν επιλογή μας. Οι νόμοι που ψηφίζουμε φανερώνουν τις προτεραιότητές μας.
    2. Ας με συγχωρέσει η αγαπητή σχολιάστρια, αλλά το επιχείρημα περί αντιπερισπασμού δεν αντέχει σε κριτική. Με τα υπόλοιπα της παραγράφου θα συμφωνήσω, ως προς τη φαλλοκρατία και την μειονεκτική θέση των γυναικών, αλλά χρειάζεται να δούμε το ζήτημα στον πυρήνα του και όχι μέσα από τα συνεπακόλουθα του σεξισμού, ο οποίος είναι έτσι κι αλλιώς απαράδεκτος. Άλλωστε υπάρχουν και πολλές γυναίκες που απορρίπτουν την άμβλωση, καθώς και πολλοί άνδρες που τη δέχονται. Η καταδίκη των αμβλώσεων δεν έχει φύλο.
    3. Αν ο λόγος της αφίσας διαθέτει εγγενή ισχύ την οποία κρίνουμε ως ηθικά ανεπίτρεπτη, τότε αυτό ισχύει για όλες τις αφίσες, για όλες τις διαφημίσεις, για όλες τις ατάκες, για όλες τις καμπάνιες κτλ. Πρέπει να απαγορευθεί αυτό το είδος δημόσιου λόγου; Όντως συχνά συμβαίνει να επηρεαζόμαστε οι άνθρωποι από λίγα εύληπτα ή επιτήδεια λόγια, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να το ψάξουμε περαιτέρω. Πώς αντιμετωπίζεται αυτό το πρόβλημα; Θα προσαρμοσθεί η δημόσια ζωή στο επίπεδο των πιο εύπιστων και αδιαφοροποίητων; Μα αυτό ακριβώς είναι το άθλημα του πολίτη. Να ενημερώνεται αλλά να μην άγεται. Να στοχάζεται και να μη σύρεται.
    Έπειτα, καθένας μας έχει αλλού την ευαισθησία του. Άλλος ξέρει καλά τα περιβαλλοντικά, αλλά είναι επιρρεπής σε συνωμοσιολογίες. Άλλος κατέχει τα θέματα υγείας αλλά παρασύρεται εύκολα από ψευδείς πολιτικούς ισχυρισμούς. Υπάρχει τρόπος και βούληση να δημιουργήσουμε μια ‘αστυνομία’ σκέψης η οποία θα αποφασίζει ποιός δημόσιος λόγος επιτρέπεται να αναρτηθεί;
    4. Όντως υπάρχουν τραγικές περιπτώσεις γυναικών που τους είναι από επαχθές μέχρι αδύνατο να κρατήσουν το παιδί. (Προσέξαμε ότι παραμένει ακόμη διάχυτη στον κοινό μας λόγο η ορολογία ‘παιδί’ για το έμβρυο;). Χρωστάμε προσευχή και συμπαράσταση σε αυτές, και δεν έχουμε δικαίωμα να κατακρίνουμε ποτέ. Όμως, πότε αναπτύχθηκε προβληματισμός για τις περιπτώσεις ανευθυνότητας τις οποίες η Μαριάννα, προς τιμήν της, αναφέρει; Οπωσδήποτε χρειάζεται η σωστή σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, αλλά με την αγωγή ευθύνης των νέων τι γίνεται; Πάντα ήταν λειψή στον τόπο μας, αλλά με την επέλαση των δικαιωματιστών τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Και μάλιστα με τη δύναμη της θεωρητικοποίησης, επειδή ‘έτσι πρέπει’.
    5. Παρά τις διαφωνίες τους, τις επιμέρους θεωρίες κ.ο.κ. όλοι ανεξαιρέτως οι γιατροί θεωρούν την άμβλωση κακό πράγμα λόγω των σωματικών και ψυχικών επιπλοκών. Αν σχετικοποιήσουμε και τον επιστημονικό λόγο, ανοίγει ένας ολισθηρός δρόμος.
    6. Συγγνώμη, βρίσκω άσχετα τα επιχειρήματα. Η ενοχοποίηση ως τρόπος αγωγής είναι απολύτως καταδικαστέα. Τι σχέση έχει αυτό με τη συγκεκριμένη αφίσα; Και γιατί η σχολιάστρια εδώ στηλιτεύει την ‘παιδαγωγική του πόνου’, την ‘ύπουλη καθοδήγηση’, τον ‘εμπρόθετο πόνο’, τον ‘στιγματισμό’; Πού τα βρήκε αυτά στην αφίσα;
    Ή μήπως τα βρήκε στα λόγια μου; Δεν έγραψα για σκόπιμη πρόκληση πόνου, αλλά για τον πόνο ως αναπόφευκτη συνέπεια της εξόδου μας στη δημόσια σφαίρα. Μήπως είναι καλό να εξαφανίσουμε τους ζητιάνους από τους δρόμους επειδή μας προκαλούν πόνο και ενοχή; Και θα πρέπει να απαγορευθεί μια αφίσα που προτείνει να μην πετούμε τρόφιμα στα σκουπίδια, επειδή ενοχλεί ψυχικά όσους το κάνουν;
    Είναι αλήθεια ότι αρκετοί Χριστιανοί είχαν βολευτεί και κακομάθει να είναι κυρίαρχος ο λόγος τους στην κοινωνία. Τώρα το πληρώνουν: είτε από αθεϊα είτε από μεταμοντέρνο δικαιωματισμό ‘δεν είναι πια όλα τα δάχτυλα ίδια’… Αλλά το λάθος ποτέ δεν διορθώνεται με λάθος.
    7. Μακάρι να αποκτήσουμε κάποτε κουλτούρα διαλόγου.
    Ζητώ συγγνώμη αν μακρηγόρησα. Ευχαριστώ την Μαριάννα επειδή ο προβληματισμός της δείχνει νοιάξιμο για τους ανθρώπους, κυρίως τις γυναίκες. Γράφω σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας, που η γιορτή των εικόνων μας θυμίζει ότι κάθε άνθρωπος είναι εικόνα Θεού.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here