Εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου…

0
253

Ο Ισοκράτης επιλέγει


«Νύχτα, κι εγώ στο κρεββάτι μου, επί κοίτην μου, στην Ιερά Μονή των Ιβήρων.

Εμμονή: Πάνε πια, σαράντα χρόνια από τότε πού πρωτομπήκα στο Άγιον Όρος, κι είναι τώρα, έξω στον κόσμο, μέρες χρονιάρες, πού λένε, αυτές: Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά του ’97. Εμείς εδώ, φιλάγλαον φύραμα σαρακοστιανό.

Ιερά Μονή εδώ, αλλά τι, η εμμονή μου, επί σήμερον σαράντα χρόνια; Χριστός γεννάται σήμερον… η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει… σήμερον κρεμα-ται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας… Εκείνο που σιγά-σιγά κατάλαβα έως σήμερον είναι ότι στην εκκλησία του Δήμου των σαλταρισμένων, δηλαδή στην καθ’ ημάς Παράδοση, το χθες, το σήμερα και το αύριον συμβαίνει και υπάρχει πάντοτε σήμερον. Δεν υπάρχει ένα αύριον. Εμείς, δηλαδή, δεν έχουμε συναισθηματικές προσδοκίες και ροδόχροα ευέλπιδα πενταετή προγράμματα και σαπουνόπερες για ένα καλύτερο μέλλον, σηριάλιον για μικρομεσαίους χάσκακες. Σήμερον: δηλαδή, ό,τι είναι να είσαι κι ό,τι είναι να γίνεις και να αποδείξεις, εδώ, σήμερον, τώρα! Τώρα ν’ ασκείς το πρωτεύθυνον που σου χάρισε ο θεός, σήμερον να γίνεις καλύτερος ή -αν θες- χειρότερος, σήμερον να δείξεις ότι λες το Όχι ή το παρεξηγήσιμο Ναί! Σήμερον, το πρόγραμμα για το αύριον ή την επαύριον. Σήμερον το ψηλαφήσιμο, το ψαχνό, το ώμο και το άγριο άμεσο. Άσε τα γλυκερά και ψεύτικα αύριον, τα αύριον του επαύριον θα…

Πάντοτε ευτυχώς, Ίσως επειδή με είχε τσιμπήσει νωρίς η μυΐγα του Αγίου Όρους, η μυΐγα-οίστρος της εν ταπεινώσει αλαζονείας του Αγίου Όρους, πάντοτε δυσπιστούσα για όλους όσοι επαγγέλλονται συσσώρευση κεφαλαίου, κεφαλαίου εμπιστοσύνης, κεφαλαίου ελπίδας, και ευαγγελίζονται μελλοντολογίες ευτυχίας ή σχεδιασμού.

θέλεις ευτυχία; Σήμερον. θέλεις να νικήσεις τον πλησίον σου, που σου πρήζει το έχειν σου; Σήμερον. Βαριέσαι να νικήσεις; Σήμερον. θέλεις να βοηθήσεις; θέλεις να χαλάσεις; Σήμερον. Θέλεις να φοβάσαι λιγώτερο; Σήμερον. Από σήμερον, χωρίς να περιμένεις το αύριον, τάχα για να οργανωθείς, τάχα μου για να οργανωθείτε, διότι και το αύριον ένα σήμερον θα ‘ναι. Να φοβάσαι λιγώτερο από σήμερον. Να είσαι Ά­γων σήμερον και Αντάρτης ες αεί.

Δείτε, λέει ο Χριστός, τα πουλάκια , που δεν συσσωρεύουν, ως φοβιτσιάρικα και μικρομεσαία, θησαυρούς επί της γης και αποθέματα και πεντάχρονα προγράμματα, αλλά ατίθασα και ελεύθερα ζουν σήμερον για το σήμερον κι έχει ο θεός. Ή, δεν έχει… Αυτό ήταν το πρώτο μάθημα και το έσχατον που διδάχτηκα τότε, έφηβος αλαζών του προοδευτικού παραληρήματος, όταν το 1957 το Άγιον Όρος μου κατάφερε στην κενόδοξη κεφαλή μου το πρώτο και καίριο αναποδογύρισμα της ζωής μου. Πλαγιομετωπική σύγκρουση: με ένα νεκρό και μία Ανάσταση.

Ο νεκρός: ο εαυτός μου ο «επιτυχημένος», με την ακράδαντη βλακεία των επι­στημονικών μου «κατακτήσεων», με την έτοιμη συνταγή και λύση του κοινωνικού προβλήματος, με την αδιάσειστη μου βεβαιότητα περί του σωστού και του λάθους και την απληστία μου του winner, ως Κατακτητού των Aκρωρειών και λοιπών ψιλικών. Ψιλικατζής εγώ σπουδάρχης, με σπουδήν για την «επανάσταση»…

Και η Ανάσταση; Μα εκείνα τα γεροντάκια μέσα στα Μοναστήρια, που τα έβλεπα να τρέχουν -το καθέ­να ως έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων- γεροντάκια ρακένδυτα και χαρούμενα

– ή χαρούμενα διότι ρακένδυτα; Γεροντάκια να βοηθούν εμάς τους νωχελικούς καλοντυμένους εφήβους και να μας φιλεύουν με ό,τι είχαν και δεν είχαν. Να βλέπω αυτό το παράδοξο ανθρωπολογικό είδος, τους Μοναχούς, να είναι ακτή­μονες πλήρως και πάμπτωχοι εντελώς και να έχουν ως πλούτο, που τον μοίραζαν αφειδώλευτα, όλη εκείνη την δαψίλειαν και την πολυτέλεια της βυζαντινής τους αύ-τοκρατορικής τελετουργίας . . . Τις Ακολουθίες, τον πλούτο τους πού ακτινοβολούσε τρυφήν ισχύος μέσα στις εκκλησίες, τις δυσθεώρητης καλλονής Ακολουθίες, την

ποίηση, που έξέχεε άρωμα, και την μελωδία των ύμνων να εκρήγνυται στους θόλους, όπου οι έκπαγλοι στρατιωτικοί Άγιοι έπασχαν άκραν έπαρσιν της κατά κόσμον ήττας τους… Και οι Γέροντες κι οι άλλοι Μοναχοί, μέσα σε τούτη την λατρευτική βακχεία, να σέρνουν Πρωτοστάτες ένα Χορό δίνης ουρανοδρόμου, συνεχώς ρακένδυτοι, ξυπόλυτοι, ακραιφνώς χαρούμενοι και να επιμένουν σήμερον, χωρίς φροντίδα για το αύριον. Και να διαστέλλουν το σήμερον σ’ ένα χώρο Αχώρητον, που καταργούσε τον φόβο του αύριον. Η άσκηση τους. Σήμερον. Ως πρωταθλητών, σε συνεχή προπόνηση

για ένα πρωτάθλημα που δεν θα γίνει ποτέ κι ούτε μας νοιάζει! Διότι μας ενδιαφέρει ή προπόνηση σήμερον. Ναι! Να είμαστε σε πλήρη φόρτιση και υπεραπόδοση σήμερον, γιατί και αύριον προπόνηση θα έχει, αφού θα είναι ένα νέο σήμερον. Η συνάντηση; Τρέχα-γύρευε. Μπορεί να γίνει, μπορεί και όχι… Η μόνη βέβαιη νίκη είναι η προπόνηση…

Είναι νύχτα της κατά κόσμον πρωτοχρονιάς (γιατί εμείς, μέσα, είμαστε δεκατρείς νύχτες πριν). Στο κελλί μου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, διαβάζω το σκόλιο στο Άσμα Ασμάτων του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Σπαρταρώ από ανέκφοιτον ηδονήν και βρίσκω το σχόλιο του Γρηγορίου Νύσσης πολύ καλύτερο από το κυρίως Άσμα Ασμάτων. Άλλωστε υπερέχουν του Άσματος οι κρητικές μαντινάδες περί Ανεκπλήρωτου, ο Μέγας Κανών του αγίου Ανδρέου Κρήτης ή το «Ρήμα το Σκοτεινόν» του Οδυσσέα Ελύτη. Ο Γρηγόριος Νύσσης παράγει έλλαμψιν απ’ όπου, σταγόνες θαμπωμένες εμείς, συναντούμε την φωτοφάνεια: τότε, η Κόρη… τότε καταλιπούσα παν το ευρισκόμενον, ούτως εγνώρισε το ζητούμενον… ου παν γνώρισμα καταληπτικόν εμπόδιον τοις αναζητούσι προς την εύρεσιν γίνεται… και πάσαν καταληπτικήν έφοδον καταλιπούσα, τη πίστει εύρε τον αγαπώμενον.

Όπως οι καλόγεροι που με ξεστράβωσαν: έτσι εγκατέλειψαν κι αυτοί παν το ευρισκόμενον μέσα από τις συσσωρεύσεις γνώσεων και προγραμματισμού και «κα­ριέρας». Έτσι, ή καταλιπούσα σωματοψυχή τους πάσαν καταληπτικήν έφοδον (με τα «εγώ καταλαβαίνω» και «εγώ με καταληπτικήν έφοδον», τάχα μου «κατα­λαβαίνοντας» και «κατανοώντας» θα φτάσω στην κατάληψη του «αγαπωμένου» προσώπου, χρήματος, αξιώματος), έτσι οι καλόγεροι πετώντας σήμερον κάθε συσσώρευση προσδοκίας του αύριον, προπονούνται. Για τον Αγαπώμενον. Χωρίς να περιμένουν τίποτε, χωρίς να αποταμιεύουν σιγουριές, συναλλαγματικές, αθροίσματα αξιωμάτων και πολλαπλασιασμούς ισχύος. Καλόγεροι ακτήμονες, ασκώντας πρωταθλητική ταπείνωση και μεγάλαθλη πτωχεία, κάνοντας υπακοή στον πρώτο τυχόντα της σήμερον, χωρίς να θέλουν να «διασφαλίσουν» το αύριόν τους. Τους ενδιαφέρει ο Αγών, το Άθλον. Όχι το έπαθλον…

Είναι νύχτα πρωτοχρονιάς σήμερα, εκεί έξω, στον κατά κόσμον κόσμον, κι εδώ, στο κελλί μου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, ερημία Νηφάλιος προς έντευξιν χώρας του Αχώρητου. Σκέφτομαι, αναδιφώντας την κατ’ εικόνα εκείνων προπόνηση μου, τι μου δίδαξαν -σαράντα τώρα χρόνια- οί δάσκαλοι μου οι καλόγεροι: Πρώτα -πρώτα κατάλαβα -καταλιπούσα παν το ευρισκόμενον ή σωματοψυχή μου- ότι οι καλόγεροι, όλοι τους, και οι λόγιοι και οι αγράμματοι, αυτοί υπήρξαν δάσκαλοι μου. Οι άλλοι έρχονται δεύτεροι, διότι το άληπτον δεν μπόρεσαν να μου το δείξουν όπως οι καλόγεροι. Ίσως διότι το άληπτον, ως ακατάληπτον υπάρχει για τους επιστήμονες ακατανόητο.

Κι όλα τ’ άλλα τα ευαγή μου, αν και κατά κόσμον και για τον κόσμο «ελαττώματα» μου, στους καλόγερους τα χρωστώ: αν, σήμερον, μπορώ και χλευάζω όλο και πιο πολύ τα αξιώματα, αν φοβάμαι όλο και λιγώτερο τον φόβο, αν σαρκάζω γερά πια τον έπαινο του Δήμου, τον τύφο των Ισχυρών, τον αίνο των σταδίων και την «σταδιοδρομία» μου, αν τα φοβερά του κόσμου εμοί ευκαταφρόνητα και τα χρηστά καταγέλαστα, λοιπόν, ναι, εγώ ούτω τοίνυν τρέχω… ως ουκ αέρα δέρων, αλλά τρέχω και κοροϊδεύω.» τους καθωσπρεπιτζήδες των «δημοσίων σχέσεων», το Μέγαρο της μαϊμούς και τις «προοδευτικές δυνάμεις». Όλα αυτά τα πήρα αντίδωρο από την αγέρωχη ταπείνωση, που μου δίδαξαν οι καλόγεροι, εδώ, στο περιβόλι της Παναγίας, της Πορταΐτισσας, της Ελεούσας, της φοβέρας Προστασίας. Εδώ στην Υπεραναρχία, χλεύασα «Αρχές», κόμματα, αξιώματα.

Σήμερον, νύχτα πρωτοχρονιάς, τι θα έκανα, άραγε, εκεί στον κόσμο; Δεν θα αγρυπνούσα, βέβαια, μελετώντας Γρηγόριο Νύσσης, εκστασιασμένος… θα αγρυ­πνούσα με άλλα, εξίσου θεάρεστα: οικεία, τερπνά, φίλων φιλικά, ενήδονα ευωχίας βρώσιμα, πόσιμα, μεθεκτά. Θεάρεστα. Γεώδη όμως, όχι απογειωμένα.

Αφού όμως σήμερον, Πρωτοχρονιά κατά κόσμον, ασκώ αυτό το άγριο προνόμιο της μοναχικής αγρυπνίας στο κελλί μου της Ιεράς Μονής των Ιβήρων, ας προσπαθήσω να μιμηθώ, κατά χάριν, αυτό που μου έδειξαν οι Μοναχοί Πατέρες μου: ατιθάσευτος υπάκουος όπως Εκείνοι, να μείνω μοναχός με εμμονή στην Μονή, γνωρίζοντας ότι εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν, εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου.

Μοναχός προνόμιο άγριο: Αντάρτης υπήκοος προς Ανυπάκουον.

 

Φιλοκαλούμεν μετ’Ανταρσίας Κώστας Ζουράρις σελ 167-173 εκδ Αρμός

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here