Εἰσοδεύοντας στὸ ἱερὸ Δωδεκαήμερο

1
214

π. Κων. Ν. Καλλιανός

 (Σχόλια στο ποίημα τοῦ Τ.Κ.Παπατσώνη,  Οἱ γιορτάδες)

Μέσα σὲ καιρούς ποὺ τρικυμίζουν ἐπικίνδυνα καὶ δὲν ἀφήνουν στὴν ψυχή περιθώρια ἔγκαρπου βίου καὶ δυνατότητας στοχασμοῦ, καθὼς ἐγγίζει τὸ ἱερὸ Δωδεκαήμερο, ἐπικαίρως  ὁ κάθε συνειδητὸς φιλέορτος καταφεύγει σὲ κείμενα καὶ λόγους τοὺς ὁποίους, προφητικῷ τῷ τρόπῳ ἑτοίμασαν ἕνιοι λόγιοι, φιλοτίμως καὶ φιλοθέως, ὥστε ιεὐσχημόνως νὰ τὴν μεταποιήσουν σὲ φερέλπιδα πτυχὴ βίου.

Καταφυγὴ στὸν φιλέορτο πιστὸ τοῦ 21ου αἰ. ἀποτελεῖ, μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας  καὶ ἡ ποίηση, ἡ ὁποία τὸν διδάσκει, παράλληλα μὲ τὰ ὅσα μύρα, δίκην ἀνα-ψυχῆς, ραντίζει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι ὁλόκληρο. Κι ἀπὸ τοὺς ποιητὲς διακρίνεται στὸ βάθος τοῦ χρόνου, ἡ σεμνὴ καὶ πάντα πειθαρχημένη Μορφὴ τοῦ  μεγὰλου νεοέλληνα ποιητῆ Τ. Κ. Παπατσώνη.

Ἄν καὶ τὰ περισσότερα τῶν λεγομένων θρησκευτικῶν ποιημάτων τοῦ Τ.Κ.Π.ἔχουν ὡς θέμα τους τὶς ἑορτἐς τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, στὴν παροῦσα γραφὴ  θὰ ἐπιχειρηθεῖ μιὰ προσέγγιση στὸ ποίημα «Οἱ Γιορτάδες»(Ἐκλογὴ β΄ σελ. 150). Κι αὐτὸ, ἐπειδὴ στὴ μνήμη ἀπομένει ἀκόμα ἐκείνη ἡ εὐωδία ἀπὸ τὰ  ξύλα τῆς κουμαριᾶς καὶ τοῦ σχίνου ποὺ καίγανε οἱ παραστιὲς τῶν μικροκαμωμένων/ταπεινῶν σπιτιῶν τοῦ χωριοῦ, ποὺ τὰ ἐπισκεπτόμασταν τὸ ἀπόβραδο τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, γιὰ νὰ ποῦμε τὰ κάλαντα. Εὐωδία, ποὺ τὴν κόμιζε ἀπὸ τὸ  σιωπηλὸ τὸ βουνὸ αὐτὴ ἡ θαλερὴ  φλόγα τῶν καμμένων ξὺλων,  φωτίζοντας ἕνα γύρω τὰ φρεσκοασβεστωμένα ἀγκωνάρια τοῦ τζακιοῦ καὶ τοὺς γκρίζους  τοίχους τοῦ ὑπόλοιπου σπιτιοῦ. Γιὰ νὰ μὰς πεῖ ὁ ποιητὴς ὅτι,

«Κατοικητήρια τοῦ φωτὸς/γίνονται οἱ σύθαμπες γωνιὲς».

Μιὰν ἄλλη εἰκόνα ποὺ ἀνοίγει τὴν ψυχὴ καὶ τῆς φέρνει τὴν ἀειθαλῆ ζωντάνια τοῦ δρυμοῦ, εἶναι τὰ φρεσκοκομμένα κλαδιὰ ἔξω ἀπὸ τὶς καλύβες. Κουμαριὲς, θιλίκια, πουρνάρια στοιβαγμένα, ἕτοιμα γιὰ τροφὴ τῶν οἰκόσιτων ζώων, αὐτῶν ποὺ τρέφουν χρόνια καὶ χρόνια οἱ χωρικοὶ γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. Λένε, μἀλιστα, σύμφωνα μὲ παλιὲς, παναρχαιες παραδόσεις, πὼς τὴ νύχτα αὐτὴ, τῶν Χριστουγέννων δηλαδὴ, μαζεύονται ἕνα γύρω καὶ μιλᾶνε μὲ λαλιὰ ἀνθρώπινη.

«Κοπήκανε τὰ πράσινα φυλλώματα ἀρμαθιές», λοιπὸν. Γιὰ να στολίσουν κιόλας, καθὼς οἱ ἀνθισμένες κουμαριὲς μὲ κεῖνα τὰ λευκὰ σκουλαρίκια  κρεμασμένα πάνω στὰ ἀνοιχτοπράσινα φύλλα τους, ἤ τὰ πουρνάρια μὲ το στρογγυλὸ σταχτοπράσινο καρπὸ τους, ἐκεῖνα τὰ φτωχικὰ σημεῖα τοῦ ταπεινοῦ πρωτόγονου χωριοῦ, ποὺ ἀντίκρυζε τὴ θἀλασσα καὶ μοσχοβολοῦσε καμμένο βουνίσιο ξύλο, κομμένο κλαδὶ καὶ νοτισμένο χῶμα.

Ἡ τελικὴ εἰκόνα καὶ ἡ πλέον προσωπικὴ ἀγγίζει τὰ πρώιμα, τὰ τρυφερὰ χρόνια, τότε δηλαδὴ ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ ὁ Πατέρας, παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων.

Ἄνοιξε τὸ σπίτι, φωτίστηκε τὸ μουντὸ δωμάτιο, ἀνάφτηκε μὲ χοντρὰ βουνίσια ξύλα ἡ παραστιὰ, γιὰ νὰ πάψει η παγωνιὰ καὶ νὰ εὐωδιάσει ὁ χῶρος ἀπὸ φρεσκοκαμμένο ξύλο καὶ μορφοστολισμένο γιορτινὸ τραπέζι.

«Κοιτάχτε, ὅπου ἔβοσκε ἀνοστιά, χοροπηδάει μιὰ πλάση

ζωντανεμένη στὶς χαρὲς γιορταστικῆς βλαστήσεως»

Κάθε χρόνο ποὺ θὰ εἰσοδεύσουμε στὸ ἳερὸ Δωδεκαήμερο καὶ στὶς βιτρίνες, στὰ παράθυρα τῶν σπιτιῶν καὶ τῶν Σχολείων τὶς αἴθουσες  θὰ στηθοῦν τὰ ψεύτικα δέντρα μὲ τὰ ἐξίσου ψεύτικα, ὡστὀσο λαμπερὰ στολίδια, στὸ νοῦ ἀπομένει ἡ φράση ἑνός καθηγητῆ ποὺ μᾶς δίδαξε, μὲ σεμνότητα καὶ ἦθος, τὶς γιορτάδες μας.

«Βάλαμε στὸ σπίτι ἕνα φρέσκο κλαδὶ ἀπὸ τὸ βουνὸ καὶ σιμὰ του τοποθετήσαμε τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως. Τίποτε ἄλλο. Καὶ κάναμε Χριστούγεννα». Γιὰ νὰ συμπληρώσει ὁ ποιητὴς,

‘Ἀλλὰ περίγυρα.

Οἱ τοῖχοι χαμογέλασαν, φάνταξε τὸ τραπέζι

Στήσανε τὰ βιβλία χορὸ στὰ ράφια……..»

Μέσα στὴν ἀναιμικὴ καὶ σκλήρὴ καθημερινότητα ἡ ποίηση κομίζει τὸ προνόμιο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς γαλήνης. Ἡ ἀληθινὴ ποίηση στοὺς ἀληθινοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ξέρουν νὰ γιορτάζουν, νὰ χαίρονται, νὰ καταλύουν τὴ μοναξιὰ ἀνθίζοντας στὰ μάτια καὶ στὴν ψυχὴ τὸ χαμόγελο καὶ τὴν ἐλπίδα.

Νοέμβριος 2006, Σκόπελος

πηγή: Αντίφωνο

1 σχόλιο

  1. «Κι ὅπως χιόνιζε ἄνοιξα τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλά χιόνιζε κι ἐκεῖ θὰ πέσει πάνω μας σὰν ράπισμα. Ἀμέσως θὰ πρέπει νὰ ἀναρωτηθοῦμε: Τὶ θέλει αὐτὸς ὁ ποιητὴς μέσα στὸ Εὐαγγέλιο; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ γυρεύει; Μήπως πεινασμένους καὶ ἀδικημένους; Μήπως ἐγκόσμια δικαιοσύνη; Μήπως αὐτὰ ποὺ τοῦ πῆραν ἄλλοι καὶ ἀλλοῦ; Ἤ, μήπως, αὐτὰ ποὺ ἄλλοι καὶ ἀλλοῦ δὲν τοῦ δίνουν; Καὶ θὰ ἀναρωτηθοῦμε ἀκόμα, καὶ ἴσως ἀναπόφευκτα, ἀλλὰ καὶ πολὺ λογικὰ: μήπως στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ψάχνει παρὰ αὐτὸ ποὺ φύσει καὶ θέσει βρίσκεται (ἤ πρέπει νὰ βρίσκεται) ἐκεῖ μέσα; Δηλαδὴ τοὺς πολλαπλοὺς δρόμους τοῦ θείου καὶ τοῦ Θεοῦ;».
    Τάσος Λειβαδίτης, “Βιολέτες για μια εποχή”.

    Ακριβέ μου πατέρα Κωνσταντίνε σου στέλνω θερμό ασπασμό.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here