Δύο Γράμματα

0
73

Αξιότιμε ψηφο-φόρε,

όντας μεταξύ τύψης και απορίας ο ίδιος κι ενόσω οι πολιτικές σου προσδοκίες  ‹‹ ματώνουν την καρδιά σαν άγριο παράπονο ››[1], θέλεις σφοδρά να φροντίζουν τα οράματά σου δίχως όμως να τα εξουσιάζουν. Γνωρίζεις  πως η πολιτεία, μέσω όλων των εκφάνσεων της ζωής πασχίζει κάθε φορά να θεσπίσει τη δική της αλήθεια, ωστόσο εσύ την αγαπάς (την αλήθεια) τόσο ώστε, αν αγαπήσεις κάτι άλλο εκτός από αυτήν, επιθυμείς αυτό που αγαπάς να είναι η αλήθεια – οπότε απαιτείς από τον πολιτικό να ᾿χει τη δύναμη να θυσιάσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Συνεπώς, όχι μόνο αδιαφορείς ολότελα για κάθε πολιτική που δεν μπορεί να σε συγκινήσει, αλλά  με ευκολία διαπιστώνεις  πως η ευημερία και η ευμάρεια βρίσκονται στα συνθήματα παρά στην πραγματικότητα, με ευκολία αντιλαμβάνεσαι πως άλλο πράγμα είναι η νωθρότητα , κι άλλο η νηφαλιότητα. Επομένως, η επιλογή και η ευθύνη σου ως προς το τι θα ψηφίσεις, καλό είναι να έχουν ορίζοντα αποβλέποντας σε ένα πλατύτερο νόημα που θα περιλαμβάνει ‹‹ αύρες λιτές και σώματα σαν αύρες ››[2], ένα νόημα που θα περικλείει ως αδήριτη ανάγκη κείνο το ‘’μη μνησικακεῖν’’ του αθηναίου άρχοντα Ευκλείδη το 403 π. Χ., δηλαδή το να απαγορεύεται να κατηγορείται οποιοσδήποτε για το παρελθόν του[3] . Ως ομηρικός ‹‹ εσθλός ››[4] (γενναίος, αγαθός), λοιπόν, μπορείς να αλλάζεις γνώμη, ακόμα και να σφάλλεις με την ψήφο σου, δεδομένου πως διατηρείς το δικαίωμα να το πράξεις σε μια δημοκρατία ˙ γι ᾿ αυτό και δεν θέλεις να εκλάβεις τη δημοκρατία ως το καθεστώς όπου κυκλοφορούν μονάχα τρωκτικά-απατεώνες και ωραία λόγια, αλλά αντιθέτως, ποθείς πρώτα απ ᾿ όλα το γενικό καλό αντί του ατομικού βολέματος, σβήνοντας κάθε ανομολόγητο φθόνο που μπορεί να τρώει τα σωθικά σου. Με άλλα λόγια, οφείλεις να διψάς στο να βρεις νόημα στους άλλους συνανθρώπους σου,  διότι μόνον τότε νιώθεις να οξύνεις την πολιτική σου διαίσθηση.

Αγαπητέ  υπο-ψήφιε,

σ ᾿ ένα μέλλον γεμάτο από δυνατότητες πρέπει να βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο, κι όχι μισοάδειο, έτσι ώστε, συνδυάζοντας αποφάσεις και πράξεις με μια μεγάλη ποικιλία από τρόπους θεώρησης των καταστάσεων, να μπορείς να παίζεις ρόλο όχι διακοσμητικό μα πρωταγωνιστικό ˙ συνάμα, έχοντας ψύχραιμη αντίληψη και στέρεη κρίση ως προς τα πράγματα, να επιδεικνύεις την ευαισθησία που αρμόζει απέναντι στη μεγαλοπρέπεια του γίγνεσθαι. Με κάθε τρόπο, φρόντισε να απομακρύνεις το στίγμα της άσκεπτης μακαριότητας που συνήθως διακρίνει τους πολιτικούς, μια και ‹‹ η νωχελική πολυτέλεια…μετατρέπει την πολιτική πράξη και την πολιτική σκέψη σε δακρύβρεχτη φιλανθρωπία, προνόμιο αυτών που, έτσι κι αλλιώς, έχουν εξασφαλισμένη μια θέση στο καράβι ››[5] . Πλέον, το να πείθεις είναι άγονο , καίριο πια είναι το να ενυδατώνεις κάθε αποξηραμένη επιφάνεια της πολιτικής σκέψης, επιζητώντας – φυσικά και αβίαστα – την αυτοκατανόηση σου, προκειμένου να μην φέρεσαι σαν ένα παιδί που έχει χάσει την αθωότητά του και το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να βιώνει την καθημερινότητα μέσω αποκλειστικά υλικών αγαθών. Μόνον έτσι θα καταφέρεις να αποτρέψεις το κοινοβούλιο από το να γίνει οπλοστάσιο προσωπείων, αντί να είναι ο χώρος εκείνος που αφουγκράζεται εις βάθος τη ζωή των πολιτών ˙ η τελευταία είναι ζήτημα ανθρωπιάς, όχι αριθμών, κερδών ή φόρων. Άρα, να επιστρέφεις στα θαμμένα όνειρα των πολιτών την επικαιρότητα εκείνη που ποτέ δεν επικύρωσε η εποχή τους. Να έχεις την τόλμη να συναισθάνεσαι τον πόνο ακόμα κι ενός μόνο ανθρώπου όταν υποφέρει μέσα στην πολιτεία – άλλωστε, όπως λέει και ο ομηρικός Αχιλλέας (στην ραψωδία Ι της Ιλιάδας), τίποτα δεν είναι ‘’ψυχῆς ἀντάξιον’’. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποκρυπτογραφείς, με σύνεση και επιμονή, τα ιερογλυφικά σημάδια-ενδείξει της κοινωνίας, ακυρώνοντας πάραυτα κάθε μονοδιάστατη ανάλυση των γεγονότων, υπηρετώντας μια δρώσα πολιτική, μια πολιτική δηλαδή που σχεδιάζει και σχεδιάζεται πράττοντας, απελευθερωμένη από το παρελθόν και ανοιγμένη στο μέλλον. Ως εκ τούτου, σκοπεύεις όπως ο άριστος τοξότης πολύ ψηλότερα από τον καθορισμένο στόχο ούτως ώστε να πετύχεις το κέντρο του στόχου, όταν συνακόλουθα και εν μέσω απροσδόκητων συγκυριών αντιμετωπίζεις τη ζωή στον κόσμο αποδίδοντάς της ένα πρόσωπο  χαμογελαστά γνώριμο, διότι ξέρεις (όπως λέει και ο Καστοριάδης) πως ‘’κι αν πράττεις πραγματικά, τότε πράττεις διαφορετικά’’.

Σημειώσεις

[1] Στέλιος Ράμφος, Η λογική της παράνοιας, εκδ. Αρμός, σελ.200

[2] Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος, 2η εκδ., σελ.12

[3] Βλ. Αριστοτέλης, Αθηναιων Πολιτεια, 39,6

[4] Ιλιάδα, Ο, 187-193

[5] Γεράσιμος Βώκος, Επιφυλλίδες, εκδ. Άγρα, σελ.77

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here