Δυὸ-τρία πράγματα ποὺ ξέρω γι’ αὐτήν

0
103

[ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ]

Ἄγνωστα σύμβολα. Σφετερισμένα ἀπόλυτα, ναυάγια τοῦ ἀσύλληπτου, λαθραῖες ἀλήθειες.

Αἴσθηση ὅτι κάτι λείπει. Σὰ βιβλίο ποὺ δὲν μιλάει γιὰ θάνατο.

Σκόνη Ἡμερῶν. Βεγγαλικοὶ ἀστερισμοί, σπαμένοι εἰρμοί, στάσιμες στάσεις.

 

Μνῆμες συνεπεῖς σ’ ὅλα τὰ συνθήματα. Ὑπεραξίες Χρήσεως. Πλαστικὰ μυστικά. Κι ἕνα κορίτσι ποὺ πασχίζει νὰ κρύψει ὅτι τά ’χει χαμένα. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ.   Ἀ π ’  ἔ ξ ω   μ ό ν η   ἡ   ψ υ χ ή   τ η ς .

Ὁ χρόνος ποὺ δὲν πῆγε πουθενὰ εἶναι ὅλος ἐδῶ. Μαζὶ μὲ τὸ μπλὲ μιᾶς ἀπεραντοσύνης πού – καὶ ὅμως – ἀποτυγχάνει νὰ μᾶς ταξιδέψει. Μοιραῖες ΑὐτοΑναφορές. Δυὸ σταγόνες κρυψίνοιας νὰ καθρεφτίζουν αὐτούσια μιὰ προδρομικὴ ἀπουσία.

Στὶς ἀποσκευές της λεηλατημένες ἀπώλειες κι θιχτα κέρδη. Γύρω της φλυαρίες ἀτέλειωτες γιὰ ἄθλους, γυναῖκες, ἄλογα*. Στὸν ἀέρα ἀπερισύλλεκτη θλίψη. ΤΑ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ – σύσσωμα –  σ υ μ π α γ ῆ  κι  ἀ δ ι α ί ρ ε τ α .  Ἡ ὁλόφωτη μέρα τί θὰ καταλάβει ἄραγε ἀπ’ τὴν κατανυκτικὴ ὀμορφιά της;

Ἄν, ἡ ἴδια ἔστω, ἤξερε μέχρι ποῦ διαπορεύεται ἡ ἄπλετη, τούτη, γαλήνη τῶν γαλανῶν της μυστικῶν…

 

ΑΝΑΣΚΕΥΗ

Σάνταλα ψάθινου καλοκαιριοῦ. Πέταλα κερασιᾶς, ξέπλεκα ἄστρα, γάργαροι ἴσκιοι, καταρροὴ ἀρωμάτων.  Ἡ σελήνη γιὰ νὰ σὲ δεῖ σὲ ραντίζει μ’ ἀσημόχρωμα;

«Γλυκοξημέρωσ’ ἡ αὐκὴ καὶ νύχτα ἔν’ ἀκόμα

τὴ χύχτα ’σεις στὰ μάδκια σου καὶ τὴν αὐκὴ στὸ στόμα.» **

 

Ἀγρυπνίες κάτω ἀπ’ τὰ κέδρα. Σκιὲς διάφανες. Κρεμαστοὶ πέτρινοι κῆποι.

Γιατί νὰ θέλω τὸ φεγγάρι στρογγυλὸ στὸν οὐρανό σου;

Μιᾶς μορφῆς… Γαϊτανόφρυδες ἐπισκοπήσεις, δαμασκηνόφιλοι ψίθυροι, δακτυλιδόπετρες ἀπολαμπές! Μαλλιὰ ἀπὸ στέφανα ἐωθινῆς δροσιᾶς, μέτωπο ἀπὸ θάμβος μενεξέδων, σαγόνι ἀπὸ στάλαγμα μέθης. Ζυγωματικὰ τῆς ἀγριανεμώνης. Μύτη ἀπὸ γαζίες ποὺ ἀνθοῦν, ἀπὸ ρόδα ποὺ δένουν. Μάτια γιὰ βεργολυγερὲς ἐνατενίσεις.  ΜΙΑΣ ΜΟΡΦΗΣ  ἀ κ ρ ο γ υ ά λ ι α .

Μὰ ἡ χαρά μου… στὴν κόψη: Αὐτὸ ποὺ μὲ ‘‘ὑποβάλλει’’ εἶναι ἕνα χαμόγελο ποὺ λούζεται στὴ σιωπὴ τῶν λειμώνων. Κι ἐκεῖνο ποὺ μὲ ‘‘μελαγχολεῖ’’ εἶναι ἕνα δάκρυ ἀθέατο ἀπ’ τὸν πιὸ ριγηλὸ ἑαυτό του.

Κρῖμα! Τόση ἡσυχία καὶ νὰ μὴν πλημμυρίζει οὔτε μιὰ ρεματιά. Κι ὅμως – κανένα σημάδι νὰ μὴ φεύγει χαμένο… Ἡ ἡδονὴ περιπέτεια; Μὴ στὰ χείλη. Στὸ βλέμμα: Ἡ ἀπάντηση πλήρης. Κάθε ἀρχετυπικὸ κενό – πῶς ἀλλιῶς; – δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐκλύει μιὰν ἀπορία σὲ μεταφυσικὲς διαστάσεις. Τὰ σημάδια ἂν τὰ βλέπουμε…  ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ   τ ὸ   ξ έ ρ ο υ ν .

 

Ἀναρωτιέμαι γιατί τάχα τὸ πορτραῖτο αὐτὸ μοῦ θυμίζει ζωηρὰ ἕνα στιγμιότυπο ἀπὸ ταινία: Ἡ ἡρωίδα – μὲ τὴ μορφὴ τῆς Ἄντυς Μὰκ Ντάουελ – ἀρχίζει νὰ ἀπαριθμεῖ  τοὺς ἐραστές της. Τὸ σενάριο τῆς ἐπιτάσσει νὰ φτάσει ὣς τὸν ἀριθμὸ 34.

Σκέφτομαι πὼς ἂν στὴν ἴδια ταινία πρωταγωνιστοῦσε ἡ κοπέλλα τῆς φωτογραφίας, θὰ μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀποσυγκρότησή της σταματώντας σὲ μικρότερο ἀριθμό.

Ἐπιτρέπονται ἐν τέλει τὰ πάντα; Ναί! Μόνο ποὺ ἡ μισὴ ἀλήθεια ὑποκαθιστᾶ, σὲ κάθε μία περίσταση, ἕνα ὁλόκληρο ψέμα.

«Πάντα μοι ἔξεστι. Ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει.» Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶχε συγκεφαλαιώσει σὲ δυὸ μόνο φράσεις ὅλα ὅσα γνωρίζουμε. Καὶ ὅλα ὅσα ἀγνοοῦμε.

 

   √

 

* : «φλυαρίες ἀτέλειωτες γιὰ ἄθλους, γυναῖκες, ἄλογα»: Γιάννης Ρίτσος

** : Δημοτικό

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here