Δραμάτων Ωδές

2
227

Γιώργος Καστρινάκης   

Σύδενδρα λέξεων. Καρποί ονομάτων. Ευχές κι επικλήσεις. Πραή σπαραγή στη βοή των καιρών.
Δι’ ελέους και φόβου περαίνουσα…
Σέλας σπονδής. Αιθέρες σκιών και χώματα αιμάτων. Δίκοπα τραύματα.
Τους παλιούς μου φίλους καλώ με φοβέρες και μ’ αίματα…
Αμετάπειστες Απορίες Πηδάλιες. Περίλαμπρα πέπλα, πολυδύναμοι φόβοι, επίτοκα δάκρυα. Υπέρ Βάσεις Εν Σπέρματες.

Προσέλευση σε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας σημαίνει πρώτα πρώτα μια  – στιγμιαία έστω –  κατανίκηση του φόβου του πόνου. Πηγαίνουμε εκεί όπου γνωρίζουμε ότι,συμπλέοντας στα δρώμενα, θα λυπηθούμε… ΄Ισως, ακόμα, ακριβώς επί τούτου! Ανατέμνοντας κάθε ορθολογική ταξιθέτηση, η συν-πάθεια αποκαλύπτεται κάτι διάφορο από καθήκον: αναπνοή τού είναι μας. Η μόνη, μάλιστα, που τό διαφυλάσσει από την ασφυξία (ίσως επειδή η λύπη εμπεριέχει πάντα ένα νόημα – ενώ η χαρά… επιβιώνει και χωρίς αυτό).
Ενα βήμα παραπέρα, η συνάντηση με την τραγωδία δηλώνει μια επιθυμία επαφής με το ερώτημα για το επέκεινα τής ενθαδικότητας. Μια  – στιγμιαία πάλι; –  άρνηση να αναβάλουμε, περαιτέρω, τη θεώρησή του. Γενικώτερα, μια επιθυμία αναμέτρησης με όλα τα οριακά διλήμματα της φύσης μας (μ’ επιτακτικώτερο εκείνο της ενοχής και της εξιλέωσης). Μια ψηλάφηση ορίων και – πρωτίστως – όρων. Δηλαδή μια   μ ν ή μ η   ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς ,  τανυσμένη μέχρι την έσχατη προοπτική της: Πόθος ταύτισης με την υπέρβαση (εκ μέρους των ηρώων) τού κλοιού  τού  έσχατου φόβου – της  α π ε ι λ ή ς  του  θ α ν ά τ ο υ.  Για μιαν υπόνοια, έστω, γεύσης ζωής.
Στην ύστατη αυτοσυνειδησία της, η επιζήτηση της τραγωδίας καταφάσκει στη ρωγμή του ρίγους: Σκιαγραφεί την επίγνωση ότι η μυσταγωγία είναι ο μόνος ορίζοντας που μπορεί να  π ε ρ ι κ λ ε ί σ ε ι  μα, συνάμα, να  δ ι α ν ο ί ξ ε ι  την ανθρώπινη περιπέτεια. Κι αν-ίσως αυτούσια τα σημαινόμενά της μάς αποδίδουν μιαν ευθύνη που συνηθίζουμε σήμερα να αποτάσσουμε (: την προσοικείωση του ιερού), ακόμα και τότε, θα παρηγορηθούε καταδυόμενοι τουλάχιστον σε γυμνά τα σημαίνοντα (: στην προσοικείωση της απολαμπής του). Σαν απερίσταλτη ανάγκη των ίδιων των κυττάρων του οργανισμού μας…

Και, βέβαια, όσοι αναδιπλώθηκαν ενώπιον της πρώτης επιφύλαξης (του φόβου της λύπης) θά ’χουν αποχαιρετήσει κάποτε όλα τα καλοκαίρια ανέπαφοι – χωρίς μια τόση δα υποψία ότι ο τόπος όπου η ζωή μεγαλύνει τα μέτρα της (έτη φωτός μακριά από κάθε κλειστή λογική) αποκαλείται, στις μέρες μας, αντινομία.

πηγή: Αντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Ωραίο το άρθρο σας, σε εξαιρετική γλώσσα. Ξεχωρίζω: Στην ύστατη αυτοσυνειδησία της, η επιζήτηση της τραγωδίας καταφάσκει στη ρωγμή του ρίγους: “Σκιαγραφεί την επίγνωση ότι η μυσταγωγία είναι ο μόνος ορίζοντας που μπορεί να π ε ρ ι κ λ ε ί σ ε ι μα, συνάμα, να δ ι α ν ο ί ξ ε ι την ανθρώπινη περιπέτεια.”

  2. Πιστεύω πρωτίστως η τραγωδία είναι ένας δρόμος που μπορεί ο θεατής να βρει απάντηση στο ” ερώτημα για το επέκεινα τής ενθαδικότητας”. Κι ακόμα πιό πολύ, να ψυχανεμιστεί την απάντηση και να επέλθει η “κάθαρση” η οποία συντελείται με την απόδοση της δικαιοσύνης, της θείας δικαιοσύνης και όχι της δικαιοσύνης=δικαιοκρισίας με τα ανθρώπινα μέτρα.
    Διότι πολύ σωστά λέτε ” ο τόπος όπου η ζωή μεγαλύνει τα μέτρα της (έτη φωτός μακριά από κάθε κλειστή λογική) αποκαλείται, στις μέρες μας, αντινομία “.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here