Δημοκρατία και τέχνη

0
134

Γιώργος Καστρινάκης   

Ένα ερώτημα για τη «σχέση» μεταξύ της δημοκρατικής μεθόδου και της λειτουργίας της  τέχνης φαντάζει παράδοξο, πάνω στη βάση της κοινής μας παιδείας.
Ίσως όμως αυτό οφείλεται – και τούτη τη φορά – στο ότι κανένα εκπαιδευτικό πλαίσιο δεν εγείρει τις διερωτήσεις στις οποίες δυσκολεύεται να αποκριθεί.

 Διερώτηση για συσχέτιση Δημοκρατίας και Τέχνης, σημαίνει απλά: Είμαστε σίγουροι ότι η διαβάθμιση των «μετοχών» στο «χρηματιστήριο» της τέχνης καθορίζεται με γνώμονα την αξιολόγηση εκ μέρους της πλειοψηφίας του δήμου;
Αν – προκειμένου να απαντήσουμε – εστιάσουμε στο πεδίο της αγοράς (έργων τέχνης) το συμπέρασμα αποβαίνει επικυρωτικό: Το αγοραστικό κοινό αποζημιώνει, στ’ αλήθεια, με το υψηλότερο αντίτιμο τα έργα εκείνα που πραγματικά υπερέχουν.
Ένας Ρέμπραντ, πχ, κοστολογείται σε αστρονομικά υψηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι η… ανέμπνευστη απόδοση ενός κλασικού «ηλιοβασιλέματος στη θάλασσα».
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι: Γιατι το πλήθος αγοραστών τού «κλασικού» ηλιοβασιλέματος, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο από εκείνο των αγοραστών μιάς – εξ ίσου προσιτής οικονομικά – αναπαραγωγής ενός Ρέμπραντ;

Απαξάπαντες οι απόφοιτοι της μέσης εκπαίδευσης γνωρίζουν, φυσικά, ότι η αξία του Ρέμπραντ είναι αντικειμενικά μεγαλύτερη. Υποκειμενικά όμως;
Ας διευκρινήσω – εκ του περισσού – ότι δεν αμφισβητώ αυτή την αντικειμενικότητα.
Θέλω μόνο να πω: Αν τυχόν – εν είδει εκπαιδευτικού τεστ – στους αποφοίτους αυτούς (ή και στους αποφοίτους της ανώτατης εκπαίδευσης) δινόταν η αναπαραγωγή ενός μη ευρέως γνωστού έργου του Ρέμπραντ και μιας κοινής παραθαλάσσιας τοπιογραφίας, οι ίδιοι – χωρίς να γνωρίζουν τις υπογραφές – ποιο απ’ τα δυο θα αποτιμούσαν ως αξιολογώτερο;

Δεν είναι αφαλώς παράλογο που το πείραμα αυτό έχει ουδέποτε αποτολμηθεί: Κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, ίσως, θα φοβόταν τό (τουλάχιστον) “αβέβαιον” τού αποτελέσματος.
Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα του δυτικού κόσμου, πάντως, θα το φοβόταν νομίζω πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο:
Θα ήταν υποχρεωμένο, αμέσως μετά, να ομολογήσει τα ανομολόγητα όρια τής (φιλολογούμενης) συμμετοχικότητάς του: Να παραδεχθεί ότι κατευθύνεται, και αυτό, από έναν «πυρήνα» ανθρώπων με αυξημένη Συνειδητότητα επί του Νοήματος, εκείνου, το οποίο σύνολη η κοινωνία έχει επιλέξει να υπερασπίζεται: Ότι ποιμένεται δηλαδή από ένα (ποιος φοβάται τις λέξεις – εκτός από τους επιγόνους των φαρισαίων;) ιερατείο.
Ποιος φοβάται τις λέξεις εκτός από το ίδιο, αυτό, Ιερατείο;

Το παράδοξο, αποσαφηνίζω, δεν είναι η ύπαρξη ιερατείου. (Την έννοιά του εξ άλλου την παραλαμβάνω και την αναπέμπω, ευγνωμόνως, καταφατικά / θετικά.) Το παράδοξο, εδώ, είναι η αυτο-αποσιώπησή του.

πηγή: antifono.gr

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here