Δέκα χιλιάδες μέλισσες

0
243

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Ονήσιλος

 

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος

βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο

ολοζώντανος.

 

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός

κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:

ένα καύκαλο

το δικό του κρανίο―

γεμάτο μέλισσες.

 

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος

να μας κεντρίσουν

να μας ξυπνήσουν

να μας φέρουν ένα μήνυμα.

 

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος

κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα

χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

 

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων

έφτασε στη Σαλαμίνα

φρύαξε ο Ονήσιλος.

Άλλο δεν άντεξε.

Άρπαξε το καύκαλό του

και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

 

Κ’ έγυρα νεκρός.

Άδοξος, άθλιος,

καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

 

Στο ποίημά του «Σκήνωμα», τοποθετημένο προτελευταίο στη συλλογή «Κατάθεση» τού 1975, ο Παντελής Μηχανικός, μάς πληροφορεί, όπως και κάθε άλλο άνθρωπο, ότι διάγουμε βίο ανάρμοστο με την αληθινή μας φύση, αταίριαστο με τη βαθύτερη, ανθρώπινή μας ουσία, βίο ανελεύθερο και κατευθυνόμενο, προαποφασισμένο.

Ανθρώπινα χέρια
στις κακές τους ώρες
σάς έφτιαξαν αυτές τις ράγες
που σας βαδίζουν.

Δεν πρόκειται για κανενός είδους κοινή πορεία, κανενός είδους κοινό λόγο, που μας εμπνέει κι όλους μαζί, ελεύθερα, μας δένει σε μια ομαδική προσπάθεια προσέγγισης μιας ύψιστης ευδαιμονίας. Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει δεν έχει σχέση με δική μας κρίση και απόφαση. Μεταφερόμαστε απλώς, σαν άβουλοι επιβάτες μέσα σε βαγόνια, πάνω σε ράγες, με προκαθορισμένη κατεύθυνση. Κι ακόμα – :

Απ’ τα παραθυράκια τού τραίνου σας
ακούω να σκάτε μέσα μέσα ένα γέλιο
βγαλμένο από ένα λαβύρινθο
που έχουνε φτιάξει ανθρώπινα χέρια
στην κακή τους ώρα.

Τί μπορεί να είναι αυτό το γέλιο, που σκάμε από καιρού εις καιρόν, βγαλμένο από ένα λαβύρινθο μέσα μας, ένα κόσμο σκοτεινό και άγνωστο, φτιαχτό, που εντός του είμαστε χαμένοι; Μπορεί να είναι γέλιο ανεμελιάς και ξεγνοιασιάς ή ένα γέλιο αυτοσαρκασμού για την κατάντια μας; Ίσως είναι και τα δύο κι ίσως, πάλι, να είναι μόνο το ένα ή μόνο το άλλο, ανάλογα με το ποιος είναι ο καθένας μας, τί απαιτήσεις έχει από τη ζωή, ποιας ποιότητας άνθρωπος είναι ο καθένας μας.

Όμως, ό,τι και να συμβαίνει, όχι μόνο κανένας δεν τολμά να είναι ο αληθινός, ανθρώπινος εαυτός του, αλλά θορυβούμε κιόλας, γιορτάζοντας μιαν τάχα κερδισμένη «ελευθερία», που καμιά σχέση δεν έχει με την αληθινή. Μια ελευθερία που θεριεύει στο όνομα τής αληθινής, που τρέφεται και συντηρεί την ύπαρξή της αναλώνοντας την αληθινή.

Αιχμάλωτες μάσκες μέσα στα τραίνα
κροτούν πιστόλες στ’ όνομα μιας ελευθερίας
βγαλμένης από κόκκαλα
που τώρα τα μασάει.

Τέτοιου, όμως, είδους άνθρωποι, δεν μπορούν να λογαριάζονται μέσα στους ζωντανούς.

Νεκροφόρες, λοιπόν, τα τραίνα
νεκροφόρες τ’ αυτοκίνητα
νεκροταφείο η καθημερινή εργασία.

Ως νεκροί οδηγούμε τα αυτοκίνητά μας, ως νεκροί προσερχόμαστε στην καθημερινή μας εργασία, αποκομμένοι από την αληθινή ζωή, μακριά από εκείνη που ήταν ο στόχος μας, που ήταν για μάς κορώνα και δόξα και οδός.

Εκτός στόχου, εκτός τής αληθινής του φύσης ο άνθρωπος, εκλαμβάνοντας ένα υποκατάστατο για πραγματικότητα, μέρα με τη μέρα, χωρίς διακοπή, είναι φυσικό επακόλουθο πως θα έρθει η ώρα που θα χάσει τη μνήμη, την ταυτότητα, την ίδια την ανθρώπινη του υπόσταση.

Τον κρατούσανε απ’ το λουρί
και τον σέρνανε.
Αφήστε τον τούς είπα
δεν είναι σκυλί
άνθρωπος είναι.

– Ο άνθρωπος είναι σκυλί, μου απάντησαν.

Αυτή τελικά, είναι η κρατούσα ιδεολογία: Ότι η επιβίωση του ανθρώπου επιβάλλει τον υποβιβασμό του, σε κάτι λιγότερο από αυτό που στην πραγματικότητα είναι. Ένας συμβιβασμός, μια υποχώρηση, είναι αυτό που επιβάλλεται, ως «σώφρωνα» επιλογή. Έτσι, το λιγότερο, το αφύσικο, το ανάξιο, γίνεται η μόνη πραγματικότητα. Το αληθινό, το φυσικό, το μόνο υπαρκτό, τελικά το μόνο αναγκαίο, το έν ου έστι χρεία, βαφτίζεται όνειρο ανύπαρκτο, τάχα ανέφικτο, ένα, απλώς και στην καλύτερη περίπτωση, ευκταίο!

Στο τέταρτο μέρος τού ποιήματος, ο ποιητής δεν διαχωρίζει τον εαυτό του, δεν αποστασιοποιείται, δεν κοιτάζει αφ’ υψηλού μια δραματική κατάσταση που αφορά όλους τους άλλους, αλλ’ αντίθετα συνειδητοποιεί ή παραδέχεται, ότι η δική του μοίρα, ως ανθρώπου ανάμεσα σε ανθρώπους, δεν μπορεί να είναι διαφορετική. Θα υποστεί κι ο ίδιος όλα – όσα – υφίστανται όλοι:

Ύστερα δέσανε κι εμένα
και με χτυπούσανε.

Όμως, πέρα από την κοινή ανθρώπινη του μοίρα, ο άνθρωπος αυτός είναι ποιητής. Μια επιπρόσθετη, εξίσου δυναμικά παρούσα, δική του μοίρα, τον καθορίζει: Αυτός είναι ο βαθύτερος γνώστης τού δράματός μας, έχει την ικανότητα και τη θέληση να εκφράζει τον κοινό πόνο, να κρατεί άγρυπνη τη συνείδηση, να μην κοιμάται ποτέ, ν’ αποφασίζει για μάς και να δείχνει σε μάς την πορεία που πρέπει ν΄ ακολουθήσουμε. Το τρανότερο παράδειγμα για τους Έλληνες, ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής όλων των αιώνων, όλων των εποχών, είναι ο Όμηρος. Αυτός ξεκαθάρισε στους Έλληνες ποιοι ήταν, αυτός τους έδωσε την ταυτότητα με την οποία μεγαλούργησαν· και τον κράτησαν, οι ΄Ελληνες, ως πρώτο δάσκαλο, δυόμιση χιλιάδες χρόνια.

Τι μπορεί, λοιπόν, να κάμει ο μικρός Παντελής, ο μικρός μας Όμηρος, όταν κι αυτόν τον δένουν, όταν κι αυτόν τον κτυπούν, για να δεχτεί το λιγότερο από το αληθινό, να δεχτεί το αφύσικο και το ψεύτικο; Τί μπορεί να κάμει για να περάσει τη δοκιμασία, να κρατήσει ζωντανή την αλήθεια – και να καταδείξει την οδό που δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας;

Έκλεισα, λέει, τα μάτια.
Τους χάρισα το σώμα.

Και πέταξε η ψυχή.
Σε ποιο δεντρί, σε ποιο κλαρί να βρίσκεται, τώρα, η ψυχή μας, φίλοι.

Δεν βάζει στους στίχους του ερωτηματικό ο ποιητής. Δεν αναζητεί πού η ψυχή έχει πετάξει, γιατί εκείνος είναι που θέλοντας να τη σώσει – να σώσει τον εαυτό του και μαζί του όλους μας – την στέλλει πίσω σ’ ένα κλαρί, σ’ ένα δεντρί, εκεί όπου ανήκει, πίσω στον φυσικό κόσμο. Ας μένει νεκρό για την ώρα το σώμα, μέσα στον ψεύτικο, τον αφύσικο κόσμο. Η ψυχή του ζει. Η ψυχή μας ζει και

μάς αγναντεύει αθάνατη
καθισμένη σε ψηλό κλαρί.
Ψάλλει.
Κι ένα δάκρυ πέφτει απ’ το τραγούδι της
– δικό της ήτανε το σώμα αυτό
που ήξερε κι αυτό να τραγουδεί
που ήξερε κι αυτό να ψάλλει:
με ολοζώντανες αισθήσεις μέσα στο στήθος σου
εν υψίστοις βαθιά στους κόλπους
– δικός της ήτανε ο κόσμος αυτός.
Και ψάλλει ε και ψάλλει ε.
Και ψάλλει νω και ψάλλει ση.

Το πανανθρώπινο πρόβλημα τής αίσθησης ότι ο άνθρωπος ανήκει σε κάτι πολύ πιο σπουδαίο, ότι δικαιούται κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό που ζει καθημερινά – και η πανανθρώπινη συνείδηση ότι τόσο ως άτομα, ο καθένας ξεχωριστά, αλλά και ως κοινωνία στην ιδανική της συγκρότηση, ενός μόνο πράγματος, ενός μόνο αγώνος έχομεν χρεία, εκείνου τής εναρμόνισής μας με την καταγωγή και τον προορισμό μας, που είναι η ταύτιση με τη βαθύτερη ανθρώπινη αλήθεια μας, που είναι η επαναφορά της ψυχής μας πίσω στη θέση της, η επανένωση μας, τελικά, με την πρόσκαιρα εξορισμένη ψυχή μας, παίρνει ξαφνικά για μάς, τους Κυπρίους, στην ορισμένη από τη μοίρα, επική, ιστορική μας στιγμή, συγκεκριμένο – απαγορευμένο από τις παντός είδους εξουσίες της καταστολής, της υποταγής, της δουλείας – πολιτικό περιεχόμενο: Και ψάλλει ε, και ψάλλει νω, και ψάλλει ση. Έ-νω-ση.

Αρθρώνοντας κοινό λόγο επιστροφής στην αρχή και στον προορισμό μας, στη φυσική μας κατάσταση, συγκροτήσαμε γνήσια, αγωνιζόμενη πόλη – Πόλη ξυνού λόγου με «Π» κεφάλαιο – πόλη απρόσμενη και πόλη απίστευτη για τους ανίδεους, πόλη πλημμυρισμένη από νόστο για ένωση με τη ψυχή της, πόλη επιτέλους αφυπνισμένη, μαχόμενη να γεφυρώσει το κενό μέσα της, πόλη εμποτισμένη με την ύψιστη φιλοδοξία, πόλη της οποίας οι πολίτες αμιλλώνταν ποιος πρώτος θα δώσει γι’ αυτήν τη ζωή του.

Καμιά γήινη εξουσία δεν μπορεί ν’ αντέξει τέτοια πόλη. Ούτε καν την ποίηση ή τους ποιητές της που την περιγράφουν, που αξιολογούν, που υμνούν τούς αγώνες της.

Χάνονται οι αγώνες, πνίγονται στο αίμα οι επαναστάσεις, διώκονται, δολοφονούνται οι ποιητές. Οι στίχοι τους όμως μένουν. Φωτεινοί σηματωροί και οδοδείχτες, για τις ψυχές μας που αθάνατες στον φυσικό τους κόσμο, πάντα θα περιμένουν τη μια, τη μεγάλη Ένωση.

Κλαρί τής μυγδαλιάς!
Κράτησε την απαλά, κράτησέ την τελετουργικά,
κράτησέ την με δέος.

Ήλιε μου, ζέσταινέ την.
Και δώσε της την μεγάλη φωτιά,
να κάψει τα λουριά και να ξηλώση τις ράγες.
Και δώσε της, ήλιε μου, τη δυνατή φωτιά
να κάψει
μέσα στις μάσκες
τον θάνατο.

 

 

 

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

 

Το ποίημα “Ονήσιλος”είναι του Κύπριου ποιητή Παντελή Μηχανικού.

Το κείμενο για τον Π.Μηχανικό είναι του Άντη Ροδίτη.

Τα δημοσιεύουμε σαν καλωσόρισμα στο πολύ σημαντικό,από κάθε άποψη,βιβλίο του Α.Ροδίτη“Δέκα χιλιάδες μέλισσες” εκδ.Αρμός που μόλις κυκλοφόρησε.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here