Γλωσσικές αυθεντίες

41
83
Η ιστορία που άνοιξε με τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι αποκαλυπτική. Τα φωνήεντα έγιναν στα σχολικά βιβλία 5, από 7 που ήταν εδώ και αιώνες, διότι, λένε οι «γλωσσολόγοι», αυτό που ονομάζουμε φωνήεν πρέπει και να ακούγεται. Ακούγεται το η; Όχι. Επομένως ένα είναι το φωνήεν, το i όπως θάλεγαν και οι λατίνοι. Μια οικογένεια είμαστε εξάλλου οι ευρωπαίοι. Όλοι ι φωνάζουμε!

Βεβαίως το πράγμα δεν είναι καθόλου αστείο. Γλώσσα, θρησκεία και ιστορική παράδοση είναι τα θεμέλια κάθε εθνικού πολιτισμού, τα οποία φυσικά είναι υπόθεση της εθνικής κοινότητας, του λαού δηλαδή, και όχι του επιστήμονα. Το ποια είναι τα φωνήεντα δεν θα μας το πει ο γλωσσολόγος, ο οποίος αύριο πιθανόν να μας πει ότι είναι 3 και μεθαύριο 2. Το πόσα είναι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας το έχουμε ήδη αποφασίσει εδώ και 3 χιλιάδες χρόνια. Είναι 7. Αυτό είναι προϊόν της κοινής μας συμφωνίας, ότι επειδή η ελληνική μας γλώσσα έχει την ιστορική της ρίζα στην αρχαία ελληνική που είχε 7 φωνήεντα και επειδή η γλώσσα μας συνιστά την εθνική μας ταυτότητα, εμείς αποφασίζουμε να διατηρήσουμε τα φωνήεντά της, ακόμη και αν δεν προφέρονται ή δεν ακούγονται. Επομένως όποιος ισχυρίζεται, είτε ο γλωσσολόγος, είτε ο Τριανταφυλλίδης, είτε ο οποιοσδήποτε, ότι τα φωνήεντα είναι 5, μιλάει εξονόματός του και όχι εξονόματός μας.

Κάθε ιστορικό ή γλωσσικό ζήτημα, δεν είναι υπόθεση των επιστημόνων, είναι υπόθεση του λαού. Ο επιστήμονας δεν αποδίδει αυτός το αποκαταστημένο παρελθόν, διότι δεν δεχόμαστε πλέον αυθεντίες- έχουμε φύγει από την μεσαιωνική εποχή των αυθεντιών ήδη από τον 18ο αιώνα!  Δεν περιμένουμε δηλαδή τον επιστήμονα  για να αποκτήσουμε ως λαός την συνείδηση του κοινού μας παρελθόντος και να αποφασίσουμε ποια γλώσσα θα μαθαίνουμε. Το γεγονός δηλαδή της κοινής αποδοχής ή συμφωνίας, όπως το καταλαβαίνουμε μετά τον Βίτγκεστάϊν, «…είναι το μόνο έσχατο πραγματικό γεγονός. Προκύπτει από την βιολογική και πολιτισμική διαφορά και την προδιάθεσή μας να συμμετέχουμε σε μια κοινή μορφή ζωής»

Το παρελθόν βρίσκεται στο βίωμα μιας παράδοσης την οποία επικυρώνει ο ίδιος ο λαός. Αυτός έχει την τελική αρμοδιότητα της απόδοσης  του ιστορικού παρελθόντος, μέσω των εκδηλώσεών του στο χώρο της τέχνης, της σκέψης και της πρακτικής του συνολικά.
Αυτό το έχει προαναγγείλει όλη η νεωτερικότητα, από τον Βολταίρο και μετά. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος το έχει διατυπώσει με τα έξοχα ελληνικά του: «Αλλ’ όμως που της όντως εθνικής ιστορίας η κοιτίς; Που πρώτον ηχεί της Κλειούς η σάλπιγξ; Εν μέσω του ψιθύρου των όχλων… οσάκις κυροί ο λαός, ο αυτουργός και μάρτυς και νόμιμος ούτος δικαστής των εξιστορουμένων».
Η γλώσσα δεν ανήκει λοιπόν στην αρμοδιότητα των γλωσσολόγων, όπως η ιστορία δεν είναι υπόθεση των ιστορικών, η λογοτεχνία των φιλολόγων και τα θρησκευτικά των θεολόγων. Η γλώσσα και η ιστορία ανήκουν στο λαό, ως κοινή πεποίθηση, η λογοτεχνία στους λογοτέχνες, λαϊκούς και λόγιους και η θρησκευτική μας παράδοση  επίσης στο λαό και τον κλήρο, στην κυριακάτικη λατρεία. Όλα αυτά συνιστούν την εθνική μας ταυτότητα. Εάν λοιπόν κάνουμε τα φωνήεντα 5 επειδή μας το λένε οι γλωσσολόγοι, τότε γιατί να μην  αφήσουμε μόνον το γιώτα; Γιατί στη συνέχεια να μην πάμε και στην εκκλησία και μετά από νομοθετικό διάταγμα να απαγορευθεί η εκκλησιαστική γλώσσα και αντί να λέμε πάτερ ημών να λέμε πατέρα μας ή πατερούλη μας, όπως λέγανε και στον Στάλιν εξάλλου; Και ακολούθως γιατί να μιλάμε ελληνικά, που είναι μπερδεμένα και ασύμφορα και να μην διδασκόμαστε αγγλικά κατευθείαν, ώστε να ξεμπερδεύουμε, μια που έχουμε και οικονομικές δυσκολίες και δεν έχουμε χρόνο για φιλολογίες τώρα;
Δυστυχώς, όσοι διορθώνουν γραπτά παιδιών σήμερα, γνωρίζουν την μαύρη αλήθεια: ένα 20% ξέρει ελληνικά και τα υπόλοιπα παιδιά έχουν περάσει στην κατηγορία του αναλφάβητου. Αυτό είναι το αποτέλεσμα 40 χρόνων διδασκαλίας της δημοτικής, το αποτέλεσμα των «γλωσσολόγων». Η ελληνική παιδεία έχει εντελώς διακοπεί.

Μπορεί τώρα να γίνει κάτι; Μπορεί. Όλα τα σχολικά εγχειρίδια, δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου, στον τομέα της ιστορίας και της γλώσσας, είναι κυριολεκτικώς για πέταμα. Είναι επικίνδυνα, διότι τυφλώνουν τα παιδιά. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αναλάβει μια σοβαρή επιτροπή με την ευθύνη της Ακαδημίας Αθηνών τη συγγραφή νέων σχολικών βιβλίων, μήπως τουλάχιστον και αρχίσει κάτι να διορθώνεται, έστω και στοιχειωδώς.

*Ο Απόστολος Διαμαντής είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας.

πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=16895

41 Σχόλια

  1. Είναι ενδιαφέρον το ερώτημα αν συμβαίνει – ή όχι – τα ομόηχα φωνήεντα να προφέρονται με τρόπο διαφορετικό. Είναι ενδιαφέρον επειδή πρόκειται για ερώτημα [i]οριακό[/i]: Καταμετρά την αξιοπιστία των αισθητηρίων μας, ιχνηλατεί τις ακρώρειες της προσληπτικής μας ετοιμότητας, δοκιμάζει – κατά βάθος – τη γνησιότητα τής ακροαστικής / διαλογικής μας διαθεσιμότητας.

    Επ’ αυτού ακριβώς – στα πλαίσια μιας κεντρικής ημερίδας για τη γλώσσα, το 1986 – ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε παρουσιάσει τα αποτελέσματα μιας επιστημονικής, λοιπόν, αναψηλάφησης του αμφιλεγομένου: Στο αν τα φωνήεντα προφέρονται, ή όχι, είχαν επιστρατευτεί να απαντήσουν τα μηχανήματα ηλεκτρονικής επεξεργασίας των ηχητικών εγγραφών. Και η «απόκρισή» τους προέκυψε επιβλητική: Τα φωνήεντα_ ρ η τ ώ ς_ και [b]προφέρονται[/b]!
    (Η συγκεκριμένη αυτή έρευνα / ανακοίνωση – με τον τίτλο [i]«Τα ελληνικά ως τραγούδι»[/i] – βρίσκεται αναρτημένη, προ πολλού, και στο site της «Κίνησης Πολιτών για την Επαναφορά του Πολυτονικού συτήματος» / υποενότητα «κείμενα υπέρ του πολυτονικού», στο διαδίκτυο.)

    Ποιος είπε, ωστόσο,ότι επιτρέπεται στην Επιστήμη να αντιμιλά στην επικυρίαρχη (όσον αφορά τα ΜΜΕ) Άποψη; Τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, τις επόμενες μέρες, περιλάμβαναν μόνο λεκτικούς προπηλακισμούς κατά του Σαββόπουλου… Περί επιστημονικής αναιρέσεως ούτε κουβέντα! Ώστε ο προβληματισμός, εν ριπή οφθαλμού, να κατασταλεί.

    [b]Με… μακροϊστορικό αποτέλεσμα, η απόφανση των εξουσιαστών γλωσσολόγων μας – σήμερα – να μεσουρανεί καταμεσής ενός επιμελημένα… κατασκότεινου ουρανού των συνειδητοποιήσεων.[/b]

    Έστω κι έτσι: Η ανατολή ενός ανανεωμένου δημοσίου διαλόγου περί (επιτέλους) [i]ελευθερίας[/i] και [i]γλώσσας[/i] φαίνεται να διαλανθάνει ξανά ως – κατ’ εξαίρεσιν – απειλή τής σοβούσης – καθ’ όλου – συσκότισης των «σπουδαίων» καιρών μας.

  2. Αγαπητέ Γιώργο,

    Όταν το 1986 πρωτοδιάβασα τη συνέντευξη του Σαββόπουλου ενθουσιάστηκα. Τι ωραίο θα ήταν να επιβιώνει η αρχαία προφορά και σήμερα!
    Πάντα όμως είχα και τις επιφυλάξεις μου: Είναι δυνατόν κάποιος να προφέρει διαφορετικά το “ακριβώς” από το “ακριβός”; Πού το έχει μάθει; Πριν από δυο τρία χρόνια διάβασα μιαν αναίρεση της “επιστημονικής αναψηλάφησης” του Σαββόπουλου (νομίζω, του Μάνου Στεφανίδη στην “Ελευθεροτυπία), με αρκετά επιχειρήματα που μάλλον με έπεισε. Δυστυχώς, όσο κι αν έψαξα, δεν μπόρεσα να τη βρω, ούτε και θυμάμαι τα επιχειρήματά του. Ίσως κάποιος άλλος αναγνώστης να μπορούσε να βοηθήσει.
    Πάντως, οι επιφυλάξεις μου για την επιστημονικότητα και την ορθότητα της ανακοίνωσης του Σαββόπουλου παραμένουν ισχυρές.

  3. [i]«Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλίζουν μέσα της όλα τα δελφίνια.»[/i]
    (Οδ. Ελύτης)

    Μ’ αρέσει αυτό το αιθητήριο του Ελύτη, αγαπητέ Theo. Θέλω λοιπόν να πιστεύω ότι κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με τη διαφορά αποχρώσεως όταν λέμε [i]«ακριβός»[/i], απ’ ό,τι σαν λέμε [i]«ακριβώς»[/i]. Ανεδαφικό να το απαιτώ – εδώ που τα λέμε – από τα “παιδιά” εκείνου “του παιδομαζώματος” (ζουράρεια έκφραση, αυτή) που δεν αξιώνονται, έστω, να διακρίνουν το [i]«ότι»[/i] απ’ το [i]«ό,τι»[/i]…
    (Και δεν μιλώ, απαραίτητα, για τους τωρινούς μαθητές: Μπορεί εδώ να μιλώ για τους κύκλους τριγύρω απ’ τους σημερινούς γλωσσολόγους!)

    [b]Επί της ουσίας: Η έρευνα του Σαββόπουλου αξίζει, σε κάθε περίπτωση, να έχει μελετηθεί ακόμα κι απ’ αυτούς που θα διαφωνήσουν με τα πορίσματά της: Πρόκειται – υποστηρίζω – για ένα από τα_ μ ν η μ ε ι α κ ά, εκείνα, γραπτά που θα αναγνωριστούν κάποια μέρα ως_ κ α τ α γ ω γ ι κ ά_ του νεώτερου ελληνικού αυτοπροσδιορισμού.[/b]
    Θά ’ταν, μάλιστα, ακόμα καλύτερα αν μπορούσε να βρεθεί η ηχητική εγγραφή της – ώστε να ζωντανέψουν, στ’ αυτιά μας, και τα φωνητικά ντοκουμέντα επί των οποίων εδράζεται. Ενώ ήταν –πίστεψέ με– συγκλονιστικό για όσους είχαν την τύχη (μέσα σ’ ένα κατάμεστο… γήπεδο μπάσκετ, τονίζω, σε μια ανοιχτή ημερίδα διοργανωμένη από τό, τότε, [i]ΚΚΕ εσωτερικού[/i]) να την παρακολουθήσουν από κοντά.

    Έκτοτε πάντως, [i]«άκρα του τάφου σιωπή»[/i] στο τοπίο. Θα μπορούσαν, άραγε, να ανατραπούν κάποτε οι στοιχειοθετήσεις εκείνης της μεθοδικής εργασίας; Την αντίκρουση του Μ. Στεφανίδη, που αναφέρεις, θα ενδιέφερε και μένα να την πληροφορηθώ. Το σίγουρο όμως είναι ότι χρειάστηκε μια, ολόκληρη, εικοσαετία για να κυοφορηθεί. Και μόνο αυτό το δεδομένο, λοιπόν, επιμαρτυρεί την καταλυτική / ορόσημη σημασία της σαββοπούλειας «πρόκλησης».
    Όπως εξ ίσου σίγουρο είναι το απερίγραπτο [i]μένος[/i] του οποίου έγινε δέκτης ο εκφραστής της, στη διάρκεια όλων των επόμενων μηνών, μέσω καθενός – ξεχωριστά – από πολυποίκιλα θεωρητικά έντυπα τής, παρ’ ημίν, ηγουμένης συνείδησης…

    Θα μου πεις: Αποτελούν αποδεικτικό υλικό όλα αυτά – ή, απλώς και μόνο, σοβαρές ενδείξεις; Μπορεί και να είναι απλές ενδείξεις, θα παραδεχτώ.
    [b]Η παντελής απουσία όμως, καθ’ όλη την εικοσιπενταετία που μεσολάβησε, έστω και μιας απόπειρας (εποπτικής!) επανα-ψηλάφησης του αμφισβητουμένου, αυτό στα μάτια μου αποκτά – ναι – χαρακτήρα_ α π ο χ ρ ώ σ α ς, ήδη, σ η μ ά ν σ ε ω ς.[/b]
    Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, το στάδιο αυτής της διερεύνησης παραμένει – ες αεί – προς-κλητικό για, όλους μας, τους ενδιαφερόμενους.

    ΥΓ: Να σημειώσω, εν παρόδω, ότι τέτοιες στιγμές είναι που μελαγχολώ με την απουσία ενός – στ’ αλήθεια ελεύθερου – Πολιτιστικού Οργανισμού, που θα μπορούσε και να εννοεί τ’ όνομά του!

  4. Τελικά δεν ήταν ο Μάνος Στεφανίδης στην “Ελευθεροτυπία” αλλ᾿ ο Γιάννης Χάρης στα “Νέα”, στις 27.11.10 και 23.12.10 (βλ. http://yannisharis.blogspot.gr/2010/11/blog-post_27.html και http://yannisharis.blogspot.gr/2010/12/blog-post_23.html), που παραπέμπει σε άρθρο του στο “Αντί”, στις [b]1.2.1985[/b] (http://yannisharis.blogspot.gr/2007/02/1_23.html), 23 μέρες μετά την ανακοίνωση του Σαββόπουλου στην ημερίδα του ΚΚΕεσ. για τη γλώσσα και σε άρθρο του Β. Δ. Φόρη (“Ελληνικά παρατράγουδα”), στο περιοδικό “Η λέξη”, τχ. 47., Σεπτ. [b]1985[/b], σ. 728-736.

    Να, πως τελειώνει το πρώτο άρθρο του Γ. Χάρη στα “Νέα”:
    “[i]Ο Σαββόπουλος ανακοίνωσε ότι ηχογράφησε διάφορους ομιλητές και με παλμογράφους μέτρησε τη διαφορετική ένταση της φωνής σε κάθε λέξη και κατέληξε ότι διαφορετικό ύψος δίνει η οξεία, διαφορετικό η περισπωμένη κ.ο.κ.

    Είναι προφανές, σε πρώτη κιόλας ματιά, πως ο Σαββόπουλος και οι παλμογράφοι του μέτρησαν τον επιτονισμό, τις διακυμάνσεις της φωνής κατά τον προφορικό λόγο, τον διαφορετικό μάλιστα τονισμό που μπορεί να έχει ακόμα και η ίδια λέξη σε διαφορετικά συμφραζόμενα –ανεξάρτητα, εννοείται, από όποιον γραμματικό τόνο. Παράδειγμα: Στις φράσεις:

    (α) «Γιώργο, έλα αμέσως εδώ!» (προσταγή) και
    (β) «Τον Γιώργο ρώτα, όχι εμένα!» (έμφαση)

    η λ. «Γιώργο» τονίζεται εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι στη

    (γ) «Είδα τον Γιώργο χτες στο δρόμο» (απλή πληροφορία) ή
    (δ) «Έλα τώρα, μωρέ Γιώργο, τι ’ν’ αυτά που λες…» (συγκατάβαση).

    Και δείτε χαρακτηριστικά πώς ξαναλλάζει ο τονισμός αυτής της τελευταίας φράσης (δ), με τα ίδια σχεδόν στοιχεία αλλά με διαφορετικό μήνυμα, στην

    (ε) «Γιώργο, τι ’ν’ αυτά που λες!» (επίπληξη).

    Είναι πιστεύω αυτονόητο ότι δεν θα αλλάξει ο τονισμός αν στη θέση τού κάποτε περισπώμενου τύπου «Γιώργο» βάλουμε το οξύτονο «Γιάννη», ή το «Νιόνιο», π.χ. «Νιόνιο, τι ’ν’ αυτά που λες!»[/i]”

    Αν ανοίξει κανείς τους τρεις υπερσυνδέσμους, θα βρει και πολλά άλλα όντως επιστημονικά και λογικά επιχειρήματα που καταρίπτουν τα γοητευτικά πυροτεχνήματα του προσφιλούς Νιόνιου.
    Είναι καλός, είναι ποιητής, είναι μεγάλος τραγουδοποιός, είναι ενθουσιώδης ο Διονύσης αλλά δεν είναι επιστήμονας. Πώς να το κάνουμε;

  5. [i]«Είναι καλός, είναι ποιητής, είναι μεγάλος τραγουδοποιός, είναι ενθουσιώδης ο Διονύσης αλλά δεν είναι επιστήμονας. Πώς να το κάνουμε;»[/i]

    Ο Διονύσης δεν είναι επιστήμονας, αγαπητέ Theo, όπως όμως επισημαίνει στο βασικό εδώ κείμενο ο Απόστολος Διαμαντής, αλοίμονο αν εμπιστευτούμε τη [i]γλώσσα[/i] στα χέρια των [i]γλωσσολόγων[/i]. Όχι μόνο επειδή, γενικά, αποστρεφόμαστε (ελπίζω, όλοι μας) την ιδέα μιας «κοινωνίας των ειδικών». Μα, απολύτως συγκεκριμένα, επειδή τους καρπούς της εξουσίας των γλωσσολόγων, κατά την τελευταία τριακονταετία, μπορούμε πια – επί της οθόνης του internet – να τη διαπιστώνουμε ιδίοις όμμασι: [b]Τι ελληνικά, επιτέλους, κατέχει η γενιά των μαθητών που γαλούχησαν![/b]

    Ο Διονύσης Σαββόπουλος, λοιπόν, δεν είναι επιστήμονας. Ο Γιάννης Η. Χάρης μήπως είναι; Θέλω να πω: Μας πείθει ότι είναι ένας από τους λίγους εκείνους ανθρώπους των οποίων η [b]ιδεολογική προσήλωση[/b] δεν_ ε π ι κ α θ ο ρ ί ζ ε ι_ την [b]επιστημονική ιδιότητα[/b];
    Αξίζει να παρακολουθήσουμε, επ’ αυτού, πώς τοποθετείται ο ίδιος:

    «Αυτά ως προς το σχολαστικό μέρος των ρημάτων του Δ. Σαββόπουλου –τον κορμό πάντως της εισήγησής του. Τα λοιπά, σε μορφή διαιτολογίου με ρίζες, είναι γνωστά, και στους αναγνώστες του [i]Αντί[/i], προ πολλού. Διαφέρουν ίσως ως προς την ένταση. Πράγματι, τέτοιος άκρατος (και άκριτος, βεβαίως) σοβινισμός σπανίζει όχι μόνο στις μέρες μας, μα και ενάμιση αιώνα πριν, όσο δεξιά, κι αν ψάξει το μάτι μας. Ούτε τότε είχαν ακουστεί από το στόμα των μαχητικότερων καθαρολόγων τόσο ασύστατα, αντιεπιστημονικά, βαθύτατα ανιστόρητα και [i]γι’ αυτό, έστω και μόνο γι’ αυτό[/i], αντιδραστικά επιχειρήματα.»
    (Ενώ την αγνή αυτή μέθοδο, της_ «π ο λ ι τ ι κ ή ς»… [b]κατατρόπωσης[/b], την επιστρατεύει βεβαίως, εκ προοιμίου, με πάσα… ευαρέσκεια, ενατίον κάθε – θεατού ή αθέατου – αντιφρονούντος.)

    Ωραία, θα μου πεις, ξεκινά με διαδηλωμένες τις προκαταλήψεις του, αυτό δεν τον εμποδίζει όμως να κρίνει με ουδέτερο μάτι τα αντικείμενα του εργαστηρίου του. Είναι έτσι; Μα αν ήταν, αναλογίζομαι, τότε πρώτα πρώτα δεν θα καταδεχόταν στα τρία, εστιασμένα στη μελέτη της εν λόγω έρευνας του Σαββόπολου, κείμενά του στα οποία μας παραπέμπει, να επανέρχεται ξανά και ξανά (εν είδει βαρέως πυροβολικού της επιχειρηματολογίας του) στον συλλογισμό:
    «Αν λοιπόν προφέρονται ακόμη, βάσει των εργαστηριακών παρατηρήσεων του Δ. Σαββόπουλου, οι βαρείες, οι οξείες και οι περισπωμένες, οι ψιλές και οι δασείες, τα μακρά, τα βραχέα και τα δίχρονα φωνήεντα, αν υπάρχουν [i]ενδιάθετα[/i] στη φωνή μας […] τότε τι μας χρειάζεται η (περιττή λοιπόν) σημείωση των τόνων και των πνευμάτων; Μήπως προτείνει ο Δ. Σαββόπουλος να καταργηθεί και ο μοναδικός τόνος που διατηρείται στο μονοτονικό –παντελώς άχρηστος πια και αυτός; Δηλαδή ατονικό;»
    Λες και δεν ήταν εξ αρχής γνωστό ότι ο κύριος λόγος που, κατά την επιβολή “μονοτονικού” το 1982, αυτό δεν επεκτάθηκε σε “ατονικό”, ήταν ότι οι ελληνικές [b]λέξεις[/b] οι οποίες_ σ η μ α ί ν ο υ ν_ τελείως_ ά σ χ ε τ α_ μεταξύ τους πράγματα όταν αλλάξει η τονούμενη συλλαβή, είναι τόσο πολλές ώστε – επί ατονικού, λοιπόν πεδίου – κάθε απαιτητικό επιστημονικό, πχ, κείμενο θα προέβαινε… ανεξιχνίαστο.

    Όσο για το [i]κύριο σώμα[/i] της ρητορικής του Γιάννη Η. Χάρη, εκεί κι αν επισωρεύεται (κατά τη γνώμη μου) ένας καταιονισμός συλλογιστικών [i]«πυροτεχνημάτων»[/i] – ως προς τα οποία αρκεί, νομίζω, να σταθώ μονάχα σε μια καθολική παρατήρηση: Το_ ά π α ν_ της [b]επιχειρηματολογίας[/b] του (όπως συνάγεται, άλλωστε, κι από το απόσπασμά του που καταχωρείς, παραπάνω) μεταφράζεται στο σαφές μήνυμα ότι η, μέσω ηλεκτρονικών αναλύσεων, δ ι ε ρ ε ύ ν η σ η_ τού συζητουμένου προβαίνει… απαξαπάντως [b]αδύνατη[/b]. Όπερ και η… ανακούφιση του επιστήμονα: Μόνη αυθεντία, πια, θα είναι η εξουσία της κρίσης του!
    Αν συμβαίνει έτσι, λοιπόν, το ζωτικό [b]ερώτημα[/b] που απομένει να_ χ α ί ν ε ι_ είναι ένα: Γιατί τάχα να εμπιστευτούμε, εμείς, το κρίση (στην ουσία, το [i]αισθητήριο[/i]) τού τόσο φανατικά ιδεολογικοποιημένου αυτού επιστήμονα, και όχι – στους αντίποδες – το αισθητήριο του χαρισματικού καλλιτέχνη;

    Θα τολμούσα να πρόσθετα: Το αισθητήριο ακόμα, της ίδιας, τής προσωπικής ακοής μας.

  6. Αγαπητέ Γιώργο,

    Ο Γιάννης Χάρης είναι επιστήμονας, φιλόλογος, αλλ᾿ ιδεολογικά προκατειλημένος, συμφωνώ μαζί σου. Όμως, τα επιχειρήματά του (που τα διαβάζω, χωρίς να μετρώ τα ιδεολογικά κίνητρά του) με πείθουν, και επιστημονικά και λογικά.

    Συμφωνώ πως οι γνωσσολόγοι ευθύνονται εν πολλοίς για τη λεξιπενία των μαθητών τους. Αυτό όμως δικαιώνει όσους υπερασπίζονται τη διδασκαλία του πολυτονικού στην εκπαίδευση αλλά δεν δικαιώνει τα “επιστημονικά” συμπεράσματα του Σαββόπουλου.
    Σε ένα επιστημονικό θέμα προτιμώ να εμπιστεύομαι τα επιχειρήματα (όχι την κρίση ή αισθητήριο) του επιστήμονα από το αισθητήριο ενός καλλιτέχνη. Το αισθητήριο ενός καλλιτέχνη το εμπιστεύομαι όταν μιλά για ποίηση, μουσική, πολιτισμό, όχι για γλωσσολογία.

    Δηλαδή, η διαφωνία μας αφορά τη συγκεκριμένη ανακοίνωση του Σαββόπουλου, όχι τις απόψεις σου για τη γλώσσα ή την κεντρική ιδέα του παρόντος άρθρου (με το οποίο διαφωνώ επιμέρους) ή την άποψή του πως δεν πρέπει να εμπιστευτούμε τη γλώσσα στα χέρια των γλωσσολόγων.

  7. Κύριε Γιώργο Καστρινάκη,
    γράφετε με έμφαση “αποστρεφόμαστε (ελπίζω, όλοι μας) την ιδέα μιας «κοινωνίας των ειδικών»”.
    Μετά παρακάτω αναρωτιέστε “Τι ελληνικά, επιτέλους, κατέχει η γενιά των μαθητών που γαλούχησαν!”.
    Όμως, ποιοι θα μας πουν τι ελληνικά επιτέλους πρέπει να κατέχει η νέα γενιά των μαθητών, αφού τους ειδικούς τους αποστρεφόμαστε;
    Ο λαός;

    Καμία αντίρρηση. Ετοιμαστείτε για κεφαλαία, χωρίς κανένα τόνο και μάλιστα γκρίκλις (εντελώς τυχαία είναι συνήθως οι επιλογές γραφής ειδικά αυτών που ανησυχούν για όλα τα εθνικά, γλωσσικά και πατριωτικά ζητήματα…).

    Πιθανώς συμφωνείτε και με τη δήλωση του πανεπιστημιακού κύριου Απόστολου Διαμαντή, ότι “Κάθε ιστορικό ή γλωσσικό ζήτημα, δεν είναι υπόθεση των επιστημόνων, είναι υπόθεση του λαού”.

    Καμία αντίρρηση αν μπορεί κάτι τέτοιο να σηκώσει τις συνέπειες αυτών που δηλώνει.
    Γίνεται κατανοητή η αντίφαση;
    Αφού δεν χρειαζόμαστε τους ειδικούς να μας διδάξουν την γλώσσα, αν ελπίζουμε να τους αποστρεφόμαστε, τότε νομίζω ότι όλα είναι ίσωμα.
    Ως προς τι η ανησυχία;

  8. Κύριε Πέτρο Σαπ., φοβάμαι ότι προβαίνει βιαστική η (επιθετική) αντίρρηση που εκδηλώνετε σε αυτό που σημείωσα. Διαπιστώνω, δηλαδή, ότι θελήσατε να απαντήσετε πριν – καν – συγκρατήσετε τι ακριβώς έγραψα:
    Δεν είπα πουθενά, σας βεβαιώνω, ότι «δεν χρειαζόμαστε τους ειδικούς», όπως επίσης πουθενά δεν είπα ότι «τους αποστεφόμαστε».
    Αυτό στο οποίο δήλωσα αποστροφή είναι η «κοινωνία των ειδικών» – και η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές “αντικειμένου” της φράσης είναι (πιστέψτε με, αν θέλετε) τόση όση και η διαφορά ανάμεσα σε μια [i]δημοκρατική[/i] και σε μια [i]ολιγαρχική[/i] πολιτεία.

    Άλλο, λοιπόν, η [b]χρησιμότητα[/b] του ρόλου των ειδικών – και εντελώς άλλο η [b]κατεξουσιαστικότητα[/b] της παρουσίας τους.
    Για τη δική μου φοιτητική γενιά (γύρω στα 1980) η διάκριση αυτή αυτή ήταν σχεδόν αυτονόητη – έτερον εκάτερον, τώρα, πόσοι συνέχισαν να την αναγνωρίζουν μετά την απομάκρυνση από τη σχολή τους. Δεν θα ήθελα πάντως να συμπεράνω ότι, στις δεκαετίες που μεσολάβησαν, η διάκριση ετούτη θεωρήθηκε άσκοπη.

  9. Κύριε Γιώργο, αν το βλέπουμε ως επίθεση, αποκλείουμε τη σύνθεση.
    Κι εξαρχής (ήδη από το κείμενο της δασκάλας) το θέμα βιώνεται από τη μία πλευρά ως επίθεση, απειλή στην ίδια την αίσθηση αυτοσυντήρησης.
    Να ξεκαθαρίσω ότι δεν είναι επιθετικός ο λόγος μου.

    Λοιπόν, η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές “κοινωνία των ειδικών” από τη μια και “ειδικοί” από την άλλη, μου φαίνεται ότι είναι αντίστοιχη με την απόσταση ανάμεσα στις δημοκρατικές διαδικασίες (διάλογος, κοινωνική συναίνεση κλπ) και το λαϊκισμό.
    Σχηματικά παρατηρώ το μοντέλο:
    “κοινωνία των ειδικών” “Ειδικοί”
    “Λαϊκισμός”” Δημοκρατικές διαδικασίες”

    Επίσης, νομίζω ότι όλοι έχουμε λίγο πολύ μια ιδέα από τον κεντρικό προβληματισμό που υπάρχει σχετικά με τη σχέση ιδεολογίας κι επιστήμης.
    Μπορούμε να κάνουμε ευκρινή τα όριά τους;
    Πώς αυτά τα δίπολα λειτουργούν σε διαφορετικές κοινωνίες;
    Πώς στη δική μας;

    Οι παρατηρήσεις μου: Ενώ “κοινωνία των ειδικών” δεν είχαμε ποτέ στην Ελλάδα (και μάλλον δεν υπήρξε ποτέ τέτοια κάπου), έχουμε ιδιαίτερα έντονο το φόβο απέναντι σε αυτήν. Απέναντι στον “αριστοκρατισμό” που θα συνεπαγόταν, στη χρήση της από τις εξουσιαστικές δομές, στον περιορισμό του αυτοπροσδιορισμού, όπως τα αντιλαμβανόμαστε.
    Είναι μια ιδέα που καταδυναστεύει το θυμικό μας. Ασχολούμαστε περιγραφικότατα να αναλύουμε τους φαντασιακούς κινδύνους και τα αδιέξοδα που θα είχε μια τέτοια κοινωνία.
    Από την άκρα αριστερά, έως την άκρα δεξιά.
    Ειδικά στην Ελλάδα.

    Από την άλλη πλευρά το κατεξοχήν πρόβλημά μας, το βίωμα της κοινωνικής φιλοσοφίας μας είναι ο λαϊκισμός.
    Αυτή είναι η κοινωνική πράξη που ζούμε.
    Αυτό το βίωμα όμως παραμένει στο επίπεδο της διαπίστωσης και της γκρίνιας. Ενώ είναι αυτό που ζούμε, αποδεικνυόμαστε αμήχανοι όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό.
    Δεν έχουμε φτιάξει τα εργαλεία ώστε να το περιγράφουμε, να το περιορίζουμε.

    Για να συνδέσω αυτά που λέω με το συγκεκριμένο, θεωρώ ότι η σύγκρουση που βιώνεται από κάποιους στο θέμα των φωνηέντων, οι θέσεις που φέρνονται, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, οι εικόνες που περιγράφονται, είναι ενδεικτικότατα!
    Είναι μια καταπληκτική ευκαιρία για να διαπιστώσουμε τα βήματα και τις διαστάσεις αυτού που μας καταδυναστεύει, του βασικού προβλήματος μιας κοινωνίας φοβικής, που δεν μπορεί να δει στις προκλήσεις μια νέα σύνθεση, οπότε βιώνει την αδυναμία να φανταστεί τον εαυτό της στο μέλλον.
    Τα πάντα μετατρέπονται σε μια απειλή, προσωποποιούνται σε έναν εχθρό (“δύση”, “επιστήμονες” κλπ).

    Εντούτοις θα με ενδιέφερε εξαιρετικά αν μπορούσατε να μου δώσετε μια καθαρή διάκριση ανάμεσα σε αυτά που λέει ο κύριος Διαμαντής και στον λαϊκισμό.

  10. [quote name=”Πέτρος Σαπ”]Για να συνδέσω αυτά που λέω με το συγκεκριμένο, θεωρώ ότι η σύγκρουση που βιώνεται από κάποιους στο θέμα των φωνηέντων, οι θέσεις που φέρνονται, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, οι εικόνες που περιγράφονται, είναι ενδεικτικότατα!
    Είναι μια καταπληκτική ευκαιρία για να διαπιστώσουμε τα βήματα και τις διαστάσεις αυτού που μας καταδυναστεύει, του βασικού προβλήματος μιας κοινωνίας φοβικής, που δεν μπορεί να δει στις προκλήσεις μια νέα σύνθεση, οπότε βιώνει την αδυναμία να φανταστεί τον εαυτό της στο μέλλον.
    Τα πάντα μετατρέπονται σε μια απειλή, προσωποποιούνται σε έναν εχθρό ("δύση", "επιστήμονες" κλπ).[/quote]

    Ποιος είπε ότι ο κυρίαεχος (ελέω ΜΜΕ) λόγος δεν βρίσκει τρόπους για να πειθαναγκάσει τους ακροατές του γι’ αυτά που απαιτεί να τους επιβάλει; Οι λέξεις είναι – ούτως ή άλλως – τα πιο πειθήνια όργανα της εξουσίας του. Ενώ, ακόμα κι όταν τα επιχειρήματα προβαίνουν δυσεύρετα, υπάρχει ακόμα η λύση τής (λεκτικής) γρονθοκόπησης όχι της αντίθετης άποψης αλλά, αυτού καθαυτό, του προσώπου του αντιφρονούντος.
    Εν ανάγκη βέβαια, γρονθοκόπηση και – ολόκληρης – μιας κοινωνίας, προκειμένου αυτή να συμμορφωθεί προς τις εντολές του.
    Μια κοινωνία όπως η σημερινή ελληνική – που έχει κάνει βουτιά… με το κεφάλι μέσα στις προκλήσεις όλων τών… συγχρονισμών – πληροφορείται, τότε, ότι μόλις ψυχοδιαγνώστηκε ως “φοβική, που δεν μπορεί μα δει στις προκλήσεις μια νέα σύνθεση” . Ενώ σύσσωμος ο λαός διαπιστώνεται ανενδοιάστως ως “λαϊκιστής”, ακαριαία μόλις διανοηθεί – έστω – να αντιταχθεί στη… διανοητική “ελίτ” του.

    Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Πέτρο Σαπ. για το ότι με τις δύο, ώς τώρα, παρεμβάσεις του σ’ αιτή τη σελίδα, επικυρώνει καταλυτικά τα όσα, σταθερά, υποστηρίζω περί τού αν την Ιστορία την κινεί, αυτόβουλα, μια κοινωνία – λέει – πολιτών, ή αν αντίθετα κάθε φορά η κοινωνία υποχωρεί ενώπιον της απαιτητικότητας τών… διαφωτιστών της, εκκενώνει το πεδίο των δικαιωμάτων της – και παραχωρεί, εν τέλει, τα ηνία στους ανελέητους των λεκτικών προπηλακισμών κατά βάρος της.

  11. Για μισό, για μισό!
    Το άρθρο απαξιώνει τους γλωσσολόγους λέγοντας ότι δεν είναι υπόθεσή τους η γλώσσα, αλλά ταυτόχρονα προτείνει την Ακαδημία Αθηνών.
    Ποια είναι η ελίτ τελικά;
    Βλέπετε τους γλωσσολόγους ως μία ιδιοτελή και αποκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι ομάδα ελιτιστών, ενώ η Ακαδημία Αθηνών εκφράζει τη λαϊκή βούληση;

    Και τα ΜΜΕ;
    Έγιναν ξαφνικά κι αυτά ελιτίστικα και προωθούν την αιχμή των επιστημονικών προβληματισμών;

    Και ο σύσσωμος λαός ποιος είναι;
    Εγώ ή εσείς;
    Οι γλωσσολόγοι ή η δασκάλα;
    Ποιος αντιπροσωπεύει τη βούληση του λαού;

    Αυτό που ζητώ από το πρώτο σχόλιό μου, είναι να διευκρινίσετε (ως σχολιαστής που τοποθετείται υπέρ αυτών που γράφει το άρθρο), τι ακριβώς εννοείτε και πώς γίνεται πράξη αυτό που προτείνετε.
    Γιατί υπάρχει θεωρώ μια τραγική αντίφαση.
    Και, ναι, επιμένω ότι είναι λαϊκίστικος λόγος αυτή η συλλογιστική.

    Και πραγματικά, αυτό που βλέπουμε να εκδραματίζεται, η αίσθηση δηλαδή ότι κάποιοι κακοί οι οποίοι μας επιβουλεύονται, χρησιμοποιούν τον “εκσυγχρονισμό” (πετύχατε μπίγκο στον όρο) για να μας διαλύσουν, είναι η ίδια αντίσταση που έχουμε εδώ και δεκαετίες, η οποία ακυρώνει οτιδήποτε πάει να κινηθεί.
    Είναι φοβική, πώς να το κάνουμε.
    Μετατρέπει το λαό σε υποχείριο του λαϊκιστικού λόγου. Έτσι είναι.

    Η ίδια συναισθηματική στάση υπάρχει όχι μόνο από την άκρα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά, αλλά δυστυχώς για ιστορικούς λόγους έχει νομιμοποιηθεί ως κυρίαρχος δημόσιος λόγος και από πολλούς “πνευματικούς” ταγούς μας.
    (Εκτός κι αν θεωρείτε ότι έχει γίνει οποιαδήποτε πραγματική διεργασία συναίνεσης και σύνθεσης όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα).

    Δεν εννοώ ότι ακυρώνει αυτό που θα ήταν δεδομένο ότι πρέπει να γίνει (γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο στο πώς πρέπει να γίνει), εννοώ ότι ακυρώνει τον ίδιο τον διάλογο, την ίδια τη συναίνεση, τη νέα σύνθεση που θα μας οδηγήσει στις αποφάσεις μας.

    Αυτή η στάση, που τόσο ξεκάθαρα φαίνεται και στο κείμενο της δασκάλας αλλά και στο κείμενο που σχολιάζουμε, αντιλαμβάνεται εξαρχής τα πάντα εχθρικά, απειλητικά, σχεδόν δαιμονικά, και με ακραίο τρόπο στήνει το σκηνικό της μάχης.

    Εγώ απεναντίας, θεωρώ ότι δυστυχώς η κοινωνία μας δεν “υποχωρεί ενώπιον της απαιτητικότητας των… διαφωτιστών της”.
    Καθόλου μάλιστα.
    Απεναντίας.
    Έχει μάθει να απεχθάνεται ως έννοια το διαφωτισμό κι έχει ισχυρές αντιστάσεις σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης κι εξορθολογισμού.
    Τα καγιέν μόνο κυκλοφορούσε, όσο την έπαιρνε, τις βίλες της έχτιζε, τα επιδόματα έτρωγε.
    Και τον κακό ελιτίστικο “δυτικό” εξορθολογισμό μισούσε.

  12. Ένα πανόραμα του επικυρίαρχου (μέσω κρατικού μηχανισμού και εξ αιτίας της στήριξης των ισχυρών ΜΜΕ) λόγου οι παρεμβάσεις σας, κ. Πέτρο Σαπ., – μια χρηστική, δηλαδή, επιτομή της μεθόδου διά της οποίας μια Εξουσία (σε φάση, όμως, κατάχρησης της ιδιότητάς της) απαιτεί τη συμμόρφωση των Υπηκόων της.
    [i]Χρηστική[/i] λοιπόν αυτή η συνόψιση, καθώς α-μέσως καταδεικνύει πως ο θεμελιώδης τρόπος της επιζητούμενης ιδεολογικής κατίσχυσης είναι ο απλός εκείνος τής – απ’ άκρου σ’ άκρο – α ν τ ι σ τ ρ ο φ ή ς (μίας προς μία) των [b]σημασιών[/b]:

    Ως “λαϊκίστικος λόγος”, οπότε, ορίζεται η ανένδοτη απόρριψη, ίσα-ίσα, του αρχέτυπου λαϊκισμού – η άρνηση, συγκεκριμένα, της απομείωσης τών (θεσμικώς διαπιστεύσιμων) φωνηέντων από 7 σε 5!
    (Πόση περισσότερη ειλικρίνεια θα θα περιμέναμε ωστόσο, από έναν, συνειδητοποιημένο – όπως ευθαρσώς μάς συστήνεται, εδώ – γλωσσολόγο του “μπίνγκο“;)

    “η ίδια αντίσταση που έχουμε εδώ και δεκαετίες, η οποία ακυρώνει οτιδήποτε πάει να κινηθεί”:
    Ακυρώθηκαν για παράδειγμα τά, ώς τώρα, πλάνα των γλωσσολόγων (τα αδιήγητα, πχ, [i]βιβλία γλώσσας[/i] όλων ανεξαιρέτως των τάξεων του δημοτικού σχολείου;) κι η “αιχμή των επιστημονικών προβληματισμών “ μας, νοιώθει καταπιεσμένη!

    “Είναι φοβική [αυτή η αντίσταση] πώς να το κάνουμε;”:
    Είναι φοβική, ιδού, η αντίσταση αυτή που… ποτέ δεν υπήρξε. Ώστε να υποψιαστούμε με πόσο συντριπτικώτερους, ακόμα, λεκτικούς προπηλακισμούς θα καταστελλόταν η αντίσταση, εκείνη, που θα είχε αποτολμήσει κιόλας να εκδηλωθεί!
    Κι ώστε να εμπεδώνουμε – μέσω προληπτικών ιδεολογικών, καλή ώρα, καταδρομών – ότι “φοβικότητα”, λοιπόν, είναι… το αντίθετο ακριβώς του φόβου: Είναι η (ενδεχόμενη) άρνηση του επικυριαρχούμενου λόγου να σιωπήσει ενώπιον της [b]συμβολικής βιαιοπραγίας[/b] την οποία υφίσταται από τον επικυρίαρχο!

    “[η κοινωνία μας] έχει μάθει να απεχθάνεται ως έννοια το διαφωτισμό”:
    Κύριε Π.Σ., μήπως διανύσατε τη σχολική ηλικία σας σε κάποια άλλη πατρίδα; Αν πάντως όχι, τότε χρειάζεται νομίζω να προβληματιστείτε εξ υπαρχής για το ποια απ’ τις δύο πλευρές – η [i]ελίτ[/i] ή το [i]πλήθος[/i] – αισθάνεται περισσότερο “φοβικά” (σε σημείο να εκφράζεται ενίοτε αλλοφρόνως) ενώπιον της άλλης.

    “Και τα ΜΜΕ; Έγιναν ξαφνικά κι αυτά ελιτίστικα και προωθούν την αιχμή των επιστημονικών προβληματισμών; “:
    Η αντιστροφή, εδώ, σε επιδόσεις αποθεωτικές Σα να εμφιλοχώρησε ποτέ, σε αναλογία μεγαλύτερη τής 1 προς… 19, η απόκλιση από τον ηγούμενο λόγο μέσα στις σελίδες των κυριακάτικων, πχ, καθεστωτικών (παρότι ιδιωτικών) εντύπων.

    “Αυτή η στάση […] αντιλαμβάνεται εξαρχής τα πάντα εχθρικά, απειλητικά, σχεδόν δαιμονικά, και με ακραίο τρόπο στήνει το σκηνικό της μάχης. “
    Υποδειγματικά, και πάλι, αυτοανατρεπόμενος συλλογισμός: Την κρίσιμη στιγμή που (ενώ του έχω, ήδη, αφαιρέσει το λόγο) κατα-μαστιγώνω με λέξεις τον άλλο, μη τυχόν και… μέ αμφισβητήσει… στο μέλλον, μέσα στην ίδια ακριβώς συγκυρία τον περιγελώ επιπλέον ότι νοιώθει..- λέει – απειλούμενος!

    “Τα καγιέν μόνο κυκλοφορούσε [η κοινωνία μας] όσο την έπαιρνε, τις βίλες της έχτιζε, τα επιδόματα έτρωγε. Και τον κακό ελιτίστικο “δυτικό” εξορθολογισμό μισούσε. “:
    Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν τα τραγούδια, σωπαίνει κι ο φτωχός λαός μαζί με τον καημό του… Ενώ – συντονισμένα – όλα τα κυπαρίσσια, μαζί, περιορίζονται να μας καταμαρτυρούνε μεσάνυχτα!
    Ένα πράγμα, μόνο, προλαβαίνει να ρωτήσει κανείς: Μόνο τα “καγιέν”, άνθρωπέ μου; Μα, μήπως και όλη αυτή η… [i]ανθοφορία[/i] του εαυτού που [i]αυτοαποκλήθηκε[/i] σεμνοπρεπώς “life-style” – μήπως κι αυτή, τάχα, προσκόμισε κάτι λιγώτερο από μια απογείωση τής… παραδοσιοκρατίας και του εν γένει… υπερ-συντηρητισμού της κουλτούρας μας;

  13. Θα έκανα πιο εύκολο το ερώτημα αν σας ζητούσα απλά τη μέθοδο, τη διαδικασία δηλαδή, με την οποία θα έπρεπε κατά τη γνώμη σας να διαχειριζόμαστε θέματα εγχειριδίων και διδακτικής της γλώσσας;
    Παρουσιάστε συγκεκριμένη Μέθοδο.
    Διαδικασία.

    Για να το κάνω πιο εύκολο, περιγράφω εδώ μια μέθοδο:
    Το υπουργείο κάνει διαγωνισμό, τα πρόσωπα και οι φορείς ανταποκρίνονται, επιλέγεται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια ένα από τα εγχειρίδια που ετοιμάζονται.
    Στη διδακτική πράξη οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αξιολογήσουν το βιβλίο, να επισημάνουν προβληματικά σημεία.
    Προκύπτει δημόσιος διάλογος στον οποίο τα μέρη εκθέτουν με συστηματικό κι επισταμένο τρόπο τις απόψεις τους.
    Οι εκπαιδευτικοί ως πρόσωπα, οι σύλλογοι των εκπαιδευτικών, οι ειδικοί, οι απλοί πολίτες κλπ.

    Όλα αυτά λοιπόν, έχουν ήδη γίνει.
    Και βελτιώνεται ήδη ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία η εκπαιδευτική κοινότητα, συζητά, κρίνει κι αξιολογεί αυτά τα θέματα. Βεβαίως και περιμένουμε περισσότερα, δεν είμαστε ευχαριστημένοι με αυτό που έχουμε. Αλλά είμαστε σε μια διαδικασία.
    Και τις πρώτες χρονιές κληθήκαμε να επισημάνουμε προβληματικά σημεία, και κάθε στιγμή μπορούμε να το κάνουμε.
    Κι αν μη τι άλλο, ζούμε σε μια μοναδική ιστορικά περίοδο, στην οποία κανένα πρόσωπο δεν είναι αποκλεισμένο από το δημόσιο λόγο.
    Ποιο είναι το πρόβλημα τελικά;

    Η συγκεκριμένη άποψη περί φωνηέντων δεν μπορεί να βρει καμία σοβαρή συμπαράσταση, αλλά κινητοποιεί μόνο τα φοβικά αντανακλαστικά.
    Γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να έχει σοβαρότητα από μόνη της, κινητοποιήσει εξαρχής άλλα ένστικτα, ώστε να αποκτήσει πολιτική διάσταση, να αντιμετωπιστεί ως “ενδεχόμενο πολιτικό κόστος”.
    Όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν μας.

    Τα υπόλοιπα περί επιστημονισμού, ελιτισμού, κυρίαρχου λόγου, μην τα χρησιμοποιείτε άκριτα, μην τα ενσωματώνετε στη συγκεκριμένη ‘διαμάχη’ γιατί χάνουν την αξία τους.
    Ζούμε στην εποχή του διαδικτύου, άλλωστε, κι αυτό επιφέρει πολλές αλλαγές στις διαστάσεις της κριτικής αυτής.

    Για μερικά από τα υπόλοιπα που γράφετε:

    1. Η αντίσταση “που δεν υπήρξε” είναι τουλάχιστον αδερφάκι των ‘Ευαγγελικών’, των ‘Ορεστιακών’ και της ‘δίκης των τόνων’. Για να μην πω ότι είναι μετενσάρκωσή τους.

    2. Τα σημερινά βιβλία του δημοτικού (αν και προβληματικά σε πολλά σημεία) είναι κλάσεις ανώτερα από αυτά που αντικατέστησαν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν αντικαθίστανται κάθε 5 -10 χρόνια, όπως θα έπρεπε. Σε αυτή την περίπτωση να δείτε τι θα ακούγαμε! Το πολιτικό κόστος από τις φοβικές αντιδράσεις σε θέματα παιδείας είναι κάτι που κανείς πολιτικός δεν έχει όρεξη να κληρονομεί (βλέπε ‘Διδασκαλείο του Βόλου’, ‘Μαρασλειακά’ κ.α.).

    3. Ο διαφωτισμός σε εμάς δεν έχει οδηγήσει σε καμία μεταρρύθμιση, ούτε κρατική ούτε εκκλησιαστική, όπως έχει γίνει σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, καθολικές και διαμαρτυρόμενες. Στο εκπαιδευτικό μας σύστημα διδάσκεται συνοπτικότατα.

    Μετά από αυτά, ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσετε για “το φαινόμενο της αντιστροφής”.
    Ποιο μέρος αντιπροσωπεύει “τον επικυρίαρχο (μέσω κρατικού μηχανισμού και εξ αιτίας της στήριξης των ισχυρών ΜΜΕ) λόγο” ;
    Τελικά υπήρχαν ή δεν υπήρχαν αντιδράσεις σε θέματα γλώσσας και διδακτικών εγχειριδίων;

    Ανησυχούμε για τη δημοκρατικότητα της κοινωνίας και αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή δεν είναι μια απλή ταμπέλα που την επικαλείσαι και τελείωσες.
    Είναι μια ολόκληρη διαδικασία ωρίμανσης.

    Όμως αδυνατούμε να εστιάσουμε στα σταδιακά βήματα και στα κεκτημένα μέσα από τα οποία αυτή βρίσκει (ή δε βρίσκει) εφαρμογή.
    Αναφέρομαι στις μεθόδους και τις διαδικασίες.
    Αυτά είναι τα κεκτημένα που στις δυτικές κοινωνίες χτίζουν αυτή τη δημοκρατικότητα.
    Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με απόλυτους ιδεοληπτικούς τρόπους.
    Είναι αποτέλεσμα κοινωνικής πράξης, συναινέσεων και συμβιβασμών, κοινωνικής εμπειρίας.
    Εξελίσσονται κι ελπίζουμε να βαίνουν βελτιούμενα.

    Οπότε τοποθετηθείτε επί της μεθόδου, επί της διαδικασίας.
    Συγκεκριμένα.

    Υ.Γ.
    Έβαλα κι εγώ χρωματάκια, ελπίζω να βοηθά στην ανάγνωση.
    Η τελευταία παράγραφός σας είναι πιθανώς ένα σημείο στο οποίο συμφωνούμε, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι έχω κατανοήσει απολύτως το πνεύμα της.
    Για να μην συνεχίσουμε σε στιλ “Είσαι Ανδρομεδιανό παράσιτο σε γήινο σώμα.” και “Όχι, δεν είμαι! Εσύ είσαι ένας φοβικός με παραληρηματικές ιδέες!” προτείνω πραγματικά να προχωρήσουμε στο θέμα της μεθόδου και των διαδικασιών.
    Αυτές άλλωστε (νομίζω) ήταν από την αρχή το ζήτημα.

  14. 3. Ο διαφωτισμός σε εμάς δεν έχει οδηγήσει σε καμία μεταρρύθμιση, ούτε κρατική ούτε εκκλησιαστική, όπως έχει γίνει σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, καθολικές και διαμαρτυρόμενες.

    Σοβαρολογείτε;
    Με την ἐλευση του Όθωνα και την Αντιβασιλεία, στην Αθήνα, για καλύτερη “ρυμοτόμηση” ή την “ανάδειξη” αρχαίων μνημείων, όπως του Θησείου, κατεδαφίστηκαν 70 βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί ναοί, αποσχίστηκε η Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικ. Πατριαρχείο, τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της τα επέλεγε ο Βασιλιάς και καμία απόφασή της δεν ήταν έγκυρη αν δεν την υπέγραφε ο βασιλικός επίτροπος, η Πολιτεία έκλεισε τα 4/5 των ι. μονών του κρατιδίου κι αυτή η βασιλική Ι. Σύνοδος προέτρεψε τους μοναχούς και μοναχές κάτω των 40 να βρουν σύζυγο, κλπ. κλπ.
    Από τότε, μέχρι τις μέρες μας, έγιναν ένα σωρό δημεύσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας (την τελευταία την καταδίκασε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), έτσι που σήμερα να μένει στην Εκκλησία μόλις το 4% της περιουσίας της, κι αυτό εν πολλοίς δεσμευμένο από παράνομες αποφάσεις διοικητικών αρχών, που τις καταδίκασαν τα δικαστήρια αλλά οι αρχές … το βιολί τους (βλ. και πρόσφατη επιστολή του Αρχιεπισκόπου http://www.antibaro.gr/2012/07/4963).

    Αν όλα αυτά δεν είναι αποτελέσματα εισαγόμενου διαφωτισμού, τότε τι είναι;

  15. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη δική μας μεταρρυθμιστική διάθεση;
    (Για να μην την πω αδυναμία.)
    Αλλά και τι σχέση έχουν με διαφωτισμό;
    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τις αποφάσεις του, ναι, μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε ως πραγματικό προϊόν του διαφωτισμού.
    (Ήδη από το παράδειγμά σας όμως δεν εξυπηρετεί…)

    Αν εννοείτε ότι αυτά συντέλεσαν στο να διαμορφώσουμε εχθρική στάση απέναντι στη “Δύση” και να τσιμεντόσουμε ακόμα περισσότερο το δίπολο, δεν έχω αντίρρηση.
    Συμφωνώ.
    Και αυτά κι άλλα ιστορικά περιστατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογίες.

  16. Θα (προσπαθήσω να) απαντήσω στο κύριο ερώτημα του σχολίου σας, πριν απ’ αυτό ωστόσο διευκρινίστε μου, σας παρακαλώ, ποιο ακριβώς είναι το σημείο της τελευταίας παραγράφου του προηγούμενου δικού μου σχολίου, για το οποίο σημειώνετε ότι «πιθανώς […] συμφωνούμε, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι έχω κατανοήσει απολύτως το πνεύμα της»:
    Κατά την άποψή σας, λοιπόν, ο θρίαμβος του “life-style” αποτελεί τεκμήριο [i]παραδοσιοκρατίας[/i] και [i]υπερ-συντηρητισμού[/i] της κουλτούρας μας – ή, μήπως, στοιχειοθετεί το όλως αντίθετο;

    ΥΓ: Χρώμα χρησιμοποιώ, όχι για να δώσω έμφαση, αλλά μόνο για να διακρίνονται οι δικές σας λέξεις από τις δικές μου. Καθώς οι παρανοήσεις φαίνεται ότι καιροφυλακτούν – ιδού! – ακόμα και εκεί όπου δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς..

  17. Ναι, αυτές οι καταστάσεις, συνδέονται άμεσα.
    Δεν θα τις ονόμαζα όμως “παραδοσιοκρατία” ή “υπερ-συντηρητισμό” γιατί είναι αδόκιμοι όροι για εμένα.
    Και ο συντηρητισμός ως ανάγκη-στάση αλλά και η παράδοση, είναι για εμένα σεβαστές συνιστώσες, σταθερές ανάγκες σε όλους τους ανθρώπους και παρούσες σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.
    Δεν είναι κλίμακες πάνω στις οποίες μπορούμε να προβαίνουμε σε μετρήσεις: Λίγο παραδοσιακός, πολύ παραδοσιακός, παραδοσιακόπληκτος, λίγο συντηρητικός κλπ.
    Μπορούν βέβαια να χρησιμοποιηθούν ως όροι, αν αντιλαμβανόμαστε την εννοιολογική σύμβαση με την οποία τις χρησιμοποιούμε.

    Δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλοι συγκεκριμένοι όροι, περιγραφικά όμως, εγώ θα κατηγοριοποιούσα αυτές τις στάσεις ως καταστάσεις ψευδούς ταυτότητας.
    Τώρα, πώς περιγράφεται η πραγματική ταυτότητα που κρύβεται από πίσω… εκεί είναι το θέμα.

    Θεωρώ λοιπόν ότι αυτές οι καταστάσεις όντως σχετίζονται με την αλλοτρίωση, την αποξένωση από την πολιτειακή ευθύνη και τα προβλήματα ταυτότητας που αντιμετωπίζουμε.

    Μία αληθής, ζώσα και δυναμική ταυτότητα εξελίσσεται και δεν έχει φόβους στην περιγραφή της.
    Μια ψευδής, άλλα φοράει, άλλα κρύβει, κι εν γένει θέλει πολύ ψυχανάλυση και δεν είμαι κι ο ειδικότερος.

  18. Σα να κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε.

    Γράψατε για εκκλησιαστική μεταρρύθμιση. Οι αυθαίρετες επεμβάσεις της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά, από τον Όθωνα μέχρι τον Τρίτση, δεν είναι μεταρρυθμίσεις εμπνευσμένες από τον διαφωτισμό;
    Και γιατί, 190 χρόνια τώρα η Πολιτεία δεν αφήνει την Εκκλησία να διοικηθεί κατά τους ιερούς κανόνες της; Μάλλον επειδή τη θεωρεί “σκοταδιστική” και επιμένει, σώνει και καλά, να τη “διαφωτίσει”, δηλαδή να κυριαρχήσει και στη σφαίρα του ιερού.

    Ναι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι προϊόν του διαφωτισμού. Το γεγονός όμως ότι αυτό κήρυξε παράνομο τον νόμο Τρίτση δείχνει μέχρι ποιες ανομίες και “πεφωτισμένες δεσποτείες” οι οπαδοί του διαφωτισμού μπορούν να φτάσουν μέσα στον “φωταδιστικό” οίστρο τους.
    Κι αυτές καταρρίπτουν τον μύθο ότι οι διαφωτιστές, στις προσπάθειες τους να μεταρρυθμίσουν την Εκκλησία και την κοινωνία, χρησιμοποιούν μόνο τον ορθό λόγο. Όταν έχουν το μαχαίρι και δεν υπάρχει αντίσταση, θύουν και απολλύουν, ενώ τα παχιά λόγια περί ισονομίας τα χρησιμοποιούν όταν ο λαός αντιδρά.

  19. Αν έχετε την υπόνοια ότι “κάνω πως δεν καταλαβαίνω”, παρακαλώ μη μου απαντάτε.
    Το βρίσκω υποτιμητικό και για εσάς και για εμένα.

    Λοιπόν, μεταρρυθμιστική διάθεση είναι να κάνει κάποιος θεσμός κάτι για τον εαυτό του.
    Συγκεκριμένα οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν εκκλησίες, αλλάζουν λειτουργικά θέματα (π.χ. λειτουργική γλώσσα κ.α.), αναθεωρούν και στέκονται κριτικά απέναντι σε ιστορικά γεγονότα (π.χ. ανάληψη ευθύνης, συγνώμη κ.α.), απλοποιούν και ξεκαθαρίζουν σημεία κανόνων και δόγματος που μέσα στο χρόνο είχαν συσσωρεύσει ασύγχρονες αντιλήψεις και άλλα.
    Οι παρεμβάσεις του Όθωνα και η κρατικοποίηση της εκκλησίας δεν είχαν καμία διάσταση εσωτερικής μεταρρύθμισης. Ήταν εξωτερικές και οι πιο πολλές από αυτές ούτε καν προχώρησαν.
    Το επιχείρημα ότι η εκκλησία κρατείται δέσμια και υποχείριο της κρατικής εξουσίας νομίζω ότι εδώ και πολλές δεκαετίες δεν μπορεί να σταθεί.
    Τα αντίθετα παραδείγματα όμως τα έχουμε πρόσφατα (π.χ. θέμα με τις ταυτότητες).

    Το θέμα μου όμως δεν είναι να βάλλω κατά της εκκλησίας. Θεωρώ ότι και η εκκλησία και η πολιτεία λειτουργούν με τις ίδιες δυναμικές, κι αναπαράγουν το ίδιο παράδειγμα.
    Άλλωστε ανέφερα ότι καμία από αυτές δεν θεωρώ ότι έχει προχωρήσει ποτέ σε μεταρρύθμιση. Δεν ερμηνεύω όμως ποια είναι η αιτία, από πού τροφοδοτείται η στάση αυτή.
    Αν θέλετε θα μπορούσαμε να κάνουμε υποθέσεις.

    Τελικά στο παράδειγμα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν μπορώ να αντιληφθώ που συναρτάτε τη διαφωτιστική επιρροή και πού δεν τη συναρτάτε.
    Αντίστοιχες κινήσεις με του Τρίτση και παλαιότερα του Όθωνα είχαν γίνει κι επί Βυζαντίου, πολλούς αιώνες πριν το διαφωτισμό. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως δεν υφίστατο.

    Για να επαναφέρω το θέμα, το σημαντικό για εμένα είναι να υπάρξει στους θεσμούς και στο λαό μας μια πραγματική αίσθηση ότι ο εξορθολογισμός και οι συνεργατικές διαδικασίες έχουν νόημα. Μια πίστη ότι πράγματι μπορούν να μας βοηθήσουν να βελτιώσουμε καταστάσεις.
    Αυτό δεν το βλέπω. Δεν αναφέρομαι για τώρα, για την περίοδο της κρίσης.
    Αναφέρομαι στις περασμένες δεκαετίες, κατά τις οποίες ‘κάτι’, κάποια αίσθηση, κάτι πολύ δικό μας, μας έκανε επιφυλακτικούς. Και δυστυχώς αυτή η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία δεν απευθύνεται τόσο στους άλλους.
    Βασικά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας κατευθύνεται.

    Υ.Γ.
    Ξεκινήσαμε από την υπόνοια, κλείσαμε με την καχυποψία. Δεμένο το βλέπω το θέμα.

  20. Για να βοηθήσω στην κατανόηση, ο όρος “ψευδής ταυτότητα” καλύπτει ως φαινόμενο και αυτό που ονομάζετε “life style” και αυτά που ονομάζετε “παραδοσιοκρατία” και “υπερ-συντηρητισμό”.
    Θεωρώ ότι εμφανίζονται μαζί.
    Πρόχειρο παράδειγμα οι αστικές συμπεριφορές των επαρχιακών πόλεων (και η Αθήνα επαρχιακή πόλη θεωρώ ότι είναι).

  21. «Μια ψευδής [ταυτότητα] άλλα φοράει, άλλα κρύβει, κι εν γένει θέλει πολύ ψυχανάλυση και δεν είμαι κι ο ειδικότερος.»

    Όλη σας η επιδίωξη “επί της ουσίας” να ανακυκλώνετε – ακαταπόνητα – επιχειρήματα που, στον πυρήνα τους, αποτελούν αντ-επιχειρήματα.
    Κι όλη σας – ξανά και ξανά – η μέριμνα “επί της διαδικασίας” να_ ε κ β ι ά ζ ε τ ε_ την κοινωνία (μέσω ενός καταιονισμού λεκτικών προπηλακισμών) προκειμένου αυτή να συναινέσει ή – τουλάχιστον – να σας [b]υποταγεί[/b].

  22. «Οπότε τοποθετηθείτε επί της μεθόδου, επί της διαδικασίας. Συγκεκριμένα.»

    Μου ζητάτε – επισταμένως – να μεταθέσουμε τη συζήτηση «επί της διαδικασίας». Μα, δεν ήγειρα εγώ θέμα παραβίασής της – ως προς τα [i]βιβλία γλώσσας[/i]. Ας υποθέσουμε (χάριν προόδου της συζήτησής μας) λοιπόν, ότι πρόκειται για διαδικασία άψογη. Εξασφαλίζει τάχα, αυτό, μια θετική απάντηση «επί της ουσίας»;
    Ότι προκύπτει, δηλαδή, και “παραγωγή” ωφέλιμη;

    Η αρμόδια επιτροπή αποφάσισε, λέτε. Η εξουσία της [i]αρμόδιας επιτροπής[/i] να αποφασίζει, ρωτώ, έχει πάψει τάχα να προέρχεται / πηγάζει από το [i]λαό[/i]; Εάν τυχόν συμβεί – για παράδειγμα – η κοινωνία να εξεγερθεί εναντίον της απόφασης μιας τέτοιας κλειστής ομάδας, η πολιτική αρχή δεν οφείλει άραγε να το σεβαστεί;
    Η [i]διαδικασία[/i] – εν τέλει – υπάρχει χάριν του [i]σκοπού[/i] ή, μήπως, ο [i]σκοπός[/i] υπάρχει χάριν της [i]διαδικασίας[/i]; Και ποιος επί τέλους έχει καθολικώτερο δικαίωμα να κρίνει πότε ο σκοπός εκπληρώθηκε και πότε όχι: Ο [b]εντολοδόχος[/b] ή ο [b]εντολέας[/b];

  23. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινος αλλά θεανθρώπινος οργανισμός. Στηρίζεται στην Αποκάλυψη του Θεού και στην εμπειρία των Αγίων που γνώρισαν υπέρ λόγον και αίσθησιν τον άκτιστο και πέραν κάθε ορίου και λογικής Θεό. Αυτοί οι άγιοι συνέταξαν και τους ιερούς Κανόνες.
    Έχει άλλη “λογική”, άλλο σκοπό κι άλλα μέσα να σώσει τον άνθρωπο, δηλαδή να το καθαρίσει από τα πάθη του και να τον κάνει θεό κατά χάριν, τελείως διαφορετικά από τα ανθρώπινα. Είναι κατά βάσιν εμπειρική και αντινοησιαρχική, άρα κάθε διαφωτιστική παρέμβαση παρέλκει. Για περισσότερα, δείτε το άρθρα μου εδώ με τίτλους “Η πρόσληψη του αγιοπατερικού λόγου σήμερα” και “Η αγία Σοφία της Κλεισούρας και η δια Χριστόν σαλότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία” (το δεύτερο μέρος του).

    Για τα προηγούμενα και τη λειτουργική μεταρρύθμιση, αντιγράφω από το σχόλιό μου στο άρθρο του π. Βασιλείου Θερμού “Η θεολογία της γραφής και οι επιβιώσεις προφορικότητας…”:

    “Δε νομίζω επίσης πως έργο της Εκκλησίας είναι να “συνδημιουργεί τις εξελίξεις”. Η δουλειά της είναι, μέσα από την υπακοή στις εντολές του Χριστού, τη μετάνοια και την εν Αυτώ λατρευτική και μυστηριακή ζωή, να οδηγεί τους πιστούς στην κοινωνία με τον Χριστό, να γίνουν θεοί κατά χάριν. Σ’ αυτά τα πλαίσια, οι πιστοί μεταμορφώνονται. Κι όσο περισσότερο και περισσότεροι μεταμορφώνονται, τόσο επηρεάζονται και οι κοινωνικές εξελίξεις, ως ένα δευτερογενές αποτέλεσμα.

    Αυτά δε που γράφει για την επιφύλαξη (“άρνηση” την ονομάζει) των πιστών σε οποιαδήποτε και εκ των ενόντων μετάφραση των ιερών κειμένων και την παραλληλιζει με τη μαγεία είναι άνω ποταμών! Όπως γράφω στο σημερινό άρθρο, “όσοι έχουν γευθεί τις θείες εμπειρίες των συγγραφέων τους μπορούν να διακρίνουν, και κάτω από το γράμμα και μέσα από τις γραμμές των ιερών κειμένων, νοήματα που περνούν απαρατήρητα από τους αμύητους”. Τα κείμενα των Αγίων μεταδίδουν κάτι από την άκτιστη χάρη του Θεού που εγκατοικεί μέσα τους. Η επιφύλαξη αφορά αυτούς που προσπαθούν να μεταφράσουν τα ιερά κείμενα νοησιαρχικά και κατά λέξιν, με κίνδυνο να αλλοιωθεί το πνεύμα τους και να μη μεταδίδεται δι᾿ αυτών το Άγιο Πνεύμα. Μόνο ένας Άγιος μπορεί να μεταφράσει έναν Άγιο και να μην τον αλλοιώσει.”

    Τέλος, ίσως να χρειάζονται κάποιες “εσωτερικές” αλλαγές στην ελλαδική εκκλησία σήμερα, αλλά με βάση τη δική της “λογική” και με τελείως διαφορετικό πνεύμα από το διαφωτιστικό.

  24. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα σχόλιο που έγραψα πρόσφατα στο ιστολόγιό μου [Γοργά Παρεστιγμένα].
    Ως λαός αρεσκόμαστε να παθιαζόμαστε με τη γλώσσα μας, ίσως διότι την θεωρούμε ως ένα από εκείνα τα συνεκτικά στοιχεία της φυλής μας, μαζί με το ‘[i]όμαιμον[/i]’ και τα ‘[i]θεών ιδρύματα κοινά και θυσίας ήθεά τε ομότροπα[/i]’ [Ηρόδοτος]. Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έχουν γίνει πολλές και ιστορικές μάχες, σε επίπεδο σχεδόν εμφυλίου πολέμου, μεταξύ οπαδών (κάποιας μορφής) καθαρεύουσας και (κάποιας μορφής) δημοτικής, ενώ κάθε τόσο εγείρεται νέα υποψία για μια πραγματική ή φανταστική επιβουλή κατά της ελληνικής γλώσσης. Εδώ η ιστορία μπλέκεται με τη μυθολογία και τα όρια ρεαλισμού και συνωμοσίας είναι συχνά ασαφή. Οι αστικοί μύθοι αφθονούν και διαιωνίζονται με την βοήθεια και των συγχρόνων ηλεκτρονικών ευκολιών, και όλοι (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των δημοσιογράφων) γίνονται περίπου ειδικοί και στο θέμα αυτό, όπως και σε τόσα άλλα. Αυτό δείχνει ότι η ‘γλώσσα’ δεν είναι απλώς ένα συμβατικό εργαλείο αμοιβαίας κατανόησης και κοινής συνεννόησης (όπως π.χ. τα μαθηματικά σύμβολα). Οι λέξεις, προφορικές ή γραπτές, φορτίζονται εννοιολογικά και συναισθηματικά, μεταδίδουν στους ακροατές ή τους αναγνώστες τους το πάθος ενός ρήτορα, την πίστη ενός κήρυκα, τον λαϊκισμό ενός δημαγωγού, και μπορεί να σηκώσουν επαναστάσεις που διέπονται είτε από ενθουσιασμό είτε από μίσος. Οι λέξεις αποκτούν ιερότητα με τη μορφή κειμένων που δεν τολμά κανείς να θίξει ή να αλλοιώσει χωρίς να προκαλέσει τουλάχιστον θύελλα. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται ως ‘λογότυπα’ και κατατεθειμένα σήματα πολιτικών και άλλων ιδεολογιών, και τοποθετούν τους χρήστες τους στο κομματικό φάσμα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Οι λέξεις, σε ένα πιο πρωτόγονο επίπεδο, παίρνουν μαγικές διαστάσεις και γίνονται ξόρκια και κατάρες. Αποτέλεσμα είναι όχι σπάνια η γλώσσα από μέσο συνεννόησης να γίνεται διαχωριστικός μεσότοιχος, κάτι που χιουμοριστικά διατύπωσε ο George Bernard Shaw για την αγγλική (‘[i]Αμερική και Αγγλία είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα[/i]’).
    Μπορούμε να κατεδαφίσουμε αυτόν τον μεσότοιχο; Δύσκολο το βλέπω, με δεδομένη την ιστορία των γλωσσομαχιών στην Ελλάδα. Θα χρειαζόταν πολλή νηφαλιότητα και ώριμη σκέψη για να συναποδεχθούμε ότι το διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα του άλλου δεν είναι δείγμα πολιτικής αντιπαλότητας ούτε τον κατατάσσει αυτόματα στα ‘μιάσματα’ ή τους αιρετικούς. Θα χρειαζόταν όμως και αντίστοιχη βούληση να αποδεχθούμε την φυσική εξέλιξη και πορεία της ζωντανής γλώσσας χωρίς απόπειρες θεσμικού βιασμού και αυθαίρετης αποκοπής από τις ρίζες και την ιστορική της συνέχεια. Με δεδομένη τη δυσκολία συνεννόησης για ελάσσονα θέματα (όπως π.χ. ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης εθνικής ανάγκης) το μείζον αυτό φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτο.

  25. Το επιχείρημα ότι η εκκλησία κρατείται δέσμια και υποχείριο της κρατικής εξουσίας νομίζω ότι εδώ και πολλές δεκαετίες δεν μπορεί να σταθεί.
    Τα αντίθετα παραδείγματα όμως τα έχουμε πρόσφατα (π.χ. θέμα με τις ταυτότητες).

    Αντίστοιχες κινήσεις με του Τρίτση και παλαιότερα του Όθωνα είχαν γίνει κι επί Βυζαντίου.

    Κάνετε λάθος. Όπως γράφει η Αρβελέρ στο “Γιατί το Βυζάντιο” (σσ. 158-159), υπήρχαν δυο ξεχωριστές “παράλληλες” ιεραρχίες, η κρατική και η εκκλησιαστική, και οι μεν σέβονταν τους δε και κινούνταν στα δικά του όρια ο καθένας. Γράφει επίσης και για τις “[i]συχνά ανιστόρητες και κάποτε κακόβουλες θεωρίες για καισαροπαπισμό των ορθοδόξων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Μόνο αυτό, τη μέριμνα δηλαδή για την πολιτική ειρήνη του κράτους, πρέπει να έχουμε υπόψη μας[/i]” (σ. 155).
    Κανείς ρωμαίος (έτσι ονόμαζαν τους εαυτούς τους οι δήθεν “βυζαντινοί”) αυτοκράτορας δεν έκανε όσα έπραξε ο Όθων, να κατεδαφίσει δηλαδή τόσες εκκλησίες, να κλείσει τόσα μοναστήρια και να προτρέψει μοναχούς να παντρευτούν.
    Έπειτα στο λεγόμενο “Βυζάντιο” η Εκκλησία διοικούνταν με τους ιερούς Κανόνες. Δεν μπορούσε κανείς ιερέας να προσφύγει σε κοσμικό δικαστήριο για ψύλλου πήδημα, όπως λ.χ., επειδή ο μητροπολίτης του τον μετέθεσε σε άλλη ενορία, όπως γίνεται σήμερα. Είναι λοιπόν ελεύθερη η Εκκλησία να διοικείται με βάση τους δικούς της κανόνες; Δεν είναι.

    Όσο για το παράδειγμά σας με την αντίδραση της Εκκλησίας στο θέμα των ταυτοτήτων (για την οποία εγώ κακίζω τον τότε αρχιεπίσκοπο) δεν είναι επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι ποδηγετεί την Πολιτεία. Κάθε άλλο, όταν η τότε κυβέρνηση έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια 3.000.000 υπογραφές. Απλώς, δείχνει τη “δημοκρατικότητα” των κυβερνώντων και των κομμάτων (μετέπειτα υφυπουργός του ΠΑΣΟΚ μού έλεγε τότε πως αν το νομοσχἐδιο για της ταυτότητες περνούσε από τα όργανα του κόμματος, μάλλον δεν θα εγκρινόταν).

  26. Ο “Νιόνιος” ΔΕΝ είναι επιστήμονας.

    Ο “κύριος” Χάρης όμως τί είναι;

    Ξέρετε;

    Δεν είχα την υπομονή να διαβάσω πιό κάτω και δεν γνώριζα ότι είχατε ήδη απαντήσει στην παραπάνω (ρητορική, ομολογουμένως) ερώτησή μου. Δεν χρειάζεται λοιπόν να το κάνετε καθώς απαντήσατε ήδη ο ίδιος:

    “[i]…Ο Γιάννης Χάρης είναι επιστήμονας, φιλόλογος, αλλ᾿ ιδεολογικά προκατειλημένος…[/i]”

    Σύμφωνα λοιπόν με την δική σας τοποθέτηση ο Γ.Χ. από την στιγμή που είναι “ιδεολογικά προκατειλημμένος” (παρεμπιπτόντως επιτρέψτε μου να σας διορθώσω καθώς το προκατειλημμένος γράφετε με δύο “μι”) ΔΕΝ μπορεί να είναι ένας αξιόπιστος επιστήμονας-φιλόλογος. Πάντως ο ίδιος στις απαράδεκτες από πλευράς ύφους και περιεχομένου ραδιοφωνικές εκπομπές, στις οποίες και προωθεί τις ιδεοληπτικές του εμμονές με καλεσμένους ΠΑΝΤΟΤΕ άλλους “επιστήμονες” που συμφωνούν 100% μαζί του) αυτοπαρουσιάζεται ως “[i]είμαι ο Γ.Χ. και είμαι μεταφραστής[/i]”.

    Δεν μπορείτε λοιπόν να λέτε “[i]… τα επιχειρήματά του (που τα διαβάζω, χωρίς να μετρώ τα ιδεολογικά κίνητρά του) με πείθουν, και επιστημονικά και λογικά …[/i]” διότι: Από την στιγμή που δεχόμαστε ότι είναι ιδεολογικώς προκατειλημμένος, εξ’ ορισμού τα επιχειρήματά του δεν είναι “λογικά” αλλά θα έχουν και την απαιτούμενη δόση “ιδεολογίας” ή μάλλον ιδεοληψίας. Όσο λοιπόν και να νομίζετε ότι τον διαβάζετε ανεπηρέαστος κάνετε λάθος. Ο Γ.Χ. είναι δυστυχώς άλλος ένας “διανοούμενος” που χρησιμοποιεί την “επιστήμη” του για να προωθήσει τις ιδεοληπτικές του εμμονές.

    Για να κλείσω, οφείλω όμως να συμφωνήσω ότι ούτε ο Σαββόπουλος είναι αξιόπιστη πηγή, για τον απλούστατο λόγο όχι τόσο διότι ΔΕΝ είναι επιστήμονας (σημ. χωρίς εισαγωγικά) αλλά διότι η “έρευνα” που έκανε δεν είναι επιστημονική, τόσο μεθοδολογικά όσο και από τεχνικής άποψης.

    Αν συμφωνούμε λοιπόν, να καταλήξουμε στο ότι οι καλλιτέχνες καλό είναι να μην “ανακατεύονται” με επιστημονικά θέματα, όσοι δε ασχολούνται να είναι επιστήμονες και όχι “επιστήμονες” όπως ο κος Γ.Χ.

  27. Νομίζω πως, άσχετα απὀ το πόση προκατάληψη έχει κανείς, μπορεί να έχει και σοβαρά και ισχυρά επιχειρήματα. Σ᾿ αυτά εστιάζω κι όχι στο πώς εκφράζεται εναντίον ανθρώπων που αγαπώ, όπως του Σαββόπουλου, ή τι δηλώνει.
    Και μπορεί κανείς και προκατειλημμένος να είναι και να έχει λογικά επιχειρήματα για κάποια θέματα. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Στα επιχειρήματα οφείλουμε να εστιάσουμε, όχι στον αν μας αρέσει ή όχι η όψη του.
    Ας μην παρασυρόμαστε από συναισθηματισμούς.

  28. Το βασικό πρόβλημα με την νεοελληνική κοινωνία, αυτήν τουλάχιστον που εγώ βιώνω τα τελευταία 40 χρόνια, η βασική αιτία είναι η απαξίωση του αυτονόητου:

    (Επιγραμματικά)

    1) Τα πάντα έχουν μιά κομματική χροιά, η (υγιής) πολιτική δεν υφίσταται, όλα πρέπει να περνάνε από το φίλτρο των κομματικών φερεφώνων, εσχάτως δε η πόλωσις αυτή εκδηλώνεται και εκφράζεται ως δεξιά-αριστερά, εθνικισμός-διεθνισμός, φασισμός-“δημοκρατία”, αντιδραστικός-“προοδευτικός”, “ρατσισμός”-“πολυπολιτισμός”, κ.α.

    2) Ο ελληνικός λαός έχει υποστεί μιά ιδιότυπη πλύση εγκεφάλου, κυρίως λόγω της ιδεολογικής κυριαρχίας της “αριστεράς”, με αποτέλεσμα ο όποιος κοινωνικός διάλογος να μην διεξάγεται υπό πολιτισμένες/κόσμιες συνθήκες αλλά να είμαστε ΟΛΟΙ δέσμιοι μιάς ανεξήγητης πολεμικής για θέματα τόσο αυτονόητα όπως το αν είμαστε Έλληνες ή όχι, και ποιά είναι τα συμφέροντά μας ως λαός που κατοικούμε σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο της Γης. Με αντιλαμβάνεστε;

    3) Η Ελλάδα, ως χώρα, ως κράτος αν θέλετε ΔΕΝ έχει πλέον μιά πνευματική ελίτ άξια των περιστάσεων. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν πλέον ελίτ διότι το μεταπολιτευτικό “σύστημα” τις απαξίωσε επί τούτου ώστε αυτό απερίσπαστο να δημιουργεί τις δικές του φίλα προσκείμενες ελίτ, π.χ. σαν αυτήν στην οποία ανήκει (με το αζημίωτο πάντα) ο περί ου ο λόγος, “κύριος” Γ.Χ. Είμαστε λοιπόν ένας λαός χωρίς ηγεσία, μιά κοινωνία ακέφαλη, καταδικασμένη να άγεται και να φέρεται. Και όπως ΄λέγαν οι παλιοί, ένας στρατός λεόντων ο οποίος ηγείται υπό προβάτων ηττάται, ενώ ένας στρατός προβάτων με ηγέτες λιοντάρια νικά.

    Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αναμενόμενη η κατάρρευσις του συστήματος, άργησε μάλιστα. Προφανώς αυτό γίνεται ώστε οι πολλοί να καταστραφούν, δυστυχώς όμως οι φελλοί -ως συνήθως- θα επιπλεύσουν.

    Ο λόγος ότι η κατάρρευσις ενός τόσο σάπιου συστήματος δεν επήλθε νωρίτερα οφείλεται στο γεγονός ότι είτε μας αρέσει είτε όχι η ελληνική κοινωνία είχε βαθιές και στέρεες ρίζες, χρειάζεται δε περισσότερος χρόνος για την πλήρη αποσάθρωσή της.

    Αυτό όμως που οι σχεδιαστές αυτής της κατάρρευσης ΔΕΝ υπολόγισαν είναι ότι ο ελληνισμός θα επανακάμψει. Διότι έχει απίστευτες αντοχές. Γι’ αυτό και άντεξε χιλιάδες χρόνια, εκατοντάδες κατακτήσεις, παράγοντας -ταυτόχρονα- στην πορεία ένα ανεπανάληπτο και αξιοθαύμαστο πολιτισμικό παράδειγμα μια πρόταση περί του ζην η οποία παραμένει ακλόνητη στην 1η θέση του παγκοσμίου γίγνεσθαι.

    Και αν σας ακούγεται κάπως “εθνικιστικό” αυτό, δεν πειράζει! Δικαιολογημένοι! Άλλωστε και εσείς -φαντάζομαι- παιδιά της “μεταπολίτευσης” είστε…

  29. Συμφωνώ, κάντε λοιπόν εσείς πρώτος την αρχή και μην παρασύρεσθε από τους δικούς σας ιδεολογικούς συναισθηματισμούς. Δεν γίνεται κάποιος (ειδικά στο νεοελλαδιστάν) να είναι “ιδεολογικά προκατειλημένος” και ταυτόχρονα να θεωρείται επιστημονικά αξιόπιστος.

    Πώς να σας το εξηγήσω, ΔΕΝ γίνεται! Η φράση σας αυτή είναι στην καλύτερη, νεολογισμός, στην χειρότερη, σοφιστεία. Άλλο θέμα αν εσείς πείθεστε, δικαίωμά σας. Δεν ασχολούμαστε όμως με εσάς ούτε κρίνουμε την κρίση σας. Προς Θεού! (ελπίζω να μην σας έθιξα)

    Ο σοβαρός επιστήμονας ασχολείται με την προαγωγή της επιστήμης του όχι με την όποια “ιδεολογία” του.

    Προσπαθώ να σας εκφράσω όσο πιό ευγενικά μπορώ την διαφωνία μου με αυτό που λέτε και το οποίο είναι άκρως αντιφατικό.

    Όταν κάποιος είναι (de facto) προκατειλημμένος, ΔΕΝ μπορεί -εξ ορισμού- να είναι αντικειμενικός, άρα να εκφράζει λογικά επιχειρήματα. “Λογικοφανή” (αν μου επιτρέπετε τον όρο) ίσως, λογικά όχι. Εξ’ άλλου μην ξεχνάτε ότι στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε περί του Γ.Χ.

    (δεν θα επανέλθω, νομίζω το εξαντλήσαμε το θέμα)

  30. Το ποιος από τους δυο μας είναι ιδεολογικά προκατειλημένος (άρα, κατ’ εσάς, δεν ΔΕΝ μπορεί -εξ ορισμού- να είναι αντικειμενικός, άρα να εκφράζει λογικά επιχειρήματα”) και συναισθηματικός, ας αφήσουμε τους αναγνώστες να το κρίνουν.

  31. Σας είπα ότι επί του (υπό συζήτησιν) θέματος δεν θα επανέλθω καθώς ό,τι επιχειρήματα είχα τα κατέθεσα υπό την κρίσιν όλων, προφανώς και την δικήν σας. Με αναγκάζετε όμως να ασχοληθώ με την προπέτειά σας.

    Με αυτό λοιπόν που γράψατε τι ακριβώς εννοείτε; Με κατηγορείτε εμένα για ιδεολογική προκατάληψη; Από πού προκύπτει αυτό; Ακόμα και αν έχετε δίκηο (παρ’ ότι υπεκφεύγετε) τι σχέση μπορεί να έχει η δική μου ιδεολογική τοποθέτηση(;) την οποία για να γνωρίζετε, προφανώς έχετε μαντικές ικανότητες, με την έρευνα του Σαββόπουλου και την δεδομένη προκατάληψη (την οποία ΚΑΙ εσείς παραδέχεστε) του Γ.Χ.;

    Το να ρίχνετε ένα ευτελές υπονοούμενο το οποίο δεν στηρίζεται από επαρκή (εν τω προκειμένω, καθόλου) στοιχεία, με το οποίο ούτε συνεισφέρετε στην κυρίως συζήτηση αλλά επιχειρείτε να απαξιώσετε την αξιοπιστία του συνομιλητού σας, εκτός από φυγομαχία είναι κυρίως αγένεια.

    Τέλος, το γεγονός ότι -μέχρι στιγμής- κανείς εκ των συνομιλητών δεν έσπευσε να συμφωνήσει μαζί σας μάλλον αποτελεί δικαίωση της μέχρι τώρα στάσης μου.

    Θα αναμένω -εν ευθέτω χρόνω- την συγγνώμη σας!

  32. Μα, τι είναι αυτά;
    [i]”υπεκφεύγετε”, “ρίχνετε ένα ευτελές υπονοούμενο το οποίο δεν στηρίζεται από επαρκή (εν τω προκειμένω, καθόλου) στοιχεία”, “επιχειρείτε να απαξιώσετε την αξιοπιστία του συνομιλητού σας”, “εκτός από φυγομαχία είναι κυρίως αγένεια” “Θα αναμένω -εν ευθέτω χρόνω- την συγγνώμη σας![/i]”;

    Τίποτ΄ απ’ όλα αυτά δεν έκανα. Απλώς, για να τελειώσει η συζήτηση, άφησα τους αναγνώστες να κρίνουν.

    Όσο για την ιδεολογική τοποθέτηση και τα “λογικά”σας επιχειρήματα, είναι εύκολο κανείς να τα εικάσει απ᾿ όσα υβριστικά και πλήρη φυλετικού μίσους έχετε γράψει στο παρελθόν και διαγράφηκαν από το “Αντίφωνο”, όπως: “[i]Επίσης οι σλάβοι και οι βούλγαροι δεν ενδιαφέρθηκαν για την δημοκρατία, την ἐλευθερία και παιδεία γιατί δεν είναι μέρος της παράδοσης τους. Τέλος δεν μπορούμε να αγνοούμε πως άλλη γλώσσα σημαίνει διαφορετικό τρόπο σκέψης[/i].” (Μόνο αυτό κράτησα, όχι τα υπόλοιπα.)

  33. Οκ, δεν απαντάτε στα θέματα που φέρνω, δικαίωμά σας.

    Θα μπορούσατε να σχολιάσετε τις απόψεις μου και να απαντήσετε.
    Από τη στιγμή που πιάνετε τις προθέσεις μου, όμως, κατανοείτε ότι έχετε λήξει το διάλογο.

    Δυσνόητο αυτό;

  34. Δεν υποθέτουμε ότι πρόκειται για μία διαδικασία άψογη.
    Υποθέτουμε ότι πρόκειται απλά για διαδικασία.
    Και η ύπαρξη διαδικασίας είναι εξαιρετικά σημαντική.
    Οι διαδικασίες έχουν το καλό ότι μας θέτουν έναντι του πραγματικού.
    Μάλιστα για πρώτη φορά, έγινε προσπάθεια η αλλαγή των διδακτικών εγχειριδίων να ακολουθήσει βήματα συγκεκριμένα, σε μια διαδικασία που σεβόταν και την εκπαιδευτική κοινότητα, τη δημοκρατικότητα και τις επιστημονικές θέσεις. Σε όποιο βαθμό το κατάφερε.

    Μπορούμε να αναλύσουμε, να δούμε πού υπάρχει πρόβλημα, να αλλάξουμε κριτήρια, να τις βελτιώσουμε.
    Χωρίς διαδικασία, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα υπεύθυνο ή δημοκρατικό.
    Αντιπροτείνετε, λοιπόν, διαδικασία ή σχολιάστε σε ποια βήματα αυτή η διαδικασία αποτυγχάνει.

    Επι τις μεθόδου και της διαδικασίας παρακαλώ.

  35. Ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κάτι που το αποφασίζει η κοινωνία, και δεσμεύεται σε αυτό. Ειδικά αν υπάρχουν διεθνείς συμβάσεις και ειδικότερα αν το θέμα που ανακύπτει είναι συγκεκριμένο και γνωστό.
    Είναι κεκτημένο των δημοκρατικών κοινωνιών αυτό.

    Όπως και τότε, με τα 3 εκατ. υπογραφές, έτσι και τώρα με το θέμα των φωνηέντων, η τοποθετήσεις των αντιρρήσεων επειδή δεν μπορούσαν να είναι επισταμένες, έμεναν στο “εμείς έτσι θέλουμε”.
    Δε λειτουργεί έτσι η δημοκρατία.
    Έτσι δυναμιτίζεται.

  36. Όχι δεν σχολήθηκα εδώ με τις [b]προθέσεις[/b] σας: Ασχολήθηκα μοναχά με τις [b]πράξεις[/b] σας. Καθώς, φυσικά, η άρθρωση [i]λόγου[/i] συνιστά [i]πράξη[/i]..
    Υπενθυμίζω, οπότε, τα λόγια σας – την παραπομπή, δηλαδή, παντός αντιφρονούντως στον “ψυχαναλυτή” του!:
    «Μια ψευδής [ταυτότητα] άλλα φοράει, άλλα κρύβει, κι εν γένει θέλει πολύ ψυχανάλυση και δεν είμαι κι ο ειδικότερος.»

    Ποιαν εννοείτε, άραγε, ως «ψευδή ταυτότητα» – εναντίον τίνων, δηλαδή, οι μύδροι σας;
    Προσθέτω τα λόγια τής, επ’ αυτού, αυτόβουλης διευκρίνησής σας:
    «ο όρος “ψευδής ταυτότητα” καλύπτει ως φαινόμενο και αυτό που ονομάζετε “life style” και αυτά που ονομάζετε “παραδοσιοκρατία” και “υπερ-συντηρητισμό;. Θεωρώ ότι εμφανίζονται μαζί. Πρόχειρο παράδειγμα οι αστικές συμπεριφορές των επαρχιακών πόλεων (και η Αθήνα επαρχιακή πόλη θεωρώ ότι είναι).»

    Μια α-κα-τά-παυ-στη, ιδού, [b]πρόθεση[/b] και εν ταυτώ [b]διάπραξη[/b]_ δ ι α σ υ ρ μ ο ύ_ κατά βάρος μιας ολόκληρης κοινωνίας – προκειμένου να την τρομοκρατήσετε, ώστε να μη διαμαρτυρηθεί στην Κατάχρηση Εξουσίας την οποία εν ψυχρώ (όσον αφορά το θέμα προγραφής φωνηέντων) ασκείτε.

  37. Δεν είναι μυδροί, ούτε είναι εναντίων κανενώς.
    Ήδη από το σχόλιο που χρησιμοποίησα τον όρο “ψευδή ταυτότητα”, έκανα ευκρινές ότι δεν αναφέρομαι σε μια συγκεκριμένη ομάδα, αφού κατά την άποψή μου όλοι έχουμε τις ίδιες ανάγκες και μπορούμε να καταλήγουμε στις ίδιες στάσεις.

    Ναι, συνδέω την “ψευδή ταυτότητα” με την ύπαρξη αναπαραστάσεων-διηγησεων ταυτότητας, οι οποίες προσπαθούν να φορέσουν-παρουσιάσουν αυτό που αισθάνονται ως “είναι”.
    Δεν ζουν μια δυναμική και μεταβαλλόμενη ταυτότητα, αλλά προσπαθούν να περιγράψουν ΤΗΝ ταυτότητα (την οποιανδήποτε δηλωμένη, ονομασμένη ταυτότητα).
    Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι που παράγει φαινόμενα όπως του “life style” και της “παραδοσιοκρατίας” που φέρατε στη συζήτηση. Τα θεωρώ αδερφάκια, να το πω πιο απλά.

    Όταν κάποια πρόταση δε σας βρίσκει σύμφωνο, μην προσπαθείτε να διαβάλετε τις προθέσεις αυτού που τη λέει.
    Απλά μπορείτε να δείξετε το σημείο στο οποίο είναι άκυρη.

    Γιατί συνεχίζετε να διαβάλετε τις προθέσεις μου.

  38. Όπως έχω γράψει αρκετές φορές στο “Αντίφωνο”, δεν συμφωνούσα με τη συλλογή υπογραφών και τις “λαοσυνάξεις” που οργάνωσε ο τότε αρχιεπίσκοπος για το τι θα περιέχει ένα κρατικό έγγραφο, γιατί δεν ήταν δική του αρμοδιότητα. Όμως, δεν συμφωνώ και με τη στάση της τότε κυβέρνησης να αγνοήσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Γιατί δεν είναι η κοινωνία που αποφάσισε αλλά η ελίτ που κυβερνούσε. Και δε νομίζω πως υπήρχαν κάποιες διεθνείς συμβάσεις που το επέβαλαν αλλά κάποια ισχυρά διεθνή lobby. Αν σεβόταν η κυβέρνηση τα κεκτημένα της δημοκρατικής κοινωνίας, γιατί δεν υπέβαλε το θέμα σε δημοψήφισμα; Ή γιατί προηγουμένως δεν το πέρασε από τα όργανα του κυβερνώντος κόμματος;

    Όμως, ξεκινήσαμε από τον ισχυρισμό σας ότι δήθεν η ιστορία με τις ταυτότητες αποδεικνύει πως η Πολιτεία είναι δέσμια και υποχείρια της Εκκλησίας, κάτι που αποδεικνύεται εντελώς αίολο. Επειδή όμως έχουμε ξεφύγει πολύ από το θέμα, θα κλείσω εδώ τη συζήτηση.

  39. Το “λεπτό σημείο” της προκείμενης διαδικασίας είναι, προφανώς, το από [i]ποια πρόσωπα[/i] συγκροτείται αυτή η Επιτροπή, που θα έχει και την [i]τελευτία λέξη[/i].
    [b]Από πρόσωπα, δηλαδή, με συνείδηση «εκπροσώπου» (της λαϊκής βούλησης) ή από πρόσωπα με συνείδηση «διαφωτιστή» της;[/b]

    Εν πάση περιπτώσει αυτό που, για σήμερα, αντιπροτείνω είναι να συνεχιστεί ο δημόσιος διάλογος επί του θέματος, όπως – καλή ώρα – κάνουμε εδώ.

  40. Είχα μια υποψία ότι το θέμα με τις ταυτότητες ήταν βασικά αυτό που έριξε την τότε κυβέρνηση.
    Όσον αφορά στο θέμα καθεαυτό, νομίζω ότι είναι ξεκάθαρες οι δεσμεύσεις μας σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρουσιάζουν τα δημόσια έγγραφα. Το θρήσκευμα όχι μόνο δεν έχει καμία θέση (ανάγκη ύπαρξης) στις ταυτότητες, αλλά απεναντίας, μπορεί να εξυπηρετεί τις διακρίσεις επί τη βάση του θρησκεύματος. Παντού. Σε όλα τα κράτη. Δεν αποτελούμε ως κράτος κάποια εξαίρεση στο πώς λειτουργούν τα θέματα των διακρίσεων.

    Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε και το ξεκάθαρο να το συζητάμε δεκαετίες.
    Γιατί κινητοποιούμαστε κάτω από σημαίες και ταμπέλες. Σε τέτοια θέματα μπορούμε να μαζευτούμε και παραπάνω απ’ όσοι είμαστε, όχι μόνο 3 εκατ.
    Ποτέ όμως δεν κινητοποιούμαστε για να διεκδικήσουμε π.χ. την κρατική διαφάνεια, την κάθαρση της διαπλοκής, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας της κρατικής μηχανής.
    Αν κάτι μου έχει διαφύγει, αν έχει γίνει κάποια κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση, παρακαλώ να μου το θυμίστε.

    Και για να επανέλθουμε στο θέμα των φωνηέντων.
    Μπορούμε να ψάχνουμε δεκαετίες και να εφευρίσκουμε λόγους για τους οποίους πρέπει να ξεκινήσει πόλεμος και να σηκωθούν σημαίες (Συγνώμη δεν κατασκευάζω μια ψεύτικη δική μου εικόνα. Αυτό το κλήμα δημιουργεί από την αρχή η δασκάλα, αυτό το κλίμα εξυπηρετούν και οι λοιπές παρεμβάσεις υπέρ της.).

    Το απλούστατο, να προτείνουμε ένα λόγο συντεταγμένο, μακριά από συνθήματα, να εστιάσουμε στα σημεία που θεωρούμε ότι έγινε σφάλμα, να προτείνουμε κάποια συγκεκριμένη διαδικασία, όλα αυτά, είναι δύσκολα.
    Κρίμα.

    Δεν κατανοούμε ότι όσο υπερασπιζόμαστε θέσεις που δεν μπορούν να σταθούν πέρα από το λαϊκό αίσθημα, τόσο υπονομεύουμε τη δημοκρατία μας.
    Γιατί πολύ απλά, το λαϊκό αίσθημα δεν είναι Ένα.
    Δεν μπορεί να είναι “Ένα”.
    Ποτέ δεν ήταν “Ένα”.
    Αν ο κάθε “λαός” (της εκκλησίας, του κκε κλπ), η κάθε ομάδα, το κάθε πρόσωπο, προσπαθεί να ξεσηκώσει με τέτοιο τρόπο τους υπόλοιπους, το μόνο που έρχεται είναι ο κοινωνικός διχασμός και η πόλωση.
    Αυτά τα έχουμε ζήσει.
    Είναι ιστορία. Και αξίζει να μας γίνεται μάθημα.

    Πάμε λοιπόν επί της Μεθόδου και της Διαδικασίας.
    Πώς μπορούμε να συνεργασοτύμε στην πράξη.
    Αυτό είναι (γίνεται) η Δημοκρατία.

  41. Τώρα πολύ σωστά αναφέρεστε στη διαδικασία.

    Η διαδικασία (η κάθε διαδικασία) πρέπει να αξιολογείται και να βελτιώνεται.
    Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να έχουμε και μία καλή εικόνα για το πώς ήταν η διαδικασία πιο πριν. Δηλαδή, χρειάζεται να γνωρίζουμε τι υπήρχε πριν, κι από τι αντικαταστάθηκε.

    Αυτό απαιτεί την ύπαρξη εργαλείων εποπτείας. Τα οποία δεν τα έχουμε ακόμα, αλλά θεωρώ ότι αργά ή γρήγορα υπό το βάρος της ανάγκης, τα αποκτούμε.
    (Π.χ. ένα τέτοιο εργαλείο είναι η “Διαφάνεια”. Όχι όπως λειτουργεί, αλλά όπως πρέπει να απαιτήσουμε να λειτουργεί.)

    Συμφωνώ μαζί σας ότι μας ενδιαφέρει εξαιρετικά το ποια είναι τα μέλη μιας επιτροπής που αξιολογεί.
    Θα συμπλήρωνα ότι επίσης μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε με βάση ποια κριτήρια αξιολογεί.
    Γενικά με το θέμα της αξιολόγησης και των κριτηρίων έχουμε ένα θεματάκι, μάλλον να το πω πιο συγκεκριμένα, δεν έχουμε εμπειρία.
    Οπότε δεν έχουμε εξασκηθεί ως κοινωνία στην παραγωγή διαδικασιών αξιολόγησης και κριτηρίων αξιολόγησης. Δεν είναι χρωματισμένο ιδεολογικά αυτό που λέω. Απλά δεν το έχουμε βιώσει, ιστορικά, σε πρακτικό επίπεδο.
    Τόσο στην εκπαίδευση, όσο και στις υπηρεσίες (κρατικές και ιδιωτικές), δεν είχαμε μάθει να φτιάχνουμε και να χρησιμοποιούμε εργαλεία αξιολόγησης.
    Έχουμε μάθει μόνο να αξιολογούμαστε, κι αυτό με ένα αρκετά αυθαίρετο κι αδιαφανή τρόπο.
    Είναι ολόκληρη διαδικασία να μάθουμε να αξιολογούμε κι εμείς.

    Η δική μου πρόταση:
    Οι διδακτικοί στόχοι, τα κουρίκουλα, τα διδακτικά βιβλία κλπ, πρέπει να είναι κάτι ανοιχτό διαρκώς.
    Συγκεκριμένα, χρειάζεται να υπάρχει ένας διαρκής διάλογος ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς, στους εκπαιδευτικούς και στην κοινότητα (κοινωνία). Παράλληλα χρειάζεται οι εκπαιδευτικοί να συνεργάζονται με την ακαδημαϊκή κοινότητα, ώστε να την τροφοδοτούν με προβληματισμούς παιδαγωγικής υφής, να συμμετέχουν και οι εκπαιδευτικοί στην ερευνητική ακαδημαϊκή διάσταση, να επιμορφώνονται σε επίπεδο p2p κλπ.
    Βρισκόμαστε σε αυτή τη διαδικασία.
    Στην αρχή της. Αλλά βρισκόμαστε ήδη.

    Στο συγκεκριμένο θέμα με τα φωνήεντα, βεβαίως και μας ενδιαφέρουν τα κριτήρια με τα οποία έγινε η αξιολόγηση και η επιλογή των διδακτικών εγχειριδίων.
    Χρειάζεται όμως να έχει τεθεί, να υπάρχει και πραγματικό θέμα, με την έννοια του να έχει περιγραφθεί με επισταμένο τρόπο κάποιο πρόβλημα.
    Μέχρι τώρα, δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here