Ο Gilbert K. Chesterton για τον «εξελικτικισμό» B’

0
133

 

[…] Έχει ελάχιστα επισημανθεί το γεγονός ότι η μελέτη της προϊστορίας φέρνει σε δύσκολη θέση την επιστήμη. Η επιστήμη, που τα σύγχρονα θαύματά της θαυμάζουν οι πάντες, προχωράει επιτυχημένα προσθέτοντας ακατάπαυστα νέα πειραματικά δεδομένα στα προηγούμενα δεδομένα της. Σε όλες τις μηχανικές εφευρέσεις και στις περισσότερες φυσικές ανακαλύψεις, ενισχύει τα τεκμήριά της μέσω του πειράματος. Δεν μπορεί όμως να κατασκευάσει ανθρώπους πειραματικά. Ούτε να παρατηρήσει, έστω, πώς φτιάχτηκαν οι πρώτοι άνθρωποι. Ένας εφευρέτης μπορεί σιγά-σιγά, βήμα-βήμα, να φτιάξει ακόμα κι ένα αεροπλάνο καθώς πειραματίζεται με κομμάτια ξύλου και μέταλλου στην αυλή του σπιτιού του. Δεν μπορεί όμως να δει στην αυλή του το «Χαμένο Κρίκο» της αλυσίδας από την οποία προήλθε ο άνθρωπος. Αν ο εφευρέτης έχει κάνει λάθος στους υπολογισμούς του, το αεροπλάνο του θα συντριβεί στο έδαφος και θα τον αναγκάσει να τους διορθώσει. Αν όμως ο επιστήμονας έχει κάνει λάθος θεωρώντας ότι προήλθε από πλάσματα που ζούσαν σε δεντρόσπιτα, δεν υπάρχει πια κανένα τους για να το δει να γκρεμοτσακίζεται απ’ το δέντρο. Δεν μπορεί να έχει στην αυλή του έναν άνθρωπο των σπηλαίων, όπως έχει τη γάτα του, ώστε να τον παρατηρήσει και να διαπιστώσει αν είναι πράγματι κανίβαλος, ή αν κοπανάει τη γυναίκα του με ρόπαλο. Δεν μπορεί να βάλει μια φυλή ανθρώπων των σπηλαίων σ’ ένα κλουβί και να μελετήσει εάν και κατά πόσον επηρεάζονται από το αγελαίο ένστικτο. Αν δει ένα πουλί να συμπεριφέρεται παράξενα, μπορεί να πιάσει και να μελετήσει άλλα πουλιά για να δει αν αυτό ισχύει για όλα. Αν όμως σκάβοντας σε κάποιο λόφο βρει απλώς και μόνο μια νεκροκεφαλή, ή ένα κομμάτι από μια νεκροκεφαλή, δεν μπορεί να συμπεράνει από αυτό την Κοιλάδα των Ξηρών Οστών. Όταν έχει να κάνει μ’ ένα απώτατο παρελθόν, χαμένο στα βάθη των αιώνων, μπορεί να προχωρήσει στηριζόμενος μόνο στα τεκμαρτά δεδομένα και όχι στο πείραμα.  Μόνο που ακόμα και τα τεκμαρτά δεδομένα από την προϊστορική εποχή είναι πολύ φτωχά για να στηρίξουν ολοκληρωμένες θεωρίες. […]

Λέμε, και σωστά, πως οι επιστήμονες διακρίνονται για την υπομονή τους. Ωστόσο, στον τομέα της Προϊστορίας είναι πιο σωστό να λέμε πως οι επιστήμονες δείχνουν μάλλον ανυπόμονοι. Με δεδομένη μάλιστα τη δυσκολία που προαναφέραμε, θα πρέπει να πούμε ότι βιάζονται υπερβολικά. Πράγματι, μας έχουν παρουσιάσει μια σειρά από τόσο βιαστικά στημένες θεωρητικές υποθέσεις, που μπορούμε δίκαια να τις αποκαλέσουμε φαντασιώσεις μιας και δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα. Εδώ, ο πιο εμπειρικός ανθρωπολόγος είναι το ίδιο περιορισμένος μ’ έναν αρχαιοσυλλέκτη. Αρπάζεται από ένα τεκμήριο του παρελθόντος, όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος από την πέτρα, με την οποία σκάλιζε τους τοίχους της σπηλιάς του, χωρίς να μπορεί ποτέ δει ζωντανά την εξέλιξή του. Είναι το εργαλείο του, το μοναδικό εργαλείο του. Συχνά μάλιστα το κραδαίνει μ’ ένα φανατισμό, που δεν συναντάμε εύκολα στους επιστήμονες που μπορούν να συλλέγουν και να προσθέτουν τεκμήρια μέσα από σειρές πειραμάτων. Κάποιες φορές, αυτός ο επιστήμονας με το κομμάτι από οστό στα χέρια, γίνεται το ίδιο επικίνδυνος μ’ ένα σκύλο που έχει αρπάξει ένα κόκαλο. Αλλά τουλάχιστον ο σκύλος δεν βγάζει από το κόκαλό του θεωρίες για ν’ αποδείξει πως η ανθρωπότητα προέρχεται από τους σκύλους, ή μάλλον ότι οι σκύλοι προέρχονται από τους ανθρώπους.

Είπα προηγουμένως πως είναι δύσκολο να βάλουμε ένα πίθηκο σ’ ένα κλουβί και να περιμένουμε να τον δούμε να εξελίσσεται σε άνθρωπο. Καθώς η πειραματική απόδειξη αυτής της εξέλιξης είναι αδύνατη, ο επιστήμονάς μας θα μπορούσε απλά να πει (όπως κάνουμε όλοι μας λίγο-πολύ) πως τελοσπάντων η θεωρία του είναι αληθοφανής. Αλλά δεν λέει κάτι τέτοιο. Εκθέτει το κοκαλάκι του, ή τις στοίβες από οστά που έχει μαζέψει, σε μουσεία και διακηρύσσει τι σπουδαία και θαυμαστά πράγματα «του είπαν» όλα αυτά. Βρήκε, για παράδειγμα, στην Ιάβα ένα κομμάτι από κρανίο, που φαίνεται πως ήταν μικρότερο από το ανθρώπινο, και παραδίπλα ένα μηριαίο οστό και μερικά δόντια, που κι αυτά δεν έμοιαζαν ανθρώπινα. Ακόμη κι αν όλα αυτά αποτελούσαν κομμάτια του ίδιου πλάσματος, πράγμα αμφίβολο, η ιδέα που θα σχηματίσουμε με βάση αυτά τα λείψανα δεν παύει να είναι εξίσου αμφίβολη και αυτή. Όμως η εκλαϊκευμένη επιστήμη σπεύδει να τα συγκολλήσει όλα αυτά όπως-όπως και να σκαρώσει δήθεν με «ακρίβεια» ένα ολόκληρο ανθρωποειδές, με μαλλιά, μούσια, ακόμα και με ρούχα! Του δίνει μάλιστα κι ένα όνομα, λες κι είναι σίγουρα ένα ιστορικό ον: «Πιθηκάνθρωπος». Έτσι ο κόσμος μιλάει για τον «Πιθηκάνθρωπο», όπως μιλάει για τον Ιούλιο Καίσαρα, ή το Μεγάλο Ναπολέοντα. Διάφορες ιστοριούλες για τον «Πιθηκάνθρωπο» δημοσιεύονται σε περιοδικά κι έτσι σχηματίζεται το πορτραίτο του σαν το πορτραίτο του Κάρολου του Α΄, ή του Γεωργίου του Δ΄. Σκαρώνουν λεπτομερειακές ζωγραφιές, με χρώματα και αληθοφανείς φωτοσκιάσεις, δείχνοντάς τον με μακριά κι ανάκατα μαλλιά. Κανένας από όλους τους απληροφόρητους που διαβάζουν αυτά τα περιοδικά και χαζεύουν αυτές τις ζωγραφιές, δεν μπορεί ούτε για μια στιγμή να φανταστεί πως τα ανήσυχα μάτια, το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και τα παράξενα δόντια του ζωγραφιστού «Πιθηκανθρώπου» έχουν βγει από … ένα κοκαλάκι κι ένα-δυο κομμάτια κάποιου κρανίου! Κι έτσι στο τέλος μιλάνε για τον «Πιθηκάνθρωπο» σαν να τον ξέρουν καλά, λες κι έμενε ένα-δυο στενά παρακάτω απ’ το σπίτι τους.

Διάβασα πρόσφατα σ’ ένα περιοδικό μια ιστορία για την Ιάβα, που έλεγε πως οι λευκοί άποικοι του νησιού τείνουν να συμπεριφέρονται σαν βάρβαροι εξαιτίας, υποτίθεται, της κακής επίδρασης που ασκεί πάνω τους ο κακόμοιρος ο γερο-Πιθηκάνθρωπος. Μπορώ πολύ εύκολα να πιστέψω πως οι σύγχρονοι αποικιοκράτες έχουν την τάση να συμπεριφέρονται βάναυσα, αλλά δεν νομίζω πως για να συμβεί αυτό έπρεπε πρώτα να ανακαλυφθούν μερικά προϊστορικά οστά. Έτσι κι αλλιώς, αυτά τα οστά είναι τόσο λίγα και τόσο αποσπασματικά, που είναι αδύνατον να γεμίσουν το τεράστιο κενό που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και τους ζωώδεις προγόνους του, εάν ήταν πράγματι ζωώδεις. Ακόμα όμως κι αν δεχτώ αυτή τη συγγένεια (και πραγματικά δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου να την αρνηθώ!), το πραγματικά καθηλωτικό κι εντυπωσιακό γεγονός είναι η σχετική απουσία οποιουδήποτε λειψάνου που να την τεκμηριώνει. Ο Δαρβίνος ήταν αρκετά ειλικρινής για να το παραδεχτεί. Γι’ αυτό το λόγο επινοήθηκε ο όρος «Χαμένος Κρίκος». Δυστυχώς, ο δογματισμός των Δαρβινιστών αποδείχτηκε ισχυρότερος από τον αγνωστικισμό του Δαρβίνου. Έτσι, αυτό τον όρο, που υποδηλώνει ότι κάτι δεν ξέρουμε, οι Δαρβινιστές τον αναποδογύρισαν παρουσιάζοντάς τον σαν ένα όρο που υποδηλώνει ότι κάτι ξέρουμε. Κι από εκεί λένε πως αναζητούν τα έθιμα του Χαμένου Κρίκου, ακόμα και το τι φορούσε … λες κι είναι το πιο λογικό πράγμα στον κόσμο να συζητάς με το τίποτα, να βγαίνεις βόλτα με μιαν απουσία, να φλερτάρεις μια ασυνέχεια, ή να δειπνείς με το κενό. […]

Δυστυχώς, οι δογματικοί εξελικτικιστές συνεχίζουν το ίδιο τροπάρι σαν να είχαν μπροστά τους τα πρώτα πραγματικά τεκμήρια από τον πρώτο πραγματικό άνθρωπο. Εννοείται πως, αυστηρά μιλώντας, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον προϊστορικό άνθρωπο∙ κι αυτό, για  τον απλό λόγο ότι ήταν προ-ιστορικός. Είναι εντελώς αντιφατικό να λέμε για «ιστορία του προϊστορικού ανθρώπου»!  Πρόκειται για μια από αυτές τις αντιφάσεις, που μόνο οι ρασιοναλιστές ανέχονται κι επιδοκιμάζουν. Αν ένας εφημέριος έλεγε «ο Κατακλυσμός ήταν προκατακλυσμιαίος», το πιθανότερο είναι πως δεν θα σταματούσαν να τον ειρωνεύονται. Αν ένας επίσκοπος έλεγε πως «ο Αδάμ ήταν προ-αδαμιαίος», θα έλεγαν πως τα έχει χαμένα. Κανείς όμως δεν διαμαρτύρεται όταν πετούν τέτοιες λεκτικές κοτσάνες οι σκεπτικιστές ιστορικοί μας, μιλώντας για το «προϊστορικό κομμάτι της ιστορίας»! Η αλήθεια λοιπόν είναι πως χρησιμοποιούν τους όρους «προϊστορικό» και «ιστορικό» χωρίς να έχουν αποσαφηνίσει τη διαφορά τους. Αυτό που θέλουν να πουν −και πάνω σ’ αυτό δεν έχω καμιά αντίρρηση−, είναι πως υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης ζωής πριν από τα πρώτα γραπτά τεκμήρια που διαθέτουμε, και με αυτή την έννοια μπορούμε τουλάχιστον να υποθέσουμε πως η ανθρωπότητα υπήρξε πριν από την ιστορία. […] 

Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι αρχαιότερος από τα γραπτά τεκμήρια. Αυτό είναι βασικό να το έχουμε υπόψη μας όταν σκεφτόμαστε τις σχέσεις μας μ’ εκείνα τα τόσο μακρινά πράγματα. Είναι γεγονός ότι ανθρωπότητα άφησε δείγματα και άλλων τεχνών της πριν από την τέχνη της γραφής, ή τουλάχιστον της γραφής που είμαστε σε θέση να διαβάσουμε. Είναι εξαιρετικά βάσιμη, επομένως, η υπόθεση πως οι πρωτόγονες τέχνες ήταν όντως τέχνες και οι πρωτόγονοι πολιτισμοί ήταν πράγματι πολιτισμοί. Ο άνθρωπος που άφησε τη ζωγραφιά ενός ελαφιού, δεν άφησε κανένα γραπτό τεκμήριο για το πώς κυνηγούσε τα ελάφια. Ό,τι μπορούμε λοιπόν να πούμε γι’ αυτό, είναι υπόθεση και όχι ιστορία. Αλλά η τέχνη του πρωτόγονου ανθρώπου ήταν μια θαυμάσια τέχνη, οι ζωγραφιές του ήταν ευφυέστατες και δεν υπάρχει λόγος ν’ αμφιβάλλουμε ότι εξίσου ευφυής θα ήταν και η αφήγησή του για το πώς κυνηγούσε, αν την είχε γράψει και την είχαμε βρει. Πράγμα που σημαίνει πως η προϊστορική περίοδος δεν είναι «πρωτόγονη» με την έννοια του βάρβαρου, ή του ζωώδους. Δεν σημαίνει μια εποχή πριν από τον πολιτισμό, ή πριν από τις τέχνες. Σημαίνει απλώς και μόνο την εποχή πριν από τις γραπτές αφηγήσεις, που έχουν φτάσει ώς τα χέρια μας. Αυτό κάνει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην μνήμη και τη λήθη. Είναι πάρα πολύ πιθανό να υπήρξαν λησμονημένες μορφές πολιτισμού, καθώς και λησμονημένες μορφές κάθε λογής βαρβαρότητας. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως πολλά από αυτά τα λησμονημένα ή μισοξεχασμένα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης ήταν πολύ πιο πολιτισμένα και πολύ λιγότερο βάρβαρα απ’ όσο φαντάζεται συνήθως ο σημερινός μέσος άνθρωπος. Ωστόσο πρέπει πάντοτε να προσεγγίζουμε με μεγάλη προσοχή κι επιφύλαξη αυτές τις άγραφες περιοχές της ανθρωπότητας. Δυστυχώς όμως, η προσοχή και η επιφυλακτικότητα δεν συνηθίζονται στους κύκλους του σύγχρονου, ξέφρενου εξελικτικισμού. Έτσι κι αλλιώς ο πολιτισμός μας είναι εξαιρετικά φιλοπερίεργος και δεν αντέχει ούτε στιγμή να δεχτεί, πως υπάρχουν πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι τα γνωρίζουμε. Ο Δαρβινισμός έδωσε το σύνθημα και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. […]

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια πως είμαι ειδήμονας, πλην όμως η αλήθεια είναι ότι γνωρίζω κάμποσα πάνω στις διάφορες φάσεις της ανθρώπινης προϊστορίας και λυπάμαι αν έδωσα την αντίθετη εντύπωση. Δεν αμφισβητώ τον επιστήμονα που προσπαθεί να εξηγήσει τον ελέφαντα. Αμφισβητώ τον σοφιστή που πασχίζει να τον κάνει αόρατο. Και η αλήθεια είναι ότι ο σημερινός σοφιστής δεν διαφέρει από τον σοφιστή της αρχαίας Ελλάδας. Παίζει με την κοινή γνώμη, τον νοιάζει μόνο να εντυπωσιάσει το ακροατήριό του, σαγηνεύει τον αμαθή κι όλα αυτά τα κάνει στο μέγιστο ιδίως όταν φοράει το μανδύα της επιστημοσύνης. Ας διευκρινίσω λοιπόν ότι γνωρίζω πως η ανθρωπότητα διέτρεξε πολλά στάδια πριν από την εμφάνιση των ανθρώπων του Κρο-Μανιόν, ή των ανθρώπων που συνδέουμε με τις συγκεκριμένες βραχογραφίες. Ξέρω ότι οι πιο πρόσφατες έρευνες πάνω στον Νεάντερταλ και κάποιες άλλες φυλές, τείνουν να επιβεβαιώνουν αυτό που υποστήριξα εδώ και αποδυναμώνουν τη θέση η οποία υποστηρίζει ότι συνδέονται με μια θρησκευτικότητα που προέκυψε στο τέλος μιας βραδείας εξέλιξης. Πράγματι, ασχέτως του αν αυτές οι βραχογραφίες αποτελούν εκδήλωση θρησκευτικότητας ή όχι, γεγονός είναι ότι οι ειδήμονες φαίνεται να συμφωνούν πως οι πρόγονοι εκείνων των πρωτόγονων ζωγράφων ήταν ήδη θρήσκοι: έθαβαν τους νεκρούς τους ακολουθώντας τελετουργικά, τα οποία αποτυπώνουν μια αίσθηση μυστηρίου και ελπίδας.  Αυτή η διαπίστωση μάς οδηγεί κατευθείαν πίσω στο βασικό επιχείρημά μου, το οποίο δεν έχει ανάγκη καμιάς μέτρησης του κρανίου των πρώτων ανθρώπων για να σταθεί. Σε τι χρησιμεύει αλήθεια η λεπτομερής σύγκριση του ανθρώπινου κρανίου με το κρανίο των πιθήκων από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι ο πίθηκος δεν σκέφτηκε ποτέ να θάψει ένα άλλο πίθηκο στοιβάζοντας καρύδια στον τάφο του για να τον συντροφέψουν στον ταξίδι του στον άλλο κόσμο των πιθήκων; Μιας και μιλάμε για κρανία, ας σημειώσω επίσης ότι γνωρίζω όλη αυτή την ιστορία σχετικά με το ότι το κρανίο του Κρο-Μανιόν ήταν μεγαλύτερο και λεπτότερο από του σημερινού ανθρώπου. Είναι στ’ αλήθεια μια πολύ διασκεδαστική ιστορία, διότι οδήγησε ένα διάσημο εξελικτικιστή ν’ ανακαλύψει −κάλλιο αργά παρά ποτέ!−, και στη συνέχεια να διακηρύξει, ότι είναι λάθος να σκαρώνουμε θεωρίες με βάση ένα και μόνο εύρημα. Ένα σκέτο κρανίο, βλέπετε, οφείλει να αποδεικνύει μόνο ότι οι πρόγονοί μας ήταν … κατώτεροι από εμάς −και αν τυχόν βρούμε κανένα κρανίο που ενδεχομένως μας λέει το αντίθετο, ε, τότε δεν μπορεί παρά να είναι κρανίο ενός υδροκέφαλου!

Δείτε εδώ το  πρώτο απόσπασμα.  Από το υπό έκδοση βιβλίο του Ο Αιώνιος Άνθρωπος (1925) Μετάφραση Γ.Δ. Ιωαννίδης.

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here