Για να μην κάμη αρχή κακού, χυθή εμφύλιο αίμα

0
233

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Τὴν πρώτη χρονιὰ πολιόρκησαν τοὺς ντόπιους Τούρκους εἰς τὸ κάστρον τῶν Ἀθηνῶν μαζὶ μ᾿ ὅση φρουρὰ ἦταν, τοὺς πολεμοῦσαν πολλὰ γενναίως. Καὶ τοὺς περιόρισαν εἰς τὸ κάστρο καὶ κάμαν καὶ ρεσάλτο μέσα εἰς τὸν Σερπετζὲ καὶ σκοτώθηκαν κι᾿ ἀπὸ τὸ ῾να τὸ μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Καὶ τὰ δυὸ μέρη πολεμοῦσαν γενναίως. Ἦρθε ὁ Ὀμέρπασσας Βεριόνης μὲ μίαν δύναμιν κ᾿ ἔκαμε πολὺν καιρὸν ῾στὴν Ἀθήνα, καὶ διάλυσε τὴν πολιορκίαν κ᾿ ἔπαθαν οἱ δυστυχεῖς Ἀθηναῖγοι πολλὰ δεινά, σκοτωμούς, σκλαβιὲς καὶ ζημιὲς πλῆθος. Φεύγοντας ὁ Βεργιόνης συνάχτηκαν πάλε ἡ χώρα καὶ τὰ χωριὰ καὶ πολιόρκησαν τοὺς Τούρκους, κατοίκους καὶ φρουρά, ὀπίσω ῾στὸ κάστρο στενά. Καὶ σώθη τὸ νερό τους καὶ ὁ ζαϊρές τους, τῶν Τούρκων, καὶ παραδόθηκαν μὲ συνθήκη. Κ᾿ ἢ συνθήκη ἔμεινε εἰς τὸ χαρτὶ μοναχά. Ρίχτηκαν ῾στοὺς παραδομένους κ᾿ ἔσφαξαν πλῆθος γυναικόπαιδα κι᾿ ἄντρες πολλούς. Γλύτωσαν καὶ καμπόσοι διὰ τὴν συνθήκη κι᾿ ἄλλοι εἰς τὰ προξενεῖα. Τὸ βίον τοὺς τὸ ῾καμαν δυὸ μερίδια, ἕνα νὰ πάρουν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς πολιορκοῦσαν καὶ τ᾿ ἄλλο νὰ μείνη διὰ τὸ κάστρο, νὰ πουληθῆ καὶ μὲ τὰ χρήματα νὰ τὸ ῾φοδιάσουνε ἀπ᾿ οὖλα τ᾿ ἀναγκαῖα. Κουβάλησαν τὸ βίον ἀπάνου ῾σ τὰ μαγαζειά, εἰς τὸ κάστρο.

Τὸ δοκίμασαν ἕνα χέρι πρῶτα οἱ πρόκριτοι, ἦταν ὁ γέρο Ζαχαρίτζας κι᾿ ἀνιψιὸς τοῦ Νικολάκης, ἦταν οἱ Βλαχαῖγοι, ὁ Βρανᾶς κι᾿ ἄλλοι. Εἶχαν κι᾿ ἀρχηγὸν τὸν Μπατζακάτζα μ᾿ ἄλλους συντρόφους τοῦ στρατιωτικούς. Τραβήσανε οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτοὺς ὅσα δὲν τράβησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Τελευταῖα τοὺς ἄφησαν κι᾿ ὅλο τοὺς τὸ πράμα εἰς τὴν ἐξουσίαν τοὺς οἱ νοικοκυραῖγοι κ᾿ ἔφυγαν διὰ τὰ νησιά. Μαζὶ μ᾿ ὅσους ἦταν τότε δημογέροντες ἦταν κ᾿ ἕνας τίμιος νοικοκύρης, τὸν εἶχαν εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου νὰ τὸ προσέχη, τὸν ἔλεγαν Χατζὴ Γιωργαντὰ Σκουζέ. Τοὺς ἄφησε κι᾿ αὐτὸς κρυφίως κ᾿ ἔφυγε. Καὶ τοὺς ἄφησε ἐλεύτερους νὰ κάμουν τοὺς σκοποὺς τοὺς εἰς τὸ βίον τοῦ κάστρου. Ἀφοῦ κάμαν ὅ,τι μπόρεσαν, εἶχαν ὑποψίαν ἀπὸ αὐτὸν νὰ μὴν μαρτυρήση ὕστερα τί λείπει, ὅτι ἤξερε τί βίον ἦταν. Νὰ πάρουνε αὐτεῖνοι, νὰ δώσουν κ᾿ ἐκεινοῦ δὲν ἤθελε, ὅτ᾿ ἦταν τίμιος ἄνθρωπος. Ἔφυγε. Στείλαν καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴν Κούλουρη μὲ δύναμη τ᾿ ἀρχηγοῦ τοὺς Μπατζακάτζα καὶ μὲ δική τους. ῾Στὸ δρόμο τὸ᾿ ῾κοψαν τὸ κεφάλι. Πιάσαν κι᾿ ἄλλους νοικοκυραίους, τοὺς φυλάκωσαν κι᾿ ὅ,τι ἄλλες καλωσύνες τοὺς ὑπαγόρευε ἡ ψυχὴ τοὺς τοὺς κάναν. Τότε ὅλοι οἱ τίμιοι νοικοκυραῖγοι κι᾿ ὁ Σαρρὴς καὶ οἱ Λεκκαῖγοι κι᾿ ὁ Μελέτης Χασιώτης κι᾿ ἄλλοι ἑνώθηκαν καὶ μὲ στρατήγημά τους πῆραν τὸ κάστρο καὶ διῶξαν ὅλους αὐτοὺς καὶ λευτέρωσαν καὶ τοὺς φυλακωμένους νοικοκυραίους ἀπὸ τὴν χάψη.

 

Ἀφοῦ πῆραν αὐτεῖνοι τὸ κάστρο, οἱ διωχμένοι πῆγαν εἰς τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα καὶ εἶπαν νὰ τοὺς παραδώσουνε τὸ κάστρο ὁποῦ ῾χαν τὰ κλειδιὰ μαζί τους, καὶ τὸ κάστρο τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι. Πῆρε τὰ κλειδιὰ ὁ Ὑψηλάντης κι᾿ ὁ Νικήτας κ᾿ ἦρθαν μ᾿ ἀσκέρια δικά τους, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ φίλοι μαζί, καὶ τήραγαν τὸ κάστρο ἀπὸ κάτου τὴν χώρα, ποὺ τὸ βαστοῦσαν ἄλλοι κι᾿ αὐτεῖνοι βαστοῦσαν τὰ κλειδιά.[1] Τότε συναχτήκανε ὅλοι οἱ νοικοκυραῖοι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ὁποῦ ῾χαν τὸ κάστρο κι᾿ ἀποφάσισαν ὅλοι συνφώνως νὰ τὸ δώσουνε τοῦ Δυσσέα καὶ νὰ τὸν κάμουν ἀφέντη δικόνε τους γιὰ νὰ λευτερωθοῦν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλο τὸ παρτίδο τοὺς ἀποφασίζουν τότε καὶ μένει ῾στὸ κάστρο ὁ Σαρρὴς κι᾿ ὁ Γιωργάκη Λέκκας κι᾿ ἄλλοι ἀπὸ τὰ χωριά, καὶ στέλνουν τὸν Μῆτρο Λέκκα καὶ Βασίλη Μελέτη Χασιώτη κ᾿ ἔρχονται γυρεύοντας κι᾿ ἀνταμώνουν τὸν Δυσσέα. Ἀφοῦ τοῦ ξηγηθήκανε τὰ αἴτια καὶ τοῦ εἶπαν πὼς τὸν θέλουν ἀφέντη, αὐτὸς γύρευε κάστρο εἰς τὸν οὐρανὸ κι᾿ ὅταν τὸ ῾βρε εἰς τὴν γῆς, ἔτρεξε σὰν τὸ ὄρνιον εἰς τὸ ψοφίμι. Ἦρθε εἰς τὴν Γραβιά, ὁποῦ ἤμαστε κ᾿ ἐμεῖς μὲ τὸν Γκούρα ἤφερε καὶ τοὺς στελμένους Ἀθηναίους διὰ νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα. Τοὺς ἀποκριθήκαμε αὐτεινῶν καὶ τοῦ Δυσσέα, δὲν ἀφίνομε τοὺς Τούρκους εἰς τὸ προσκέφαλό μας καὶ νὰ πᾶμε νὰ κλειστοῦμε εἰς ἕνα κάστρο καὶ ν᾿ ἀφήσωμε νὰ σκλαβωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Τὸ φιλονικήσαμε πολύ. Ἐγὼ ἤμουν ἀνάντιος κι᾿ ὅσους εἶχα μαζί μου ἦταν σύνφωνοι μ᾿ ἐμένα, καθὼς κι᾿ ὅλοι οἱ Σαλωνίτες. Μᾶς εἶπε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε νὰ μεράσουμε τὸ βίον τοῦ κάστρου καὶ νὰ πάρωμεν τὸ μερίδιόν μας, ὅτι φυλάγαμε ἐμεῖς τὰ στενὰ καὶ δὲν πῆγαν τροφὲς ῾στοὺς κλεισμένους Τούρκους καὶ παραδόθη τὸ κάστρο, καὶ νὰ πάρωμε τὸ μερίδιόν μας. Τοῦ λέγω: «Μηνάχουμε σίγουρα τὰ κεφάλια μας κι᾿ ὅ,τι φοροῦμε, καὶ γυρεύομε νὰ πᾶμε καὶ δι᾿ ἄλλα; Ἀφοῦ ὅμως τὸ φιλονικήσαμεν καὶ μᾶς εἶπαν κι᾿ αὐτός, ὁ Δυσσέας, καὶ οἱ στελμένοι τὴν ἀκαταστασίαν τους, τῶν Ἀθηναίγων, καὶ τὸν σκοτωμὸ τοῦ τίμιου ἀνθρώπου καὶ τῶν νοικοκυραίων τὰ δεινά, κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ γένη σὰν τὸν Ἀχιλλέα μὲ τῆς Κόρθος τὸ κάστρο, καὶ εἰς τὴν Ρούμελη ἄλλο κάστρο δὲν εἴχαμε, τότε δι᾿ αὐτὸ ἀποφασίσαμε καὶ πήγαμε εἰς τὴν Ἀθήνα.[2]

Ηὕραμε ἐκεῖ τὸν Ὑψηλάντη καὶ Νικήτα. Στάθηκαν ὀλίγες ἡμέρες κ᾿ ἔφυγαν. Διόρισε ὁ Δυσσέας τὸν Γκούρα φρούραρχον κ᾿ ἐμένα νὰ προσέχω τοῦ κάστρου τὶς βάρδιες καὶ νὰ φέρνω γύρα νύχτα καὶ ἡμέρα. Αὐτὸ τὸ καψοβιὸν τὸ ῾βγαλαν εἰς τὸ παζάρι νὰ τὸ πουλήσουνε: τὸ καλύτερο λελούδι, διαμάντι, τοῦ Δυσσέα, τ᾿ ἄλλο τοῦ Γκούρα. Δία ῾φόδιασμα τοῦ κάστρου λίγα χρήματα πιάσανε. Κ᾿ ἔμεινε ἄδειον καὶ ξερὸν τὸ κάστρο. Ὅταν ἦρθαν εἰς τὴν Γραβιὰ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἀθηναίων καὶ μᾶς παρακινοῦσε ὁ Δυσσέας νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀθήνα, μᾶς ἔλεγε κιντυνεύει τὸ κάστρο καὶ δὲν ἔχομε ἄλλο εἰς τὴν Ρούμελη παρμένο καὶ νὰ πᾶμε νὰ τὸ ῾φοδιάσουμε. Ἀφοῦ ἤρθαμε εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸ καλύτερο πράμα ὁποῦ θὰ ῾πιανε χρήματα, τζιβαϊρικό, μαργαριτάρι, ἀσήμι τὸ ῾θελαν διὰ λογαριασμό τους. Τ᾿ ἄλλα πουλήθηκαν χωρὶς τιμή, ὅτι δὲν ἄξιαζαν. Καὶ τὸ κάστρο ἀφόδιαστον. Εὐτὺς ὁποῦ ῾ρθαν καὶ περίλαβαν τὸ κάστρο, ἔβαλαν τοὺς ἀνθρώπους τους κι᾿ ἁρπάζανε ὅ,τι βρίσκανε καὶ τὸ πουλούγανε. Ὁ Μαμούρης ἦρθε τότε εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ μίαν ξύλινη πιστιόλα καὶ εἰς τὰ χωργιά, ὁποῦ τὸν διόρισαν ντερβέναγα, τζάκιζε τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἕναν τύραγνον τοῦ Ἀλήπασσα, ὁποῦ τὸν ἔλεγαν Ἰσοὺφ Ἀράπη καὶ τζάκιζε τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ τζεκούρι, ἔτζι τζάκιζε κι᾿ ὁ Μαμούρης τοὺς χωργιάτες ὅσοι δὲν ἦταν φίλοι του. Καὶ γύμνωναν τοῦ κάστρου τὸ βίον καὶ τῶν χωριῶν. Τότε, σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, μίαν παλιοπιστιόλα εἶχε, τηρᾶτε, ρωτᾶτε τὴν ἔχει τώρα; Ρωτᾶτε καὶ διὰ τὶς τυραγνίες του. ῾Στὰ Μισόγεια, ῾στὴν Κερατιά, ἑνοῦ δημογέροντα, Ἀναγνώστη Νυδραῖον τὸν λένε, πόσες τζικουργιὲς τὸ᾿ ῾δῶσε κι᾿ ἂν εἶδε ὑγείαν εἰς τὸ ἑξῆς ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος, κι᾿ ἄλλοι πολλοὶ τοιοῦτοι δαρμένοι καὶ τζερεμετισμένοι.
Ὁ Δυσσέας κι᾿ ὁ Γκούρας ἀφοῦ ἦρθαν ῾σ αὐτοὺς τοὺς στραβοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ γύρευαν ἀφεντάδες καὶ τοὺς ηὕρανε, τότε τὸ μέρος ὁποῦ τοὺς φώναξε, τοὺς νοικοκυραίους καὶ τὸν Σαρρὴ καὶ Μελέτη Χασιώτη, ὅτ᾿ ἦταν τίμιοι ἄνθρωποι, μὲ τρόπον τοὺς σκότωσαν, τοὺς Λεκκαίους κι᾿ ἄλλους πολλούς τους κατάτρεξαν καὶ τὰ πρωτεῖα τὰ εἶχαν ἐκεῖνοι ὁποῦ τοὺς μοιάζαν εἰς τὴν ἀρετή, οἱ Ζαχαρίτζηδες, οἱ Βλαχαῖγοι. Ἔκαμε καὶ συμπεθεριὰ ὁ Μαμούρης, πῆρε τὴν ἀδελφή του Βλάχου. Ἦταν μὲ αὐτοὺς ὁ Βαρελάς, ἦταν ἕνας Σουρμελὴς λογιώτατος, ἦρθε τότε ἀπόξω ὁποῦ σπούδαζε, μπερμπάντης, κακῆς διαγωγῆς. Οἱ καπεταναῖοι μας αὐτείνη τὴν συντροφιὰ εἶχαν.

1.   Απελπισθέντες ο Υψηλάντης και ο Νικήτας ότι Φα παραλάβωσιν ειρηνικώς  το φρούριον, έγραψαν προς την εν αυτώ  φρουράν  παραγγέλλοντες την σύλληψιν και παράδοσιν αμφοτέρων των αρχηγών αυτής Νικ. Σαρη κ«1 Μήτρου Λέκα « . . .   « ειδεμή, όχι μόνον τους εχθρούς θε ν’ αφήσωμεν να έρθουν εδώ ,άλλ’ ημείς οι ίδιοι καί τας γυναίκας και τα παιδιά σας θε να κατακόψωμεν με ασπλαχνίαν και τα σπίτια σας και τα πράγματά σας θα κατακαύσωμεν παρευθύς ..». (Δ. Γρ. Καμπούρογλου,  Μνημεία Ιστορίας των  Αθηναίων,  τόμ:  Γ’  σελ. Η του παραρτήματος).
2.  Ο Οδυσσεύς αφίκετο εις  Αθήνας την εικοστήν εβδόμην Αυγούστου 1822, άγων  150 άνδρας. «Η φρουρά εις την  είσοδον του Οδυσσέως  εις την  πόλιν εχαιρέτησε τον ερχομόν του με πυροβόλα και με τουφεκισμούς, εις δε το κατάλυμα του Οδυσσέως, εις το προπύλαιον ίσταντο όλοι οι πρόκριτοι των ΑΘηνών προς υποδοχήν του Οδυσσέως, υπήρχε δε και εγχώριος μουσική, επικεφαλής της οποίας  ήτον  ο Μπουγιουκλής, πολύ επιτήδειος εις το βιολίον συγχρόνως και ποιητής πρακτικός όστις εξεφώνησε κλπ. » (Αθηναϊκόν  Αρχείον, Ανάμνησις Α. Γεωργαντά σελ. 268 ).
Τας κομματικάς των Αθηναίων έριδας βραχύτατα αναφέρει ο Σουρμελής. Κάλλιον όμως πάσης ιστορικής εκθέσεως παριστά τα τότε πράγματα πολύτιμον ανωνύμου ποιητού στιχούργημα, δημοσιευθέν ως δημοτικόν άσμα εν τη « Νέα Πανδώρα» τόμ. Στ’  σελ. 216. Εν τω ποιήματι τούτο Σεραφείμ είναι ο ευφυέστατος Αθηναίος  δημογέρων Στάμος Σεραφείμ, μίκια δε = ιταλιστί miccia= θρυαλλίς.

Εις δυο φατρίες ο λαός σχίζεται της Αθήνας
Βλαχαίοι το κάστρο εκράτιγαν, Σαρής, Λέκας το παίρνουν
Ειν΄ο Σαρής απ’ του Ψειρή κι’ ο Λέκας Μενιδιάτης.
Βλαχαίοι τον πρίγκιπα έφεραν μαζί και τον Νικήτα
Κι οι δυο στρατοπεδεύονται στην ξακουστή την χώρα
Στέλνει ο Νικήτας και μηνά στην Δημογεροντία·
– Ψωμί, αλεύρι και κρασί να στείλετε στ’ ασκέρι.
Ο απεσταλμένο; πάησε λόγια βαριά τούς λέγει·
Ω Αθηναίοι, φτάνει σας τά όσα έχετε κάμει.
Ο  Ψύλλας σαν αράθυμος λέγει στον Μωραΐτην
– Πες μου σαν τί φαντάχθηκες πως είναι οι Αθηναίοι
Από εκεί που ήλθατε να πάτ’ εντροπιασμένοι.
Εκείνος βάνει στ’ άρματα το χέρι να βαρέση
Τον στρατιώτη οι γέροντες κακώς τον αποπήραν.
Φεύγει και πά’ στον στρατηγόν κι’ όλα τα μολογάει.
Ο Γιάννης Βλάχος έρχεται, τρακόσιοι συνοδιά του·
Ελατέ, δημογέροντες, Νικηταράς σας θέλει.
Εκείνοι τον υπήκουσαν και πάνε στον Νικήτα
Καθώς εμπήκαν άκουσαν, καθώς εμπήκαν ακούουν
Θανάσης ο γραμματικό, έλεγε στον Νικήτα·
Ολίγοι λογιώτατοι τες μπερδεψιές υφαίνουν.
– Πού ‘ναι; να πιω το αίμα τους, να βγάλω το σπαθί μου.
Μπαίνουν οι δημογέροντες, μαζί μ’ αυτούς κι ο Ψύλλας
Εις την αράδα κάθησαν σιμά στον καπετάνιον.
Σκύφτει ο Νικήτας και μιλεί, κρυφά του Ψύλλα λέγει·
Έλα, αδελφούλη μου καλέ, διόρθωση να γένη.
Είπε και τον αγκάλιασε σαν νά’ταν γνώριμος του.
Καλώς το λες, ω στρατηγέ, διόρθωση να γένη                                                                                              

Έργα καλά, λόγια καλά, πού πιάνουν και τα δύο.
Στον πρίγκιπα επήγανε για να συνομιλήσουν
Στον πρίγκιπα ο Σεραφείμ λόγια αψά του λέγει
Πως σαν σοφός το άδικο να μην το προστατεύη.
-Τα άλλα, είπ’ ο πρίγκιπας, διορθωμό θα έχουν
Του κάστρου η παράδοσις θέλω ευθύς να γίνη.
Γραφή με μιας τους έγραφε για να το παραδώσουν
Ο Ψύλλας και ο Σεραφείμ παν δια νυκτός στο κάστρο
Και του Σαρή ομίλησαν και του Σαρή του λένε·
–  Γράφε απάντηση καλή σαν φρόνιμος οπούσαι                                                                                             

Να μην ανάψη πόλεμος εμφύλιος τέτοιες ώρες.
– Εσείς που είσθε φρόνιμοι λέγετε κι εγώ γράφω.
Κάθονται συλλογίζονται φρόνιμα ν’ απαντήσουν
Ακούν κι’ η θύρα άνοιξε κι’ ο Λέκας μπαίνει μέσα
Ο Λέκας απ’ τους αδελφούς ο τρίτος καπετάνιος·
– Τί είναι αυτά που γράφετε; Γράφετε καθώς θέλω.
Την μπούκα απ’ το τουφέκι του εις το χαρτί ακουμπάει
Στες πλάτες του το έφερνε και στο χαρτί το γέρνει.
«Σ’ εσέ, κ… πρίγκιπα, και σε, π… Νικήτα,
Το κάστρο δεν σας δίνομε, και μην το συλλογιέστε
Άν κάστρο θέλατε εσείς, θα είχατε την Κόρθο
Στους Τούρκους την εδώσατε, για κάστρο άξιοι δεν είσθε».
Ο Ψύλλας και ο Σερκφείμ φρόνιμα του μιλούνε,
Για τέτοια δεν είναι καιρός και τώρα νά τ΄αφήση.
–  Αν δεν μ’ ακούστε, μάθετε τί θέλω εγώ να κάμω
Στη νύχτα αυτή τη σκοτεινή, την μίκια θε ν’ ανάψω,
Του πρίγκιπος στην κατοικία θ’ αδειάσω το κανόνι.
Τρέχει τες μίκιες άναψε κι αυτοί τον ακλοθούνε
Τους στρατιώτας φώναξαν να δέσουνε τον Λέκα,
Για να μην κάμη αρχή κακού, χυθή εμφύλιο αίμα.
Με τα καλά και με κακά εκείνοι τον εδέσαν
Και φρόνιμη απάντηση στέλνουν στον Υψηλάντη,
Αλλά κρυφά απ’ τον Σεραφείμ, κρυφά κι από τον Ψύλλα
Του Οδυσσέα έστειλαν ναλθή εις την Αθήνα.
Σ’ εκείνον επαράδωσαν το κάστρο της Αθήνας.

 

Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη βιβλίο 1ο κεφάλαιο 5ο, Έκδοσις Βιβλιοπωλείου Ε.Γ. Βαγιονάκη  1947, Οι σημειώσεις είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

  

Ο Ισοκράτης σχολιάζει

Το κείμενο του Μακρυγιάννη και το στιχούργημα του Ανωνύμου έχουν απ’ όλα! Απ’ όλα αυτά που ζήσαμε  και απ’ όλα αυτά που θα ζήσουμε. Τις επόμενες μέρες καλό θα ήταν να τα έχουμε υπόψη μας. Αυτή τη φορά περισσότερο θα ήθελα να τραβήξω την προσοχή σας στους, ομηρικού επιπέδου, στίχους του Ανωνύμου παρά στο κείμενο του Στρατηγού. Συγκεκριμένα:

1. Μόλις οι Αθηναίοι βάλανε κάτι στο χέρι, αμέσως κάθονται να το μοιράσουν…δίκαια!

2. Άλλος έχει τα κλειδιά και άλλος έχει το κάστρο!

3. Αυτοί που έχουν μόνο τα κλειδιά (και δεν έχουν το κάστρο) δίνουν αυτό που δεν έχουν στον Υψηλάντη και στο Νικήτα. Κουβαρνταλίκια!

4. Η Δημογεροντία επεμβαίνει. Στην αρχή…αράθυμα.

Ο  Ψύλλας σαν αράθυμος λέγει στον Μωραΐτην
– Πες μου σαν τί φαντάχθηκες πως είναι οι Αθηναίοι
Από εκεί που ήλθατε να πάτ’ εντροπιασμένοι.

Βλέπετε είναι “Μωραΐτες” ο Νικήτας και ο …Υψηλάντης. Και η “ομοσπονδιακή”  συνείδηση του Ψύλλα δεν επιτρέπει την παράδοση του κάστρου.

5. Ο Νικήτας στέλνει τριακόσιους…για να προσκαλέσει του δημογέροντες να μιλήσουν!

6. Ο ανώνυμος επισημαίνει ο γραμματικός (πάντα υπάρχει ένας Θανάσης  να πει την αλήθεια) λέει στον Νικήτα, τη στιγμή που μπαίνουν οι πρόκριτοι:

Ολίγοι λογιώτατοι τες μπερδεψιές υφαίνουν
Και ο Νικήτας απαντά:
⁃    Πού ‘ναι; να πιω το αίμα τους, να βγάλω το σπαθί μου
⁃    
7.Ο αράθυμος Ψύλλας κάθεται δίπλα στον Νικήτα και κείνος του ψιθυρίζει με τρυφερότητα και καλοσύνη στο αυτί:
Έλα, αδελφούλη μου καλέ, διόρθωση να γένη.
Είπε και τον αγκάλιασε σαν νά’ταν γνώριμος του.

8. Ο Ψύλλας…ενδίδει:
Καλώς το λες, ω στρατηγέ, διόρθωση να γένη                                                                                              
9. Ο Ανώνυμος σχολιάζει:
Έργα καλά, λόγια καλά, πού πιάνουν και τα δύο.

10. Οι Δημογέροντες πάνε και στον Υψηλάντη. Ζητούν δικαιοσύνη! Ο πρίγκιπας την υπόσχεται αλλά προαπαιτεί το κάστρο.

11. Νύχτα ανεβαίνουν  στην Ακρόπολη και πείθουν τον Σαρή (οδός Σαρρή που λέμε στου Ψυρή) να απαντήσει με φρονιμάδα.

12. Ο Λέκας, από το Μενίδι, έχει άλλη γνώμη…έχει και ντουφέκι! Το δίκιο του βγαίνει από την μπούκα του ντουφεκιού του. Πρώιμος οπαδός της κριτικής των όπλων:

Στες πλάτες του το έφερνε και στο χαρτί το γέρνει.

 

13. Οι πρόκριτοι που παίζανε τον θυσιαστικό μηχανισμό στα δάκτυλα [φαίνεται πως είχαν μελετήσει τον Ρ. Ζιράρ διακόσια χρόνια μακριά (away)]  Ρ. Ζιράρ: Η μιμητική βία σπεύδουν να τον  δέσουν…

 

Για να μην κάμη αρχή κακού, χυθή εμφύλιο αίμα.

 

14. Οι στρατιώτες:

Με τα καλά και με κακά εκείνοι τον εδέσαν

Δεν μπορείς να δέσεις έναν άνθρωπο κάνοντας μόνο καλά…οπότε τον έδεσαν “με τα καλά με τα κακά”!

 

15. Στέλνουν “φρόνιμη απάντηση” στον Υψηλάντη αλλά στέλνουν μήνυμα και στον Οδυσσέα. Του ζητούν να παραλάβει το κάστρο! Δεν έχουν διαβάσει μόνο Ζιράρ οι Αθηναίγοι! Έχουν  ξεσκολίσει και τον Α. Γιορν …την τριλεκτική! Οπού ανάμεσα σε δύο δρόμους υπάρχει πάντα και ένας τρίτος…εκείνος της υπερβατικής σύνθεσης! Σύνθεση; Υπέρβαση; Ή Υπερβατική Σύνθεση;

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here