Βιβλιοκριτική στο “Oντολογία της Σχέσης” από τους Ν.Ντόκα και Β.Καλαμάρα

0
151

Παρουσιάζουν ο Νίκος Ντόκας και ο Βασίλης Καλαμάρας

Ως δι’ εισόπτρου εν αινίγματι Οντολογία της σχέσης

Στοχαστικό δοκίμιο ευρείας εκτάσεως, στοχασμοί που απλώνονται σε είκοσι μέρη και το κάθε μέρος αρθρώνεται διά σπονδύλων-παραγράφων που οδηγούν τον καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Χ. Γιανναρά στην αναζήτηση απάντησης στα ερωτήματα: Κατά πόσον η σχέση μπορεί να είναι εμπειρία (και δυνατότητα) ελευθερίας από τη φυσική αναγκαιότητα; Μπορεί η σχέση να συνιστά πραγματικό γεγονός που ενεργείται με τις βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπου (εγκεφαλικές κυρίως) χωρίς να ταυτίζεται με αυτές; Υπάρχει ενδεχόμενο να έχει δίκιο ο Φρόιντ ότι ο άνθρωπος είναι λογικός μόνον επειδή είναι ερωτικός; Οτι αφετηρία της λογικότητας είναι η επιθυμία ότι όλα παίζονται στη διαφορά της σεξουαλικότητας του ανθρώπου από τη σεξουαλικότητα του ζώου -στη διαφορά της επιθυμίας από την ορμή;

Αν το κάλλος και η ετερότητα είναι μάλλον τα μοναδικά ερείσματα εμπειρικού ρεαλισμού της μεταφυσικής, πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα του ακαλλούς ή κακού, το συμβολικό μύθο της πτώσης του ανθρώπου; Το αίνιγμα του θανάτου ως αναμονή τελειώσεως του βίου διά της αγωνίας «παραμονεύει» όχι μόνον την ύπαρξή μας, αλλά και κάθε σημείο αυτού του βιβλίου. Ο καθηγητής ξεκλειδώνει με τα κλειδιά της δυτικής παράδοσης της μεταφυσικής και του χριστιανικού πνεύματος, όπως εμπεδώνεται εντός της εκκλησίας, την έννοια της σχέσης στην οντολογική της έκφανση. Φαίνεται ότι το μότο του Βιτγκεστάιν τού δείχνει τον τρόπο με τον οποίο αλώνει το ωκεάνιο υλικό: «Κάθε πρόταση που γράφω στοχεύει πάντοτε στο όλον· στο ίδιο πράγμα δηλαδή, ξανά και ξανά. Σαν να ‘ναι όλες μου οι προτάσεις απόψεις του ίδιου πράγματος από διαφορετικές γωνίες». Μπορούμε να μιλάμε για «οντολογία της σχέσης»;

Η πρώτη ερώτηση, στο πρώτο μέρος -δίκην εισαγωγής-, υπό τον τίτλο «Η σχέση στο γλωσσικό μας κώδικα»: «Η απάντηση στο ερώτημα θα είναι θετική αν καταδείξουμε ότι το γεγονός που σημαίνεται με τη λέξη σχέση μπορεί (σε κάποιες περιπτώσεις) να έχει οντολογικό περιεχόμενο. Οτι μπορεί η σχέση να συνιστά υπαρκτικό γεγονός: τρόπο υπάρξεως ή και ιδρυτικό υπάρξεως γεγονός». Από το τελευταίο, το εικοστό μέρος, «Πότε κυριολεκτεί το σημαίνον οντολογία της σχέσης», αποσπάμε ορισμένα σημεία που αναγιγνώσκονται ως συμπεράσματα ή διαπιστώματα: «Ο,τι οι άνθρωποι ονομάζουμε ηθικό κακό φαίνεται να έχει ως πραγματική αφετηρία και αιτία όχι το ήθος, αλλά τη φύση του ανθρώπου». Με την έκφραση φυσικό κακό -συνεχίζει- σημαίνουμε την «πραγματικότητα της φύσης ως δεδομένη απειλή για την ανθρώπινη υποστατική ετερότητα, την ατομική ύπαρξη του ανθρώπου. Απειλή και κακό είναι τόσο η αντι-κείμενη φυσική πραγματικότητα όσο και η ίδια φυσική οντότητα του υποκειμένου. Ανερμήνευτη, και γι’ αυτό αινιγματική, καιροφυλακτεί η απειλή του κακού, συνυφασμένη με το συναρπαστικό κάλλος και την ιλιγγιώδη σοφία τόσο της αντικειμενικής όσο της υποκειμενικής του ανθρώπου φύσης». Και το ακροτελεύτιο, όταν αναφέρεται στην ανυποταξία του λογικού υποκειμένου στη νομοτέλεια του βιολογικού θανάτου, ανυποταξία που ανιχνεύεται από το ευαγγελικό «ως δι εσόπρου εν αινίγματι».


πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 8/05/2004

Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γεννήθηκε τὸ 1935 στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ σπούδασε Θεολογία, ἐνῷ συνέχισε μὲ σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Βόννη καὶ τὸ Παρίσι. Διδάκτωρ Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης. Διετέλεσε καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικῶν καὶ Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀθήνας, στὸ Τμῆμα Διεθνῶν καὶ Εὐρωπαϊκῶν Σπουδῶν. Ἐπίσης, ἔχει διδάξει βυζαντινὴ θεολογία καὶ Φιλοσοφία στὸν Ἅγιο Σέργιο Παρισίων, στὸ Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν (Παρίσι), στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Γενεύης, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Κρήτης (Ρέθυμνο) κ.ἀ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here