Βιβλίο: Θρησκεία και Επιστήμη

0
96

Tίτλος : Θρησκεία και Επιστήμη Συμβολή στην επιστημολογική Διαλεκτική Ακτίστου και Κτιστού
Συγγραφέας :
Σπύρος Τσιτσίγκος
Εκδόσεις :
Tremendum, Ιανουάριος 2010

Για έναν κόσμο, όμως, που αμφιβάλλει ολοένα και περισσότερο για τον εαυτό του, η Φιλοσοφία και η θρησκεία είναι εκ των προτέρων οι πιο αρμό­διες να τον πληροφορήσουν για την ακριβή κατάσταση και θέση στην οποία βρίσκεται. Πράγματι, σε κρίσιμες στιγμές τού ιστορικού Πνεύματος όσοι ζη­τούν να μάθουν τον λόγο τής ιστορικής ανάγκης και αισθάνονται εξ ονόμα­τος της εποχής τους την αγωνία τής απουσίας απαντήσεων και συνάμα το βάρος τού υπαρξιακού ερω­τήματος, στοχά­ζονται και φιλοσοφούν

Οι θρησκείες, διαθέτοντας το πνεύμα τής προφητείας, μπορούν και αφουγκράζονται, πολύ πριν από τη Φιλοσοφία ή την Επιστήμη, τα απο­καλυ­πτικά μηνύματα μιας εποχής. Έτσι, οι αποκαλυπτικοί καιροί έχουν γίνει συ­νώνυμο των περιόδων κρίσεων. Η σύγχυση και αβε­βαιότητα αυτή μαζί με τις δυσοίωνες παγκοσμίως προσδοκίες για την ποιότητα ζωής τού «η­λεκτρο­νι­κού», «μι­ντια­κού» και «οι­κο­λο­γι­κού» αν­θρώ­που τού 21ου αιώ­να, όπως και τής απει­λής για μία πλανητική αυ­τοκαταστροφή (βλ. οικολο­γική, ενεργειακή και οι­κονομική κρίση), πε­ριστέλλουν κάθε αισιόδοξο φιλοσοφικό ή επιστημονικό προαίσθημα, καθιστώντας πλέον κάθε διά­λογο Φυσικής και Θεολογίας όχι απλά απολογητικό, αλλ’ αποκαλυπτικό. Όντως, σε κρίσιμες για την αν­θρω­πότητα εποχές, ο φιλοσοφικός και επι­στημονικός λόγος φαντάζει πιο σεμνός και μετριόφρων, αφού όσο κλονί­ζεται, τόσο συγκεντρώνε­ται στον εαυτό του, ερωτώντας για την αρχή, τη φύση και το νόημά του. Έτσι, μετά τη συντριβή τού τελευταίου οικήματος του ευρωπαϊ­κού πνεύματος, της κλασικής Φυσι­κής, ο άνθρωπος έμεινε ανέστιος πνευ­ματικά.

Μέσα σε ένα τέτοιο εσχατλογικό κλίμα, οι γνωσιολογικές σχέ­σεις Υπερβατικού (Transzendenz) και ενδοκοσμικού (Immanenz), ά-λο­γου και Ορθού Λόγου, πίστης και γνώσης, θρησκείας και Επιστήμης, μεταβάλλο­νται ανα­γκαστικά. Η «πα­λιά» Θρη­σκεί­α (ο Χρι­στια­νι­σμός), ό­πως και η Επι­στήμη, δεί­χνουν, βέβαια, ό­τι ε­ξα­κο­λου­θούν να αν­θί­στα­νται ―πό­τε πιο δυναμικά και πό­τε πιο αδύναμα (J. Kirk)―, χω­ρίς, ω­στό­σο, να δια­τη­ρούν την προ­γο­νι­κή τους αί­γλη. Αφε­νός η α­πο­λυ­τό­τητα και των δύ­ο, και α­φε­τέ­ρου η με­τα­ξύ τους ο­ξεί­α στο πα­ρελθόν α­ντι­πα­ρά­θεση έ­χουν πε­ρά­σει α­νε­πιστρε­πτί. Αμ­φό­τε­ρες έ­χουν γί­νει τώρα πιο «συνεσταλμένες» και διαλ­λα­κτι­κές (Ch. Henderson), α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νες, απ’ τη μί­α, ό­τι ο μα­χη­τι­κός α­θε­ϊσμός υ­πο­δαυ­λί­ζει αυ­τό α­κρι­βώς που μά­χε­ται, δηλ. τον θρη­σκευ­τι­κό φα­να­τισμό (K. Armstrong, D. Wolpe), και, απ’ την άλ­λη, ό­τι μί­α στεί­ρα δια­μάχη θρη­σκεί­ας και Επιστή­μης ζη­μιώ­νει και α­δι­κεί τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα.

Ωστόσο, θρησκεία και Επιστήμη δεν μιλούν πάντα την ίδια «γλώσσα», με αποτέλεσμα τον κίνδυνο αλληλοπαρανόησής τους. Αν φύ­γει ο Θεός από τη μέση, τότε ο Άνθρωπος είτε θα θεοποιήσει ξανά τη Φύση και τον εαυτό του μέσω τής Επιστήμης (M. Redhead), όπως έκανε παλαιότερα, είτε θα διο­λισθήσει ―που είναι και το πιο πι­θανό― σε έναν (λογικό ή οικολογικό) Νε­ο-πα­γα­νι­σμό ή/και θρη­σκευ­τι­κό συ­γκρη­τι­σμό (H. Tincq), ό­που η μεν Επιστήμη συνοικεί με τη μετα-επιστήμη (metascience) και την Τέχνη, η δε θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα/πνευ­μα­τι­κό­τη­τα συνυπάρ­χει με το Occult, την Αστρο­λογία, τη δεισιδαιμονία, τον Αποκρυ­φι­σμό, τη Μα­γεία, τον Ε­σω­τε­ρι­σμό κ.λπ. Φαίνεται ότι, όσο στην Ιστορία επιτυγχά­νεται ευημερία και πρόοδος, τόσο ο άνθρωπος εξαχρειώνεται, κατά έναν κύκλο.

Αν, όμως, τόσο η ανεπάρκεια του ανθρώπινου λόγου και πολιτι­σμού, όσο και η επιτυχία τους, εμπεριέχουν τα σπέρματα τού εκπε­σμού και της αυ­τοδιάψευσης, η λύση θα πρέπει να ανευρεθεί κάπου στη μέση, ήτοι στην ιδέα τής διαρκούς μέριμνας, εγρήγορσης και ολι­στικής ανοι­χτότητας. Αν η μεταμοντέρνα Επιστήμη επιθυμεί να συνεχίσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην παγκόσμια κοινωνία, θα πρέπει να καταστεί «επιστήμη τής πολυπλοκότητας».

Πολλοί κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι και σύγχρονοι διανοητές, μπρο­στά σε αυτήν την ανησυχία, ανατρεπτικότητα και ανασφάλεια, δεν βλέπουν άλλη διέξοδο από αυτήν τής θρησκείας. Ο καθηγητής τής Κοι­νωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Harvard, Daniel Bell, ανα­γνωρίζει ότι η ιδέα τού μετα­βιομηχανικού Κα­πιταλισμού, που επι­στρέφει σε μία κα­τανόηση της θρη­σκείας, επιδιώ­κει έναν θεμελιακό υπαρξιακά στόχο: την ελπίδα για ένα μέλ­λον. Τί­ποτε σήμερα δεν συγ-κρατεί την πραγματικό­τητα, δεδομένου ότι το κοσμικό σύστημα εν­νοιών αποδείχτηκε αυταπάτη. Αναμφίβολα, μόνο η θρησκεία μπορεί να νιώσει, σε βάθος και πληρό­τητα, αυτήν τήν απειλή, επειδή τα θρη­σκευτικά αντίβαρα είναι αδιά­ψευ­στα (δεδομέ­νου ότι δεν στηρί­ζονται σε υλικά μεγέθη, τα οποία μπορεί να διαψεύ­δονται). Οι Stark και Bain­bridge (1985) έχουν υποστη­ρίξει ότι η «Επι­στροφή τού Θεού» (Cox, 1996) είναι μία λογική απάντηση στην κο­σμική αυτή απογοήτευση που έχει προ­καλέσει ο Καρτεσιανός δυϊσμός και η υλική αποτυχία τού δυτικού πο­λιτισμού. Προ­τεστάντες μάλιστα θε­ολόγοι (π.χ. Pinnock et al.) αποδί­δουν ευθύνες στα αρ­χαι­οελληνικά (Ανα­ξα­γόρας, Πλάτων, Αριστοτέ­λης κ.ά.) θεμέλια του δυτικού ευρω­παϊκού πολιτισμού, αφού, όντως, η ελληνική Επιστήμη υπολαμβάνεται ως υπο­κει­μενική, ορθολογική και καθαρά διανοητική (Ch. Gillispie).

Αν οι ανθρώπινες κοινωνίες εξαρτώνται από τα λειτουργικά οι­κο­συ­στήματα, μία εντατική διαχείριση του οικοσυστήματος από τις σύνθε­τες κοι­νωνίες αλλοιώνει και εκφυλίζει το περιβάλλον. Τη στιγμή όμως που η κοινω­νία εκφυλίζεται και το περιβάλον αποδιοργανώνεται, μπορεί να περάσει το κρίσιμο κατώτατο όριο και να εμφανισθεί μία κρίση νομι­μοποίησης (SteinerAeschliman 1999), όπου κάτι αμετά­κλητα φαίνεται να αλλάζει στο «ήθος» τής κοινωνίας (Berger et al.). Ακόμα, μία κρίση νομι­μοποίησης εντείνει τις σχέσεις μεταξύ των θε­σμικών υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων και του λαού. Τε­λικά, τα οικοσυστήματα αναδιοργα­νώνονται, για να μειώσουν το ανθρώπινο φορτίο που προκαλεί είτε την κοινωνικο-πολιτιστική αναδιοργάνωση, είτε την κατάρρευσή του. Στην αναδιοργάνωση αυτή παίζει σημα­ντικό ρόλο η θρησκεία. Καθώς η περι­βαλλοντική υποβάθμιση ανυψώ­νει τη μεταβιομηχα­νική κεφαλαιοκρατία, μία νομιμοποίηση της κρί­σης μπορεί να αυξήσει την επιρροή τής άτυπης θρησκείας. Έτσι, η θρησκεία ―με την προώθηση λογι­κών κοινωνικών αλλαγών μέσα στο χάος και την κοινωνική αναταραχή― καλείται να δι­απλάσσει τούς ανθρώπους, για να αναδιοργανωθεί η κοινω­νία. Όλα αυτά, βέ­βαια, αντιστρέφουν τη δυναμική που προϋπέθετε ότι ο Με­τα­μο­ντερ­νισμός θα διέβρωνε τελικά την απαίτηση για τις παραδοσιακές θρη­σκευτικές πεποιθήσεις και, κατά συνέπεια, ότι η θρησκεία θα αποδυ­να­μωνόταν (Wilson 1966, 1982).

Σχετική έρευνα του 1992 στη Γαλλία (Minois, σ. 31, Festraets, pp. 46-49) έδειξε ότι το 89% των ερωτηθέντων ―πιστών και μη― απά­ντησε ότι ο επι­στήμονας μπορεί ανεμπόδιστα να θρησκεύεται, ενώ το 64% ότι η Επι­στήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδείξει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία τού Θεού. Σε αντίστοιχη έρευνα της Αγγλίας, μόνο το 29% συμφώνησε ότι θρησκεία και Επιστήμη βρίσκονται σε σύγκρουση (Wilkinson, p. 224). Εξάλλου, πανελλήνια έρευνα μεταξύ τών νέων, που διεξήγαγε το Ινστι­τούτο Πολιτικής Κοινωνιο­λογίας τού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευ­νών (υπεύθυνος ο Καθηγητής Δ. Χαραλά­μπης και συντονιστής ο Π. Κα­φετζής) τον Μάϊο του 1999 και τα απο­τελέσματά της ανακοινώθηκαν τον Νοέμβριο του 2000, έδειξε ότι μα­θη­τές Γυμνασίου και Λυκείου θεωρούν τή θρησκεία ως σημαντικό παράγοντα για τη ζωή, σε ποσοστό 88% οι πρώτοι και 77% οι δεύτε­ροι.

Η στάση των πιστών απέναντι στην ετερότητα ήταν μέχρι σή­μερα αμυντική, αλλά τώρα πια οι «εχθροί» βρίσκονται εντός των πυ­λών· η πε­ρι­χαράκωση δεν ωφελεί τόσο, όσο η γόνιμη αντιπαράθεση. Το έτος 2009 έχει ανακηρυχθεί ως «έτος τής Επιστήμης». Η προσπά­θεια συνάρμοσης θρη­σκείας και Επιστήμης φαίνεται αναπόφευκτη. Μία τέτοια όμως συ­νάρμοση δεν είναι απαραίτητο να είναι αδιάφορα συμπληρωματική, απλά αθροιστική ή συγχωνευτική, αλλά, λαμβάνο­ντας υπόψη όλες τις υπεισερχόμενες μετα­βλητές, ευέλικτη, πολυ­επί­πεδη και πολύμορφη. Οφείλουμε να αντιμετωπί­ζουμε με σεβασμό τις προσωπικές τοποθετή­σεις όλων των ανθρώπων (ερευ­νητών, φο­ντα­μεναλιστών, αρνησίθεων κ.λπ). Ο καθένας προσπαθεί να εκ­φράσει, όσο καλύτερα γίνεται, αυτό που του επιτρέπεται να ζήσει και να συ­νειδητοποιήσει. Η Εκκλησία χρειάζεται πλέον μία δυναμική και ενερ­γητική Απολογητική, και μία δι­ευρυμένη και ωριμότερη Ποιμα­ντική.

Το έρ­γο αυ­τό, που, μεταξύ των άλλων, απευθύνεται σε κάθε ελεύ­θερα σκεπτόμενο άνθρωπο και ιδιαίτερα πεπαιδευμένο μέλος τής Εκ­κλησίας, δεν αποτελεί Φιλοσοφία τής Θρησκείας ή φιλοσο­φική Θε­ολογία, ούτε φι­λο­δοξεί, βέβαια, να κα­λύ­ψει συστηματικά, δηλ. κατά επιστημονικό κλάδο, ό­λον τον χώ­ρο τής Α­πο­λο­γη­τι­κής Θε­ο­λο­γί­ας. Για τον γρά­φοντα θα ήταν αρκετό, αν κατόρθωνε να προ­σφέ­ρει α­φενός έναν προϊδεασμό για τη σύγ­χρο­νη προ­βληματι­κή στον διά­λο­γο Ε­πι­στή­μης και θρη­σκεί­ας και αφετέ­ρου κά­ποια σχετι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα για πε­ραι­τέ­ρω α­νά­λο­γες έρευ­νες.

… Από τον πρόλογο του βιβλίου (σελίδες 9-12)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here