Η γένεση του συλλογικού Υποκειμένου

Αφιέρωμα στον Ρενέ Ζιράρ Μέρος Ι

14
172

Το έργο του Ζιράρ προκάλεσε κάποιο ενδιαφέρον και στην χώρα μας. Όχι η θεωρία του καθεαυτή, τι διαπραγματεύεται και αν είναι ή όχι επιστημονική και σωστότερη από τις προϋφιστάμενες φιλοσοφικές. Το ενδιαφέρον εστιάζεται αποκλειστικά στα εντυπωσιακά, θρησκευτικής τάξεως συμπεράσματα, που φαίνεται να προκύπτουν απ’ αυτήν. Είναι δύο κυρίως: Αφ’ ενός, η απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στον χριστιανισμό και στο σύνολο των θρησκειών της ανθρωπότητας. Και αφ’ ετέρου, ότι δεν νίκησε η νεωτερική «εκκοσμίκευση» τον χριστιανισμό, εκδιώκοντάς τον από το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, αλλά «έπαιξε το παιγνίδι» του, επειδή δεν κατάλαβε, ότι ο χριστιανισμός επιτυγχάνει τους στόχους του αποπεμπόμενος! Εντυπωσιακά ασφαλώς και τα δύο, αλλά αν πρόκειται να μη μείνουμε στην επιφάνεια των εφήμερων εντυπώσεων, χρειάζεται να κατανοήσουμε την προκείμενη θεωρία, η οποία κάθε άλλο παρά θρησκευτική είναι. Ό,τι είναι η ηλιοκεντρική θεωρία για την αστρονομία, είναι η θυματική θεωρία για την κοινωνική οντολογία: μετα-νεωτερική επιστημολογική τομή. Για να κατανοηθεί όμως η σημασία της πρέπει να συζητηθεί. Κι αυτό είναι θαρρώ πολύ πιο σημαντικό από οιοδήποτε θρησκευτικό συμπέρασμα, το οποίο μπορεί κάλλιστα να είναι και βεβιασμένο. Άλλωστε η χριστιανική πίστη δεν έχει ανάγκη την επιδοκιμασία του θύραθεν λόγου, εκτός και δεν στηρίζεται στα πόδια της και ψάχνει για επιστημονικά δεκανίκια. 

Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του ΡΖ διακινδύνευσα μια σύντομη αποτίμηση του έργου του, συνοψίζοντας παλιότερη ατέλειωτη μελέτη μου σε τρία μέρη, που για λόγους διαδικτυακής οικονομίας, θα δημοσιευτούν χωριστά. Το πρώτο και το δεύτερο αναφέρονται στο πώς  η σκέψη του Ζιράρ μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τα βασικά προβλήματα της κοινωνικής οντολογίας. Το τρίτο αναφέρεται στην προκαλούμενη από το έργο του ανα-κατανόηση του χριστιανισμού. 

ΜΕΡΟΣ Ι

Η γενεση του συλλογικού ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ

Στον Ζιράρ ανήκει η τιμή ότι έλυσε το επιστημονικό πρόβλημα της γένεσης του συλλογικού υποκειμένου, θέτοντας συνάμα τη βάση για την επιστημονική προσέγγιση και στα άλλα δύο, την ανάπτυξη και την κατάρρευσή του. Πριν όμως μπούμε στο θέμα είναι σκόπιμες ορισμένες διευκρινίσεις γνωσιολογικού χαρακτήρα.

1.- Επιστημολογικές διευκρινίσεις  

Οι διευκρινίσεις, που είναι απαραίτητο να προηγηθούν, αναφέρονται στο πεδίο ορισμού της θεωρίας του Ζιράρ, στο τι εννοούμε όταν μιλάμε για «επιστημονική προσέγγιση» και τι «περιμένουμε» απ’ αυτήν και τελικά στην αποσαφήνιση των προς απάντηση ερωτημάτων.

1.1 Θύμα – Θυσία 

Ο Ζιράρ ονομάζει «θυματικό μηχανισμό» την κεντρική έννοια της θεωρίας του («mécanisme victimaire», victime|θύμα). Ως αντικειμενική δε βάση της επικαλείται το φαινόμενο του αποδιοπομπαίου τράγου, την καθολικότητα του οποίου αποδεικνύει με το υλικό που έχει συγκεντρώσει από τα πιο διαφορετικά πεδία: από την εθνολογία, ως την ψυχολογία και τη λογοτεχνία. 

Η καθολικότητα του φαινομένου του παρέχει τη δυνατότητα να θεμελιώσει μια θεωρία καθολικών – διεπιστημονικών αξιώσεων. Όπερ και έπραξε, καλύπτοντας σχεδόν όλες τις περιοχές του πολιτισμικού επιστητού, μεταξύ των οποίων και την κοινωνική οντολογία. Η κεντρική του όμως έννοια, ο «θυματικός μηχανισμός», συνάδει με το επίπεδο γενικότητας, που απαιτεί ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της θεωρίας. Οπότε, αν θέλουμε να υπεισέλθουμε σε κάθε μια από τις ιδιαίτερες γνωστικές περιοχές που καλύπτει, πρέπει να προβούμε στην κατάλληλη εξειδίκευση-προσαρμογή της υπερκείμενης αυτής γενικής έννοιας. Πρέπει να την «προβάλλουμε», εν προκειμένω, στο κοινωνιο-οντολογικό επίπεδο, ώστε να κρατήσουμε το επ’ αυτού «αποτύπωμά» της. 

Προκρίνω ως πρόσφορη προσαρμογή την «θυσία» αντί της «θυματοποίησης» και τον «θυσιαστικό μηχανισμό» αντί του «θυματικού μηχανισμού». Η «θυματοποίηση» εκβάλλοντας στην κοινωνική θέσμιση μετατρέπεται σε «θυσία», όπως θα δούμε.

1.2 Προσεγγίσεις: μυθική, φιλοσοφική, επιστημονική

Μιλώντας για επιστημονική προσέγγιση, πρέπει να διευκρινίσω τι εννοώ: 

α) Αναφέρομαι στη διαφορά της από τη φιλοσοφική και τη μυθική προσέγγιση. Ενώ η μυθική χρησιμοποιεί την εικόνα ως γνωστικό εργαλείο και η φιλοσοφική την έννοια, η επιστημονική προσέγγιση χρησιμοποιεί τη γειωμένη στην εμπειρία λογική «υπόθεση», με στόχο να κατασκευάσει τον «αλγόριθμο που δουλεύει». Δηλαδή ένα μαθηματικό σχήμα εφοδιασμένο με ορισμένες εξηγήσεις, για το πώς και το γιατί «δουλεύει». 

β) Η επιστημονική προσέγγιση προϋποθέτει και εντάσσεται σε κάποια προδεδομένη φιλοσοφική –συνήθως χωρίς να το ξέρει. Ομοίως και η φιλοσοφική, η οποία προϋποθέτει κάποια μυθική, στο πλαίσιο της οποίας -αδήλως κατά κανόνα- «λειτουργεί». 

γ) Η διαφορά των τριών προσεγγίσεων δεν έχει να κάνει με την «αντικειμενική αλήθεια». Επίσης, επειδή η μια προσέγγιση διαδέχτηκε ιστορικά την άλλη, δεν σημαίνει ότι η τελευταία (η επιστημονική), «ακυρώνει» τη νομιμότητα των δύο προγενέστερων, όπως εν γένει νομίζεται. Και οι τρεις δύνανται να είναι «αληθείς», όχι ως προς την «αλήθεια γενικά», αλλά ως προς το προσεγγιζόμενο «πρόβλημα». Που στο κοινωνιο-οντολογικό επίπεδο είναι και για τις τρεις το αυτό. 

δ) Υπ’ αυτή την (γ) έννοια, η επιστημονική προσέγγιση «υπερτερεί», στο μέτρο που είναι «πιο κοντά» στην τελείως διαφορετική και από τις τρεις, «επιχειρησιακή» προσέγγιση, την οποία είναι υποχρεωμένος να εκπονήσει ο επειγόμενος να λύσει το «πρόβλημα» στην πράξη.  

1.3 Τα ερωτήματα

Τούτων δοθέντων, τα ερωτήματα ως προς την εν προκειμένω επιστημονική προσέγγιση, διαμορφώνονται ως εξής: Διαθέτει «αλγόριθμο» η θυσιαστική θεωρία; Αν ναι, «δουλεύει», ώστε να απεικονίζει τον τρόπο, με τον οποίο υποτίθεται ότι έγινε το μπιγκ μπαγκ της μετάβασης από την αθέσμιστη στη θεσμισμένη κοινωνική κατάσταση; Φωτίζει την έκτοτε πολυσχιδή ιστορική ανάπτυξη της κοινωνικής θέσμισης, αλλά και την παρατηρούμενη αστάθειά της, καθώς και την συχνή κατάρρευσή της; 

Για τη θετική απάντηση στα ερωτήματα αυτά πείθεται κανείς, αν μάθει ποιος ακριβώς είναι ο θυσιαστικός αλγόριθμος (ή «μηχανισμός»), πώς λειτουργεί, ποια εμπειρικά δεδομένα τον στηρίζουν και γιατί εν τέλει λειτουργεί.

2.- Ο θυσιαστικός αλγόριθμος 

Υποτίθεται, λοιπόν, ότι αν εντός μιας προπολιτισμικής κοινωνικής ομάδας εισαχθεί ο «θυσιαστικός αλγόριθμος», θα προκληθεί η μετάλλαξή της από αθέσμιστη σε αυτοθεσμιζόμενη ομάδα-κοινότητα.

2.1 Ο αλγόριθμος – ποιος είναι, πώς λειτουργεί και σε ποια δεδομένα στηρίζεται. 

Ποιος είναι: Ο θυσιαστικός αλγόριθμος συγκροτείται από τρία βήματα. Βήμα 1ο: πόλεμος όλων εναντίον όλων. Βήμα 2ο:  πόλεμος όλων εναντίον ενός – λυντσάρισμα του «μιάσματος». Βήμα 3ο: ιεροποίηση του θύματος – θέσμιση της συμφιλίωσης των εμπολέμων. 

Πώς λειτουργεί: Εντός του αρχικώς αθέσμιστου κοινωνικού πεδίου ξεσπά αλληλομαχία. Αν δεν βρεθεί θύμα, η αλληλομαχία εξελίσσεται σε αλληλοεξόντωση. (Όπως στους «σπαρτούς» πολεμιστές του αργοναυτικού μύθου.) Αν βρεθεί θύμα (βήμα 2) αλλά η  ιεροποίησή του δεν ευδοκιμήσει, έχουμε υποστροφή στο βήμα 1. Αν ευδοκιμήσει, αρχίζει η κοινωνική αυτοθέσμιση. Συμπέρασμα: Πρόκειται για ανακυκλική διαδικασία –αλγοριθμική- γιατί ενέχει νόμο προόδου (προς την θεσμισμένη κοινωνική κατάσταση) και συνάμα νόμο υποστροφής (προς το θεσμικό μηδέν).

Υποστηρικτικά δεδομένα: Κοινωνικό πεδίο υπήρχε και πριν πρωτοθεσμιστεί. Πώς ακριβώς δεν το ξέρουμε. Δεν έχουμε κανένα χειροπιαστό στοιχείο. Ό,τι στοιχεία και τεκμήρια έχουμε για τον άνθρωπο, είναι στοιχεία ανθρώπινου πολιτισμού (τάφοι, ζωγραφιές, κ.λπ.). 

Έχουμε όμως  στοιχεία και τεκμήρια: α) Για το ότι οι πολιτισμοί και οι ανθρώπινες κοινωνίες κάποια στιγμή αποσαθρώνονται και καταρρέουν, πέφτοντας τότε σε μια αθέσμιστη κατάσταση. β) Για το τι συμβαίνει όταν πέφτουν (πόλεμος όλων εναντίον όλων). γ) Για το πώς βγαίνουν από εκεί, όταν βγαίνουν (όλοι εναντίον ενός, θυματοποίηση), αναθεσμίζοντας το κοινωνικό πεδίο. Και δ) για το τι κάνουν αμέσως μετά (τελετουργικά, θυσία, ταμπού, κ.λπ.). 

Από την παρατήρηση αυτών των στοιχείων, μπορούμε να κάνουμε την εύλογη και θεμιτή υπόθεσηότι τα εν λόγω «βήματα» περιγράφουν αυτό που συνέβαινε «πάντα» ή «από καταβολής κόσμου», μιας και το παρατηρούμε από τότε που ξεκινούν τα πρώτα μας τεκμήρια μέχρι σήμερα. Υπ’ αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για την «αθέσμιστη κοινωνική κατάσταση» και για την «γένεση του συλλογικού υποκειμένου» γενικά

Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι, πριν απ’ όλα, οι θησαυρισμένοι από την εθνολογία καταγωγικοί μύθοι της ανθρωπότητας, που πάντοτε κρύβουν κάποιο θυσιαστικό συμβάν. Είναι επίσης η καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου, που κοινός παρονομαστής του είναι η θυσία. Είναι επίσης τα πολιτισμικά «κείμενα διωγμών» της νεώτερης εποχής. Με δυο λόγια: Είναι το φαινόμενο του «αποδιοπομπαίου τράγου». Ή αλλιώς, ο «νόμος του λυντς» (το γνωστό από τη διαδικασία γένεσης και διαμόρφωσης των ΗΠΑ «λυντσάρισμα»). 

2.2. Γιατί λειτουργεί 

Γιατί πυροδοτείται ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων»; Γιατί και πώς ο πόλεμος αυτός δύναται να μεταμορφωθεί σε πόλεμο «όλων εναντίον ενός»; Γιατί συμφιλιώνονται οι θύτες πάνω στο πτώμα του θύματος; Πού οφείλεται η απαραίτητη «παραγνώριση» για να γίνει η μετάβαση από το βήμα 1, στο 2 και στο 3, καθώς και η αντίστροφη κίνηση; Ποιο ακριβώς είναι το λογικό της νόημα; 

Στα ερωτήματα αυτά ο Ζιράρ απαντά, αποκαλύπτοντας το ρίζωμα του θυσιαστικού μηχανισμού στον συγκρουσιακό μιμητισμό. Τον οποίο περιγράφει ως πάθος του επιθυμητικού οργάνου της ψυχής. Το πάθος συνίσταται στην έως αυτονομήσεως μιμητική έξαρση του εριστικού ταραγμού. Έχει δε παρασιτικό χαρακτήρα: συναναπτύσσεται με την επιθυμία, πυροδοτώντας τον θυσιαστικό μηχανισμό, από την ενέργεια του οποίου τρέφεται. Ο συγκρουσιακός μιμητισμός και η «παραγνώριση», που τον συνοδεύει, εξηγεί έτσι το πέρασμα από το ένα βήμα του θυσιαστικού αλγορίθμου στο άλλο. 

Θα επιχειρήσω τώρα την «ελληνική μετάφραση» των εξηγήσεων αυτών για την σχέση έριδας και επιθυμία, για την παραγνώριση και για τον μιμητισμό ως πολλαπλασιαστή τους. 

2.2.1 Οι αιτίες της έριδας 

Γιατί τσακωνόμαστε; Αποδέκτης του ερωτήματος είναι η «ψυχή». (Αφού, ως γνωστόν, ο ανίκανος για τσακωμό «δεν έχει ψυχή μέσα του».) Οι Έλληνες, πρωταθλητές του πολέμου όλων εναντίον όλων, αποφάνθηκαν και οι πλέον ειδήμονες εξ αυτών, οι ασκητές του «αοράτου πολέμου» επιμαρτύρησαν, ότι η ψυχή έχει τρία «μόρια»: το επιθυμητικό, το θυμικό και το λογ(ιστ)ικό. Τρία λοιπόν τα κέντρα λήψης του ερωτήματος. Άρα τριπλή και η απάντηση. 

– Το λογικό ειρηνεύει όταν συμπέσουν οι γνώμες. Το θυμικό όταν συμπέσουν τα συναισθήματα. Ο εριστικός ερεθισμός τους προϋποθέτει αντίθεση απόψεων και αντίθεση συναισθημάτων: Όταν εσύ θεωρείς σωστό το άλφα κι εγώ το πλην άλφα. Όταν εσύ θλίβεσαι για την αναποδιά που σε βρήκε και εγώ δεν κρύβω τη χαρά μου. 

(Πριν πάμε στο επιθυμητικό, ας αφαιρέσουμε από τον ορίζοντα της επιθυμίας τα απεριορίστως παρεχόμενα και ανεμποδίστως προσβάσιμα «αγαθά». Δεν θα πω, λ.χ. «επιθυμώ» τον αέρα που αναπνέω, αφού τον έχω ήδη στη διάθεσή μου. Αν βέβαια μου τον στερήσεις θα τον «επιθυμήσω». Η επιθυμία ζητά κάτι το μη αφειδώς διαθέσιμο που της λείπει. Είναι έλλειμμα που ζητά πλήρωση. Ή κατ’ άλλη διατύπωση: πληγή που γυρεύει θεραπεία.) 

– Στο επιθυμητικό, συμβαίνει το ανάποδο απ’ ό,τι στο λογικό και στο θυμικό. Η εδώ έριδα κατοικοεδρεύει στην ομο-επιθυμία. Όταν επιθυμήσουμε το ίδιο αντικείμενο (πρόσωπο, πράγμα, σχέση, κατάσταση) και κινηθούμε προς αυτό, πυροδοτείται ακαριαία ο εριστικός ταραγμός. Τουναντίον: επιθυμητικά ελκόμενα από αντίθετα «αντικείμενα του πόθου», είναι εξαιρετικά απίθανο να πυροδοτήσουν τον εριστικό ταραγμό. Αν μάλιστα η ετερο-επιθυμία, τυχαίνει να συνοδεύεται από σύμπτωση απόψεων και συναισθημάτων, τότε η φιλότητα βρίσκει το ευνοϊκότερο δυνατό έδαφος για να εκτοπίσει το νείκος

Η έρις που έχει μητέρα τη μίμηση είναι «υπερτέρου γένους» από την έριδα που έχει μητέρα την «ανάγκη». Ο οικονομικός ανταγωνισμός, λ.χ., επικουρούμενος από τη διαφήμιση και τη μόδα-μίμηση, γεννά  ατελεύτητο πλήθος «αναγκών» εκ του μηδενός. Επομένως και την επακόλουθη της μη «κάλυψής» τους έριδα. Όπως επίσης ο υποσκελισμός της αναγκαιο-κρατικής έριδας από την μιμητική έριδα, κατά την πορεία της μιμητικής κλιμάκωσής της, όπου η «ανάγκη» ξεχνιέται και το κόστος της αλληλομαχίας την υπερβαίνει, όπως ο όγκος της χιονοστιβάδας το εντός της χαλικάκι. 

2.2.2 Η θυσιαστική παραγνώριση

Ας σημειώσουμε τώρα ότι το θυμικό και το λογικό έχουν την τάση να στοιχίζονται στην υπηρεσία του επιθυμητικού. Το μεν λογικό να δικαιολογεί την επιθυμία. Ο δε θυμός να αγριεύει και σαν το μαντρόσκυλο να καταλαμβάνεται από επιθετική μανία. Όταν τα «ηνία της ψυχής» τα έχει αδράξει ο θυμός η παραγνώριση είναι δεδομένη. Και να «θέλει» το λογικό να αντιδράσει, απλά δεν προλαβαίνει, καθώς (όπως θα μας πει η επιστήμη του εγκεφάλου) λειτουργεί με υπο-πολλαπλάσια εκείνου ταχύτητα. Η παραγνώριση (η «σκέψη» του «μαντρόσκυλου») έχει αναγνωρίσει σαν «εχθρικό τέρας» το άτυχο θύμα και αφού το «έκανε κομμάτια», παραχώνει όπως-όπως το πτώμα του και ανακαλεί την φιλότητα, αναπέμποντας ευχαριστήριους ύμνους στο τέρας-θύμα, που ευδόκησε να πάρει πάνω του το αλληλοκτονικό μίασμα. Θα κλείσει δε τον κύκλο, εντυπώνοντας στη συλλογική μνήμη την εικόνα του θύματος ως κακοποιού –μιαρού- και συγχρόνως ως αγαθοποιού –ιερού- όντος. 

Είναι ακριβώς η εικόνα της αρχαϊκής θεότητας. Και προσοχή. Τη «συλλογική» μνήμη την ιδρύει η συγκλονιστική «επιτυχία» του θυσιαστικού συμβάντος. 

2.2.3 Ο μιμητισμός ως πολλαπλασιαστής 

Ας έρθουμε τώρα στον μιμητισμό, τον σύμφυτο με τον κοινωνικό χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, όπου και η πιο σκοτεινή πτυχή. 

Παρά τα όσα κανοναρχούν οι νόμοι και οι προφήτες της νεωτερικότητας, οντολογικώς το υποκείμενο δεν είναι «άτομο». Αν υποτεθεί, ότι η «ατομική» αντίληψη ισχύει για το λογικό και το θυμικό (εγώ και το αντικείμενο της σκέψης μου, εγώ και το αντικείμενο του συναισθήματός μου), αυτό με τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί για το επιθυμητικό. Εκεί το καθεστώς είναι ριζικά διαφορετικό, διότι η επιθυμία, εξηγεί ο Ζιράρ, δεν είναι διπολική («αυτή» και το «αντικείμενό» της), αλλά τριπολική:  «αυτή», το «πρότυπό» της και το «αντικείμενό» της. Ή σύμφωνα με την ακριβέστερη «ελληνική» διατύπωση: το επιθυμητικό, το πρότυπο και το αντικείμενο

Ο άνθρωπος, αν και «επιθυμητικό» ον, δεν γεννιέται γνωρίζοντας τι ακριβώς «αξίζει» να επιθυμεί. Μαθαίνει μιμούμενος τον Άλλο, ο οποίος υπεισέρχεται ως πρότυπο. Το επιθυμητικό βλέπει τι επιθυμεί ο άλλος-πρότυπο και έτσι αντιλαμβάνεται τι εστί επιθυμητό, οπότε και πυροδοτείται η γένεση της επιθυμίας, η οποία είναι ενέργεια και ως ενέργεια διαρρέει ολόκληρο το επιθυμητικό τρίγωνο. 

Η επιθυμία γεννάται στον τόπο του άλλου ως προτύπου. Ή πράγμα που είναι περίπου το ίδιο: «το υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του άλλου» (κατά Λακάν). Όσο περισσότερους μάλιστα βλέπει να επιθυμούν το υποδειχθέν ως επιθυμητό, τόσο ανεβαίνει στα μάτια του επιθυμητικού η «επιθυμητική αξία» του επιθυμητού. Η σφοδρότητα της επιθυμίας αυξάνει την «αξία» του ποθουμένου. Αν τώρα ο άλλος-πρότυπο είναι κοντινό πρόσωπο και η επιθυμία μας έχει τον ίδιο στόχο, είναι εύλογο να αντικρίσουμε αλλήλους ως αντιπάλους. Ο άλλος εισέρχεται στο τρίγωνο της επιθυμίας με δύο όψεις: ως πρότυπο και ως εμπόδιο. Ως πρότυπο προκαλεί την μίμηση και ως εμπόδιο την αντιπαλότητα. Το μήνυμά του είναι αντιφατικό. «Δισσή επιταγή»: «αυτό πρέπει να κάνεις, αλλά μην τολμήσεις, γιατί σε έφαγα»! 

Αν τώρα τοποθετήσουμε τον μιμητικό μηχανισμό εντός της αθέσμιστης κοινωνικής αφετηρίας μας, είναι λογικό να αναμένουμε μιμητική έξαρση του εριστικού ταραγμού. Μια «αφ-ορμή» χρειάζεται για να κλιμακωθεί ο εριστικός ταραγμός ως τη δυνητική κορύφωσή του, τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Από τα όπλα της κριτικής ως την κριτική των όπλων, η απόσταση δεν είναι αδιάβατη. 

Αν επίσης, στη διάρκεια της μιμητικής κλιμάκωσης, υποδείξω «τις πταίει» και υπάρξει ο «πρώτος τον λίθον βαλέτω», λογικό είναι να αναμένεται, ως εξαιρετικά πιθανή, η μιμητική σύγκλιση της δολοφονικής μανίας σε βάρος του -συμπτωματικώς ή μη- στοχοποιηθέντος. 

Εύλογη, τέλος, είναι η ομόθυμη «ιερή» επικύρωση του «συμφιλιωτικού» αποτελέσματος, αφού η μανική έριδα εκτονώθηκε ήδη πάνω στο πτώμα του θύματος. Εύλογη –δεδομένης της παραγνώρισης-, η ιανόμορφη «θεοποίηση» του θύματος, η απόδοσή του ως αγαθού και συγχρόνως μοχθηρού όντος (: το θείον φθονερόν).

3.- Θυσία και αυτοθέσμιση

Η ιεροποίηση του θύματος πυροδοτεί την κοινωνική αυτοθέσμιση. Κι αυτή αναπτύσσεται, αποδιδόμενη από τον Ζιράρ στην παράλληλη εκλέπτυνση της τελετουργικής θυσίας. 

Παρατηρούμε κατ’ αρχάς ότι στην ιστορική διαδρομή της η τελετουργική θυσία περνά, πράγματι, από τέσσερις αναβαθμούς «εκλέπτυνσης»: ανθρωποθυσία, ζωοθυσία, θυσία της αμαρτίας, Θεοθυσία. Στη διαδρομή της αυτή, αντιστοιχεί η μετάβαση από την πρωταρχική-αρχαϊκή αυτοθέσμιση ως την τελική δικαιοπολιτική κορύφωσή της. Ο Ζιράρ διαβλέπει σ’ αυτή την παραλληλία μια διαδραστική συνάρτηση ανάμεσα στη θυσιαστική και την θεσμική επεξεργασία, με την πρώτη να παίζει τον καθοριστικό ρόλο, τουλάχιστον στα πρώτα βήματα. 

Πιο συγκεκριμένα. Οι νόμοι και η εξουσία, έχουν θρησκευτική καταγωγή. Πηγή των νόμων είναι τα θρησκευτικά «ταμπού». Αυτά απαγορεύουν ό,τι η «άγρια σκέψη» υπολαμβάνει ως ικανό να πυροδοτήσει την αλληλοκτονία. Θυσιαστική είναι επίσης η καταγωγή της εξουσίας. Ο αρχαϊκός «βασιλέας» ήταν άτομο που είχε επιλεγεί για την προβλεπόμενη τελετουργική ανθρωποθυσία. Στο μεταξύ απολάμβανε τις «προνομίες του θύματος», -την ελευθερία έναντι των απαγορεύσεων. Κάποια στιγμή το υποψήφιο θύμα αξιοποίησε τις προνομίες του και αυτονομήθηκε. Οι προνομίες έγιναν εξουσία. Έμεινε όμως έντονη, ως σήμερα, η αταβιστική απαίτηση ο Ηγέτης να θυσιάζεται για τον λαό του. Τόσο βαθιά ριζωμένος στην κοινωνική φύση του ανθρώπου είναι ο θυσιαστικός μηχανισμός. 

Μέσα από την συνάρτηση θυσιαστικής και νομο-εξουσιαστικής εκλέπτυνσης, η κοινωνική θέσμιση εφοδιάζεται με ισχύ, ήτοι κοινωνική δύναμη, ικανή να διασφαλίζει την βιωσιμότητά της. Ο νόμος προόδου, δηλαδή η ανάπτυξη της κοινωνικής αυτοθέσμισης, αποδίδεται έτσι στην επιτυχή θυσιαστική ανάσχεση του νόμου της υποστροφής

«Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», θα παραγγείλει ο Θεός-θύμα στους φίλους του. Θεσπίζοντας έτσι τη «λογική και αναίμακτη» επανάληψη της δικής του σταυρικής θυσίας. Προφανώς δεν πρόκειται απλώς για «ανάμνηση», αλλά για ομοιοπαθητική κοινωνικο-θεραπευτική επαναπρόσληψη του αρχαϊκού κανιβαλισμού και όλων των έκτοτε ημι-κανιβαλικών αναβαθμών του. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ.» 

Στην υψηλότερη, λοιπόν, θυσιαστική βαθμίδα, αυτήν της ομοιοπαθητικής επαναπρόσληψης της θυσιαστικής ιστορίας της ανθρωπότητας, την Θεία Ευχαριστία, ο Ζιράρ θα δει το ρητώς διαυγαζόμενο «κεκρυμμένο από καταβολής», θυσιαστικό θεμέλιο του πολιτισμού. 

Τελετουργικά «εξημερωμένος», λοιπόν, και θεσμικά «μπλοκαρισμένος», ο θυσιαστικός μηχανισμός λειτουργεί, εντός του συλλογικού υποκειμένου, σαν απορροφητήρας και μετασχηματιστής του παραγόμενου εριστικού χαοτικού δυναμικού. Η προσομοιωτική θυσιαστική εφευρετικότητα (παιγνιώδεις πρακτικές προσωρινού εκτονωτικού παροπλισμού των απαγορεύσεων), αφ’ ενός, και η θεσμική λειτουργική-ιεραρχική εφευρετικότητα, αφ’ ετέρου, συντελούν στην αποκρυστάλλωση, ενός εορτο-χρονο-λειτουργικού αλγορίθμου, ριζωμένου στον υπαρξιακό κύκλο (γέννηση-γάμος-θάνατος) και στο γύρισμα των εποχών. Το τόσο κοινότοπο αυτό το φαινόμενο έχει  κεφαλαιώδη σημασία, διότι μετατρέπει το θεσμισμένο κοινωνικό πεδίο σε μεταβιολογική ζωντανή οντότητα, με διαχρονική ταυτότητα. Δηλαδή συλλογικό υποκείμενο

Εικονογράφηση: Μικρογραφία από το “Beatus de Liebana”, Ισπανία, 12ος αι.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

14 Σχόλια

  1. Ένα από τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα δέντρα, ever, τούτο το κείμενο με την ελατ-ίσια κορμοστασιά του και την βουν-ίσια δομή και μεγαλοπρέπεια! Προπαντός, στη ρίζα του έχει τη φάτνη του Απροσίτου! Όχι μόνο αντ-έχει τα δώρα και τα αντί-δωρα, τα στολίδια και τα φώτα αλλά σε προκαλεί κιόλας επιθυμώντας το κάλλος του να το μιμηθείς.
    (Απενοχοποιώντας τον στολισμό των δέντρων θυμίζω πως πέρα από τις παραδόσεις που έχουν οι Γερμανοί υπάρχει και η δική μας αρχαιότατη παράδοση την οποία αποτυπώνει ο μύθος του Ερυσίχθονος).
    Τα σημερινά δώρα που έλαβα, μετά από όλα τα άλλα της μελέτης του Ζιράρ μέσω του Θ.Ι.Ζιάκα, είναι τα κάτωθι:
    [list]
    Η σπουδαία διάκριση ανάμεσα στην [b]εκ της ανάγκης επιθυμία (το χαλικάκι)[/b] και στην [b]εκ της μιμήσεως επιθυμία(η χιονοστιβάδα)[/b]!
    Η σπουδαία επισήμανση της[b] παραγνώρισης[/b]! Κάτι παραγνωρίζουμε νομίζοντας ότι γνωρίζουμε καθώς μεταβαίνουμε από την φάση “όλοι εναντίον όλων” στη φάση “όλοι εναντίον ενός”. Αλλά και στη μετάβαση από την επιθυμία της ανάγκης στην επιθυμία της μιμήσεως.
    Η ακόμη πιο σπουδαία επισήμανση και σύνδεση της[b] επιτυχίας της θυσίας[/b] με την ανάκληση της[b] φιλότητας[/b] και την κατίσχυσή της πάνω στο άρτι θριαμβεύσαν νείκος! Αυτό είναι το θαύμα, που λέμε! Πώς γίνεται ενώ μόλις έχει θριαμβεύσει το αιμοσταγές νείκος να πέφτει ξερό από την εμφάνιση της φιλότητος!
    [/list]
    Σε τι συνίσταται αυτή η επιτυχία της θυσίας η οποία μάλιστα επισημαίνεται και στην τελετουργική ανάμνησή της; Ποια είναι τα φράκταλς της; Τι “λείπει” από τη “συνταγή” και, επομένως, τι πρέπει να διαθέτει το θύμα για να είναι κατάλληλο, για να φέρει την επιτυχία πιο κοντά -ποτέ όμως με βεβαιότητα- στη θυσία; Πότε η θυσία γίνεται “χαράμι”[/url] (εκεί κοντά και Μπόκο-Χαράμ!) και πότε “χαλάλι”; Δεν μπορώ να προσθέσω τίποτα πάνω σ’ αυτό παρά μόνο τα πολλαπλά μου βιώματα, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο ως άνθρωπος που μεγάλωσα στις αιματοβαμμένες λάσπες του τελευταίου(;) εμφυλίου. Τω όντι, ο αλγόριθμος λειτουργεί!
    Εκείνο στο οποίο θα μπορούσα να συνεισφέρω κάτι τι είναι το ζήτημα της επιθυμίας. Θυμίζω πως ο Αριστοτέλης την συνδέει με την ευχαρίστηση…«επιθυμία είναι η του ηδέως όρεξις». Γιατί συμβαίνει αυτό; Ίσως γιατί μέσα μας υπάρχει «εγχάρακτη η λογική του Θεού» και ως γνωστόν, ό,τι Εκείνος εποίησεν είναι καλό λίαν. Εγχάρακτη και η τροπή πως το καλό όπως το «όμοιος ομοίω αεί πελάζει»…«πεπόθησεν η ψυχή μου τον Κύριον»…. αλλά μόνο η τροπή.
    Από κει και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα. Πάνω στο θεϊκό εγχάρακτο πρέπει να χτίσουμε κάτι τι δικό μας, αυτό που “λείπει”. Ποια είναι τα σχέδια, τα εργαλεία, οι μαστορικές; Πότε το ηδέως είναι και όμορφο και καλό; Πότε η όρεξις είναι όρεξις της ομορφιάς και της καλοσύνης;
    Εκεί, πέρα και πάνω σε όλα αυτά, διαμορφώνεται η επιθυμία ως ανάγκη και παρα-μορφώνεται σε επιθυμία από μίμηση. Τελικά η επιθυμία, εκ τις μιμήσεως καθοριζόμενη, καθορίζει την ανάγκη, την πολλαπλασιάζει και την κιβδηλοποιεί.
    Η παραμόρφωση αυτή, η παραγνώριση αυτή, ξεκινάει και πολλαπλασιάζεται γιατί η ομορφιά και η καλοσύνη δεν είναι προϊόν που ενέχει την πιστοποίησή του. Η πιστοποίηση είναι άθλημα και προϋποθέτει την άσκηση, των τριών μερών της ψυχής αλλά και του σώματος. Υπάρχει εγχάρακτη ομορφιά και καλοσύνη στα έργα και τα πλάσματα του Θεού μα υπάρχει και κίβδηλη και ψεύτικη “ομορφιά” και “καλοσύνη”, η οποία μιμείται τη θεία.
    Δεν είναι όμως αυτός ο μόνος “πειρασμός” που μας κάνει να παραγνωρίζουμε. Είναι και το ότι δεν συνυπολογίζουμε, στο όμορφο και στο καλό, τον τρόπο απόκτησής τους. Ειδωλοποιώντας την ομορφιά του ποθούμενου “αντι-κειμένου”, ακόμη και όταν όντως είναι όμορφο και καλό, δεν συνυπολογίζουμε την ασχήμια της διαδικασίας να το αποκτήσουμε. Τη διαδικασία, τον τρόπο, τη μέθοδο απόκτησης, τα “βγάζουμε από τον λογαριασμό”! Ο Δούλος παραγνωρίζει τον φόβο και ο Μισθωτός λογαριάζει μόνο το όφελος! «Αν σου κάτσει;;;»
    (Ο Ελεύθερος δεν διατρέχει μεγάλο κίνδυνο γιατί, αν μη τι άλλο, έχει γύρω του ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ, τα εργαλεία και τις μαστορικές. Ενδέχεται λοιπόν κάποια στιγμή να τα βάλει και στην Καρδιά του. Αλλιώς θα υποστρέψει στον Μισθωτό, ίσως και στον Δούλο.)
    Οπότε το επιθυμητικό ξεσαλώνει, αφού πρώτα ξελιγωθεί! Το χαλικάκι της ανάγκης για το καλό και το ωραίο γίνεται χιονοστιβάδα που “όλα τα αλέθει”, σαν τον καλό τον μύλο(!), και δεν σταματάει παρά μόνο όταν έχει πια πάψει να “είναι ο εαυτός της”, ήγουν να είναι στιβάδα και όχι απλώς χιόνι. Και αυτό, το ενδεχόμενο της αυτοκαταστροφής κατά τον αγώνα της απόκτησης του ποθούμενου αντικειμένου, δεν μπαίνει στο λογαριασμό. Πορευόμαστε σαν να είναι άρρηκτα δεμένα, το όμορφο και το χάπι εντ! Σαν να είναι η τέτοιου είδους σχέση με το όμορφο και το καλό, μετοχή στο όμορφο και στο καλό και κατά συνέπειαν “ωραϊσμός της φύσεως”, αν όχι του παντός τουλάχιστον της δική μας.
    Ακόμα παρά κάτω, ο θυμός “νομιμοποιεί” την ορμή του και ως εκ τούτου την πολλαπλασιάζει. Η λογική σπεύδει να τα “θεωρητικοποιήσει” και ως εκ τούτου να τα καταστήσει όλα άτρωτα, ήτοι “ιερά”και απαραβίαστα. Το “εφόσον θέλω” δεν χαμπαριάζει τίποτα, πόσω μάλλον το “αν μπορώ”. Αφού θέλεις πολύ κάτι είσαι ήρωας(!) Το “αν μπορείς” είναι πια ζήτημα δικό σου, της δική σου δύναμης να θέλεις(!) Δεν είναι ζήτημα και των άλλων! Δεν είναι ζήτημα του Άλλου. Άντε να είναι ζήτημα της τύχης, η οποία, και “αν δεν σου κάτσει” δεν απειλεί την παντοκρατορία σου όπως την απειλεί η…διαρχία με τον Θεό(!) Μάλιστα, αν κάποιος ονομάσει, την απροσδιοριστία και την αβεβαιότητα του εγχειρήματος, “θεό” -«πρώτα ο Θεός», που λέμε- γίνεται “μοιρολάτρης” και απο-κεντρώνει την κοινωνία από τον κέντρο της, τον Άνθρωπο(!) Αυτό πάει να πει πως, το μιμητικό “θέλΩ” των φαντασμάτων και των σκιών της Ομορφιάς και της Καλοσύνης, έχει γίνει πια Θεός- Άνθρωπος- Κοινωνία(!) Όλα σε ένα…τεράστιο Μηδέν με το ω Μέγα!

    Καλά Χριστούγεννα Κύριε Ζιάκα!

  2. Αγαπητέ Κύριε Ζιάκα,

    Το άρθρο σας βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο κέντρο της αναζήτησης και εδραίωσης ενός νέου παραδείγματος.
    Κάποια σχόλια, εάν επιτρέπετε, προς διαύγαση:
    – Το κοινωνικό πεδίο είναι πάντοτε θεσμισμένο (κοινωνία=θεσμός)
    – Το επιθυμητικό μπορεί να αφορά και σε “μεθεκτικά” αγαθά (Καστοριάδης) τα οποίο όχι μόνον δεν αποκλείουν τον άλλον, αλλά αντιθέτως είναι προϋπόθεση για τη συλλογική άνθισή τους (πχ. η γλώσσα, η κουλτούρα, η αισθητική, κλπ)
    – Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι δεν μαθαίνει (όπως τα ζώα), πράγμα που εμποδίζει την αναζήτηση ενός επιχειρησιακού αλγορίθμου που θα μπορούσε να βρει εφαρμογή στις τρεις αντώσεις (λογικό, θυμικό, επιθυμητικό) με στόχο τη μετάβαση σε ένα νέο παράδειγμα
    Τέλος, θεωρώ ότι έχετε απόλυτο δίκιο ότι η “θυσία” αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για τη “συνδεση” των δύο περιοχών: της ψυχής και της κοινωνίας. Πρέπει να αναζητήσουμε τώρα και την ικανή συνθήκη.
    Ευχαριστώ
    Μανώλης Ροζάκης

  3. Πολύ καλό. Να παρατηρήσω μόνο ότι το “αυτό πρέπει να κάνεις, αλλά μην τολμήσεις, γιατί σε έφαγα” είναι από τα συνηθεστερα γονικά μηνύματα εξημέρωσης του νέου μέλους μέσα στην έτσι θεσμισμένη κοινωνία. Μια επιτυχημένη κυκλικότητα, η οποία όμως γιατί να θεωρείται μοναδική ιστορική δυνατότητα του ανθρώπου;

  4. Ευχαριστώ για τα σχόλια.
    Κάθε κατάθεση ευπρόσδεκτη – ακόμα και οι επαινετικές.
    Σημειώνω παρατηρήσεις, προκειμένου να τις συζητήσω στο τέλος (μετά την ανάρτηση και του ΙΙΙ μέρους).
    Τα “δύσκολα”, αλλά αμέσου ενδιαφέροντος, βρίσκονται στη γκρίζα ζώνη της θεωρίας (στο ΙΙ μέρος).
    Καλά Χριστούγεννα.

  5. κ. Ζιάκα
    Να μου επιτρέψεται κάποιες σημαντικές, κατά τη γνώμη μου παρατηρήσεις, στο άρθρο σας για τη γέννεση του συλλογικού υποκειμένου με αναφορά στη θυσιαστική θεωρία του Ρενέ Ζιράρ: 1.Ο χριστιανισμός ασφαλώς δεν θέλει δεκανίκια·ότι όμως στηρίζει τον αδύνατο άνθρωπο στη πίστη του, ιδιαίτερα εκείνον που η λογική του προβάλλει παράλογες αξιώσεις, είναι καλοδεχούμενο. 2.Η παραγνώριση είναι ένας τρόπος διττής καταγραφής του θύματος μετά την απώθηση των πραγματικών περιστατικών του αρχέγονου φόνου στο υποσυνείδητο· απεκδύεται η κοινότητα των ευθυνών της, για τη σύγκρουση που έχει προηγηθεί, με τον τρόπο της αλλοίωσης των πραγματικών αιτίων της κρίσης που οδηγούσε στην αυτοεξόντωσή της. Να σημειώσουμε ακόμη πως αυτή η παραγνώριση γίνεται, μετά τον κατευνασμό της αχαλίνωτης βίας, όταν θα περιβάλλει η κοινότητα το θύμα με δύο όψεις: την κακοποιό όσο ζεί και την αγαθοποιό μόλις πεθάνει. Η τελευταία συνιστά την ιεροποίηση του θύματος, η οποία θα γίνει με τον τρόπο της πρώτης μη ενστικτικής προσοχής, σύμφωνα με τη θεωρία του Ζιράρ «περί σημείου και σημασίας»(Κεκρυμ. από καταβολής, σελ.130-131). Σωστά τη «συλλογική μνήμη» την ιδρύει η συγκλονιστική επιτυχία του συλλογικού φόνου.Ο κίνδυνος που διέτρεξε η ομάδα από την καθολική βία,καθώς και η επιτυχής έκβαση του μηχανισμού, είναι η «διττή σημασία» που αποδίδεται στο θύμα , το οποίο είναι και «το σημείο» της θεωρίας.Να σημειώσουμε ακόμη, ότι το συνειδητό ενδιαφέρον της ομάδας για το πάνδημο θύμα και τα σημαίνοντα αποτελέσματα που προκύπτουν από το νέο είδος προσοχής μπορεί να εμφανίσθηκαν μετά από εκατομμύρια φορές επανάληψης της αρχικής φάσεως του μηχανισμού·χωρίς ίσως να αποκλείεται αυτά να διαμορφώθηκαν σωρευτικά ,πάντοτε όμως με σκοπό τον έλεγχο της άμετρης βίας. 3.Η ουσιαστική διαφωνία μου στο κείμενό ευρίσκεται στην άποψη σας να συνδέεται την ανακάλυψη του Ζιράρ για το «θυσιαστικό θεμέλιο» του πολιτισμού με την άλλη αποκάλυψη του Θεού της αγάπης διά Ιησού Χριστού, και έτσι να εξομοιώνεται την Χριστιανική Εκκλησία με τις θρησκείες του παρελθόντος. Την άποψη αυτή την απορρίπτει διαρρήδην ο Ζιράρ και αναφέρεται με σοβαρά επιχειρήματα στη μή θυσιαστική και τη θυσιαστική ανάγνωση του Ευαγγελικού κειμένου(Κεκρυμμένα από καταταβολής,σελ.245-332).Υπενθυμίζω την ερμηνεία του Ζιράρ στο απόσπασμα από την προς Κολοσαείς επιστολή του απ. Παύλου(2,13-15), στην οποία ο απόστολος, εκτός από την αποκάλυψη του Θεού της αγάπης στο μυστήριο του Σταυρού , αντικρύζει το θρίαμβο που διαπομπεύει αυτόν που εκπροσωπεί το βαθύ σκοτάδι της ακαμψίας και του θανάτου. Αυτό το «εδειγμάτισεν εν παρρησία» του αποστόλου δίνει την αφορμή στο Ζιράρ να συνδέσει το σκοπό της ενανθρώπισης με την αποκάλυψη του θυματικού μηχανισμού, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ο σατανάς κατάφερνε «απ’αρχής» την τελευταία στιγμή να αποτρέπει την αποδιάρθρωση και αυτοεξόντωση των ανθρωπίνων κοινωνιών και τελικά να προάγει τους πολιτισμούς της βίας και του θανάτου.Αν λοιπόν δικαιούμαστε να ομιλούμε για τη σύνδεση απολύτως ανομοίων αρχών, της βίας και της αγάπης, αυτή θα πρέπει να εξεικονίζεται από την γραμμή του χρόνου-τη σωτηρία της θείας Οικονομίας- που ενώνει την δημιουργία του κόσμου με τη θέωσή του!Κέντρο αυτής της γραμμής είναι ο Χριστός, ο οποίος στο τελευταίο ευχαριστιακό δείπνο της Ιερουσαλήμ εγκαινίασε με το μοίρασμα του άρτου και του οίνου το νέο «συλλογικό υποκείμενο»- την Εκλησία- με θεμέλιό του στη θέση της βίας την αγάπη.Οι απόψεις της δυτικής Εκκλησίας- Ανσέλμειο δόγμα κ.λ.π- που θέλουν να εμφανίζουν το μυστήριο του Σταυρού εξιλασμό του Πατέρα για τις αμαρτίες των ανθρώπων, στηρίζονται ακριβώς στα λόγια του τελευταίου δείπνου που μας μεταφέρουν οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές , ο Παύλος και το έκτο κεφ.του Ιωάννη.Η συζήτηση βέβαια για την ερμηνεία αυτών των σπουδαίων ιδρυτικών λόγων και τη θεολογία τους – υπάρχει και είναι εξαντλητική- δεν μπορεί να γίνει στα περιθώρια μιας απάντησης, συνεισφοράς στη μνήμη του μεγάλου διανοητή.
    Κ.Ν Μπαραμπούτης

  6. Σαν συμβολή στην όλη συζήτηση, θα μου επιτρέψετε να επισημάνω [b]δυο σημαντικές αλλαγές του ίδιου του Ρενέ Ζιράρ[/b] σε θέσεις που διατύπωσε τον καιρό του [i]Κεκρυμμένα από καταβολής[/i] (1978). Η πρώτη αφορά τη θυσία και τη μη-θυσιαστική ανάγνωση των Ευαγγελίων. Η δεύτερη αφορά τις αρχαϊκές θρησκείες. Θα παραθέσω σχετικά αποσπάσματα από τον ίδιο τον Ζιράρ.

    [b]1.[/b]
    Από συνέντευξή του στην επιθεώρηση CERTITUDES, τχ 16, 2005.

    [b]CERTITUDES.[/b] Μπορείτε να μας αναπτύξετε τους βαθύτερους λόγους, για τους οποίους, ενώ στην αρχή απορρίπτατε κάθε χριστιανική χρήση του όρου «θυσία», τώρα, στο τελευταίο βιβλίο σας [[i]Les origines de la culture,[/i] 2004], λέτε ότι αυτό ήταν λάθος; Θεωρείτε λοιπόν ότι είναι σημαντικό να διατηρηθεί ο όρος «θυσία» με μια χριστιανική έννοια, με τη συνείδηση βεβαίως ότι πρόκειται για το εντελώς αντίθετο από την αρχαϊκή θυσία.

    [b]Ρενέ Ζιράρ.[/b] Εδώ πρέπει να σας πω κάποια πράγματα. Αυτός που με οδήγησε να αποδεχτώ τον όρο «θυσία» με τη χριστιανική του έννοια, είναι ένας Γερμανός θεολόγος, ο πατήρ Σβάγκερ [ιησουίτης ιερέας, 1935-2004 -σμ. ΓΔΙ]. Τον βοήθησα σχετικά με το ζήτημα της μιμητικής αντιπαλότητας, όμως η χριστιανική πρόσληψη αυτής της έννοιας και της ιδέας της ιδρυτικής βίας ήρθε και στους δυο ταυτόχρονα, και το σχετικό βιβλίο του είχε κυκλοφορήσει την ίδια εποχή με το δικό μου. Επομένως, ως προς ορισμένα σημεία, θα πρέπει να θεωρείται και αυτός ιδρυτής αυτής της θεωρίας. […] Αυτό που σκέφτομαι τώρα −ενώ στο [i]Κεκρυμμένα από καταβολής[/i] προσπαθούσα να φτιάξω μια μη-θυσιαστική όαση−, είναι ότι υπάρχουν δυο τύποι θυσίας. [b]Αν στηριχτούμε λ.χ. στην κρίση του Σολομώντα, διακρίνουμε την αυτοθυσία από τη θυσία του άλλου.[/b] Η επιθυμία να μιλήσει κανείς χωρίς «θυσία», σημαίνει ότι θεωρεί πως υπάρχει ένας τόπος, που είναι καθαρά επιστημονικός και είναι ξένος προς κάθε μορφής θυσία. Είναι θέμα επιστημονικής αντικειμενικότητας με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Όταν κάποιος απορρίπτει αυτή την αντικειμενικότητα, λέει: «Όχι, τέτοιος τόπος δεν υπάρχει, είμαστε πάντοτε μέσα σε κάποιου τύπου θρησκευτικότητα γι’ αυτό και πρέπει να θυσιάζουμε τον εαυτό μας». [b]Άλλωστε ο πατέρας Σβάγκερ ήταν εκείνος που διατύπωσε τη θέση, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς τη μιμητική επιθυμία αν δεν μεταστραφεί προσωπικά.[/b] Η μεταστροφή αυτή δεν είναι υποχρεωτικό να είναι χριστιανική. Αυτό που χρειάζεται είναι ν’ αναγνωρίσει κανείς ότι ενέχεται στη μιμητική επιθυμία. Αυτό πιστεύω πως είναι το ουσιώδες.

    [b]C.[/b] Θέλετε να πείτε ότι η θυσία είναι η μεταστροφή, είτε είναι χριστιανική είτε όχι…

    [b]Ρ.Ζ.[/b] [i]Το πέρασμα από τη θυσία του άλλου στην αυτοθυσία, αυτό είναι η μεταστροφή.[/i] Η απόδειξη γι’ αυτό, μέσα στα Ευαγγέλια, βρίσκεται στην εξαιρετικά κοντινή, και συνήθως δυσδιάκριτη, σχέση ανάμεσα στην πρώτη χριστιανική μεταστροφή, που είναι η μεταστροφή του Πέτρου μετά την άρνησή του, και τη μεταστροφή του Παύλου, που σημαδεύτηκε από την ερώτηση του Χριστού: «Γιατί με διώκεις;». Όποιος κι αν είναι αυτός που διώκουμε, είναι πάντοτε ο Χριστός. Είναι μια καθαρώς ρασιοναλιστική ουτοπία η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει ένας μη-θυσιαστικός τόπος, στον οποίον υποτίθεται ότι θα μπορούσαμε να εγκατασταθούμε για να επεξεργαστούμε μια επιστήμη της θρησκείας. Με άλλα λόγια, μόνο μέσα από τη χριστιανική θρησκευτικότητα μπορεί κανείς να διαβάσει με αληθινά επιστημονικό τρόπο τη μη-χριστιανική θρησκευτικότητα.

    [b]C.[/b] Υποστηρίζοντας τη χριστιανική θρησκεία, υποστηρίζετε τη χριστιανική θρησκευτικότητα εναντίον της ιδέας ενός Χριστιανισμού που υποτίθεται ότι θα ήταν καθαρή πίστη, χωρίς θρησκεία;

    [b]Ρ.Ζ.[/b] Ναι. […]

    [b]C.[/b] […] Όταν ξεκινήσατε να συγγράφετε το [i]Κεκρυμμένα από καταβολής,[/i] δεν σκεφτόσασταν μήπως φανείτε σαν απολογητής της χριστιανικής θρησκείας;

    [b]Ρ.Ζ.[/b] […] Το βιβλίο εκείνο δέχεται σε κάποιο βαθμό να παρουσιάζεται σαν μια απολογία της χριστιανικής θρησκείας. Αναζητεί εκείνο το θυσιαστικό τόπο, τον οποίο δεν συνειδητοποιούσα εκείνη την εποχή. Μου το έδειξε ο πατέρας Σβάγκερ. [b]Περιέχει ορισμένα χοντρά λάθη,[/b] όπως για παράδειγμα η γελοία επίθεση κατά της [i]Προς Εβραίους[/i] επιστολής [που της προσάπτει «θυσιαστική ανάγνωση» των Ευαγγελίων, βλ. [i]Κεκρυμμένα,[/i] σ.σ. 260, 299 –σμ. ΓΔΙ]. Υπάρχουν στοιχεία στο Πάθος, και κυρίως στην [i]Προς Εβραίους[/i] επιστολή, τα οποία θεωρώ εντελώς ουσιώδη, όπως π.χ. το πώς χρησιμοποιεί τον [i]40ο Ψαλμό:[/i] «[i]Δεν θέλησες θυσίες και προσφορές[/i] (…) Τότε είπα:Ιδού, έρχομαι». Τι σημαίνει αυτό το «τότε»; Θέλει να πει: «Δεν θέλησες θυσίες και προσφορές», επομένως δεν υπάρχει πια η [αρχαϊκή] θυσία και συνεπώς οι άνθρωποι εκτίθενται στη βία και δεν υπάρχουν πια παρά δυο επιλογές: ή προτιμάς να υποστείς τη βία, ή επιζητείς να την ασκήσεις σε βάρος των άλλων. [Πράγματι ο Παύλος συνεχίζει εξηγώντας τον Ψαλμό: «Δηλαδή ο Χριστός αναιρεί τις θυσίες και τις αντικαθιστά με τη δική του» -σμ. ΓΔΙ] […] Ναι, ο Χριστός μας ζητεί μια εσωτερική θυσία ή μάλλον αυτοθυσία: «Ιδού, έρχομαι για να ποιήσω το θέλημά Του». Να θυμηθούμε εδώ την κρίση του Σολομώντα, στην οποία προαναφέρθηκα, όπου η μια γυναίκα προτιμάει να της πάρουν το παιδί παρά να το σκοτώσουν, κι αυτό δείχνει πως είναι η αληθινή μητέρα. […]

    [b]2.[/b]
    Από το βιβλίο του LES ORIGINES DE LA CULTURE (2004):

    «[…] Θα ήθελα να γράψω μια πλήρως χριστιανική ερμηνεία της ιστορίας της Θρησκείας. Σε αυτήν θα έδειχνα, ότι [b]οι αρχαϊκές θρησκείες είναι πραγματικοί παιδαγωγοί της ανθρωπότητας, την οποία οδηγούν να εξέλθει από την αρχαϊκή βία.[/b] Τότε ο Θεός παραδίδεται και γίνεται θύμα, ώστε να ελευθερώσει τους ανθρώπους από την ψευδαίσθηση ενός βίαιου Θεού, η οποία πρέπει να καταλυθεί μέσα από την δια του Ιησού Χριστού γνώση του Πατρός. Μπορούμε να δούμε τις αρχαϊκές θρησκείες σαν την προηγούμενη στιγμή μιας προοδευτικής αποκάλυψης, η οποία κορυφώνεται στο πρόσωπο του Χριστού. […] Όλα αυτά είναι ουσιώδη. Άπαξ και τα κατανοήσουμε, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία του ανθρώπου περιλαμβάνει αυτή την φονική αφετηρία της: Κάιν και Άβελ. Για να το πω πολύ απλά, δεν μπορεί να υπάρξει ένας ολότελα μη-θυσιαστικός χώρος. Όταν έγραφα το [i]Βία και Ιερό[/i] και το [i]Κεκρυμμένα από καταβολής[/i], προσπαθούσα να βρω εκείνο τον μη-θυσιαστικό χώρο, μέσα από τον οποίο θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει και να εξηγήσει τα πάντα χωρίς προσωπική εμπλοκή. [b]Σήμερα θεωρώ ότι αυτή η απόπειρα δεν βγάζει πουθενά.[/b]»

  7. Φίλε Γιάννη
    Με τη δημοσίευση των σχετικά πρόσφατων απόψεων του Ρενέ Ζιράρ μου προσέφερες ανεκτίμητο χριστουγενιάτικο δώρο και εξηγούμαι: ένοιωθα πάντοτε άβολα, όταν συναντούσα την εμμονή του να απορρίπτει τον όρο της θυσίας στο πεδίο της Χριστιανικής θρησκείας. Ερχότανε πάντοτε στο μυαλό μου η αυτοθυσία της Ελληνίδας μάνας και φυσικά η αυτοθυσία του Χριστού που δέχθηκε να υποστεί τη βία, παρά να την ασκήσει-η δική μας θεολογία, όπως το αποδέχεται ο Ζιράρ από τότε(Κεκρυμμένα από καταβολής .σελ309) δεν μετασχηματίζει « το Πάθος σε θεοποιητική διαδικασία». Με τη βούλα λοιπόν του μεγάλου δασκάλου άλλο η θυσία που επιβάλλεται, αυτή που μετατρέπει την εικόνα του Θεού σε αντικείμενο –ακόμη και τον Υιό του Θεού –και άλλο η εσωτερική μεταστροφή που συνιστά υπέρ-βαση του εγώ προς την κοινότητα, η θυσία «υπερ πολλών». Όσον αφορά τις αρχαϊκές θρησκείες ,θέλει να τις περιλλάβει και αυτές στο σχέδιο της θείας οικονομίας, στο οποίο υπό μία έννοια περιλαμβάνονται τά πάντα, ακόμη και η βία, το κακό, και θυμίζω την διατύπωση του Τίλλιχ ότι «το Ον αγκαλιάζει τον εαυτό του και το μη-Ον. Το Ον έχει το μη-Ον εντός του, ωσάν κάτι που είναι αιώνια παρόν και το υπερβαίνει κατά την πορεία της θείας ζωής…..Καταφάσκει εαυτό δημιουργικά, υπερνικώντας αιώνια το μη-Ον»(Η Ο.Η.της Δημιουργίας,σελ.318).Περιμένω με αδημονία την αναφορά στο δεύτερο και «σκοτεινό»(;) μέρος της θεωρίας ,του κ. Ζιάκα.
    Χρόνια πολλά σε όλους σας. Κ.Ν.Μ

  8. Αγαπητέ κύριε Ζιάκα, θα ήθελα να πω, με όλο τον σεβασμό στο πρόσωπό σας, ότι διαφωνώ, όχι βεβαία με την ερμηνεία που κάνετε στον Ζιράρ (έχω κι εδώ κάποιες μικροενστάσεις), όσο κυρίως με πολλές από τις θέσεις του εν λόγω φιλοσόφου, τις οποίες από ότι κατάλαβα ασπάζεστε κι εσείς. Θα πω τα εξής: αν πραγματικά υπήρχε πλήρης αλληλομαχία πριν την θυσιαστική κρίση, δεν θα υπήρχε περίπτωση να γεννηθεί κατοπινά καμιά κοινωνία. Η ριζική αλληλομαχία σημαίνει φυσικά και έλλειψη νοήματος, καθότι η μάχη, πχ η ομηρική, είναι κοινωνικό γεγονός, βαθύτατα θεσπισμένο. Άλλο η μάχη, και άλλο το μηδέν του νοήματος. Επιπρόσθετα, αν πραγματικά καταρρεύσει ένας πολιτισμός, πολύ απλά παύει να υπάρχει, και δεν μπορεί μετά να υπάρξει θυσιαστική θεσμική μεταρρύθμιση. Για τούτο, ένας πολιτισμός, αν δεν σβήσει, δεν καταρρέει αληθινά, και μπορεί, ακόμη και πριν τον χριστιανισμό, να προβαίνει στην όποια συμβολική, ακόμη και απομύθευσή του, όπως πχ ο δημοκρατικός αρχαιοελληνικός πολιτισμός. Αυτό καθίσταται δυνατό, χάρη στη, συγγνώμη για τον ανθρωπιστικό-πατερικό όρο, ύπαρξη «συνείδησης», χαρακτηριστικής πχ στην Αντιγόνη. Τώρα, επί της ουσίας: δεν είναι φυσικά κάθε ουσιώδης επιθυμία «μιμητική», όπως νομίζει ο Ζιράρ, καθότι η επιθυμία, λόγω του ψυχοδυναμικού υποβάθρου της, ξεπερνά το «μιμητικό» επίπεδο. Μπορεί να έχω ως μιμητικό πρότυπο τον πατέρα, και να επιθυμώ ότι και αυτός, όμως η εμπιστοσύνη μου προς τον πατέρα δεν είναι ασφαλώς μήτε μιμητική, μήτε μπορεί η σχέση μου με αυτόν να ευτελιστεί στο απλό επίπεδο της «μίμησης». Περαιτέρω, η ουσιώδης για τους Πατέρες ανθρώπινη «επιθυμία», και εδώ είναι η καρδιά της αντίρρησής μου, δεν είναι υπόθεση του «επιθυμητικού», αλλά του λογιστικού. Ηχεί, το γνωρίζω, παράξενο, αλλά αδυνατώ εδώ να εξηγήσω. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αφιερώνει πολλές σελίδες γι’ αυτό, και ο Άγιος Μάξιμος ακολουθεί. Η ίδια η επιθυμία, το «επιθυμητικό», δεν είναι μάλιστα καν ουσιώδες μέρος της ψυχής, αλλά επιπροστίθεται, για πολλούς και διαφόρους λόγους, που αναλύουν οι Πατέρες. Όσον αφορά τον «εγωισμό», μια λέξη που καλό είναι να θυμόμαστε μιλώντας γι όλα αυτά, και που λανθασμένα δεν παίρνει θέση στις μεγαλεπήβολες θεωρίες κάποιων δυτικών, αυτός δεν είναι γέννημα της επιθυμίας (εξάλλου κατά τον Ζιράρ, δεν γίνεται παρά να έχουμε όλοι μιμητικές, με μια έννοια δηλαδή, «ενωτικές» επιθυμίες), αλλά εκβάλλει σ’ αυτήν, την διαστρέφει. Ο εγωισμός είναι στάση του «νου», ας πούμε του όλου ανθρώπου, και όχι απλά τρόπος του επιθυμείν. Αυτό δεν εννόησε ο Ζιραρ, για τούτο και η θεια Ευχαριστία κατέληξε «κοινωνικοθεραπευτική» αναπαράσταση, κι όχι δώρο του Θεού στον άνθρωπο που έχει «αρετή» – άλλος παρεξηγημένος όρος. Περαιτέρω, στον Ζιράρ δεν υπάρχει πραγματικά χώρος για ατομική συμβολή του προσώπου στην «σωτηρία» του, γι’ αυτό δικαία και οι καθολικοί τον κατηγορούν για έλλειψη εκκλησιολογίας. Ευχαριστώ.

  9. Κύριε Ιωάννου ευχαριστώ για τον πολυσήμαντο σχολιασμό. Θα με συγχωρέσετε ελπίζω -όπως και οι λοιποί αξιότιμοι σχολιαστές- που δεν συζητώ εδώ τα θέματα που θίγετε. Σκέφτηκα πως είναι καλύτερα να τα συζητήσω αφού δημοσιευτεί και το τρίτο (και τελευταίο) μέρος του αφιερώματος.

  10. Απάντηση στον Δημήτρη Ιωάννου
    Είχα διαβάσει το κείμενο που δημοσιεύσατε στο Αντίφωνο και θα πρέπει να πω ότι μου είχε αφήσει πολλές αμφιβολίες για το αν πράγματι είχατε μελετήσει το έργο του μεγάλου ανθρωπολόγου. Ιδιαίτερα η δήλωσή σας, ότι για το μύθο του Κάϊν, δεν είχατε διαβάσει ούτε μια ερμηνεία, μου ενέτεινε τις αμφιβολίες. Με το σχόλιό σας, στη δημοσίευση του Θ. Ζιάκα, διατηρώντας την επιφύλαξη ότι είστε το ίδιο πρόσωπο, αυτές μου οι αμφιβολίες εδραιώθηκαν. Και ιδού γιατί:
    1. Σπεύδω, λοιπόν, να σας ενημερώσω ότι στο έργο Κεκρυμμένα από καταβολής (σελ.196-203), κάνει μια εκτενή ερμηνεία του μύθου και μάλιστα εξάγει σημαντικά συμπεράσματα για τη διακριτότητα των βιβλικών μύθων, έναντι του υπολοίπου πανθέου των μύθων της ανθρωπότητας. Πολύ συνοπτικά, ο μύθος του Κάϊν όπως τον παραδίδει το βιβλίο της Γενέσεως είναι ένας τυπικά ιδρυτικός μύθος, που περιγράφει πως η βία ιδρύει την κοινότητα, έναν πολιτισμό, την άνθιση του οποίου θα ακολουθήσει η υποστροφή στη βία, αφού οι απαγορεύσεις, που προήλθαν από τον ιδρυτικό φόνο δεν αρκούν να την τιθασεύσουν.
    2. Ο μύθος είναι ανασκευασμένος από τους Εβραιούς συγγραφείς της Γένεσης και η πρώτη ύλη του είναι μύθοι σύμφωνοι με το παγκόσμιο μυθολογικό υπόδειγμα. Αυτοί πρώτοι -οι συγγραφείς – αναγνωρίζουν την αθωώτητα του θύματος και συγχρόνως διακηρύσουν πως ο πολιτισμός που εδράζεται στη βία, διατηρεί τον φονικό χαρακτήρα του, που θα είναι και η αιτία της οσονούπω διάλυσής του. Η ερμηνεία που κάνει ο Δ.Γ.Ιωάνου στον μύθο του Κάϊν δεν έχει καμμία σχέση με την ερμηνεία του Ζιράρ, και φυσικά αυτό είναι δικαίωμά του, αλλά να του προσάπτει την άποψη, με προκείμενη τη δική του ερμηνεία και τις ανακαλύψεις για το πάθος που έκανε ο Ζιράρ μέσω των μεγάλων μυθιστοριογράφων, ότι ο φθόνος είναι συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης, αυτό είναι πέρα για πέρα παραχάραξη της σκέψης του. Πολύ συνοπτικά θα αναφερθώ στον τρόπο που ο Ζιράρ ανάγει τα πάθη και μεταξύ αυτών τον φθόνο στην ανθρώπινη μιμητική δύναμη, από την οποία προκύπτει, φυσικά ανάλογα με τον τρόπο που τη διαχειρίζεται ο άνθρωπος, ο ψυχισμός του.Και να πούμε, επί του προκειμένου, ότι αυτός ο τρόπος εξαρτάται φυσικά από ένα πλήθος παραγόντων και προ-πάντων από την ελευθερία του.
    3. Η μιμητική ενέργεια εμφανίζεται στους έμβιους οργανισμούς, όταν αυτοί σχηματίζουν μεταξύ τους συνομαδώσεις και τη σπουδάζει η επιστήμη της ηθολογίας. Την περίοδο μετάβασης από τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρώπινη συνθήκη με την αύξηση του εγκεφαλικού όγκου αυξάνεται η μιμητική δύναμη – πόρισμα των βιολογικών επιστημών. Η μιμητική δύναμη, ως αναπλαστική ικανότητα του εγκεφάλου σωρεύει εντός του, ένα πλήθος αναπλαστικών παρεμβολών, από τις οποίες διαμορφώνεται η ανθρώπινη επιθυμία, η οποία εκ του τρόπου κατασκευής της είναι μιμητική. Ένα μέρος αυτής της επιθυμίας, όταν αυτή αφορά το αντικείμενο που νέμεται ο άλλος, ο οποίος γι’αυτό το λόγο, του προσθέτει ενδιαφέρον και κύρος, γίνεται προσκτητική, μετασχηματίζεται σε συγκρουσιακή, προκαλεί το περιβάλλον τρόμου και βίας για την κοινότητα, που εκβάλλει στον θυματικό μηχανισμό, χωρίς το θύμα να είναι προϊόν του διασκεπτικού λόγου· είναι το θύμα αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας στις τελετουργίες που καθιερώνονται και στις μετέπειτα κατεστημένες εξουσίες. Προκύπει από τα ανωτέρω:
    α. Ο φθόνος είναι επόμενο συναίσθημα της μίμησης ιδιοποιήσεως και έχει την καταγωγή του στην αντιπαλότητα των ομοιοτύπων – των εταίρων που παρακινούνται από τον ίδιο οίστρο της ιδιοποίησης. Ο φθόνος όπως τον ορίζει ο Ζιράρ εκτός από την αντιπαλότητα στο εμπόδιο που κωλύει την ιδιοποίηση του αντικειμένου είναι και αίσθημα για το υποκείμενο αδυναμίας και παράλυσης με ταυτόχρονη παραμονή του θαυμασμού του για τον διαμεσολαβητή. Αυτός ο φθόνος μετεξελίσσεται σε μίσος, όταν υπάρχει και το αίσθημα της αδικίας που του επιφυλλάσει το πρότυπο με τη συμπεριφορά του. β. Ο θυματικός μηχανισμός, ιδιαίτερα με το δεύτερο μέρος του, που αποτελεί την κατασκευή του ιερού, μετά την παραγνώριση των περιστατικών του πρώτου μέρους του, στο πρόσωπο του θύματος, συνιστά το ιδρυτικό γεγονός της κοινότητας, στην οποία και απονέμει το θεμελιακό στοιχείο της γλώσσας της που είναι το λεξιλόγιο της ιερότητας. Αυτή είναι κατ’αρχήν υπόθεση του μεγάλου ανθρωπολόγου, τα ερείσματα της οποίας αναζητεί στα τελετουργικά και στους μύθους όλων των λαών, αυτά είναι που υποστηρίζουν κατ’εξοχήν την υπόθεσή του, την οποία σημαντικοί στοχαστές αναβαθμίζουν σε θεωρία των ανθρωπιστικών επιστημών, αντίστοιχο της θεωρίας της σχετικότητας. Πριν κατά συνέπεια της αλληλομαχίας που εκβάλλει στο θυματικό μηχανισμό δεν υπάρχει κανένας πολιτισμός – χωρίς ιερό, πολιτισμός αποκλείεται να υπάρχει, αυτό μας διαβεβαιώνει με τη θεωρία του ο Ζιράρ, και ο καθένας από μας, ας εξάγει τα συμπεράσματά του – επομένως τι θα καταρρεύσει και σε ποιό νόημα αναφερόμαστε; Συγκρουσιακή μίμηση, αλληλομαχία, μπορεί να υπάρχει πριν από τη γένεση του συλλογικού υποκειμένου, το οποίο είναι και η προϋπόθεση της ύπαρξης νοήματος, που αποτυπώνεται κατ’εξοχήν το ιερό του «το πρώτο σημαίνον σύμβολο στην πορεία του ανθρώπου».
    4. Μιμητική είναι και η επιθυμία να μοιάσω στον πατέρα μου -βλέπε 1 – δεν είναι όμως ανταγωνιστική και εφ’όσον η εν γένει πολιτεία του πατέρα είναι υπεύθυνη απέναντι στον Θεό του παντός – την κάθετη υπερβατικότητα – τότε η επιθυμία μου είναι απολύτως δημιουργική και σύμφωνή με το σχέδιο σωτηρίας του κόσμου (το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ο Ζιράρ το απορίπτει παντελώς).
    5. Η επιθυμία, κατά τη διατομική ψυχολογία του Ζιράρ, μπορεί να ποδηγετείται από το λογιστικό μέρος της ψυχής και αυτό πρέπει να είναι η υπεύθυνη συμπεριφορά του ανθρώπου· δε βλέπω κατά συνέπεια καμμιά ουσιώδη διαφορά με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Κατά κανέναν τρόπο δεν πρέπει να μας παρασύρει το γεγονός, ότι επειδή έγραψε ολόκληρο βιβλίο -Το Ρομαντικό ψεύδος- για να παρουσιάσει την παρεκλίνουσα ανθρώπινη συμπεριφορά, πως αυτή αποτελεί και τη μόνη δυνατή. Και θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε, ότι η απάντηση στον επηρεασμό από το αντικείμενο, εξαρτάται από την ιδιοπροσωπεία του υποκειμένου, άλλο αν αυτή, όπως είναι απολύτως θεμιτό, φέρει και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά του στοιχεία. Aναφέρομαι στις πολιτιστικού τύπου απαντήσεις στο πρότυπο, που καταταγράφει ο Ζιάκας στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός του, χωρίς αμφιβολία ιστορικά έγκυρες, με την δική μου ένσταση στην μονομέρεια που καταλογίζει στον Ζιράρ. Ο Ζιράρ αναφέρεται στις ανακαλύψεις των μεγάλων συγγραφέων για να εδραιώσει τις πεποιθήσεις του για το μιμητικό τρίγωνο και τη θεωρία του για την επιθυμία την εννοεί ισχύουσα, ανεξαρτήτως πολιτιστικών διαφορών. Υπάρχουν και άλλες ενστάσεις στις οποίες θα αναφερθώ στον οικείο τόπο.
    6. Η επιθυμία, όταν ενυπάρχει σ’αυτήν το προσκτητικό στοιχείο είναι ανθενωτική – συγκρουσιακή, διαφορετικά, είμαστε σύμφωνοι συμβάλλει στην κοινωνική ενότητα.
    7. Τα περί του εγωϊσμού και τα άλλα που αναφέρετε -του αποδίδετε μάλιστα και ευθύνες άσχετες – δεν έχουν καμμιά σχέση με τη θεωρία του και αποτελούν δικές σας δηλώσεις για τα πιστεύω σας, και βεβαίως είναι απολύτως σεβαστά. Ειδικά μάλιστα, σε θεολογικού περιεχομένου ζητήματα θεωρούσε τον εαυτό του ανεπαρκή για να έχει έγκυρη άποψη.
    Ζητώ συγνώμη για τυχόν παρεκτροπές του ύφους μου και ευχαριστώ για την υπομονή σας να παρακολουθήσετε τις σκέψεις μου.
    Κ.Ν.Μπαραμπούτης

  11. Αγαπητέ κύριε Μπαραμπούτη, θα ήθελα να απαντήσω στις ενστάσεις σας τα εξής:
    Α. Ο φθόνος κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι «πάθος», το οποίο βέβαια δεν αποτελεί καθόλου παράγωγο της «μίμησης». Ο πρώτος που φθόνησε τον Θεό, είναι βέβαια ο διάβολος, χωρίς ωστόσο να έχει νόημα να πει κανείς ότι «μιμήθηκε» κάποιον. Περαιτέρω, ο διάβολος είναι αυτός που φθόνησε επίσης και τον άνθρωπο, προσπαθώντας κατά την βιβλική ιστορία να τον καταστρέψει. Κινήθηκε, σύμφωνα με την θεολογία, μόνος του, είναι ο «εφευρέτης» αυτού του πάθους, το οποίο με την σειρά του αποτελεί βέβαια προϊόν του «εγωισμού»- μήτε αυτός ασφαλώς δεν είναι προϊόν «μίμησης».
    Β. Ο φθόνος στους Πατέρες, ως «πάθος», έχει πάντα μια ηθική χροιά, και δεν είναι το αποτέλεσμα μιας απλής, στην ουσία φυσικής, διεργασίας, του τύπου μίμηση-αντιπαλότητα. Σημαίνει ελεύθερη, εκούσια εξέγερση και διαστροφή του θελήματος του Θεού, γι’ αυτό άλλωστε και ο αμαρτωλός φέρει την ευθύνη των πράξεών του. Αν η μίμηση, με την ζιραρική έννοια, ήταν συμπαντικός νόμος, οντολογική συνθήκη του ανθρώπινου, η αμαρτία θα ήταν για τον άνθρωπο αδήριτη ανάγκη, οπότε και κανείς δεν θα ευθύνονταν γι’ αυτήν. Θα ήταν όλοι, εξ αρχής, από τον ίδιο τον Αδάμ, καταναγκαστικά αμαρτωλοί.
    Γ. Πάμε τώρα στα πιο σημαντικά. Θα ήταν άστοχο να πει κανείς ότι η επιθυμία, και μάλιστα η πρώτιστη εξ αυτών, δηλαδή η επιθυμία για τον Θεό, αποτελεί επίσης προϊόν μίμησης. Αποτελεί μέρος της κοινής ανθρώπινης φύσης, του «φυσικού θελήματος», του ανθρώπινου ψυχοδυναμισμού, για τον οποίο ακροθιγώς επιχειρηματολόγησα ότι ξεπερνά κατά πολύ τα ζιραρικά αιτήματα. Ο ίδιος ο Χριστός, που δεν είχε καν γνωμικό θέλημα, κατά τον Άγιο Μάξιμο, παρά μόνο «φυσικό», είχε ακέραιη ως άνθρωπος αυτήν την φορά της ανθρώπινης φύσης προς τον Πατέρα, γι’ αυτό και στάθηκε «υπάκουος» σ’ Αυτόν, και μάλιστα μέχρι θανάτου. Ισχύει το τελείως αντίθετο από αυτό που διατείνεται ο Ζιράρ: αντί να μιμούμαστε καταναγκαστικά, έχουμε την υπαρξιακή δυνατότητα να δεξιωνόμαστε ψυχοδυναμικά τον άλλον, να τον «ενωτιζόμαστε» υπαρξιακά, κατά τους Πατέρες, δηλαδή, να υπ-ακούουμε σε αυτόν. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα υπήρχε επ’ ουδενί λόγω αυτό που ο Μητρ. Περγάμου περιγράφει ως την πραγματική ανθρώπινη «συνθήκη», δηλαδή αυτήν την παντελώς ελεύθερης «κοινωνίας» μεταξύ ημών.
    Δ. Για να μην μακρηγορώ, ο Ζιράρ -και πράγματι, στο άρθρο μου υπήρξα μάλλον βεβιασμένος στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων, αν και όχι τελείως – αναθεώρησε όλα αυτά. Κατάλαβε, από ό,τι ο ίδιος λέγει, σε σχετική του συνέντευξη που μεταφράζει κάποιος καλός φίλος, ότι, μελετώντας το έργο του καθολικού κληρικού Σβάγγερ, άδικα (ο ίδιος μάλιστα ομολογεί «γελοία!») επιτέθηκε πχ στην προς Εβραίους Επιστολή. Κατάλαβε ότι ο Χριστός δεν ήταν απλά το θύμα του θυματοποιητικού μηχανισμού, αλλά «θυσιάστηκε» για μας, κάτι που είναι τελείως διαφορετικό. Η θυσία σημαίνει και πλήρη διαφυγή από τον φαύλο κύκλο της μιμητικής επιθυμίας, και βέβαια εκούσια παράδοση στον εχθρό για να σωθεί ακριβώς αυτός. Η θυσία σημαίνει και υπακοή, και ταπείνωση, και αγάπη, που βέβαια δεν ανιχνεύει κανείς «ηθολόγος», καθότι αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο. Και εν πάση περιπτώσει, εδώ συζητάμε την πατερική ανθρωπολογία. Σημειωτέον, έκανα μια προσπάθεια να μάθω λίγα πράγματα για το έργο του π. Σβάγγερ, και περιγράφει, πάντα σε επαφή με τον ύστερο Ζιράρ, πράγματα πολύ πιο κοντά σε μας από όσα ο γάλλος φιλόσοφος λέγει πχ στο «Κεκρυμμένα από καταβολής». Επιτέλους, χάρη στον Σβάγγερ εννοεί ότι δεν σωζόμαστε μηχανικά, αλλά ότι μπορούμε, όντες εικόνες Θεού, να μιμηθούμε την ταπείνωση και την υπακοή του Χριστού. Παρόλα αυτά, τολμώ να διαβεβαιώσω, ότι η πατερική θεολογία είναι πολύ βαθύτερη στην ανάλυση αυτών των ζητημάτων. Και κάτι τελευταίο: τι είναι αυτό που έκανε τον Ζιράρ να έρθει κοντά στις καθαρά θεολογικές, και όχι πια ανθρωπολογικές θέσεις του π. Σβάγγερ; Νομίζω ότι, καθώς πράγματι προσπαθούσε να καταλάβει το πνεύμα του χριστιανισμού, είχε κάποιες διαισθήσεις, περί των οποίων και μίλησα, πιθανόν λαθεμένα, στο άρθρο μου, πέραν του σκληρού πυρήνα της θεωρίας του, τον οποίο και ξεπέρασε. Και αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα. Ευχαριστώ.

  12. Αγαπητέ κ. Ιωάννου,
    Σπεύδω σε αντίλογο των ενστάσεών σας και αρχίζω με κάποιες γενικές διευκρινίσεις:
    Ο Ζιράρ είναι ένας επιστήμονας που αγωνίσθηκε να ανακαλύψει τα έσχατα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, πάντοτε με τη μεθοδολογία που υπαγορεύει η επιστημονική δεοντολογία. Ασφαλώς και δεν έχει το κύρος των Πατέρων της Εκκλησίας μας και συμφωνώ απολύτως μαζί σας ὀτι τα πορίσματα της θεωρίας του καλό είναι να ελέγχονται από τις πατερικές διδαχές, με έναν όρο: ο έλεγχος να άπτεται της ουσίας των πραγμάτων και να παραλείπονται διαφορές ορολογίας ή τρόποι εκφοράς και διατύπωσης των ίδιων ουσιαστικά νοημάτων. Και, θα προσθέσω, ποτέ δεν υποστήριξε ότι υπάρχει απόλυτη ταυτότητα της θεωρίας του με την πατερική θεολογία, για την οποία δηλώνει και αναρμόδιος. Θα παρακαλέσω επίσης να διαβάσετε το άρθρο μου στο Αντίφωνο για τον Κεφαλαιώδη ρόλο της μίμησης στο έργο του Ρενέ Ζιράρ. Συνεχίζω τώρα τον διάλογο μαζί σας σύμφωνα με τη σειρά που εσείς προτείνετε:
    Α. Ο Ζιράρ είναι αντίθετος στην περιγραφή του ασυνειδήτου από ένα κατάλογο παθών, ενστίκτων κ.λπ. Τη χρήση αυτής της μεθοδολογίας επικρίνει στον Φρόυντ, π.χ., όταν διακρίνει την επιθυμία σε αντικειμενότροπη και άφθιτο ναρκισσισμό − ο οποίος αυξάνεται αναλόγως με την αδυναμία ερμηνείας ψυχικών καταστάσεων. Αυτός υποστηρίζει ότι όλα τα ψυχικά φαινόμενα έχουν κοινή αφετηρία τη μιμητική επιθυμία, η οποία μαζί με τα γεγονότα του θυματικού μηχανισμού συνιστούν το κέντρο αναφοράς τους. Το πώς προκύπτει ο φθόνος από το μιμητικό τρίγωνο έχει εξηγηθεί στον προηγούμενο σχολιασμό της εργασίας σας. Να αναφέρω επίσης ότι στο βιβλίο του Κριτικές από το Υπόγειο, σ. 99, γράφει: «Μέσα στο σύμπαν που οικοδομείται με βάση την Ευαγγελική αποκάλυψη, η ατομική ύπαρξη είναι ουσιαστικά μιμητική… Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούσαν αυταπόδεικτη την αλήθεια αυτή, αλήθεια που αργότερα συσκοτίστηκε…». Τη βιβλική ιστορία ο Ζιράρ απλώς την θεωρεί έναν ιδρυτικό μύθο, που έχει διασκευαστεί από τους συντάκτες του σύμφωνα με τις πνευματικές ή και πολιτικές τους επιδιώξεις. Για τον διάβολο, το κακό, δεν μπορεί να γίνει λόγος εδώ, απλώς θα αναφέρω ότι δεν υπάρχει ομογνωμία μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας και ο Ζιράρ, στο βιβλίο του, τον ταυτίζει με τη θυματοποίηση που έχει αφετηρία τη μίμηση ιδιοποιήσεως. Τα ανωτέρω πάντως ζητήματα δεν συγκαταλέγονται στο δογματικό μέρος της πίστης μας και η διαφορά γνώμης, όταν δεν παρερμηνεύει εκείνη, είναι θεμιτή. Αναγνωρίζω πάντως ότι, αν ο μύθος της παρακοής και της εξόδου των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο υπαγορεύθηκε στον συντάκτη του από τον ίδιο τον Θεό, οι σχετικές αναφορές στα ζητήματα που μας απασχολούν θα ήταν διαφορετικές.
    Β. Την έννοια της Ζιραρικής μίμησης, επιτρέψτε μου, την έχετε παρανοήσει· ούτε συμπαντικός νόμος είναι που μας οδηγεί στην αμαρτία, ούτε οντολογική συνθήκη που μας δένει χειροπόδαρα. Αύξησε απλά ο Θεός στο δημιούργημά του το μιμητικό δυναμικό για να προκύψει ο άνθρωπος-συνδημιουργός Του. Αυτή είναι η μίμηση, μια εκπληκτική δύναμη, η οποία μαζί με την ιδιαίτερη κλήση, τον λόγο που ο Θεός απευθύνει στον καθένα μας, ετοιμάζουν την όγδοη ημέρα της Δημιουργίας. Το ζήτημα ευρίσκεται στον τρόπο −ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερα να επιλέξει− με τον οποίο θα κάνει ο άνθρωπος χρήση του μιμητικού του δυναμικού. Όταν μιμείται τον Χριστό, πλουτίζει την κατ’εικόνα φύση του και συμβάλλει στο σχέδιο της θείας Οικονομίας∙ όταν μιμείται τα πάσης φύσεως είδωλα, προβάλλει εμπόδια στα σχέδια του Δημιουργού του, επομένως αμαρτάνει. Εδώ παρεισφρέει η αλαζονεία, το εωσφορικό κουσούρι της ανθρώπινης φύσης, για την αντιμετώπιση του οποίου όλη η πατερική γραμματεία είναι γεμάτη πατρικές παραινέσεις, αλλά και τρόπους επιστημονικής, θα λέγαμε, μεθοδολογίας, προκειμένου να επιτύχει ο άνθρωπος την εκρίζωσή της. Ο άνθρωπος, λοιπόν, αλαζονικά προκρίνει το θέλημά του, εισάγει τον εαυτό του στο ζοφερό περιβάλλον του Υπογείου (Ντοστογιέφσκι), αστοχεί στο σκοπό της Δημιουργίας, επομένως αμαρτάνει.
    Γ. Η παρανόηση του Ζιράρ είναι παρούσα, όταν λέτε ότι ο άνθρωπος μιμείται καταναγκαστικά. Υπάρχει στην ψυχή, όπως σωστά αναφέρετε, το δυναμικό της μίμησης και ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει την κατεύθυνση της χρήσης του. Ανήκει στο φυσικό θέλημα του ανθρώπου και αναμένεται η χρήση του σύμφωνα με το γνωμικό του θέλημα. Αυτό που αναφέρει ο άγιος Μάξιμος για τον Χριστό, ο Ζιράρ το επαναλαμβάνει με άλλες λέξεις: «ο Χριστός δεν μιμείται ανταγωνιστικά τον Πατέρα». Τι σημαίνει αυτό; Απλώς, την απόλυτη συμπόρευση του Χριστού με τον Πατέρα, που είναι ζητούμενο, φυσικά για μας, τους ανθρώπους. Ο Ζιράρ δεν λέει ακριβώς αυτά που λέτε ότι λέει. Να μην υπακούουμε στα είδωλα, φωνάζει ο Ζιράρ, αλλά στον Θεό του παντός. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν πρέπει ν’ ακούμε κανέναν − θυμηθείτε την υπακοή στο θέλημα του Γέροντα. Ο Ζιράρ περιγράφει, όταν αναφέρεται στο μιμητικό τρίγωνο, τη συνήθη πραγματικότητα, αυτήν που αφηγούνται και οι μεγάλοι συγραφείς, κάτι που δεν σημαίνει ότι και την αποδέχεται, ούτε ότι η ανθρώπινη κατάσταση δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Εννοείται ότι την σχέση, ως κοινωνία προσώπων, που περιγράφει ο μητροπολίτης Περγάμου, την αποδέχεται απολύτως ο Ζιράρ, αυτή η σχέση όμως ανήκει στο μέλλον, για να μην πούμε στον μέλλοντα αιώνα.
    4.Στο σχόλιό μου που έπεται στο σχόλιο,το οποίο απευθύνεται στον Θ. Ι. Ζ., υποδέχομαι με χαρά τις δύο τροποποιήσεις που κάνει ο Ζιράρ στο έργο του και μας αναγγέλλει ο κοινός μας φίλος. Όπως θα διαπιστώσετε από την ανάγνωσή του, αυτή τη φορά συμφωνούμε, τουλάχιστον στο ότι η θυσία στον Χριστιανισμό έχει τον χαρακτήρα που τονίζετε και σεις επαρκώς: υπακοή, ταπείνωση και αγάπη. Ακόμη, με την ύστερη θέση του ότι οι αρχαϊκές θρησκείες είναι παιδαγωγοί της ανθρωπότητας αποδεικνύει πως κατανοεί το σχέδιο της θείας Οικονομίας, για το οποίο διέθεσε όλη τη ζωντάνια της σκέψης του, ελάχιστη ίσως με τα μέτρα του αιωνίου Θεού, αλλά ταυτοχρόνως σπουδαία με τα ανθρώπινα μέτρα. Ο Ρενέ Ζιράρ ήταν προπάντων ένας έντιμος άνθρωπος, έκανε διά-λογο με τον Θεό του, είχε τη χάρη Του και τον φωτισμό Του και τώρα αναπαύεται σε «χώρα ζώντων», στη μεγάλη αγκαλιά του Θεού. Αιωνία του η μνήμη.
    Κ. Ν. Μπαραμπούτης

  13. Αγαπητέ κύριε Μπαραμπούτη, αναγκάζομαι να δευτερολογήσω γιατί, προς έκπληξή μου, έχουν προκύψει μερικά πολύ σημαντικά θέματα. Μερικά αφορούν την ζιραρική θεωρία, αλλά μερικά άπτονται της ίδιας της ορθόδοξης θεολογίας. Προβαίνω λοιπόν στις εξής παρατηρήσεις:
    Α. Ασφαλώς και έχετε κατανοήσει πολύ καλά την ζιραρική θεωρία, το πρόβλημα όμως είναι ότι η ίδια η θεωρία αυτή έχει εγγενείς αδυναμίες. Είναι λοιπόν αδύνατον η επιθυμία να είναι αποκλειστικά προϊόν μίμησης, γιατί, αν υποθέσουμε ότι πράγματι το υποκείμενο ήταν εξαρχής στερημένο από κάθε φυσικό επιθυμητικό προσανατολισμό, πολύ απλά δεν θα πρόσεχε ψυχοδυναμικά την επιθυμία του άλλου, δεν θα αποτελούσε γι’ αυτόν κάτι το «σημαίνον». Δεν θα μπορούσε καν να εννοήσει ψυχικά τι ακριβώς επιθυμεί ο άλλος. Το πολύ πολύ, αν υποθέσουμε ότι κατάφερνε, λόγω κάποιας διαισθητικής μυστηριώδους ικανότητας να αντιληφθεί προς τα που στρέφεται επιθυμητικά ο αντίπαλος, δεν θα μπορούσε καν να τον ανταγωνιστεί, αλλά θα καθηλωνόταν στην κατάθλιψη. Έξαλλου, εσείς ο ίδιος παραδέχεστε, στην απάντησή σας προς εμένα, ότι η επιθυμία να μοιάσω στον πατέρα δεν είναι ανταγωνιστική, αλλά «απολύτως δημιουργική» και «σύμφωνη με το σχέδιο δημιουργίας του κόσμου». Πέρα από το ότι αυτό το τελευταίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον Ζιράρ και απλώς αποτελεί ουμανιστική προβολή στην θεωρία του, θα πρέπει πια να αρχίσουμε να διερωτώμεθα ποιες επιθυμίες είναι ανταγωνιστικές και ποιες όχι. Η θεωρία του γάλλου φιλοσόφου, που άλλωστε δεν παραδέχεται τέτοιες διακρίσεις, δεν βοηθά προς αυτό, όπως είναι φυσικό. Επιπλέον, η ψυχοδυναμική στροφή προς τον πατέρα δεν είναι ακριβώς «επιθυμία», αλλά κάτι περισσότερο.
    Β. Περαιτέρω, αν πράγματι η επιθυμία είναι μιμητική (και ο όρος αυτός στον Ζιράρ σημαίνει πάντα ανταγωνισμό, πράγμα που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε), τότε δεν φαίνεται δυνατό πώς αργότερα μπορεί κανείς να υπερβεί αυτήν την επιθυμία, με την ταπείνωση, την αγάπη, την υπακοή. Αν όλο αυτό το ψυχοδυναμικό απόθεμα ήταν απόν στην αρχή, πώς προσετέθη στην πορεία; Τι συνέβη; Απλά επειδή καταλάβαμε ότι το θύμα ήταν αθώο (και τι μπορεί άραγε να σημαίνει «αθώο» για κάποιον που στερείται στην αρχή την δυνατότητα να αγαπήσει και να υπ-ακούσει;), αυτομάτως, δια της κατάλυσης ενός μηχανισμού, μεταμορφώθηκε οντολογικά και ηθικά το ανθρώπινο υποκείμενο; Ο ίδιος ο Ζιραρ λέγει, στην σχετική συνέντευξή του, ότι προσπαθούσε στην αρχή να μιλήσει για έναν χριστιανισμό που δεν απαιτούσε «προσωπική εμπλοκή», και εννοεί ακριβώς τις αρετές που περιέγραψα. Ωστόσο, προσθέτει, «ήταν ένας δρόμος που δεν οδηγούσε πουθενά». Δεν φτάνει κανένας μηχανισμός, απαιτείται και προσωπική πνευματική πορεία. Απαιτείται η θεία χάρη των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας.
    Γ. Με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι θεωρείτε τα όσα λέγει ο Μητρ. Περγάμου περί «κοινωνίας» ως κατάσταση μόνο του μέλλοντος αιώνος, ωστόσο, ο Σεβασμιότατος μιλά ρητά για την εμπειρία της Εκκλησίας και της Θείας Ευχαριστίας εδώ και τώρα.
    Δ. Παρακάτω, διάβασα μια πολύ περίεργη θεωρία περί του Σατανά, ότι αυτός μάλλον συμβολοποιεί τον θυματοποιητικό μηχανισμό και την δυσφήμηση που αυτός κάνει στο εκάστοτε θύμα του. Πράγματι, έτσι λέγει ο Ζιραρ. Αλλά χρειάζεται στ’ αλήθεια επιχειρηματολογία για το ότι όποιος πιστεύει κάτι τέτοιο, δεν έχει σχέση με το πατερικό πνεύμα; Ας θυμηθούμε το «Προπατορικόν Αμάρτημα» του π. Ρωμανίδη. Ο δυτικός ευδαιμονιστικος χριστιανισμός, όπως λέγει, δεν χρειάζεται τον διάβολο, σε μας όμως, ακριβώς λόγω της βασικής βιβλικής διδασκαλίας περί πολέμου Θεού και Σατανά, η άσκηση είναι αγωνιστική. Πρέπει επίσης να πω, ότι μελετώντας για τις ανάγκες της συζήτησης το τελευταίο κεφάλαιο του «Le bouc émissaire», βρήκα ότι ο Ζιράρ στην ουσία συμβολοποιεί ακόμη και το Άγιο Πνεύμα. Και αυτό είναι, δήθεν, ο κατευνασμός, έστω η αποκαλυπτική δύναμη, που πηγάζει από την καταστροφή του θυματοποιητικού μηχανισμού (οι εκφράσεις του είναι κάπως διφορούμενες βέβαια, γιατί δεν τολμά μάλλον να καταφερθεί ρητά κατά του καθολικού δόγματος σε τόσο μεγάλο βαθμό). Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτόν τον υποβιβασμό του Τρίτου Προσώπου της Θεότητας θεωρώ, χωρίς εδώ να μπορώ να επιχειρηματολογήσω περισσότερο, ότι είναι το «Filioque». Η θέση του αυτή με έπεισε ότι αντί να τον μεταβάλλουμε σε οπαδό, και μάλιστα ακραιφνή, της πατερικής θεολογίας, πρέπει να καταδείξουμε τις ουσιώδεις διάφορες.
    Ε. Ένα τελευταίο, που επίσης μου έκανε εντύπωση, είναι ο τρόπος να ερμηνεύουμε τις ιστορίες της Αγίας Γραφής. Γράφετε, ακλουθώντας βέβαια τον Ζιράρ, τα γνωστά για την ιστορία του Κάιν και του Αβελ, ότι δηλαδή αποτελεί ιδρυτικό μύθο, που περιγράφει πώς η βία ιδρύει την κοινότητα κλπ. Μια άλλη σχετική ερμηνεία είναι ότι η θυσία του Αβελ, ως κτηνοτρόφου, που θυσιάζει ζώα, γίνεται δεκτή, ενώ του Κάιν, που εμμένει στις γεωργικές προσφορές, μακριά από κάτι που να θυμίζει εξιλαστήριο θύμα, απορρίπτεται. Η ίδια η προς Εβραίους βέβαια (ια, 4) ερμηνεύει τελείως διαφορετικά την ιστορία, ότι δηλαδή ευθύνεται η έλλειψη «εμπιστοσύνης», δηλαδή αγάπης, που είχε ο Κάιν για τον Θεό. Ήταν δηλαδή πρωτίστως ατομική η ευθύνη. Έριξα μια ματιά στην ερμηνεία της «Γένεσης» του ειδικού στην Παλαιά Διαθήκη, Παν/κου Καθηγητή Μητρ. Ιερεμία Φούντα, και η πατερική ερμηνεία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Ασφαλώς, όπως εξηγεί ο Μητροπολίτης, και η ιστορία του Κάιν προέρχεται από προγενέστερη παράδοση, και μάλιστα φαίνεται κάπως να εξυψώνει την ημινομαδική ζωή, έναντι τόσο της αγροτικής, όσο όμως, το κυριότερο, και της καθαρά νομαδικής. Επιπλέον, οι ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης έπαψαν πια να είναι αυτόνομα, ξεκομμένα κομμάτια, μύθοι προσφερόμενοι για κάθε ερμηνεία, και έγιναν μέρος μιας αφήγησης. Οι ιεροί συντάκτες, που μάλλον ολοκλήρωσαν την «Γένεση» κατά την εποχή της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, συνθέτοντας τέσσερις ως γνωστόν παραδόσεις, δεν έφτιαξαν κάποιο συμπίλημα, αλλά πραγματικό βιβλίο, και έτσι είναι εντελώς νόμιμη η πατερική ερμηνευτική.
    Ευχαριστώ.

  14. Αγαπητέ κ. Ιωάννου
    Θα πρέπει να ομολογήσω και εγώ, ότι εξεπλάγην με την έκπληξη σας για δύο λόγους: Γιατί πρώτον αν ο Ζιράρ, όπως ισχυρίζεσθαι, έχει αποδεχθεί λανθασμένα την απολύτως ουσιαστική για την υπόθεσή του θυματικού μηχανισμού μιμητική επιθυμία – τότε αυτή η υπόθεση χάνει το λογικό της θεμέλιο να αναπτύσσεται σε περιβάλλον καθολικής σύγκρουσης, άρα καθίσταται επιστημονικά προβληματική – αυτός όπως και τόσοι άλλοι θεωρητικοί, έχει απλώς θεμελιώσει τη θυσιαστική θεωρία σε λανθασμένες παραδοχές.Και δεύτερον διότι οι επιστημονικές θεωρίες και τα πορίσματά τους δε διατυπώνονται στα πλαίσια που ορίζουν οι θεολογικοί όροι, τα ιερά δόγματα της Εκκλησίας μας.
    Αρχίζω τώρα με την ίδια τάξη που χρησιμοποιείται στο σχόλιό σας να εκθέτω τις απόψεις μου, που νομίζω, ότι θα βοηθήσουν να μη θεωρείται πως έχουν «προκύψει μερικά πολύ σημαντικά θέματα», τόσο για τη ζιράρεια θεωρία, όσο και και για τη σχέση της με την ορθόδοξη θεολογία.
    Α. Εσείς θέλετε η ανθρώπινη επιθυμία να έχει ψυχοδυναμική προέλευση, καμμιά αντίρρηση! Στο σημείωμά μου για τη μίμηση στο έργο του Ζιράρ (Αντίφωνο), αποδίδω στη μίμηση μια μορφή ενέργειας προκειμένου να την εντάξω σ’αυτήν την πρωταρχική ενέργεια, της μεγάλης έκρηξης, από την οποία προήλθε ο κόσμος. Την επιθυμία ο Ζιράρ τη θεωρεί μιμητική, άρα ταυτίζονται οι απόψεις σας, είναι δηλαδή και γι’αυτόν ψυχοδυναμικού χαρακτήρα και ειδοποιήται συμφωνα με το τι φύσεως είναι η μίμηση. Όταν η μίμηση είναι προσκτητική τότε άγει σε συγκρούσεις και περαιτέρω με τη γενίκευση αυτών των συγκρούσεων σε μια ομάδα ανθρώπων η κατάσταση που δημιουργείται εκβάλλει στον αρχέγονο φόνο. Τη μιμητική του ενέργεια την εκδηλώνει ο άνθρωπος παντού π.χ. στη μίμηση της φύσης, είτε καλλιτεχνικά είτε χρηστικά, έχει δε πάντοτε ένα ανταγωνιστικό χαρακτήρα σε μια κλίμακα από το μηδέν, προς τον ουράνιο πατέρα, μέχρι την ένταση που εμφανίζει π.χ η μίμηση στον σνομπ ή τον ζηλοτυπο, όταν αυτός καθηλώνεται στο πρότυπο. Φαίνεται να σας ενοχλεί το σημαίνον «μίμηση», ίσως γιατί εκ πρώτης όψεως εμφανίζει τον άνθρωπο στερημένο από τις γνήσιες δημιουργικές ικανότητες, τις οποίες ασυνείδητα τις ταυτίζομαι με την «εκ του μηδενός δημιουργία του Θεού».Τι να κάνουμε όμως δεν είμαστε θεοί και αυτήν τη διαπίστωση την έκαναν με την οξυδερκή τους παρατήρηση όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, την οποία και κατέγραψε ο Ζιράρ στο έργο του, Ρομαντικό ψεύδος και Μυθιστορηματική αλήθεια· την έκαναν όμως και όλοι οι πατέρες της Εκκλησίας μας , όταν μιλούν όλοι ανεξαιρέτως για την «εκ των ων ουκ άνευ ταπεινότητα του ανθρώπου». Θα πρέπει να προσθέσω πάντως ότι και οΖιράρ προβληματίσθηκε ως προς τη χρήση του όρου «μίμησις» και σας παραπέμπω στη σελ.34, Κεκρυμμένα από καταβολής, για να ενημερωθήτε για τις αντιρρήσεις του. Στον ρόλο του πατέρα – γονέα πρώτος, ο Αριστοτέλης έδωσε περίοπτη θέση, όταν τον εθεώρησε αναγκαίο και ως ποιητική και ως μορφική τελική αιτία. Είναι το ποιητικό αίτιο το οποίο θέτει σε κίνηση το υποκείμενο από «το δυνάμει» στο «ενεργεία», στην πρόσκτηση της τελικής μορφής του, του σκοπού του. Και αυτό επιτυγχάνεται με τον κατάλληλο προσανατολισμό της μιμητικής του δύναμης. Ορίστε λοιπόν, που η μιμητική ενέργεια ή αλλιώς η ψυχοδυναμική επιθυμία παρουσιάζει αναλογίες με το αριστοτελικό «δυνάμει» και δεν έχει καμμιά σχέση με ουμανιστικές θεωρήσεις και προβολές. Θέλετε τον Ζιράρ σώνει και καλά φιλόσοφο, ενώ σε προηγούμενο σχόλιό μου έχω αναφέρει, ότι ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του «διάκονο των επιστημών του ανθρώπου» και έχει μάλλον απαξιωτικές αναφορές στη φιλοσοφία, ειδικά στον Πλάτωνα και τον Χάιντεγκερ. Είναι λάθος, να υποστηρίζεται ότι δε δέχεται διακρίσεις στις επιθυμίες. Απλώς για να στηρίξει την υπόθεση του αποδιοπομπαίου τράγου αναφέρεται στην προσκτητική επιθυμία ή μίμηση. Να στρέφουμε το μιμητικό μας δυναμικό στην «κάθετη υπερβατικότητα» μας παροτρύνει και αυτό ασφαλώς δε σημαίνει μίμηση της αυτής τάξεως με την προσκτητική.
    Β.Τι θα πεί να υπερβεί τη μιμητική επιθυμία με ταπείνωση ,αγάπη και υπακοή; Αυτό που απαιτείται είναι όχι να καταργήσει την επιθυμία του – όπως στις ανατολικού τύπου θεωρήσεις – αλλά να επιθυμεί τον Θεό της Αγάπης, που ταπεινώθηκε, έλαβε δούλου μορφή και υπάκουσε στον Πατέρα άχρι θανάτου. Όλο το ψυχοδυναμικό απόθεμα της μίμησης δεν ήταν απόν, όπως ισχυρίζεστε ότι ισχυρίζεται ο Ζιράρ, απεναντίας ανεφύει ταυτόχρονα με την ανθρώπινη υπόσταση, αποτέλεσε την ξεχωριστή δωρεά του Δημιουργού για να υπάρξει η ανθρώπινη αυτοσυνείδηση (βλέπε το σημείωμά μου στο Αντίφωνο). Στην εύλογη απορία σας, ότι δεν αρκεί ο θυματικός μηχανισμός να μορφώσει το ηθικό υποκείμενο θα συμφωνήσω απολύτως.Και είναι επίσης βέβαιο πως την ίδια άποψη είχε και ο Ζιράρ, ο οποίος ναι μεν απέδιδε την κατασκευή του «ιερού» στον θυματικό μηχανισμό, ενός όμως ιερού που εκ κατασκευής του απεδέχετο τη βία άρα και τα αποτελέσματα στο πολιτιστικό πεδίο που είχαν ως αφετηρία τους αυτό το ιερό, δε θα ήταν παρά ελλιπή και προσωρινά. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ζιράρ ανακαλύπτει την Εκκλησία του Χριστού και την Αγάπη, ως τη μοναδική διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της βίας. Αν τώρα απαιτούνται και άλλης φύσεως ψυχοδυναμικά αποθέματα εκτός της μίμησης προκειμένου να μορφωθεί το ανθρώπινο υποκείμενο, αυτά υπάρχουν και γ’αυτά μας ομιλεί με θαυμαστή διαύγεια ο απ. Παύλος (Ρωμ.7,23), όπως και αυτά με τα οποία μας οπλίζει « η θεία χάρη των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας».
    Γ. Αληθής σχέση υπάρχει μόνο ως κοινωνία προσώπων. Αυτό που αναδεικνύει τον άνθρωπο σύμφωνα με τον αγ.Περγάμου είναι η πρόσληψη εκ μέρους του, της εκκλησιολογικής υπόστασης, η οποία στην ευχαριστιακή της έκφραση «δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, ανήκει στην εσχατολογικήν υπέρβαση της ιστορίας και όχι απλώς στην ιστορία» και συνεχίζει «Η αλήθεια και η οντολογία του προσώπου ανήκουν εις το μέλλον, είναι εικόνες του μέλλοντος». Και λίγο παρακάτω «..ο εσχατολογικός αυτός χαρακτήρ της εκκλησιολογικής υπόστασης περιέχει μια μορφή διαλεκτικής, τη διαλεκτική του ήδη και όχι ακόμη»(Από το προσωπείον στο πρόσωπο). Γιατί λοιπόν όταν γράφω «..η σχέση ως κοινωνία προσώπων…..ανήκει στο μέλλον….» εκφράζω αντίθετη άποψη από εκείνη που διατείνεται ο Μητροπολίτης; Δε γράφει μόνο κατά συνέπεια για την εμπειρία της Εκκλησίας εδώ και τώρα, και θα πρέπει να προσθέσω , ότι σε ζητήματα όπως το ανωτέρω, το προσωπικό βίωμα του καθένα – άλλο το βίωμα του αγίου και άλλο του αμαρτωλού- τον επηρεάζει στην αποδοχή αυτής ή άλλης παραπλήσιας άποψης.
    Δ.Τι να κάνουμε αγαπητέ φίλε! Ο Ζιράρ, όπως και ο Ντοστογιέφσκυ στους Αδελφούς Καραμάζωφ, συμβολοποιεί τον Διάβολο, αυτός είναι που στη μίμηση ιδιοποιήσεως εισάγει στη ζωή των ανθρώπων τη βία. Αυτό δε σημαίνει βέβαια, ότι θα πρέπει να τον στείλουμε στο «πυρ το εξώτερον»!Ανήκει και αυτός σ’εκείνους που θεωρούν πως το κακό και το σύμβολό του ο σατανάς, έχει αποκλειστικά την πηγή του στον άνθρωπο που διαχειρίζεται τις επιθυμίες του ανεξέλεκτα από τις εντολές του Δημιουργού του. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφερόμενος στο κακό το εμφανίζει να στερείται την ύπαρξη: «το δε αγαθόν ύπαρξις και υπάρξεως αίτιον, το δε κακόν αγαθού ήτοι υπάρξεως στέρησις»· επομένως φαίνεται να έχει ταυτόσημες απόψεις. Ο Ζιράρ ως γνωστόν έγραψε ένα βιβλίο για τον Διάβολο και προκειμένου να υποστηρίξει τις απόψεις του ερμήνευσε τα σχετικά Ευαγγελικά εδάφια, είναι αλήθεια, με λογική που εμφανίζεται να μετέχει σε επικίνδυνες ακροβατικές ασκήσεις. Αν τώρα θέλεις και τη προσωπική μου άποψη συμφωνώ απολύτως μαζί σου[1], αν και δε νομίζω, ότι η αντίθετη άποψη έχει κάποια σχέση με τον «ευδαιμονιστικό χριστιανισμό», όπως λέγεις της Δύσης. Απόδειξη , ότι ο Γιάκομπ Μπέμε ένας μυστικός του 16ΟΥ αιώνα προτείνει μία αντίληψη για τα συμβαίνοντα στο κόσμο μας, σύμφωμα με την οποία αυτά προκύπτουν από την σκληρή διαμάχη ανάμεσα σε «διαμετρικά αντίθετες αρχές», και αυτή του την ιδέα την υιοθέτησε, σχεδόν το σύνολο της γερμανικής μεταφυσικής[2]. «Το πνεύμα όπου θέλει πνει», απλώς ο Ζιράρ, βλέποντας να εγκαθίσταται η ειρήνη – προσωρινά – μεταξύ των ανθρώπων της ομάδας κατά τη δεύτερη φάση της θυματικής διαδικασίας, στοχάζεται την επίσκεψη του αγ.Πνεύματος που επαναφέρει τον άνθρωπο στη γαλήνη ενός παραδείσου που ανήκει στον μέλλοντα αιώνα.
    Ε. Τον Ζιράρ τον ενδιαφέρει η προγενέστερη παράδοση από την οποία προήλθε ο μύθος του Κάϊν που καταγράφεται στη Γένεση, και τον περιλαμβάνει στους ιδρυτικούς μύθους, δηλαδή αναγνωρίζει και σ’αυτόν την αφήγηση μιας θυματικής διαδικασίας, που εκβάλλει στην ίδρυση συλλογικού υποκειμένου, για να θυμηθούμε και τον Θ. Ζιάκα. Αυτό που επισημαίνει ο καθηγητής Μητρ. Ιερεμίας Φούντας δεν αποκλείεται από τον Ζιράρ, μόνο, αυτό που ενδιαφέρει τον Ζιράρ, είναι να δείξει, μέσω του μύθου, την αλήθεια της υπόθεσής του, δηλαδή ότι η υπόθεσή του παρέχει τη δυνατότητα της κατανοητής ερμηνείας του μύθου.Τα επιχειρήματά του είναι κατά κάποιο τρόπο κυκλικά, που σημαίνει, ότι μύθος και υπόθεση αλληλο-υποστηρίζονται, κάτι που συμβαίνει π.χ και στην ερμηνεία της θυσίας και των τελετουργικών. Οι μύθοι ανάλογα με τη λύση που προτείνεται για τη κατανόησή τους χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες : στη πρώτη ανήκουν αυτοί οι μύθοι που αφηγούνται με σκοπουμένη ή ανεπίγνωστη πρόθεση και ποιητικό τρόπο, άρα σε μορφή δυσανάγνωστη τα έργα του απώτατου παρελθόντος. Η προσπάθεια κατανόησής τους γίνεται με τον λόγο και τέτοιοι είναι οι ιδρυτικοί μύθοι. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται μύθοι κατασκευασμένοι από ξεχωριστούς ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν με τον μύθο να εκφράσουν ιδέες τους. Εκεί οι δρώντες θεοί ή ήρωες είναι αφηρημένες ηθικές ή στοιχειακές δυνάμεις · σε αυτούς τους μύθους χρησιμοποιείται η αλληγορική εξήγηση και ανήκουν στην ιστορική περίοδο π.χ οι μύθοι του Πλάτωνα ή της «Γένεσης». Δεν ερμηνεύει κατά συνέπεια ο Ζιράρ την σύνθεση των τεσσάρων παραδόσεων, αλλά προσπαθεί με προκειμένη την υπόθεσή του, να εισχωρήσει λογοκρατικά στο «συμβαίνον», στις αρχαίες κοινωνίες των προγόνων μας.
    Ευχαριστώ για την υπομονή σου.
    Κ.Ν.Μπαραμπούτης
    1.Κ.Ν.Μπαραμπούτης, Η ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, Β’ τόμος σελ. 505-522
    2.Κ.Ν.Μπαραμπούτης, Η ΟΓΔΟΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, Β’ τόμος σελ.430

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here