Aπό τον Όμηρο στον Μακρυγιάννη

0
277

Βαγγέλης Μεννής

Το να μιλήσει κανείς για ανθρώπους όπως ο Ζουράρις ή ο Μακρυγιάννης εμπεριέχει κινδύνους. Ο πρώτος σημαντικός δάσκαλος, ο δεύτερος μύθος της ελληνικής ιστορίας. Γι’ αυτό οι ακόλουθες γραμμές σε καμία περίπτωση δεν κομίζουν βεβαιότητες. Είναι σκόρπιες σκέψεις με στόχο να κινήσουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον, προς το βιβλίο* του Ζουράρι, που αφορά το μεγάλο Έλληνα στρατηγό. Ένα βιβλίο που κλείνει στα μικρά του όρια το μέγα κόσμο.

Το έργο ξεκινάει με μια σκέψη – αποκάλυψη του Σεφέρη: Το ποσοστό των λέξεων που δε λειτουργούν στον Μακρυγιάννη είναι μικρότερο παρά στα έργα όλων των πεζογράφων που ξέρω… Ποτέ δεν ξανακούσαμε στην Ελλάδα τόσο αδρή φωνή… Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να σταθεί αν δεν είναι άρχοντας της γλώσσας… αυτής της ζωντανής φύσης, που του μεταγγίζει κάθε στιγμή που ανασαίνει η φυλή του.

Πόσες κρυμμένες αλήθειες ζουν αθόρυβα στην προηγούμενη παράγραφο! Γεμίζουμε λευκές σελίδες γράφοντας και ξαναγράφοντας, όμως είναι ελάχιστες οι λέξεις – πομποί συναισθηματικού – διανοητικού φορτίου που θα αγγίξουν τα άγνωστα – άυλα κέντρα της ψυχής, ερεθίζοντας τη μνήμη, τη λογική, τη σκέψη και τα αισθήματα. Ο αγράμματος Μακρυγιάννης είναι σπουδαίος, γιατί πέτυχε να συμπυκνώσει με μοναδικό τρόπο το μεγαλείο των νοημάτων του, ανάμεσα στους στενούς ασπρόμαυρους στίχους. Οι λέξεις του λειτουργούν όπως οι ηθοποιοί στο θέατρο.  

Το απωλεσθέν ζητούμενο είναι ποια άλλη… η ελληνική ταυτότητα. Ο Μακρυγιάννης αναπτύσσει τις ιδιοφυείς αιτιατές του συνάφειες, με τις ρίζες της παράδοσής μας, όπως είναι ο Θουκιδίδης και ο Όμηρος, ενώ ο Ζουράρις έχει τον απαιτούμενο εσωτερικό διάκοσμο για να το αποδείξει. Διαβάζοντας κάποτε για την ψυχολογία  ασυνειδήτου θαύμασα τις ανακαλύψεις του Γιουνγκ και του Φρόυντ. Για παράδειγμα, ένας καλός και γενναίος ήρωας, δεν αποκλείεται να αποβεί καταστροφικός με την ίδια ή μεγαλύτερη ένταση, αν επικρατήσει η σκοτεινή του πλευρά (η «σκιά»). Τα παραδείγματα δε μας λείπουν στην επανάσταση του ‘21. Είναι ασύλληπτο ότι η ελληνική παράδοση έχει ήδη μιλήσει γι’ αυτά τα θέματα. Ο Μακρυγιάννης είπε για «τις δύο τζέπες μια με αλήθειες και μια με ψέμματα» ο Ζουράρις το συνδέει με τα πιθάρια του Δία «ένα για τα καλά και ένα για τα κακά». Στον Όμηρο συμβολοποιείται λιτά σε μία λέξη: «αμμίξας».

Το «αμμίξας» πρωταγωνιστεί συνεχώς στην ανθρώπινη ιστορία. Παρακολουθούμε τους Δυτικούς να δαιμονοποιούν, με όλα τα μέσα, τους αντιπάλους τους μέχρι να τους εξοντώσουν. Οι καλοί εμείς, οι κακοί Άραβες τρομοκράτες. Αυτό το «αμμίξας» θα μπορούσε να είναι μια στάση ζωής για την πληρέστερη κατανόηση του ανθρώπου,  την ίδια την αξία της αυτογνωσίας. Σχεδόν συγχωρείς ακόμη και το Ράμφο για τις μπούρδες που αράδιασε στη θρυλική εκπομπή των Τατσόπουλου – Βερεμή (ή κάπως έτσι). Το «αμμίξας» θα έπρεπε να διδάσκεται στο σχολείο. Ύστερα από 12 χρόνια αξέχαστης ταλαιπωρίας στις σχολικές αίθουσες, 10 χρόνια στα πανεπιστήμια, το άκουγα πρώτη φορά από τον Ζουράρι και γι’ αυτό τον ευχαριστώ.

Δυο λόγια για τον συγγραφέα. Δεν ξέρω τι καταλογίζουν άλλοι στο Ζουράρι, όμως στο συγκεκριμένο βιβλίο σε αφήνει ενεό. Είναι ποιητικός, σαφής, συνοπτικός, εύστοχος, χιουμοριστικός αλλά και πανέξυπνος. Είναι μιας άλλης γλωσσικής αριστοκρατίας που ξυπνάει κύτταρα εκατό γενεών. Στέκεται με σεβασμό και ευλάβεια μπροστά στον ήρωα, με τα συρμάτινα έντερα και το ανοιχτό, από τις τουρκικές σπαθιές κεφάλι. Γράφει κάπου:

Την ώρα που προσπαθούσα να αντιγράψω ιδιοχείρως τα βασανισμένα αυτά αγράμματα ελληνικά του Μακρυγιάννη, άρχισα να κλαίω. Τον έβλεπα, τον ένοιωθα να πασχίζει να γράψει αυτά τα πληγιασμένα ελληνικά του, Αυτός, ο Πρώτος των Ελλήνων, μέσα στις πυορροούσες πληγές του, τα έντερά του τα ξεκοιλιασμένα, τα μυαλά του τα χυμένα έξω από το τσακισμένο κρανίο του, να προσπαθεί, Αυτός ο τελευταίος Έλληνας του Ελύτη, να γρατσουνίσει κάτι, ένα ίχνος αγάπης με γράμματα αγράμματα, σκοτωμένες λέξεις για τα παλληκάρια του, τα εξοντωμένα για μας. Κι όσο αντέγραφα τα ελληνικά του ερείπια από τον Κρανίου Τόπον του, τόσο συνέχιζα να κλαίω. Γιατί βογγούσε και ξανά σερνόταν ο Αρχηγός μας, για να προσπαθήσει να γράψει, γιατί ξανάπεφτε και ξανασερνόταν, ψάχνοντας ν’ ακουμπήσει πάνω σε σκοτωμένα ελληνικά, να τ’ αναστήσει, Αυτός, ο Μακρυγιάννης, ο ωραίος ως Κλέφτης σκοτωμένος. […] Ναι, αυτά τα «πιστοποιητικά» τα αυτόχειρα, τα αιματόρρυτα, αυτά τα άμορφα φθογγόσημα ως ρόγχος, αυτά τα κατασπαραγμένα ελληνικά του, απ’ όπου γραπώνεται γράμμα – γράμμα ανορθόγραφα, για να μας μιλήσει, σκαλίζοντας, γράφοντας απεγνωσμένα ο «πατριοτις μακριγιανις», ναι, ναι, αυτά τα αγράμματα λείψανα, είναι η μεταλαβιά κι η μακαριά του Γένους.

Μια ιδιόμορφη ανατριχίλα μεταβιβάζεται στον αναγνώστη. Ανάβει ένα κερί στον τόπο της μνήμης για τον καταπληγωμένο ήρωα. Ίσως μοιάζει με εξιδανίκευση. Οι άνθρωποι δεν είναι άγγελοι, βιώνουμε όχι μόνο την καλή, αλλά και την κακή πλευρά τους, ειδικά στον πόλεμο. Οι εκπρόσωποι του ΕΛΙΑΜΕΠ το εκμεταλλεύτηκαν χυδαία για να τους συκοφαντήσουν. Εκτός των ψεμάτων, ισχυρίζονται προκλητικά ότι μόνο εκείνοι μελετούν Ιστορία, ο λαουτζίκος αναμασά ότι του σέρβιραν στο σχολείο. Τέτοιοι αυτόκλητοι φωστήρες της γνώσης, παρουσιάστηκαν κι άλλοτε μόνο που αξίζουν άλλο όνομα.

Ο Ζουράρις επέλεξε να μην τοποθετηθεί δημόσια τότε. Όμως είχε ήδη προλάβει να κεντήσει τα ψηφιδωτά της αριστοκρατίας του πνεύματος. Ζωντάνεψε με μαστοριά σκηνές κα γεγονότα σαν να έγιναν μόλις χθες. Αυτός μας θύμισε ότι στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, αρνήθηκαν να κωπηλατήσουν 20.000 Έλληνες αιχμάλωτοι των τουρκικών πλοίων, με αντάλλαγμα τον υγρό τους τάφο. Αυτός επίσης ζωντανεύει τη Μάχη των Μύλων, την οποία δε γνωρίζω να προβάλλει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ο Ζουράρις γράφει: είναι η περίφημη σκηνή που πηγαίνει ο Γάλλος αξιωματικός και του λέει ότι οι θέσεις αυτές είναι αδύνατες και δεν θα βαστάξουν, κι ο Μακρυγιάννης απαντάει ότι όταν σήκωσαν τη σημαία κατά της τυρρανίας ήξεραν ότι είναι αδύνατοι ενάντια σε δυνατούς. Ο Δεριγνύ είπε tres bien κι ένας Γάλλος αξιωματικός φίλησε τον Μακρυγιάννη. Μετά τρεις – τέσσερις ώρες τελείωσε η μάχη και κυριολεκτικά, εκεί, στους Μύλους, σώθηκε η δεύτερη φάση της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Έχω ωστόσο την αίσθηση, ότι οι σφαίρες, εκείνης της μάχης και κάθε μάχης που δίνεται με τόση αυτοθυσία, έχουν προδοθεί. Όχι μόνο γιατί καταρρέει η χώρα. Κυρίως διότι μοιάζει να μην αγγίζουμε πλέον τη γλώσσα και την παράδοσή μας. Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού, είναι εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα τοις εκατό; Μοιάζει να πλέει σε πελάγη πρωτογονισμού ή εξηλιθίωσης όπως λέει ο Γιανναράς. Ένα πρόβλημα που δείχνει άλυτο.

*Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!”, Κώστας Ζουράρις , εκδ. Αρμός, Απρ. 2009

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here