Γ. Παπαδάκης: Ανθρωπικά κβάντα

6
85

Γιάννης Παπαδάκης

 

Κατά την επιστήμη της Φυσικής, κβάντα θεωρούνται οι μικρότερες δυνατές ποσότητες ενός μετρήσιμου φυσικού μεγέθους. Για να το πούμε διαφορετικά, η κάθοδος από το μικρό στο ελάχιστο είναι κλιμακωτή και μάλιστα με μίνιμουμ προδιαγραφές στα «σκαλοπάτια». Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι το φωτόνιο αποτελεί το μικρότερο πακέτο ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας στο μέχρι τώρα γνωστό σύμπαν. Η ενεργειακή κλίμακα φτάνει μέχρι το φωτόνιο, δε νοείται δηλαδή ηλεκτρομαγνητική ενέργεια ίση με μισό ή εν τρίτο του φωτονίου.
Κατά την επιστήμη, η φύση έχει προαποφασίσει ποια είναι αυτά τα κβάντα και με βάση αυτές τις παραμέτρους λειτουργεί και εξελίσσεται το σύμπαν. Η κβαντική φύση του σύμπαντος επαληθεύεται καθημερινά μέσα από μετρήσεις και παρατηρήσεις που διατρέχουν όλο το εύρος της χωροχρονικής κλίμακας.
Όταν μια ιδέα, ένα σύστημα ιδεών ή μια θεωρία ερμηνεύει ορισμένα φυσικά φαινόμενα με επιτυχία, δημιουργεί ταυτόχρονα μια πρόκληση σε επιστήμονες και φιλοσόφους: άραγε μήπως μπορούμε να την εφαρμόσουμε εξίσου επιτυχώς και σε άλλα πεδία; Εδώ βέβαια αρχίζει ένα «παιχνίδι» που μερικές φορές καταλήγει σε διαφωνίες, επιστημονικές αντιμαχίες, ακόμα και βαθιές συγχύσεις.
Με γνώση όλων των παραπάνω, ας εξετάσουμε αν η τόσο επιτυχής ιδέα του «διακριτού ελάχιστου», δηλαδή του κβάντουμ, θα μπορούσε να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε φαινόμενα πέρα από εκείνα με τα οποία καταπιάνεται η επιστήμη της Φυσικής. Η ωφέλεια που μπορεί να προκύψει από ένα τέτοιο προβληματισμό προηγείται των όποιων απαντήσεων, με την έννοια ότι μας ανοίγει νέες δυνατότητες, νέους τρόπους για να εκφράσουμε αυτές καθαυτές τις ερωτήσεις.
Είχαμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο (Ελληνότροπος Σύνθεση Νοήματος) ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού τρόπου σκέψης είναι η έμφαση στην επιλογή της ερώτησης πριν καν μπούμε στο κυνήγι των απαντήσεων. Λογικό να ξεκινήσουμε λοιπόν με μια διερεύνηση του γενικότερου «τόπου» της ερώτησης.
Έχει άραγε έννοια να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα κβάντουμ αλήθειας; Ένα κβάντουμ εμπιστοσύνης; Για να το θέσουμε διαφορετικά, έχει νόημα να υποθέσουμε ότι για να οικοδομήσουμε στοιχειώδες νόημα ανθρώπινης ζωής (όπως και αν το αντιλαμβανόμαστε) απαιτείται ένα μίνιμουμ πχ. αλήθειας ή εμπιστοσύνης; Αν ναι, κατά πόσο είναι ανιχνεύσιμο; Υπάρχει άραγε κάποιος δοκιμαστικός τρόπος, ένα «τεστ», για να δούμε αν και κατά πόσο μια κοινωνία, μια ομάδα ανθρώπων ή ένα άτομο υπερβαίνει ή υστερεί από αυτό το διακριτό ελάχιστο;
Με το παραπάνω σκεπτικό, επιστρέφουμε νομίζω αβίαστα σε μια από τις τρεις θεμελιώδεις αρχές τις ελληνότροπης σκέψης: την έννοια του μέτρου. Το κβάντουμ απλώς παριστάνει μια συγκεκριμένη εκδοχή ύπαρξης ενός συγκεκριμένου ελάχιστου μέτρου.
Το μέτρο καθορίζεται από ορισμένα περιθώρια μέσα στα οποία κινείται μια ιδέα ή ένα μέγεθος. Λέμε ότι κάτι «κυμαίνεται εντός των ορίων». Αν το ένα ή και τα δύο όρια δεν υπάρχουν τότε υπάρχει απουσία μέτρου, δημιουργείται δηλαδή μια κατάσταση άμετρη και γι αυτό ά-πειρη, έξω δηλαδή από το πεδίο της εμπειρίας.
Στα μεν φυσικά μεγέθη, τα κβάντα υποδηλώνουν ότι υπάρχει ελάχιστο όριο στο μέτρο ενώ για το μέγιστο όριο συνήθως στηριζόμαστε στο ότι η ενέργεια στο Σύμπαν είναι πεπερασμένη και όχι άπειρη. Στην περίπτωση των ιδεών όμως τα πράγματα δυσκολεύουν. Πώς φανταζόμαστε μια κατάσταση στην οποία η αλήθεια μεγιστοποιείται; Τι είδους νόημα συνοδεύει μια πραγματικότητα απεριόριστης αλήθειας;
Αν προσπαθήσουμε να πάμε με τη Λογική για να βρούμε λύση, τα πράγματα παίρνουν μια ενδιαφέρουσα στροφή. Αν τολμήσουμε να υποθέσουμε ότι κάθε τι αντιληπτό κινείται εντός κάποιων δεδομένων περιθωρίων, η υπόθεσή μας αυτή δρα αυτοπεριοριστικά μια και εξ ορισμού είναι εφαρμόσιμη και στον εαυτό της, δηλαδή στην υπόθεσή μας αυτή καθεαυτή. Το παραπάνω δεν είναι σοφιστικό εγχείρημα ούτε έξυπνο λογοπαίγνιο αλλά δείχνει ότι η Λογική έχει όρια. Η ίδια η Λογική επιστήμη άλλωστε το έχει αποδείξει αυτό. Υπάρχει δηλαδή μέτρο και στο μέτρο. Αναφέρομαι στην επιστημονική δουλειά του μεγάλου Γερμανού μαθηματικού Κούρτ Γκαίντελ (Kurt Godel, 1906-1978) συνεργάτη και συναδέλφου του Αλβέρτου Αϊνστάιν (Albert Einstein, 1879-1955) στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον (Princeton) των ΗΠΑ ο οποίος απέδειξε ότι υπάρχουν λογικές προτάσεις οι οποίες διαφεύγουν αποδειξιμότητας όσο κι αν προσθέτουμε αξιώματα (νέους κανόνες) σε κάποιο λογικά οργανωμένο σύστημα.
Η ίδια η Λογική λοιπόν μας επιβάλλει ότι υπάρχει τουλάχιστον μια αντιληπτή έννοια η οποία δεν γνωρίζει μέτρο, δεν κινείται δηλαδή εντός περιθωρίων. Αν και προβλέπει την ύπαρξή της δεν την καθορίζει -αυτό εναπόκειται σε εμάς. Η παραπάνω λογική αναγκαιότητα μας καλεί να καθορίσουμε τουλάχιστον ένα πεδίο στην αντίληψή μας ως ά-μετρο (άρα και ά-πειρο, εκτός εμπειρίας), έχει δε σημαντικές συνέπειες στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και ως εκ τούτου αξίζει να μας απασχολήσει σε ένα μελλοντικό άρθρο.
Εδώ ας κρατήσουμε μόνο το συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να απαιτήσουμε τα πάντα να έχουν μέτρο διότι κάτι τέτοιο δρα αυτοπεριοριστικά.
Ας δούμε τι συμβαίνει στην περίπτωση της αλήθειας. Αν υποθέσουμε ότι η αλήθεια δεν είναι άμετρη, τότε είτε υπάρχει λιγότερη αλήθεια από την ελάχιστη δυνατή για την δημιουργία στοιχειώδους νοήματος, είτε υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από εκείνη που επιτρέπει σύνθεση νοήματος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: απουσία αντιληπτού νοήματος. Για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση, αλλά με το αυτό αποτέλεσμα.
Ανάλογα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και για την έννοια της εμπιστοσύνης. Ας το δούμε αυτό και με κάποια παραδείγματα. Αν πάω σε ένα εστιατόριο και παραγγείλω κάτι, το τρώω έχοντας εμπιστοσύνη ότι δεν θα δηλητηριαστώ. Το ίδιο όταν περνάω με πράσινο, εμπιστεύομαι τον οδηγό του σταματημένου αυτοκινήτου ότι δεν θα κινηθεί ξαφνικά προς τα μένα αλλά θα παραμείνει ακίνητο μέχρι να περάσω απέναντι. Μπορεί άραγε να υπάρξει σχέση κοινωνίας αν δεν υπάρχει η παραμικρή εμπιστοσύνη μεταξύ ανθρώπων;
Μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία με αξιώσεις για έναν τρόπο πολιτισμού που παράγει νόημα ενώ έχει χαθεί κάθε έννοια αλήθειας ή εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της; Η ίδια ερώτηση ισχύει και για το άλλο άκρο: τι πολιτισμό μπορεί να παράγει μια κοινωνία στην οποία υπάρχει υπέρμετρη αλήθεια και εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της;
Ως προς το πρώτο ερώτημα, δηλαδή της έλλειψης αλήθειας και εμπιστοσύνης, ας αναρωτηθούμε αν και κατά πόσο μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Προφανώς δεν πρόκειται να κηρυχθούν ξαφνικά εκτός νόμου η αλήθεια και η εμπιστοσύνη. Το πιο πιθανό όμως είναι να μειώνονται τμηματικά και συστηματικά.
Κάθε φορά που κάποιος προδίδει μιαν αλήθεια την οποία κατέχει ή την εμπιστοσύνη την οποία απολαμβάνει, τότε συνήθως λαμβάνονται λογικές αποφάσεις για να αποτραπούν ανάλογα περιστατικά στο μέλλον. Αν και αυτές οι αποφάσεις δεν οδηγούν αναγκαστικά σε μείωση αλήθειας ή εμπιστοσύνης ως μεγέθη, δημιουργούνται οι συνθήκες για την έκλειψη των αρχικών τους μορφών. Αντί να προσπαθεί κανείς να πείσει ότι είναι ο εαυτός του και όχι κάποιος άλλος, η ταυτότητά του λύνει το πρόβλημα. Αν χρειάζεται και δεύτερος τρόπος ταυτοποίησης, τότε τα δακτυλικά αποτυπώματα προσφέρονται ως λύση. Αν πρέπει να υπάρξει και τρίτος, η τεχνολογία αναγνώρισης της ίριδας του ματιού αποτελεί καλά δοκιμασμένη τεχνολογική απάντηση. Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια (ταυτοποίηση) παρέχεται και μάλιστα με επίπεδα αυξανόμενης, αλλά και αυξημένα διαμεσολαβημένης (όχι προσωπικής) εμπιστοσύνης. Η ανάγκη όμως για άμεση, αδιαμεσολάβητη, “προσωπικής υφής” εμπιστοσύνη εκλείπει, με αποτέλεσμα να ατροφεί μαζί της και η όποια ικανότητα (τρόπος πολιτισμού σχέσεων) έχει ήδη αναπτυχθεί για την ικανοποίησή της.
Αν το δούμε αυτό συστημικά, το αποτέλεσμα της τμηματικής απώλειας σχέσεων εμπιστοσύνης, σε μια περίοδο ας πούμε δεκαετιών, οδηγεί μια κοινωνία αργά αλλά σταθερά σε ένα όλο και πιο διαμεσολαβημένο παρόν. Η φυσική (προσωπική) βεβαιότητα ότι εγώ είμαι εγώ και ότι εσύ είσαι εσύ δεν επαρκεί πια για να γίνουν οι απαραίτητες ανταλλαγές μηνυμάτων ή πληροφοριών, συναλλαγές, αγοραπωλησίες, επίσημες εγγραφές κλπ. Αν δεν έχω διαβατήριο δεν μπορώ να ταξιδέψω. Αν δεν έχω ταυτότητα δεν μπορώ να πάρω τα χρήματά μου από την τράπεζα. Αν είμαι πιλότος δεν μπορώ να μπω στο θάλαμο διακυβέρνησης χωρίς να με ταυτοποιήσει κάποιο σύστημα ασφαλείας. Τα συστήματα παρεμβάλλονται ως αναγκαίες συνθήκες για αυτό.
Το βαθύτερο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν η πορεία αυτή στο μέλλον περάσει από το αναγκαίο στο ικανό, αν δηλαδή ολοκληρωθεί και αυτονομηθεί.
Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει εδώ ότι στην ουσία πρόκειται για μια συγκεκριμένη διαχείριση της ελευθερίας. Το σύστημα μεταβαίνει από μια αρχική κατάσταση μεγαλύτερης (λιγότερο δομημένης) ελευθερίας σε μια νέα κατάσταση μικρότερης (περισσότερο δομημένης) ελευθερίας. Η νέα κατάσταση είναι συνήθως πιο αποτελεσματική (πχ. αυτοματοποιημένη) ενώ ταυτόχρονα το αρχικό ρίσκο έχει ελεγχθεί με επιτυχία, έχει γίνει δηλαδή μια βέλτιστη διαχείριση της αρχικής αβεβαιότητας.
Το παραπάνω παράδειγμα δεν είναι μεμονωμένο αλλά αποτελεί ένα κρίκο στην ατέλειωτη αλυσίδα των αλλαγών που συμβαίνουν καθημερινά ως αποτελέσματα λογικών αποφάσεων. Στην ουσία πρόκειται για τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της εντροπίας και της βελτιστοποίησης σε λειτουργία. Η μεν εντροπία αποτρέπει την επιστροφή στην πρότερη κατάσταση η δε βελτιστοποίηση εξασφαλίζει ότι η νέα κατάσταση θα έχει καλύτερη διαχείριση ρίσκου και απόδοση, άρα και πιο ισχυρά δομημένη ελευθερία.
Αν η μετάβαση από την αρχική στη νέα κατάσταση γίνει σωστά, το κέρδος είναι μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα (άρα και υλική ευμάρεια) και υψηλότερη ασφάλεια. Το τίμημα είναι λιγότερη ανάγκη για φυσική εμπιστοσύνη σε συνδυασμό με μια υπαρκτική εμπειρία αυξημένης διαμεσολάβησης συστημάτων.
Μέσα από ανάλογα παραδείγματα, το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των χρηστικών τρόπων του. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνται και κενά τα οποία αν αγνοηθούν, θα οδηγήσουν τον άνθρωπο του μέλλοντος μαθηματικά σε μια μονοδιάστατη πραγματικότητα στην οποία η διττή φύση του (σώμα-πνεύμα, χρήση-σχέση) θα παραμένει όλο και περισσότερο ελλιπής, όπως ένα ποδήλατο αλλά με το ένα του πετάλι πολύ μικρότερο από τ’ άλλο.
Ο βαθμός που αυτή η πορεία κινδυνεύει να οδηγήσει τον μέσο άνθρωπο σε μια παθητική, ίσως ακόμα και μια εχθρική, στάση απέναντι στη ζωή πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά. Δεδομένου ότι τα αίτια για αυτόν το συστηματικό διαμεσολαβητικό κατατεμαχισμό, όπως είδαμε παραπάνω, είναι μη αναστρέψιμα, θα πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη δημιουργία νέων τρόπων για να οικοδομήσουμε ανθρώπινες σχέσεις αλήθειας και εμπιστοσύνης. Αυτοί οι νέοι τρόποι συμπεριφοράς, επικοινωνίας, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, προσφοράς κλπ συνιστούν ανθρώπινο πολιτισμό έξω από τα διαμεσολαβητικά συστήματα και αποτελούν αναγκαίο εξισορροπητικό παράγοντα για να αντλήσουμε, ως ανθρώπινα όντα, ισορροπημένο νόημα ζωής.
Κάποτε η καθημερινότητα εμπεριείχε τη χρήση και τη σχέση σε μια αναλογία η οποία διευκόλυνε την αρμονική ύπαρξη της διττής φύσης του ανθρώπου. Στην εποχή μας απαιτείται συνεχής και συνειδητή προσπάθεια για να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία. Στο σπίτι, στο σχολείο, στην εργασία μας, παντού πρέπει να δημιουργούμε τις κατάλληλες «αναμονές» ώστε να έχουμε μια ουσιαστικότερη σχέση με το συνάνθρωπό μας, τον εαυτό μας αλλά και τον κόσμο γύρω μας. Η ικανότητα αυτή μπορεί μεν να μην οδηγεί σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή βέλτιστη απόδοση, αλλά αν ατροφήσει τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε ό,τι μας διαφοροποιεί από μονοδιάστατους χρήστες-καταναλωτές: την ανθρώπινη υπόστασή μας.
Αυτά τα διακριτά ελάχιστα, το κβάντουμ σχέσης, το κβάντουμ εμπιστοσύνης, αλήθειας, ελευθερίας κλπ, μας αναγάγουν από παράγοντες εξορθολογισμένης αποτελεσματικότητας σε όντα που αναζητούν νόημα ζωής πέρα από τα συνεχώς διευρυνόμενα όρια της χρήσης-κατανάλωσης αλλά και της αυξητικά δομημένης ελευθερίας που την διασφαλίζει. Τα «ανθρωπικά κβάντα» μας διαφοροποιούν από άλλα όντα τα οποία είτε έχουν ως μοναδικό υπαρκτικό άξονά τους την δημιουργία τρόπων μεγαλύτερης χρηστικής αποτελεσματικότητας και υλικής απόδοσης, είτε έχουν προσαρμοσθεί κατάλληλα ώστε να ανταποκρίνονται με ολοένα μεγαλύτερη συνέπεια στις αυξανόμενες απαιτήσεις της συνεχούς διεύρυνσης αυτών των ορίων.
Όσο υπάρχει η απαίτηση να παραμένει στο πεδίο του εφικτού η ανθρωπική υπέρβαση, τόσο τα ανθρωπικά κβάντα θα δοκιμάζονται αλλά δεν θα εκμηδενίζονται. Όσο ένα παιδί μπορεί να ατενίζει αστερισμούς και να ονειρεύεται, το «συν ένα» του Ελύτη, ευτυχώς, θα συνεχίζει να υπάρχει.
 
* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός (PhD) και εργάζεται στις ΗΠΑ
 

6 Σχόλια

  1. To cut a long story short…
    Ο τρόπος και ο λόγος που ατενίζει ένα παιδί αστερισμούς, είναι ευθέως ανάλογος του τί στερείται στη γη που πατάει και πόσο καίγεται να το βρει.
    Ένα πράγμα είναι αυτό που σε κάνει να Θωρείς τα Άνω… Ο ανεκπλήρωτος Έρωτας ή ο Έρωτας σε συνθήκες θνητότητας.
    Ανέραστοι, ανελεύθεροι από τον θάνατο άνθρωποι, δύσκολα θα βρουν τρόπους, έξω από την πλανεμένη φαντασία, να δημιουργήσουν Σχέσεις απείρου
    Κάλλους με τον Εαυτό και τους Άλλους…
    Η μεγάλη αλήθεια του Ανθρώπου είναι ότι, δεν έχει καταφέρει ακόμα να γίνει Ερωτικός, ενώ παράλληλα αρρωσταίνει από αυτή του την αδυναμία…γεννάει δυστυχία και ύστερα αρχίζει τις διορθωτικές επεμβάσεις, που δύσκολα ευδοκιμούν, γιατί έχει χαθεί η εμπιστοσύνη απέναντι στη σοβαρότητα του σκοπού… Αυτό είναι το μέτρο της άμετρης Ανθρώπινης τραγικότητας…

    Ως πιστοί ήρωες της δικής μας Προσωπικής ιστορίας, απαιτείται ιερά να ονειρευόμαστε σαν παιδιά, το Όνειρο αυτό που είναι άξιο
    να φέρει την Άλλαγή στα δεδομένα της πανανθρώπινης δυστυχίας…

    διονυσία καμπύλη
    (υ.γ. σαν παιδιά, γιατί με ιερή απαίτηση, δεν αντιλαμβάνονται την έννοια του ακατόρθωτου…)

  2. Αγαπητή Διονυσία,
    Συμφωνώ με το σχόλιό σου και επαυξάνω. Συμφωνείς άραγε ότι ο άνθρωπος γενιέται βαθιά Ερωτικός μεν αλλά κάπου στο “δρόμο” χάνει το δρόμο του; Λίγο η προσήλωση στη χρήση και στην κατανάλωση, λίγο η ατομικότητα και το εγώ, λίγο η μεγιστοποίηση της ηδονής και η ελαχιστοποίηση του πόνου, λίγο ο φόβος ανοίγματος στον χώρο του άλλου, λίγο η έλλειψη παιδείας και εσωτερικής καλλιέργειας, λίγο το κυνήγι της ασφάλειας και της εξασφάλισης, συντελούν σε αυτό. Πρέπει κάποτε να μεταφραστούν όλα αυτά σε πειστικές οδηγίες προς Ναυτίλομένους πριν χάσουμε αυγά και πασχάλια. Αν και η Ερωτικότητα τελεί υπό εξαφάνιση, αν όντως απαιτείται για να υπάρξουμε ως Άνθρωποι και όχι αποκλειστικά ως φυσικά-λογικά όντα, τότε η συνέχεια θα έχει σίγουρα ενδιαφέρον. Έστω όμως και ένας άνθρωπος αν παραμείνει Ερωτικός στο τέλος, ίσως να αρκεί αυτό μια και έτσι, έστω και θεωρητικά, διασώζεται η δυνατότητα για μια επαναφορά του ανθρώπινου είδους σε πιο Ανθρώπινες βάσεις.

  3. Γιάννη,
    ετεροχρονισμένα δυστυχώς, απαντώ…
    Θεωρώ πως ο Άνθρωπος γεννιέται με τη δυνατότητα να είναι βαθιά Ερωτικός, στο βαθμό που γεννιέται με τη δυνατότητα να αντιληφθεί βαθιά τον Εαυτό του. Χρειάζεται να ξέρει κανείς ποιός είναι και τί του πρέπει, για να είναι σε θέση να αναζητήσει α-ληθη-νά τον Έρωτα. Έρωτας δεν είναι ροζ συννεφάκι,
    είναι η πιο συναρπαστική, υπαρξιακά επώδυνη προσέγγιση της πιθανότητας να φτάσουμε στο ζενίθ των δυνατοτήτων μας, αναζητώντας την Αλήθεια μέσα από το Πρόσωπο του Άλλου… Ο δρόμος στραβώνει κάθε που στραβώνουν οι έννοιες τις Φιλίας και της Αγάπης, που προηγούνται του Έρωτα. Επίσης, ο δρόμος στραβώνει κάθε που αποφεύγουμε να βρόυμε απαντήσεις για τον πόνο και το θάνατο. Ουσιαστικά, όσο λιγότερο ισχύει πρακτικά το “forever” για βιολογικούς λόγους, τόσο πιο flat είναι οι προσπάθειες για συναισθηματικές υπερβάσεις. Οι άνθρωποι λοξοδρομώντας, ουσιαστικά αμύνονται κατά των υπαρξιακών απογοητεύσεων… Δε θα έλεγα λοιπόν πως η Ερωτικότητα τελεί υπό εξαφάνιση, καθώς άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ ως μαζικό φαινόμενο. Θα έλεγα μάλλον πως βρίσκεται σε προσωρινή νάρκη, μέχρι να συγκινηθεί, (ίσως), Αυτό που μας έδωσε τη δυνατότητα να αισθανόμαστε την Τραγικότητα, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε τίποτα μόνιμο και ριζικό κατά αυτής…

    υ.γ. Ο Έρωτας ενεργοποιεί το Παρόν. Θέλει πολύ Θάρρος, Τόλμη και Ελευθερία για να Ζήσει κανείς τέτοιο χωρο-χρονικό θαύμα…

    υ.υ.γ. Η ανθρωπότητα δεν υπήρξε ποτέ Ανθρώπινη. Θέλω να πιστεύω πως μπορεί να οδεύσει προς τα εκεί όμως.

    υ.υ.υ.γ. Συνοπτικός οδηγός προς Ναυτιλομένους (μέρος Α΄): Ας μην απαντάμε με σιωπή ή αναλήθειες στα Ερωτήματα των παιδιών…
    Ας επιτρέπουμε σε αυτά να μας προβληματίζουν θετικά.
    Και δεν πειράζει αν δε μαζεύουν τα παιχνίδια τους- επιτέλους!!

  4. Συμφωνώ μαζί σου Διονυσία, οπότε κινδυνεύω να πέσω σε επαναλήψεις αν επεκταθώ. Αποφασίζω όμως να γράψω κάποιες σκέψεις που έκανα διαβάζοντας τις δικές σου. Ο Έρωτας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μόνη συνειδητοποιημένη διέξοδο που έχομε πρός το Θάνατο. Στην πιο καθαρή του μορφή, ισοδυναμεί με ένα συνεχές άνοιγμα του Εγώ, κάτι σαν ένα άνοιγμα στα βαθιά μιας αγαπημένης μας θάλασσας ή -ας πούμε- το ανέβασμα μιας σκάλας, αρχικά προς τον Άλλον (π.χ. τον κατ’ επιλογήν σύντροφό μας), μετά υπερβαίνοντας και τα δύο Εγώ, αν στη σχέση υπάρχει παιδί ή παιδιά όπως και εσύ αναφέρεις -το δεύτερο αυτό σκαλοπάτι έιναι πιο δύσκολο διότι δεν επιλέγει κανείς το παιδί του…ούτε εκείνο τους γονείς του- και απο εκεί και πέρα ανάβει ένα φως στην ψυχή του ανθρώπου και αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να βρεί τρόπους για να συνεχίσει να ανεβαίνει κι άλλο (‘η να ανοίγεται ακόμη βαθύτερα αν προτιμάς το κολυμβητικό παράδειγμα). Μέχρις ότου χαθούν τα Εγώ, τα Εμείς και τα “οι Άλλοι” και γίνουν όλα ένας ενιαίος και βαθύτερος Ρυθμός, μια Ενέργεια και μια Κίνηση κατανοητή και οικεία, και ταυτόχρονα ένα μεγάλο ανεξερεύνητο κυματικό Μυστήριο γεμάτο αντανακλάσεις που μόνο όταν κανείς πλατύνει την συνείδησή του πέρα ακόμα και απο εκεί που δεν πίστευε αρχικά ότι θα μπορούσε, τότε αρχίζει -αν όχι να το κατανοεί – αλλά να το αισθάνεται έστω. Να “μαντεύει” την Αλήθεια. Ο όρος “μαντεύει” -θα έλεγα- είναι τεχνικός εδώ, με την ίδια έννοια που μια καλή αντέννα μπορέι να “πιάνει” τα σωστά σήματα έστω και αν είναι πολύ ασθενή ή πνιγμένα στο θόρυβο. Και όταν κανείς φτάσει εκεί, κάτι συμβαίνει διότι οι υπόλοιποι το αντιλαμβάνονται αμέσως και παίρνει η ζωή τροπές παράξενες και ανεξήγητες με τη Λογική ή τη Μίμηση. Δακρύζει κανεί αναίτια και χαίρεται εξίσου. Μιλάει με αγνώστους σαν να τούς γνωρίζει αιώνες και συνεννοείται μαζί τους με τρόπους που δεν έχουν λογική και πρακτικότητα. Όμως, πώς ακριβώς γνωρίζει κανείς ότι έχει φτάσει εκεί; Υπάρχει ένα τεστ; Πώς σκαρώνουμε ένα hypothesis testing; Απάντηση: Όταν κάποιος έχει αφήσει τόσο πίσω το εγώ του και έχει πλατύνει τόσο συνειδησιακά που ο Θάνατος μέσα του και γύρω του ως έννοια έχει χάσει πια κάθε σημασία αλλά και ενδιαφέρον. Άλλα πια κεντρίζουν το ενδιαφέρον: η Ενέργεια, ο Ρυθμός, η Αλήθεια και αν τελικά άξιζε ή όχι να μπεί στον κόπο κάποιος Άγνωστος να τα δημιουργήσει όλα αυτά για να τα ζήσει όλα αυτά ή για να επαληθεύσει απλως ότι όντως είναι δυνατό να υπάρξουν. Εδώ σταματώ μια και τη συνέχεια -είμαι σίγουρος- ότι τη μαντεύεις με το δικό σου τρόπο.

  5. Γιάννη,
    Fine tuning με Διάκριση λοιπόν, για προστασία από παράσιτα ικανά να θρέψουν την πάντα πιθανή αστοχία…
    Να σημειώσω πως, στην 6η και 5η από το τέλος σειρά, το “αναίτια” και το “δεν έχει λογική και πρακτικότητα” αντίστοιχα, ισχύουν κατά τα κοσμικά κριτήρια
    βέβαια… Είναι αυτό που φαντάζεις τρελός, αλλά ξέρεις πως δεν είσαι, γιατί η “αιτία” είναι η χαρά ή η απογοήτευση από την απειροελάχιστη νέα συνειδητοποίηση που οδηγεί σε νέα πελάγη συνειδητότητας (fine tuning) και “η λογική και η πρακτικότητα” είναι, το γεγονός ότι ενισχύονται οι δυνατότητες του “fine tuning”, διασφαλίζοντας ένα σύστημα αναγέννησης και ανατροφοδότησης της Αναζήτησης (fine scanning)…

    Ακόμα, θα έλεγα πως ο Θάνατος χάνει κάθε σημασία και ενδιαφέρον στο βαθμό που ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι είναι άχρηστος, (πέραν του ότι αποτελεί κίνητρο για τον Κόπο Υπέρβασής του). Σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας ίσως τον βλέπαμε να έχει δημιουργηθεί μόνο και μόνο για να καταστεί δυνατή η κατάργησή του…
    Σε κάθε περίπτωση όμως και παρ΄όλα αυτά, ο θάνατος συνδέεται με τον πόνο και όσο συμφωνούμε πως ο πόνος είναι ασύλληπτα αδιαπραγμάτευτα Απάνθρωπος, μένει ένα ερωτηματικό για το πως διαχειριζόμαστε το γεγονός ότι (ο θάνατος) δεν κεντρίζει πια το ενδιαφέρον μας, χωρίς παράλληλα να χάνουμε το ενδιαφέρον μας για τον Άνθρωπο που πονάει εξαιτίας του.

    Εδώ που φτάσαμε, ένα είναι βέβαιο, πως τίποτα δεν είναι βέβαιο και τότε όλα είναι απίθανα πιθανά,
    ιδιαίτερα αν Κάποιος αμφιβάλλει για αυτά…

  6. Διονυσία,
    Η όποια “αντίρρησή” μου δεν εκπηγάζει απο διαφωνία με όσα γράφεις. Τουναντίον, συμφωνώ μαζί σου. Είναι έτσι όπως τα λές: σάρωση (scanning) και tuning (συντονισμός), άνοιγμα και κλείσιμο, ένας κυματισμός που αν γίνει σωστά (μή τυχαία) οδηγεί σε διεύρυνση των οριζόντων της Συνειδητότητας του ανθρώπου.
    Όμως ας μου επιτρέψεις να κάνω μερικές σκέψεις-παρατήρησεις, στην ποσοτική διάσταση όσων γράφεις, όχι την ποιοτική. Εξηγούμαι: Aρχικά τουλάχιστον, η προσεκτική διάκριση στη βάση έστω και μόνο δύο θεμελιωδών εννοιών (scanning, tuning) αρκεί να μας πάει πολύ πέρα απο το Εγώ, άρα και απο τον Θάνατο. Σωστά και όσα γράφεις για τον κόπο υπέρβασής του (του θανάτου) ως δικαιολογία ύπαρξης της έννοιας αυτής καθαυτής: ο “Θάνατος” δηλαδή ως ένα σημείο-σήμα που είτε το έχουμε μπροστά μας όταν ξεκινούμε (…οδικό το παράδειγμα) ενώ όταν πιά το έχουμε “ξεπεράσει” (υπερβεί) το βλέπουμε να απομακρύντεαι και να μικραίνει πίσω μας στο καθρέπτη και ταυτόχρονα να χάνει το αρχικό ενδιαφέρον του. Διότι η πορεία υπέρβασης συνεχίζεται, όχι πλέον με σημείο αναφοράς το Θάνατο, αλλά τους ορίζοντες της Συνειδητότητάς μας. Απο ένα σημείο και πέρα δεν χωρούν πιά έστω και δύο διακριτές έννοιες (οποιεσδήποτε και να είναι αυτές, όσο αποτελεσματικές)…πρέπει να συγχωνευτούν σε μία. Ο σκοπός μου δεν είναι να καθορίσω αυτή την “συγκλίνουσα” έννοια, άλλωστε εκεί η πορεία του κάθε ανθρώπου είναι προσωπική και οι γενικεύσεις δεν έχουν νόημα. Θα ήθελα όμως να κλείσω, επιστρέφοντας έτσι στα γραφόμενά σου, με ένα παράδειγμα: αυτό ενός ραδιόφωνου που σαρώνει τις συχνότητες (scan) και συντονίζεται (tune) για να μεταδώσει πχ. ένα σταθμό με μουσική. Το ανάλογο των όσων έγραψα πιο πάνω είναι να απαιτήσουμε απο το (φανταστικό) “ραδιόφωνο” της ψυχής μας να σκανάρει αλλά και να συντονίζεται ταυτόχρονα με περισσότερες από μία συχνοτήτες και -οριακά πιά αν γίνεται- να τις λαμβάνει όλες ανεξαιρέτως και ταυτόχρονα να συντονίζεται μαζί τους. Εκκωφαντικός θόρυβος θα μου πείς! Σκέτο τρελλοκομείο! Σωστά. Εκεί προχωράει κανείς όσο μπορεί και αντέχει γιατί τα πράγματα δεν είναι ούτε εύκολα ούτε προβλέψιμα. Καραδοκούν παγίδες και κίνδυνοι…από παρεξηγήσεις σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, μέχρι να “φαντάζεις τρελός” στους άλλους όπως γράφεις και σύ. Είναι όμως το ευγενέστερο άθλημα της Ψυχής διότι δεν έχει φραγμούς. Όσο νόημα αν έχει ο όρος “τέλος”, το μόνο που θα πρέπει να μείνει αδιαπραγμάτευτο είναι η προφανής συνθήκη για την επιβίωση του παρατηρητή, η παραδοχή δηλαδή ότι για να λειτουργήσει όλο αυτό χρειάζεται να υπάρχει νήμα φυσικής ζωής. Να οδηγηθούμε δηλαδή απο το Τέσσερα (ας πούμε), στο Τρία, στο Δύο και τελικά στο Ένα αλλά να προσπαθήσουμε να κρατηθούμε σε κάποια απόσταση απο το Μηδέν, μέχρι να έρθει και εκείνου η ώρα του.
    Το “παιγνίδι” παίζεται μεταξύ του “Ένα” και του “Μηδέν” και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ τους είναι η Ανθρώπινη Συνειδητότητα. Αυτό θα μπορούσε να είναι και η βάση για μια “ενιαία εξίσωση” του σύμπαντος, στο μέτρο βέβαια που ο Άνθρωπος μπορεί να την αντιληφθεί.
    Σημ. Κάποιος ίσως ισχυριστεί ότι θα μπορούσαμε να μεταβούμε εύκολα απο το Ένα στο Μηδέν, σκεπτόμενος ίσως ότι η Συνειδητότητα δεν απαιτεί φυσική υπόσταση για να υπάρξει. Άλλωστε το ανθρώπινο είδος σε λίγους αιώνες θα αποχωριστεί απο την τρισδιάστατη-φυσική του υπόσταση για να υπάρξει ως αδιάστατη-καθαρή ενέργεια. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι το Μηδέν δεν υπάρχει ως σημείο μη συμβατό με τη συνειδιτότητα (όχι μόνο την ανθρώπινη). Απλώς το κρίσιμο σημείο μετατίθεται εκεί που προβλέπει ο Β’ Νόμος της Θερμοδυναμικής ο ποίος υποστηρίζει ότι η κατάληξη του σύμπαντος θα είναι μια πλήρης “Ενεργειακή Δημοκρατία”, ένας απόλυτα ομοιόμορφος θερμικός θόρυβος, όπου δεν θα υπάρχει δυνατότητα για απολύτως καμμιά συνειδητότητα με την έννοια της ενεργειακής ασυμμετρίας. Απο αυτό το ύστατο θερμοδυναμικό Μηδέν είναι που δεν υπάρχει αποφυγή…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here