Ακόμα τραγουδούν τ’ αηδόνια

1
298

Bασιλική Νευροκοπλή

Είναι οι τελευταίες νύχτες του φθινοπώρου.
Αυτού του γλυκού φθινοπώρου που θαρρείς πως μας λυπήθηκε ο Θεός και δεν έστειλε το κρύο του, καταπώς το συνηθίζει, κι έτσι δεν χρειάστηκε ν’ ανάψουμε θέρμανση οι φτωχοί. Το φαγητό της ημέρας να έχουμε και δόξα τω Θεώ, λέμε.

Πλήθυναν κι οι ανάγκες στις μέρες μας, όπως έλεγε ένας ενενηντάχρονος παππούς προχθές στο λεωφορείο. Όλο λέμε πως μας γύρισαν στην Κατοχή, μα υπάρχει διαφορά. Στην Κατοχή μάς ήταν αρκετό να καίει το καντήλι. Για τ’ άλλα δεν μας ένοιαζε πολύ. Τώρα…

Διηγήθηκε κάποτε ένας παλιός Θεσσαλονικιός σ’ έναν κοινό φίλο, πως ήρθαν μέρες τόσο κρύες μέσα σ’ εκείνη την φαρμακερή ανέχεια της Κατοχής, που για να ζεσταθούνε, ο πατέρας του ξήλωσε το ξύλινο πάτωμα του σπιτιού και το έριξε στη σόμπα. Από κάτω χώμα ζεστό. Δεν υπήρχε τότε τσιμέντο. Δεν πείραζε και τόσο να πατούν και να κοιμούνται στο χώμα. Το πάτωμα ξαναφτιάχνεται, αν πεθάνεις απ’ το κρύο όμως, δεν ξαναγίνεσαι.

Καλέ θείο, ρίξε ένα κάρβουνο να ζεσταθεί μια στάλα το κοκκαλάκι μας, φώναζε ο Γιώργος στον μηχνοδηγό του τρένου στον παλιό σταθμό Θεσσαλονίκης, όταν η φτώχεια συνωμοτούσε με την παγωνιά να εκθρονίσουν απ’ την καρδιά του ανθρώπου την ελπίδα. Κι ο σπλαχνικός μηχανοδηγός ανέβαινε στην καρότσα κι από κει πετούσε τρία τέσσερα κάρβουνα στον εφτάχρονο κουλουρτζή να τα πάει τρέχοντας στον πατέρα του τον ράφτη, που όσο κι αν έβγαζε τα μάτια του πάνω στο βελόνι δεν ήταν αρκετό για ν’ αγοράσει κάρβουνα να ζεσταθεί η φαμίλια.

Εσύ είσαι μικρός, πού να ξέρεις τι περάσαμε εμείς στην εξορία, πετάχτηκε ένας άλλος παππούς στο λεωφορείο. Ζήσαμε και χειρότερα απ’ τα σημερινά. Αν δεν έζησες Κατοχή, δεν έζησες τίποτα, μπήκε ένας τρίτος ηλικιωμένος στην κουβέντα. Γιατί το λες αυτό τώρα; Ξέρεις τι λες; Εγώ ξέρω πολύ καλά τι λέω. Εσείς εκεί είχατε τουλάχιστον ένα πιάτο φαί, κι ας ήταν εξορία. Στην Κατοχή και το πιάτο μάς έλειπε. Εσείς μπροστά μας ήσασταν βασιλιάδες. Κι οι ψείρες να κατηφορίζουν απ’ το κεφάλι στο σβέρκο. Να τις νιώθεις να κάνουν βόλτα σε όλο σου το κορμί. Και να ’σαι δέκα χρονώ παιδί. Η ψώρα να σου τρώει τα δάχτυλα. Να τρελαίνεσαι στη φαγούρα και να μην βρίσκεις γιατρειά. Να γεμίζουν πληγές τα δάχτυλα. Και παπούτσια; Ένα ζευγάρι λάστιχα φορούσα κι ήμουν απ’ τους τυχερούς. Και όμως…   ζήσαμε… ζήσαμε…

Τούτες τις τελευταίες νύχτες του φθινοπώρου, αυτού του γλυκού φθινοπώρου που θαρρείς μας λυπήθηκε ο Θεός και δεν έστειλε το κρύο του, καταπώς το συνηθίζει, περνώ τις ώρες μου στο γραφείο  μου γράφοντας μέχρι αργά. Κι όταν πια το σώμα πιαστεί ολόκληρο κι αρχίζει ν’ αναστενάζει, σηκώνομαι. Βγαίνω στο μπαλκόνι, στον δροσερό καθαρό αέρα και κοιτάζω το σκοτάδι. Πριν λίγο καιρό αιφνιδιάστηκα. Τώρα κάθε βράδυ ανυπομονώ να τ’ ακούσω. Δε μ’ αφήνουν να περιμένω και πολύ. Τ’ αηδόνια ξεκινούν το παρήγορο τραγούδι τους. Πού βρέθηκαν τώρα τ’ αηδόνια σ’ αυτόν τον τόπο; Αφού το ρέμα το μπάζωσαν πέρσι κι είπαμε πως αυτό ήταν, πάει τέλειωσε. Κόπηκαν τα πλατάνια, μπαζώθηκε το ρέμα, πάνε και τ’ αηδόνια. Και όμως τα αηδόνια ακόμα έρχονται να μας ζεστάνουν την καρδιά όπως ο σπλαχνικός μηχανοδηγός του τρένου με τα κάρβουνα την οικογένεια του μικρού κουλουρτζή.

Ναι, ακόμα τραγουδούν τ’ αηδόνια. Πάντα έρχονται τα αηδόνια όταν κάποιος τα περιμένει με λαχτάρα. Και πάντα τραγουδούν. Είτε γι’ αυτόν που έκαψε το πάτωμά του σπιτιού του για λίγη ζέστη, είτε γι’ αυτόν που χόρτασε ψείρες, είτε γι’ αυτόν που δεν είχε ένα πιάτο φαϊ, ακόμη και γι’ αυτόν που ζει αγκυλωμένος στην καρέκλα του και μόνο τα δάχτυλα κουνά αποζητώντας να μεταμορφώσει κάποτε το πληκτρολόγιο σε πιάνο που θα κρατά το ίσο στο τραγούδι των παρήγορων αηδονιών, εκεί μακριά, στο μπαζωμένο ρέμα.

πηγή: Aντίφωνο

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here