Αιμ. Βεάκη, Αντάρτες

0
212

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Στη δοξασμένη

II  Μεραρχία του Ε.Λ.Α.Σ.

Χαρίζω τους αντάρτες μου

—Φτωχό δείγμα πλούσιου θαυμασμού — που τους εμπνεύστηκα απ’ την αλησμόνητη γνωριμία μου…. Και ζώντας εντατικά τη ζωή τους από τα Σκούρτα ως το Γαλαξείδι.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ   ΒΕΑΚΗΣ
Αθήνα 1945 

ΑΝΤΑΡΤΕΣ

 

Στο βαθύ το σκοτάδι διαβαίνουν στρατοκόποι της νύκτας-
το σκοτάδι πιστός φύλακας τους. Σταυρωτά φυσεκλίκια,

στο χέρι το αυτόματο πάντα,
φωτιά κόκκινο ξάγρυπνο μάτι
του πηχτού σκοταδιού σκει τα πέπλα και τ’ αυτί ξεχωρίζει τους ήχους αγροικώντας το κάθε σημάδι.
Το ποδάρι στερεό στο στουρνάρι
και με σίγουρο βήμα·
στη σειρά τους βουβοί προχωρούνε στου σκοπού τους το τέρμα,
όπου ο θάνατος άγριος στέκει
ή χαρούμενη νίκη προσμένει.

Ψυχή, σκέψη, παλμός καθ’ ελπίδα του σκοπού τους το τέρμα.
Όλα τ’ άλλα απ’ τη ζήση χαμένα ξεχασμένα όλα τ’ άλλα.

Είχε ο πρώτος γυναίκα από χρόνια παιδικά αγαπημένη.
κ’ ήταν μόνο εφτά μήνες
που την πήρε δική του,

όταν πρόσταγμα χρέους τον κάλεσ’ ο Αγώνας — είχε ο δεύτερος μιαν αδερφούλα

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ Αθήνα 1945

— και μια μάνα φτωχούλα είχε ο τρίτος — κι είχε ο τέταρτος τρία παιδάκια —και ένας άλλος μια κόρη αγαπούσε. Όλα αυτά τώρα πια ξεχασμένα· τρυφεράδες και γλυκές της ζήσης

σ’ ένα όνειρο μέσα χαμένες.

Το στουρνάρι στα πόδια, στη καρδιά το στουρνάρι και μια σκέψη μονάχα: του σκοπού τους το τέρμα` του σκοπού που τους τάζει το μεγάλο το χρέος και το χρέος αυτό : του ανθρώπου η αγάπη :

Σε κανένα απ’ τα λίμπρα της σαθρής κοινωνίας, σε κανέν’ απ’ τους κώδικες των άδικων νόμων, δεν εδιάβασαν τούτο το χρέος γραμμένο.
Στη καρδιά τους το βρήκαν,

το κοσκίνισαν μέσα στη σκέψη·
το θεμελίωσαν στ’ άμετρο βάθος ‘ | της πλατειάς ανθρωπιάς τους
και το χτίσανε στέριο, ακατάλυτο κάστρο,

στης ψυχής τους το βάθρο, γρανίτη. Η πατρίδα στενάζει
Πεινασμένη, ματωμένη, σφαγμένη, πατημένη από βάρβαρη μπότα.

Οι μεγάλοι της γης και οι μεγάλοι του τόπου,
τις ζωές των λαών τις χτυπούνε στα ζάρια.
— Του πολέμου παιχνίδι — παιχνίδι της μπόρσας.
—Τα στρατόπεδ’ αντίμαχα τα λαρύγγια τους κόβουν. θησαυρίζουν άπ’ το αίμα οι τρανοί φαμπρικάντες
κι απ’ ανθρώπινες σάρκες τις κοιλιές τους φουσκώνουν, οι καπιταλίστες.

— Μα ο αντάρτης βουβός ξεκινά μες τη νύχτα.

— Του ανθρώπου η αγάπη το πρώτο του χρέος, — Κι ο σκοπός του τα δυο : ν’ απαλλάξει τη χώρα

απ’ του αισχρού Ναζισμού τα αιμοβόρα τα νύχια — και στερνά να στραφεί μες τα ίδια του σπλάχνα

— στου φριχτού χταποδιού τα εμπυασμένα πλοκάμια. — στης αισχρής προδοσίας το ξερίζωμα.

Και από ράχη σε ράχη και από βάλτο σε βάλτο, με πιστό φύλακα του το σκοτάδι της νύχτας, τον εχτρό — τον αήττητο ως τότε — ζυγώνει,

τον χτυπά μέσ’ τη νύχτα,
— σε μι’ άνιση πάλη, σ’ εν’ άνισο αγώνα,
— ένας μ’ είκοσι, τρεις και πέντε και δέκα
μ’ ένα ολάκερο τάγμα, ως τα δόντια ωπλισμένο μ’ όπλα σύγχρονα, τέλεια, αυτά που του λείπουν.

—- Δέκα αντάρτες κυκλώνουν το τάγμα, — δέκα αντάρτες σκορπάνε τον τρόμο, — δέκα αντάρτες τσακίζουν το δράκο, — σε φυγή ντροπιασμένη τον ρίχνουν, — τον σκοτώνουν, τον αιχμαλωτίζουν

— Του αφαιρούν τον τρανό θησαυρό του τα όπλα, τα όπλα, τα όπλα :
Η χαρά κ’ η λαχτάρα του κάθε αντάρτη.

Τα χωριά ξανασαίνουν.
Στη σκλαβιά ρημαγμένα, στη σφαγή και στην πείνα

— στα ποδάρια προσπέφτουν του αντάρτη,

— στο βουνό τρέχουν πλάϊ του
— του φέρνουν ό,τι ακόμα τους έχει απομείνει : — Καλαμπόκι μία χούφτα

και μια πίστη, μια απέραντη, ατράνταχτη πίστη.

— Τώρα τ’ όπλο σωπαίνει.
— Τώρα μάχεται η γλώσσα.
— Τώρα η Γνώση, το φως της Αλήθειας

στα σκοτάδια σκορπά της ψυχής του Χωριάτη.
— Να το έργο του αντάρτη, πιο τρανό και από τη μάχη. — Στου χωριάτη τις βαθειές απορίες
στα γεμάτα, παράπονο δίκιο, «γιατί» του
γνωστικά και σοφά του αποκρίνετ’ ο αντάρτης.
— Γιατί δούλευε ως τώρα, γυναίκα παιδιά του,
τον αιμάτινο μόχθο της ζήσης του δίνουν,
αμπέλι, χωράφι, πατητήρι, λιοτρίβι
της ελίτσας το ζείδωρο απόσταγμα
τ’ ατίμητο στάρι, το ξανθό καλαμπόκι ;
θησαυρούς όπου μ’ αίμα κ’ ίδρωτα
σ’ ένα ατέλειωτο πάλεμα με το χώμα την πέτρα.
Την οργή του ουρανού, τα στοιχειά της φύσης
ο φτωχός ο χωριάτης κ’ η φτωχή του φαμίλια
απ’ τα σπλάχνα τραβούσε της κοινής μας μητέρας. Πριν στα χέρια το πιάσει

πριν το δει πριν το νοιώσει
σα φτωχούλα αμοιβή του αλόγιαστου μόχτου,
το παμφάγο το τέρας του τ’ αρπούσε του κέντρου να το ρίξει στη σπέκουλα του μαύρου εμπορίου
να παχύνει η μαιτρέσσα του αισχρού πλουτοκράτη να πλουτίζουν οι μπράβοι τα σκυλιά των κομμάτων.

Για το αισχρό το συμφέρο
ούτ’ εχτροί της πατρίδας
ούτε αδέρφια του τόπου
Για τ’άνομο κέρδος προδοσία πέρα-πέρα.

Τώρα τ’ όπλο σωπαίνει.
Τώρα μάχετ’ η γλώσσα.
Στο φτωχό παραγώνι που δυο κούτσουρα καίνε, ο χωριάτης κι ο αντάρτης
για έναν κόσμο μιλούν, που το δίκιο,
διαφεντεύει τις πράξεις των ανθρώπων,
ένα δίκαιο βγαλμένο άπ’ την πείρα της ζήσης φωτισμένο το φως της αλήθειας.
Της αλήθειας που βγαίνει άπ’ τα πράγματα μέσα απ’ την κίνηση και απ’ τη σχέση των όντων
και απ’ της φύσης την άμετρη ανάγκη
να ζητιέται η χαρά και η γαλήνη του ανθρώπου

— όχι στου ατόμου πιά την σκληρήν εγωπάθεια

μα στου συνόλου μόνο την ομόγνωμη σύμπνοια. Στο φτωχό παραγώνι που δυο κούτσουρα καίνε ο χωριάτης κι ο αντάρτης
θεμελιώνουν τα βάθρα του δίκαιου κόσμου

για μία νέα κοινωνία παγκόσμιας ειρήνης.

— Τώρα τ’ όνειρο πράγμα

συνείδηση η σκέψη.
— Φωτιστής των λαών το φτωχό παραγώνι
— και η ιδέα σκορπιέται και ριζώνει στα πλήθη.

— Τι κι αν τρίζουν ακόμα τα σάπια τους δόντια

οι φασίστες του κόσμου ;
— Τι και αν ρίχνουν στα πλήθη τα στερνά τους τα βόλια ; — Τι και αν κλείνονται μέσα
στων αρχαίων τους κάστρων τα ρείπια;
— Απ’ την ύπαιθρο πέρα ξεσηκώθηκε η μπόρα,
— των πελάγων ξεκίνησε μ’ ορμή το μπουρίνι,
— τα παλάτια της πόλης συθέμελα σειούνται.

— Μα στην άκρη του ορίζοντα η μαυρίλα ξανοίγει, γαλανός ουρανός, χαμογέλιο, γαλήνη
και ένας ήλιος προβαίνει κι αγκαλιάζει το σύμπαν της παγκόσμιας γαλήνης, ο ζείδωρος ήλιος,

της ψυχής που θερμαίνει στην ανθρώπινη αγάπη, που φτερώνει τη σκέψη για τ’ ανθρώπινο το έργο: Λευτεριά των λαών και χαρά των ανθρώπων .

 

Γαλαξείδι, 23 του Γενάρη 1945

ΒΕΑΚΗΣ

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here