Ένας σημαντικός άνθρωπος

21
89

Θεόδωρος I. Ζιάκας

 

[Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο του Πολυτεχνείου και το φαινόμενο της μετατροπής της ως χθες «γενιάς των ηρώων» σε αποδιοπομπαίο τράγο του τέλους της Μεταπολίτευσης, σκέφτηκα ότι είναι επίκαιρο ένα κείμενο που είχα γράψει για μια άγνωστη στους πολλούς αλλά κεντρική μορφή εκείνης της εποχής: τον Νίκο Μανίκα. Όχι τίποτε άλλο παρά για να μαθαίνουν όσοι δεν ξέρουν, ότι κάποιοι απ’ αυτούς που πράγματι «έκαναν τον αγώνα» δεν συγκαταλέγονται σ’ αυτούς που τον εξαργύρωσαν.]

Τον Νίκο Μανίκα τον γνώρισα το 1975. Στη Μεταπολίτευση. Ήδη τριάντα ετών. Από τότε και ως τον θάνατό του, στις 5 Οκτωβρίου 2004, οι ταινίες της ζωής μας διασταυρώθηκαν.
O Νίκος Μανίκας ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος. Όχι μόνο για μας τους δικούς του, αλλά και αντικειμενικά. Σκέπτομαι όμως ότι η λέξη «σημαντικός» μάλλον δεν αποδίδει σήμερα το αρχικό της νόημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαία μια παραστατική διατύπωση. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, μιλώντας για τον Σωκράτη Κουγέα, έγραψε ότι με τον θάνατό του «φύρανε ο τόπος». Σαν το δάσος που αποψιλώνεται από τα μεγάλα δέντρα και μένουν οι θάμνοι. Είναι μια διατύπωση που θα ταίριαζε. Μια άλλη διατύπωση, που μου έρχεται στο νου από τη μαοϊκή μου νεότητα, είναι η εξής: «Υπάρχουν δύο είδη θανάτου. Ο ένας είναι ελαφρύς σαν το φτερό. Ο άλλος είναι βαρύς σαν το βουνό Ταϊσάν.»

Αλλά αν ο Νίκος ήταν μια τόσο σημαντική προσωπικότητα, όπως ήδη υποστήριξα, γιατί δεν είναι ευρύτερα γνωστός;
 
Αν σκεφθούμε τι σημαίνει σήμερα «να είσαι γνωστός», θα αντιληφθούμε γιατί, κατά κανόνα, το ποιοτικό μέγεθος δεν μπορεί παρά να περνά απαρατήρητο. Το στερέωμα της δημοσιότητας καταλαμβάνεται από τις προσωπικότητες του main stream. Που α) πηγαίνουν με το ρεύμα και β) «τα καταφέρνουν» να «πηγαίνουν μπροστά», επειδή το δέρμα τους έχει την κατάλληλη γλιστερή υφή. Και επειδή είναι τόση η ψυχική τους ρηχότητα, που φαντασιώνονται την ισχύ του ρεύματος για δική τους δύναμη. Είναι οι χιμαιρικές προσωπικότητες, οι οποίες ουκ έχουσι ρίζαν εν εαυτοίς, πρόσκαιροι γαρ εισιν. Αντιθέτως: Η ικανότητα να κολυμπάει κανείς κόντρα στο ρεύμα απαιτεί Σθένος. Εσωτερική δύναμη υπέρτερη της ισχύος του ρεύματος. Απαιτεί ρίζαν εν εαυτώ. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το βάρος για το οποίο μιλώ.
 
Η στάση του Νίκου Μανίκα στα μεγάλα θέματα της εποχής του (Δικτατορία του 1967, κρίση της Αριστεράς, πασοκικός κρατισμός, εθνικό και κοινωνικό ζήτημα μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, νεοθρησκευτικός φουνταμενταλισμός), δείχνουν άνθρωπο με δυνατή «ρίζα μέσα του».
 

Στη Δικτατορία

Είσαι, ας πούμε, στα εικοσιδύο σου. Σε μια εποχή γενικότερου ηθικού και πολιτικού αναβρασμού στη χώρα. Ως φοιτητής μετέχεις στα κοινά της λεγόμενης εκπαιδευτικής κοινότητας. Και ξαφνικά γίνεται πραξικόπημα. Επιβάλλεται δικτατορία. Τι κάνεις; 

Οι πολλοί της γενιάς σου πηγαίνουν με το ρεύμα: Είτε πρωτοστατώντας, για να επωφεληθούν. Είτε παθητικά συνεργώντας, για να μη βρουν το μπελά τους. Άλλωστε η προηγούμενη κατάσταση δεν ήταν και η καλύτερη. Δικαιολογίες πάντοτε υπάρχουν. Οι λίγοι όμως αποφασίζουν να πάνε κόντρα στο ρεύμα. Διακινδυνεύοντας. Τη βολή τους, αλλά και τη ζωή τους.
 
Το ποιοι ήταν αυτοί οι λίγοι το ξέρουμε. Με τα ονόματά τους. Ένας από τους πρώτους, λέγεται Νίκος Μανίκας. Ως φοιτητής στη σχολή Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων του ΕΜΠ (δούλευε συγχρόνως στην ΙΖΟΛΑ), είχε δραστηριοποιηθεί στα πλαίσια της νεολαίας της Δεξιάς (ΕΡΕΝ). Το 1967 ήταν στον ηγετικό της πυρήνα. Η επιβολή της δικτατορίας προκάλεσε τη ριζική μεταστροφή του: από δεξιός έγινε αριστερός. Αριστερά ίσον μαρξισμός-λενινισμός εκείνα τα χρόνια. Ίσον κομμουνισμός. Δηλαδή ό,τι πιο επικίνδυνο τότε.
 
Επειδή στο μεταξύ είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο, γράφεται στη Νομική Αθηνών το 1971, για να μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Η συμβολή του, μέσα από τις ΦΕΑ (Φοιτητικές Επιτροπές Αντίστασης), ήταν αποφασιστική. Ίσως ήταν η σημαντικότερη της περιόδου εκείνης. Αλλά γι’ αυτά υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι να μιλήσουν.
 
Εγώ τον γνώρισα μετά την πτώση της Δικτατορίας. Καθώς αυτός βρισκόταν στο κέντρο του κύκλου των επιστρατευμένων φοιτητών του 1973, με τους οποίους γνωρίστηκα και συνδέθηκα στην Τρίπολη, στο Ναύπλιο και στην Αλεξανδρούπολη, ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να συναντηθούμε.
 
 

Η κρίση της Αριστεράς

Με την πτώση της Δικτατορίας άρχισαν όλοι να εμφανίζονται ως «αντιστασιακοί». Ολόκληρος ποταμός. Το main stream ήταν τώρα αριστερό, σοσιαλιστικό, επαναστατικό και στην αιχμή του «πάρα πολύ επαναστατικό». Σε σημείο που θα έπρεπε να τρέμει ο καπιταλισμός.
 
Οι περισσότεροι ακολούθησαν και πάλι το ρεύμα. Από τους χτεσινούς αγωνιστές αρκετοί, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου, κοιτούσαν πώς θα εξαργυρώσουν τις αντιστασιακές δάφνες τους. Πρόκειται για το γνωστό λόμπυ των «ηρώων του Πολυτεχνείου»…
 
Η χώρα χρειαζόταν βαθιές αλλαγές. Υπήρχαν όμως μεγάλα και ανοιχτά ζητήματα για την Αριστερά. Οι αριστερές ιδεολογικές και πολιτικές αρχές, μέσω των οποίων ορίζονταν και σχεδιάζονταν οι προτάσεις για τις αναγκαίες αλλαγές, δεν ήταν λιγότερο χρεοκοπημένες από τις προτάσεις της Δεξιάς. Κι αυτό αντικειμενικά. Και σε διεθνή κλίμακα. Τα θέματα είχαν ήδη τεθεί από τη σοβιετική Αποσταλινοποίηση, την κινέζικη Μορφωτική Επανάσταση, τον Μάη του ’68. Και γενικότερα από τη μεταμοντέρνα πολιτιστική επανάσταση στη Δύση. Πώς θα μπορούσαμε, εμείς εδώ, να παριστάνουμε τις ανύποπτες αριστερές παρθένες; Ο επίσημος σοσιαλισμός είχε εμφανίσει σοβαρότατα προβλήματα, στον ίδιο του τον πυρήνα. Και αν μη τι άλλο, χρειαζόταν κριτικό ξανακοίταγμα.
 
Το μεγάλο αυτό μεταπολιτευτικό αριστερό ρεύμα, παρασέρνοντας στην ορμή του κορμούς και κοτρόνια, είχε τους ανάλογους προπομπούς: ανθρώπους που ήξεραν να χειρίζονται με άνεση την αριστερή φρασεολογία, αλλά η σχέση τους με τα οράματα και τις ηθικές αρχές της Αριστεράς, ήταν απλώς εξωτερική-συνθηματολογική. Ήταν οι γνωστοί «Σαδδουκαίοι» του Κατσαρού. Αλλά και «αρκετοί προοδευτικοί» (από την τάξη των «Φαρισαίων»). Ενώ ολόκληρο το ιδεολογικό σύμπαν της αριστεράς κατέρρεε γύρω τους, αυτοί συμπεριφέρονταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ο ανθρωπότυπος αυτός, ο επικεφαλής των αριστερών κομμάτων, ήταν ο «φορέας» του «ρεβιζιονισμού», όπως τον αποκαλούσε η εξωκοινοβουλευτική τους πτέρυγα. Αυτή η τελευταία, με τα μυαλά θολωμένα από τη φουνταμενταλιστική χίμαιρα της «επιστροφής στην κομμουνιστική καθαρότητα», δεν έβλεπε ότι η διέξοδος από την «κρίση της Αριστεράς» απαιτούσε μια εντελώς διαφορετική κριτική-δημιουργική αναζήτηση.
 
Εδώ έχουμε το δεύτερο σημείο όπου ο Νίκος Μανίκας γυρίζει κόντρα στο ρεύμα, το αριστερό αυτή τη φορά. Αναπτύσσει, κατ’ αρχάς, μια εντυπωσιακή δράση στο εργοστασιακό-εργατικό κίνημα. Σκοπός: Η χειραφέτηση του εργατικού κινήματος από τους εγκάθετους α) της εργοδοσίας και β) των αριστερών κομμάτων. Ας σημειώσουμε ότι, αυτή την εποχή, τα «προοδευτικά κόμματα» ανταγωνίζονταν λυσσαλέα μεταξύ τους, με στόχο να «καπελώσουν» το εργατικό κίνημα. Να το κάνουν «ιμάντα μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος». Αδιαφορώντας, βεβαίως, αν τούτο συνεπάγεται τη διάσπαση, τη διαφθορά και την «απομαζικοποίηση» του συνδικαλιστικού κινήματος.
 
Παράλληλα και σε συνδυασμό, ο Νίκος Μανίκας μετέχει στις ζυμώσεις με θέμα την «κρίση της Αριστεράς». Ένας από τους φορείς αυτών των ζυμώσεων είναι και η οργάνωση «Προλεταριακός Αγώνας», της οποίας υπήρξε ο κυριότερος εκ των ιδρυτών και εμψυχωτών. Δεν είναι η στιγμή να αναφερθώ με λεπτομέρειες στην εργώδη δραστηριότητα αυτής της οργάνωσης. Θα δώσω μόνο το ιδεολογικό της στίγμα και θα περιγράψω έναν από τους ειδικούς συστατικούς σκοπούς της, σχετιζόμενο άμεσα με το θέμα της περίφημης «κρίσης της Αριστεράς».
 
Το ιδεολογικό στίγμα της Οργάνωσης ήταν η μαρξιστική αταξική κοινωνία, μαζί με ορισμένες βασικές παραδοχές, ως προς τους όρους του αγώνα για την επίτευξή της. Πρώτη παραδοχή: Το προς ανατροπή καπιταλιστικό σύστημα είναι παγκόσμιο, άρα οι νόμοι που το διέπουν είναι διεθνείς και το πεδίο της επαναστατικής πάλης επίσης. Δεύτερη παραδοχή: Στο καπιταλιστικό σύστημα ανήκει και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, διότι δεν είναι σοσιαλισμός, αλλά κρατικός καπιταλισμός. Ο εχθρός των λαών είναι έτσι δικέφαλος: είναι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και ο σοβιετικός «σοσιαλιμπεριαλισμός». Τρίτη παραδοχή: Επειδή η εργατική τάξη των αναπτυγμένων χωρών είναι εξαγορασμένη από τον ιμπεριαλισμό και εν πολλοίς συνένοχη μ’ αυτόν στην εκμετάλλευση του κόσμου, το κύριο «μπλοκ» των επαναστατικών δυνάμεων το συγκροτούν τα επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Εκεί το εθνικό και το κοινωνικό ζήτημα, το νεωτερικό και το προνεωτερικό πολιτισμικό στοιχείο, συγχωνεύονται σε μιαν αξεδιάλυτη ενότητα. Επομένως το ζητούμενο της επαναστατικής σοφίας και επιδεξιότητας, είναι η εναρμόνιση των εναντιωματικών αυτών παραγόντων σε μια επαναστατικώς συνεπή και συγχρόνως αποτελεσματική «γραμμή».
 
Ο ειδικός συστατικός σκοπός, για τον οποίο μίλησα, βασιζόταν στο συμπέρασμα, που οι ιδρυτές της Οργάνωσης είχαν βγάλει από τον απολογισμό της ιστορικής πείρας του αριστερού κινήματος. Σύμφωνα με αυτό υπάρχει ένας αδιάγνωστος, ως προς τη φύση του, μηχανισμός μετατροπής των επαναστατικών οργανώσεων στο αντίθετό τους – ένα φαινόμενο παγκόσμιο, χωρίς εξαιρέσεις. Ενώ δηλαδή ξεκινούμε με τις καλύτερες αντικαπιταλιστικές και αντιεξουσιαστικές προθέσεις, καταλήγουμε, μέσα από την οργάνωση που φτιάχνουμε για να υλοποιήσουμε αυτές τις προθέσεις, να μετατραπούμε σε άθλιους εξουσιομανείς καιροσκόπους, μηχανορράφους, υποκριτές και παλιανθρώπους. Κατά κανόνα, μάλιστα, χωρίς καν να το καταλάβουμε… Το θέμα είναι να δούμε, πριν απ’ όλα, γιατί συμβαίνει αυτό. Είναι κάποιος ανυπέρβλητος νόμος; Ή είναι κάποιος «μηχανισμός», που μπορεί να εξουδετερωθεί με τα κατάλληλα μέτρα;
 
Το πρωτότυπο μ’ αυτή την οργάνωση ήταν ότι είχε αποφασίσει να βλέπει τον εαυτό της και λίγο σαν «πειραματόζωο». Θα εξέταζε δηλαδή στον εαυτό της το «φαινόμενο της μετατροπής στο αντίθετο». Για να επαληθεύσει (ή όχι), in vitro, τη «νομοτελειακότητά» του. Και για να επιβεβαιώσει (ή όχι) τις όποιες ειδικές ερμηνευτικές υποθέσεις, για την αιτιολογία και τις δυνατότητες αντιμετώπισης του «φαινομένου». Για να μη μακρολογώ διαπιστώθηκε, όντως, ότι το φαινόμενο αναπαραγόταν και στους δικούς της κόλπους. Επισημάνθηκε όμως ότι η σχετική συλλογική αυτοπαρατήρηση είχε ευεργετική επίδραση: ανασταλτική, αν και όχι προληπτική. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο «Προλεταριακός Αγώνας» δεν γνώρισε τις συνηθισμένες αριστερές «διασπάσεις», όπου ξεσπά η πρακτορολογία, κατασκευάζονται αποδιοπομπαίοι τράγοι και «βγαίνουν τα μαχαίρια». Διάσπαση έγινε. Δεν μπόρεσε να προληφθεί. Οι διαφωνούντες αποχώρησαν, αλλά «ησύχως». Ορισμένοι μάλιστα, ανυπόπτως ευστοχούντες, είπαν και «καληνύχτα». Ο θυσιαστικός μηχανισμός μόλις που έδειξε τα δόντια του. Ανθρωποθυσίες δεν έγιναν…
 
Περιττό να αναφέρω, ότι επί της ουσίας του φαινομένου, η γνώση όλων μας ήταν μηδενική. Μιλάμε άλλωστε για γνώση «σφραγισμένη», ανήκουσα στα «κεκρυμμένα από καταβολής». Άμα την υποψιαστεί ο επαναστάτης απλώς θα απορρίψει έντρομος την «ιερή βία». Αν μη τι άλλο θα πάψει να είναι επαναστάτης νεωτερικού τύπου: αριστερός (κοινωνική απελευθέρωση) ή δεξιός (εθνική απελευθέρωση).
 

Ο πασοκικός κρατισμός

Επειδή ποτέ ένας «πραγματικός αριστερός» δεν πρέπει να κρατιέται μακριά από τη δίνη των αλλαγών, αλλά να βουτά με το κεφάλι, κατ’ ευθείαν στο πιο επικίνδυνο σημείο, στο κέντρο της δίνης (βασική αρχή της εν λόγω Οργάνωσης), τέθηκε το «ζήτημα ΠΑΣΟΚ».
 
Καλώς ή κακώς οι «μάζες», των οποίων θέλαμε να είμαστε «ταπεινοί υπηρέτες», είχαν στραφεί προς το ΠΑΣΟΚ. Η αναδεικνυόμενη από τους αγώνες τους εργατική πρωτοπορία «καταστρεφόταν». Όχι μόνο δεν σκεπτόταν αυτό που θέλαμε εμείς, την «επαναστατική μετεξέλιξη του καθοδηγητικού της ρόλου», αλλά έτρεχε με ορμή να «καπελωθεί» από το ΠΑΣΟΚ. Από παντού τα πιο έξυπνα, ανιδιοτελή και ριζοσπαστικά στοιχεία, έτρεχαν προς την πασοκική Κίρκη. Μαζί βέβαια με όλη τη θολούρα των καριεριστών, των σαλταδόρων, των χαμαιλεόντων, ακόμα και «χουντικών», που κατέβαζε το απέραντο σοσιαλιστικό ποτάμι. Οι ζητούμενες αλλαγές αναμένονταν, πλέον, από το ΠΑΣΟΚ. Όλα περνούσαν μέσα από την απαίτηση για την άμεση ανατροπή της Δεξιάς από την εξουσία και την κατάληψή της από τον πασοκικό λαό. «Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ο λαός στην εξουσία».
 
Μπορούσες βέβαια να κάθεσαι στην όχθη «καθαρός». Και να οικτίρεις το μαζικό ποτάμι. Αλλά μια τέτοια στάση ήταν για τους εστέτ της Αριστεράς. Όχι για μας. Χώρια που το «νεομαρξιστικό» ιδεολογικό μας στίγμα δεν ήταν καθόλου ασύμβατο με τα θεωρητικά θέσφατα του χαρισματικού αρχηγού του φοβερού μας «Κινήματος». Τι κάνουμε λοιπόν; Τρίτη και ριζικότερη τώρα αλλαγή πλεύσης: να μπούμε στο ΠΑΣΟΚ και να αγωνιστούμε μέσα από τις γραμμές του. Να διαλύσουμε την Οργάνωσή μας, εξηγώντας δημόσια τους λόγους. Και να προσχωρήσουμε εκεί άνευ όρων. (Όχι με ανταλλάγματα.) Καλώντας συνάμα και όλους τους ομολόγους του «χώρου», να πράξουν το ίδιο. Πρωτοστάτης της μεταστροφής: ο Νίκος Μανίκας.
 
Η δημοσίευση της απόφασης διάλυσης-προσχώρησης έγινε τον Ιανουάριο του 1980 στο τεύχος 30 (τελευταίο) της μηνιαίας εφημερίδας «Προλεταριακός Αγώνας».
 
Το ΠΑΣΟΚ μας δέχτηκε. Παρά την αντίδραση του Αλευρά και χάρη στη θετική εισήγηση του Γεννηματά (όπως μάθαμε εκ των υστέρων). Καταταγήκαμε στις αντίστοιχες Τοπικές Οργανώσεις και στις αντίστοιχες Κλαδικές. Γρήγορα, όπως ήταν επόμενο, οι επικεφαλής της διαλυμένης οργάνωσης βρέθηκαν στα κεντρικά όργανα του «Κινήματος». Ο Νίκος Μανίκας στην «Επιτροπή Συνδικαλιστικού».
 
Η εμπειρία της διαδρομής στο ΠΑΣΟΚ ήταν ό,τι έπρεπε, για να αποκτήσει κανείς μια άμεση γνώση, σχετικά με τις δυνάμεις που διαμορφώνουν την πολιτική σκηνή της χώρας και σχετικά με τη φύση του ελληνικού κράτους.
 
Η «πάλη των τάξεων διεξάγεται παντού», όπως προέβλεπε η θεωρία. Άρα «και μέσα στο ΠΑΣΟΚ». «Σε κάθε του όργανο», χαμηλό ή ψηλό, μεγάλο ή μικρό. Το θέμα ήταν «ο συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων» σε κάθε «αναβαθμό της ταξικής πάλης». Και οι δυνατότητες επηρεασμού του προς τη «σωστή κατεύθυνση». Κόντρα, δηλαδή, στις «αντιδραστικές δυνάμεις».
 
Αλλά ποιες ήταν οι «προοδευτικές» και ποιες οι «αντιδραστικές» δυνάμεις στην «Επιτροπή Συνδικαλιστικού», από την οποία και εκπορεύονταν όλες οι μέχρι τότε πασοκικές πρακτικές κομματικής άλωσης και καπελώματος του συνδικαλιστικού κινήματος; -«Εμείς οι αριστεροί», οι μεν. –«Εμείς οι αριστεροί», οι δε. Σε σημείο, που ο μοναδικός εργοστασιακός εργάτης της Επιτροπής, εξερράγη κάποια στιγμή, λέγοντας το αμίμητο: -«Εγώ δεν βλέπω κανέναν αριστερό εδώ. Μόνο τραπεζοϋπαλλήλους βλέπω.»
 
Κι ο Νίκος, εξομολογούμενος τον πόνο του: -«Κάθε φορά που είναι να πάω στην Επιτροπή, ενώ το μυαλό μου λέει πήγαινε, τα πόδια μου λένε φύγε.» Κάποια στιγμή τα «πόδια» υπερίσχυσαν… Αν και δεινός συζητητής και σκληρός μαχητής, απέφευγε τις άγονες διαμάχες. Προτιμούσε να «αποχωρήσει ησύχως», όταν ήταν βέβαιος για τη ματαιότητα της σύγκρουσης.
 
Έκτοτε η κομματική του συμμετοχή περιορίστηκε στην Τ.Ο. απ’ όπου πολύ σύντομα «πέρασε στους φίλους». Υπήρξε και η «παρα-κομματική» συμμετοχή στις εναλλακτικές δυνατότητες που παρείχε το ΠΑΣΟΚ (μέσα στο ΠΑΣΟΚ, αλλά όχι υπό την εποπτεία του Μηχανισμού). Πρόκειται για την ομάδα Χαραλαμπίδη Οι ζυμώσεις στον κύκλο των «Ιταλών» φαίνονταν ενδιαφέρουσες. Στο επίκεντρό τους είχαν το «Εθνικό Ζήτημα» και την ανάγκη ενός «Νέου Διεθνισμού», θέματα στα οποία οι επεξεργασίες του «Προλεταριακού Αγώνα» ήταν παραπλήσιες. Μια άλλη ήταν η ομάδα που είχε στο κέντρο της τον Γιώργο Παπανδρέου. Ο Νίκος προσπάθησε να κάνει κάτι και μ’ αυτήν, αλλά διαπίστωσε ότι πρόκειται για παιδική χαρά και δεν ασχολήθηκε.
 
Η παρέμβαση του Νίκου στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ διατηρούσε πάντοτε μια σαφή αντικρατιστική αιχμή, επειδή ο κρατισμός ήταν το αρνητικό σημείο σύγκλισης όλων των ετερόκλητων συνιστωσών του.
 

Το νέο Εθνικό Ζήτημα

Ως βασική αρχή μιας σοβαρής πολιτικής πρακτικής, θεωρούνταν να βρίσκεις ποιος είναι κάθε φορά ο «κεντρικός κρίκος» της «συγκυρίας», ώστε άμα τον αδράξεις, να έχει η παρέμβασή σου επίδραση σε όλη την αλυσίδα και να μην πηγαίνει στο βρόντο.
 
Ως τέτοιος «κρίκος» εκτιμήθηκε το Εθνικό Ζήτημα. Αναμενόταν, δηλαδή, η έξαρση των εθνικών προβλημάτων, γενικότερα και στην περιοχή μας. Η αναγκαία «παρέμβαση» όφειλε να αναπτυχθεί σε δύο μέτωπα: α) Εναντίον του ενδοτισμού (κοσμοπολιτισμού κλπ.) και β) εναντίον του αστικού εθνικισμού (ρατσισμού κλπ.), που αναπόφευκτα θα αναπτύσσονταν μαζί με το πατριωτικό κύμα. Στη βάση αυτή ο Νίκος Μανίκας πρωτοστατεί στην έκδοση του περιοδικού «Ελλοπία» – «περιοδικού για τα εθνικά θέματα».
 
Με κύριο στυλοβάτη τον ίδιο, η «Ελλοπία» άνοιξε νέο δρόμο στον προβληματισμό γύρω από τα εθνικά θέματα. Εισήγαγε, π.χ. και τεκμηρίωσε την ιδέα, ότι το έθνος είναι μια πολυεκδοχική ολότητα, με πλουραλιστική εσωτερική δομή. Είναι σχηματισμός διαφορετικών παραδόσεων, ή «εθνισμών», όπως ο ίδιος ονόμαζε τους δρόμους υποκειμενοποίησης, οι οποίοι σχηματίζονται γύρω από τα ανθρωπολογικά πρότυπα ή «ελκυστές» του εκάστοτε πολιτισμού. Η κυρίαρχη αντίληψη για το έθνος, ως μονοπαγούς ολότητας, είναι απλώς η αντίληψη του αστικού εθνικισμού για το έθνος, την οποία βλακωδώς αναπαράγει και η Αριστερά κάθε απόχρωσης, πετώντας μαζί με το νερό της σκάφης (τον αστικό εθνικισμό) και το μωρό (το σύστημα των πολιτισμικών αξιών που όχημά τους έχουν τον εθνισμό). Την άποψή του για το έθνος, τον εθνισμό και τον Ελληνισμό, τη βρίσκουμε στο κείμενό του με τίτλο «Συνειρμοί με αφορμή ένα όνομα», στο 1ο τεύχος της «Ελλοπίας» (Μάϊος 1990).
 
Όπως κατά κανόνα συμβαίνει, στις περιπτώσεις που η πολιτική πρόβλεψη επαληθεύεται, αυτό που πριν ήταν κολύμπι ανάποδα στο ρεύμα, γίνεται παρασυρμός από το ρεύμα. Όταν εκρήγνυται η κρίση στα Βαλκάνια και χτυπούν παντού τα τύμπανα του εθνικισμού, η «Ελλοπία» ανακαλύπτει ξαφνικά ότι μπορεί να βγαίνει από μόνη της. Τα κείμενα έρχονται βροχή, από κάθε κατεύθυνση και οι συνδρομητές πολλαπλασιάζονται. Το εγχείρημα έχει λοιπόν τον αέρα στα πανιά του. Τι πιο ευχάριστο για τους συντελεστές του; Αυτό όμως σήμαινε, απλώς, ότι ο χτεσινός πολεμούμενος ήταν πλέον ο σημερινός επωφελούμενος. Ήταν τέτοια η ορμή του ρεύματος που η γραμμή πλεύσης δεν μπορούσε να κρατηθεί.
 
Το σκάφος έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Και βέβαια εισηγητής της εγκατάλειψής του ήταν ο Νίκος Μανίκας. Η «Ελλοπία» αφέθηκε στην τύχη της. Και συνέχισε, κούφιο αντηχείο της εθνικιστικής βουής. Χωρίς δική της δημιουργική πνοή.
 

Το νέο Κοινωνικό Ζήτημα

Και πού ήταν τώρα το σημείο αιχμής, ο κεντρικός κρίκος, η πρακτική-όχημα μιας ριζοσπαστικής παρέμβασης;
 
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Νίκου Μανίκα το Κοινωνικό Ζήτημα έρχεται πάλι στο προσκήνιο, αλλά με νέα μορφή. Η αιχμή του θα βρίσκεται τώρα στη δουλοκτητική καταπίεση και τα βάσανα του προλεταριάτου των ξένων μεταναστών. Ήδη τα φράγματα είχαν σπάσει στα Βαλκάνια και το αλβανικό στοιχείο άρχισε να πλημμυρίζει τη χώρα.
 
Υπολόγιζε πως η πρόταση του Γιώργου Καραμπελιά, για ένα πολιτικό περιοδικό πολυδιάστατο – εθνικής, κοινωνικής και οικολογικής ευαισθησίας, θα μπορούσε να είναι το όχημα της αναγκαίας παρέμβασης. Έτσι υπήρξε συνιδρυτής του «Άρδην» (Μάρτιος 1996) και ήταν αποφασισμένος να το συνδράμει ολόψυχα. Τον στενοχώρησε όμως πολύ και τον ανάγκασε να αποσυρθεί από την προσπάθεια, η θεμελιώδης αδυναμία που διαπίστωσε: Η αδυναμία να λειτουργήσει η Συντακτική Επιτροπή, ως συλλογικό όργανο. Θεωρούσε θεμελιώδη την αδυναμία αυτή για δύο λόγους: Ο πρώτος και βασικότερος ήταν ότι απέκλειε τη ζητούμενη οργανωμένη παρέμβαση. Ο δεύτερος και γενικότερος, σχετιζόταν με την παλιά θέση, ότι ένα προοδευτικό περιοδικό δεν μπορεί να υπηρετήσει τις ιδέες που αναπτύσσει, όσο «υψηλές» κι αν είναι, αν δεν «οικοδομεί» συγχρόνως μια συλλογική ποιότητα. Ότι η έλλειψη «συλλογικής οικοδόμησης» μετατρέπει τις καλές ιδέες σε μέσα άλλων, αντίθετων προς αυτές, σκοπών. Ουδέποτε ο Νίκος Μανίκας έστερξε να αντιληφθεί τις ριζοσπαστικές ιδέες ξέχωρα από την πρακτική-συλλογική ενσάρκωσή τους.
 
Αποσύρθηκε λοιπόν. Κατά βάθος γιατί δεν υπήρχε «κίνημα», με το οποίο να συνδυαστεί η προσπάθεια. Δεν έβλεπε κανένα «ρεύμα» γύρω του. Μόνο βαλτόνερα. Και το πήρε απόφαση να ασχοληθεί μόνο με την οικογένειά του και με τη δουλειά του, που ποτέ βέβαια δεν είχε παραμελήσει.
 
Έκτοτε, φανερά αυτοσαρκαζόμενος, απαντούσε ως εξής στο ερώτημα «και τώρα τι κάνεις;»: -«Παραμένω οπαδός της χήρας του Μάο και φανατικός ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ. Ιδιαιτέρως δε του Κ. Σημίτη. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο δεξιό από το ΠΑΣΟΚ. Αν γνωρίζετε να μου το πείτε.»
 
Τελευταία είχε προσθέσει στο θυμοσοφικό του ρεπερτόριο και τη ρήση ότι είναι καιρός να σταματήσουμε να λέμε τον Παπανδρέου «Γιωργάκη». Διότι έγινε πλέον «Γεώργιος».
 
Θα αναφερθώ και σε μια τελευταία προκλητική θέση του, για να μεγιστοποιήσω την εικόνα. Αυτή κι αν φάνταξε τερατώδης αντίσταση στο ρεύμα: Εκφράστηκε υπέρ του Κλίντον. Υπέρ των βομβαρδισμών της Σερβίας. Και υπέρ της παραπομπής του Μιλόσεβιτς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για εγκλήματα πολέμου. Πίστευε ακράδαντα ότι οι καταγγελλόμενες σερβικές θηριωδίες κατά των μουσουλμάνων της Βοσνίας και των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, ήταν απολύτως βάσιμες. Και δεν έβλεπε άλλον τρόπο, για να σταματήσει η θηριωδία και να ανακοπεί η παρανοϊκή πορεία της Σερβίας προς την αυτοκαταστροφή.
 
Για να μην παρεξηγήσει ο αναγνώστης τη θέση του, θα προσθέσω ότι δεν είχε αναθεωρήσει τις βασικές απόψεις του περί ιμπεριαλισμού. Ήταν εξ ίσου ενάντιος στην αποικιοκρατική επέμβαση και τις θηριωδίες των ΗΠΑ στο Ιράκ. Όπως, βεβαίως, και εναντίον της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Ο εθνικο-θρησκευτικός φουνταμενταλισμός

 
Ο Νίκος Μανίκας δεν πήγαινε μόνο κόντρα στο πολιτικό ρεύμα, αλλά και στο θρησκευτικό. Δήλωνε πεπεισμένος άθεος και φανατικός αντικληρικαλιστής. Είχε αφήσει, μάλιστα, ρητή παραγγελία στους δικούς του να μην του κάνουν θρησκευτική κηδεία. Η επιθυμία του έγινε σεβαστή.
 
Έχω την εντύπωση, πως την εποχή της «Ελλοπίας», πρέπει να προβληματίστηκε για την πιθανή αξία του «νεορθόδοξου» ρεύματος. Αλλά κάτι συνέβη, που τον επανέφερε στις συνολικά απορριπτικές απόψεις του για κάθε τι το «θρησκευτικό». Τι ακριβώς δεν ξέρω. Καθώς, από το 1986 ως το 1999, είχα «αποκεντρωθεί» στη Θεσσαλονίκη, δεν είχα άμεση εικόνα για την εξέλιξη των ζυμώσεων στον κύκλο της «Ελλοπίας». Έκτοτε τις διαβεβαιώσεις μου, ότι «η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία», ότι αυτό που σήμερα αυτοαποκαλείται έτσι είναι «δυτικής κοπής και εισαγωγής», τα άκουγε βερεσέ: «Αυτά είναι δικές σου ερμηνείες. Το τι είναι η Ορθοδοξία το βλέπω», αντέτεινε.
 
Πεπεισμένος ότι η «αθεΐα» του ήταν μόνο διανόημα, μια φορά του το είπα ξεκάθαρα: «Η άποψή μου για σένα είναι ότι στην πράξη είσαι χριστιανός. Περισσότερο από μένα, που είμαι μόνο στα λόγια». Πήρε την παρατήρησή μου για χωρατό.
 
Επέμεινε ως το τέλος στα αθεϊστικά στερεότυπα του αριστερού Διαφωτισμού. Το επιχείρημά μου, ότι δεν υπερβαίνει κανείς τη θρησκεία όταν απλώς την «απορρίπτει», ότι πίσω από τη θρησκεία υπάρχουν «κεκρυμμένα από καταβολής», που πρέπει να αποκαλυφθούν στη συνείδησή μας, του φαινόταν πολύ αλλόκοτο. Έκλεινε τη συζήτηση με παραλλαγές του αντικληρικαλιστικού επιχειρήματος: -«Ρίχνεις νερό στο μύλο του Χριστόδουλου και απορώ πώς δεν το καταλαβαίνεις.»
 

Η «εσωτερική ρίζα»

Απ’ όλα αυτά προκύπτει η εικόνα ενός ανθρώπου με «εσωτερική ρίζα», που του επέτρεπε να έχει μια ασυνήθιστα σθεναρή προσωπικότητα. Ενός ανθρώπου στους αντίποδες ακριβώς του κυρίαρχου σήμερα μεταμοντέρνου (πρωτεϊκού – χαμαιλεοντικού) ανθρωπότυπου.
 
Θα αναρωτηθώ τώρα για τη φύση αυτής της «εσωτερικής ρίζας». Κατ’ αρχάς πρέπει να παρατηρήσω ότι την προσωπικότητα του Νίκου Μανίκα τη συνείχε ένας υπερβατικός σκοπός, ένα ιδανικό. Αυτό το ιδανικό, ήταν που εννοημάτωνε την περίπλοκη, όσο και επώδυνη βιοτική διαδρομή του, στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα.
 
Το ιδανικό του, ο «θεός» του, ήταν η αταξική κοινωνία: η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη. Το ιδεώδες της Γαλλικής Επανάστασης, όπως περαιτέρω το επεξεργάστηκε ο Καρλ Μαρξ. Ή, κατά τη δική μου ανάγνωση, η νεωτερική προσαρμογή της παραδοσιακής ιδέας για την εσχατολογική χριστιανική βασιλεία.
 
Η επίτευξη του κοινωνικό αυτού ιδανικού απαιτούσε, για τον Νίκο Μανίκα, τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων: του κατάλληλου τύπου ανθρώπου και του κατάλληλου συλλογικού οργάνου. Η πρώτη ήταν το αυτόνομο ανιδιοτελές Άτομο. Η δεύτερη ήταν η Αριστερά.
 
Τόσο το ιδανικό, όσο και η πρώτη προϋπόθεσή του, ήταν πάντοτε ξεκάθαρα, αναμφισβήτητα και αδιαπραγμάτευτα, για τον φίλο μας. Είμαι πεπεισμένος ότι ουδέποτε ταλαντεύθηκε, ως προς την πίστη του στην αξία και την ορθότητά τους.  Κι αυτό όχι μόνο στο επίπεδο της σκέψης, αλλά και στο επίπεδο του προσωπικού ήθους, της συνέπειας λόγων-έργων. Σαν τον πολικό αστέρα, που βοηθά τον ποντοπόρο να ακολουθεί σταθερή πορεία, παρά τις εναλλαγές του ανέμου και την κατεύθυνση των ρευμάτων, το ιδανικό αυτό προσανατόλιζε τις κινήσεις του. Αν κατέγραφε κανείς την καμπύλη της ζωής του, σε αναφορά προς τον εν λόγω σταθερό ελκυστή, θα διαπίστωνε αμέσως ότι οι μεταστροφές, στις οποίες αναφέρθηκα, δεν είναι παρά φαινομενικές. Έμοιαζαν ανακόλουθες και αντιφατικές, στα μάτια εκείνων γύρω του, που άγονταν και φέρονταν από το εκάστοτε ρεύμα. Μοιάζουν σήμερα ανακόλουθες μόνον σε όποιον δεν βλέπει την κεντρομόλο δύναμη που συνείχε τη ζωή του.
 
Εκεί όμως που ο φίλος μας είχε μονίμως πρόβλημα, διαρκή έγνοια και αγωνία, αμφιβολία, ταλάντευση και ανησυχία, ήταν στη δεύτερη προϋπόθεση: ποια Αριστερά; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό κατέληξε να τη συλλάβει και να τη διατυπώσει με βεβαιότητα, μόνο λίγο πριν από τον θάνατό του, όταν βρήκε το κουράγιο να υπερνικήσει το βάσανο της αρρώστιας του και εν είδη διαθήκης, να γράψει το τηλεγραφικό κείμενο των πέντε σημείων με τίτλο: «Για ποιαν Αριστερά;». Σ’ αυτό το λιτό κείμενο και αφού κάνει την προσωπική αυτοκριτική του, εκθέτει τι για κείνον σημαίνει Αριστερά σήμερα.
 
Για όσους γνωρίζουν ότι δεν πέθανε η Αριστερά γενικά, αλλά μόνο η μαρξιστική ιστορική μορφή της, ότι πάντοτε θα είναι ζωτικό και επίκαιρο το αίτημα για μια «σωστή Αριστερά», αυτοί μπορούν να εκτιμήσουν την αξία που έχει το μικρό αυτό κείμενο για τη δική μας Αριστερά.
 
Στη δια βίου σταθερότητα σε έναν υψηλό ηθικό σκοπό και τη συνεπαγόμενη αδιάκοπη πάλη κόντρα στο ρεύμα, αναγνωρίζω το ιδανικό της προνεωτερικής ελληνικής παιδείας: το κατ’ αλήθειαν ζην. Ένα ιδανικό που τα θέλει όλα ή τίποτα. Το να μπορέσει κάποιος να ενσαρκώσει το ιδανικό αυτό, στην αντι-ιδανική μεταμοντέρνα εποχή μας, τον καθιστά αναμφισβήτητα έναν αληθινά σημαντικό άνθρωπο.
 
Διάβασα κάπου και μου άρεσε, ότι σημαντικός είναι ο άνθρωπος που ξεχωρίζει από τους γύρω του: 1) Για την επινοητικότητα του μυαλού του. 2) Για την ικανότητά του να συγκρατεί τις εκδηλώσεις που προέρχονται από τη φύση του. 3) Για τη δικαιοσύνη και την ανοχή του προς τις αδυναμίες των άλλων. Λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα του Νίκου Μανίκα, το οποίο καλύπτει και τα τρία αυτά γνωρίσματα, θα πρόσθετα σαν 4) την «εσωτερική ρίζα»: τη σταθερή πίστη σε έναν υψηλό ηθικό-αυθυπερβατικό σκοπό.
 
Το αίνιγμα είναι τελικά αυτή η εσωτερική πίστη-δύναμη, η ρίζα της σθεναρής συνείδησης. Απ’ όσο μπόρεσα να εμβαθύνω, συνθέτοντας εμπειρίες ανθρώπων, μελέτες και διαβάσματα, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η εσωτερική δύναμη, αυτή η «ρίζα ψυχής», δεν προκύπτει από τη διανοητική καλλιέργεια. Συνδέεται μάλλον με μια «μυθική» αγωγή του συναισθήματος, κατά την παιδική ηλικία, μαζί με την αντίστοιχη χειραγώγηση του ενστίκτου. Αλλά για την αγωγή που έλαβε ο φίλος μου, στην προκαταρκτική αυτή φάση της ζωής του, στην Κωνσταντινούπολη των ετών 1945-1955 και μετά στην Αθήνα, δυστυχώς δεν έτυχε να τον «ανακρίνω» ποτέ. Ο ίδιος πάντα απέφευγε να μιλά για τον εαυτό του.

 

 

 

 

 

 

 

 

[Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ (1945-2004), Εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.]

πηγή: Aντίφωνο

21 Σχόλια

  1. Ῥάβδος ἐχ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ,
    Καὶ ἄνθος ἐξ αὐτῆς Χριστὲ,
    Ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας,
    Ἐξ ὄρους ὁ αὶνετὸς, κατασκίου δασέος,
    Ἦλθες σαϱκωθεὶς ἐξ ἀπειϱάνδϱου,
    Ὁ ἄϋλος καὶ Θεός.
    Δόξα τῇ δυνάμέι σου Κύϱιε.

  2. Είπα στην ψυχή μου, ησύχασε, και πρόσμενε χωρίς ελπίδα
    Γιατί η ελπίδα θάταν ελπίδα για λάθος πράγμα. Πρόσμενε χωρίς αγάπη
    Γιατί η αγάπη θάταν αγάπη για λάθος πράγμα. Υπάρχει ακόμα η πίστη
    Αλλά η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα βρίσκονται όλες στην προσμονή.
    Πρόσμενε χωρίς σκέψη, γιατί δεν είσαι έτοιμη για σκέψη:
    ΄Ετσι το σκοτάδι θα γίνει φως, και χορός η ακινησία.
    Ψίθυρος ρυακιών, και χειμωνιάτικη αστραπή.
    Το άγριο θυμάρι ανείδωτο και η αγριοφραουλιά,
    Το γέλιο στον κήπο, αντήχησε έκσταση
    ΄Οχι χαμένη, αλλά απαιτητική, δείχνοντας προς την αγωνία
    Του θανάτου και της γέννησης.

    T.S.Eliot, EAST COKER

    –Δεν ξέρω αν πρέπει να μαθητεύσω σ’αυτά.

  3. Κύριε Ζιάκα.
    Μήπως “αυτή η εσωτερική δύναμη, αυτή η «ρίζα ψυχής», “συνδέεται” “με μια αγωγή του συναισθήματος”, “μαζί με την αντίστοιχη χειραγώγηση του ενστίκτου” όχι “κατά την παιδική ηλικία” αλλά καλλιεργείται, από το πρώτο δοσμένο σπέρμα, σε όλη την διάρκεια της ζωής με τον τρόπο που τόσο καθαρά περιγράψατε στο κείμενό σας για τον Νίκο Μανίκα;

  4. Άκουσα πριν 2-3 χρόνια τον Ζουράρι (τον “δάσκαλο”) σε μια μικρή συγκέντρωση στη Λευκωσία να λέει (δεν θυμούμαι με ποια ευκαιρία):
    “Η αρετή δεν διδάσκεται”.
    Τόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, κι ακόμα πιο δύσκολα γίνονται επειδή συνήθως η αρετή και δύσκολα αναγνωρίζεται.

  5. Εξοχοι στίχοι! Το ποίημα διατέμνεται από την άνω-κάτω τελεία. Τα πριν απο αυτήν είναι προβολές , επικαθήσεις των ανθρώπων πάνω στην αδιάκοπη ροή του υπερέχοντος γίγνεσθαι. Τα μετά είναι το κάλεσμα της ανόθευτης φύσης – οι Χριστιανοί την ταυτίζουν με την Παναγία – που εγκυμονεί και θάλπει αυτό το ατελέσφορο γίγνεσθαι, που προκαλεί και περιλαμβάνει όλες τις εκκρεμείς και μετέωρες ερωτήσεις κι απαντήσεις, ερμηνείες και δράσεις, τις οποίες επιχειρεί να υποβάλλει το παρόν άρθρο δια του εκλιπόντος.

  6. Λέγαν πολύπειροι οι αρχαίοι: “[b]φύσιν πονηράν μεταβαλείν ου ράδιον[/b]”. Άμα είναι “πονηρά” …το σαπούνι σου χαλάς.

    Ήρθαν εν συνεχεία οι εξ αυτών [b]σοφιστές[/b] και μας είπαν: “αυτή είναι η φύση των ανθρώπων (πονηρά) κι όσο δεν αλλάζει, έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα”.

    Ήρθαν κατόπιν οι ίδιοι αρχαίοι, ως [b]χριστιανοί[/b] πλέον, και μας είπαν: “ναι βέβαια αυτή είναι η φύση των ανθρώπων, αλλά [b]δεν είναι η αληθινή τους φύση, είναι η πτωτική τους φύση[/b]”. Και ιδού το “χαρμόσυνο άγγελμα”: [b]Επιδέχεται “καλή αλλοίωση”[/b]. Αρκεί να υποβληθεί σε θεραπεία (κατά Μάξιμο) η ψυχική τριάδα Λογιστικό,Επιθυμητικό,Θυμοειδές, η πτωτική κατάσταση της οποίας ορίζεται από Άγνοια Θεού, Φιλαυτία, Τυραννία… Το θέμα, λοιπόν, είναι αν όντως υπάρχει θεραπεία – “καλή αλλοίωση”.

    Στο ερώτημα αν το “πονηρά” και “πτωτική”, επιδέχεται εξαιρέσεις, η απάντηση είναι κατηγορηματική: “[b]ουδείς αναμάρτητος[/b]” και “[b]άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν[/b]” (στον δρόμο της “καλής αλλοίωσης”). Οπότε πρέπει να δούμε ποιο είναι το υποκείμενο του “[b]εμού[/b]” και τι σημαίνει “[b]να το έχουμε μαζί μας[/b]”…

    Κοντολογίς: [b]”Διδάσκεται η αρετή”[/b]! Βέβαια δεν μπαίνει στην ψυχή με το χωνί. Ο άνθρωπος είναι εσωτερικώς αυτεξούσιος-ελεύθερος. Με το στανιό δεν γίνεται τίποτε.

    Το “καλό” και το “κακό” είναι “πολιτισμικές” κατηγορίες, έχουν σχέση με τον “εξανθρωπισμό”, με την [b]υποκειμενοποίηση[/b].

  7. Η «καλή αλλοίωση» δεν είναι θέμα που μπορεί ν’ αφήσει ασυγκίνητο οποιονδήποτε άνθρωπο.
    Προσωπικά με σαγηνεύει η ιστορία της πτώσης όσο καμιά άλλη – δεν θεωρώ ότι υπάρχει ευγενέστερη και υψηλότερη σύλληψη από το χαρμόσυνο άγγελμα της καλής αλλοίωσης και της στο μέλλον «επιστροφής» μας.
    Αλλά, εκτός από το περπάτημα στη γη, μου αρέσει και το ύψος του αιθέρα και το βάθος των ωκεανών, ακόμα και το τρομερό διάστημα όσο κι αν κάμνει χάζι με την ανόητη περιέργειά μας.

  8. Από το 1977, όταν συντρόφευσα με τρόπο αποκαλυπτικό για μένα στις τελευταίες του ώρες έναν φίλο μου παλιό αριστερό, με δεκαετίες στην φυλακή και ζωή μαρτυρική, μολονότι ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει με τα χέρια του στην αλληλοσφαγή, επωμίστηκε όμως την ευθύνη, συνειδητοποίησα χωρίς καμμία αμφιβολία ότι ο Χριστός συντροφεύει “άθεους” και είναι άγνωστος σε “πιστούς”. Πολλές φορές στον κόσμο μας, όπου εύκολα οι υποκριτικοί ψευδοπροφήτες αναλαμβάνουν ακόμη και την αρχηγία των ομάδων που θέλουν να εξοντώσουν, ο Χριστός προτιμά την παρέα άθεων όταν εφαρμόζουν τις εντολές του, ή σωστότερα, όταν αγωνίζονται να εφαρμόσουν τις εντολές του.
    Κι ένα κουίζ:
    Σε ένα παιδικό μυθιστόρημα του Μάρκ Τουέιν, τις “Περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φίνν”, ο Χάκ μαζί με τον φίλο του Τζίμ, τον φυγάδα νέγρο, κατεβαίνουν τον Μισσισσιπή με σχεδία. Ο μικρός αμόρφωτος αμερικάνος βασανίζεται από ένα δίλημμα. Να καταδώσει τον φυγάδα φίλο του ή όχι, αφού στο κατηχητικό ήταν σαφείς, οι μαύροι που το σκάνε και όσοι τους βοηθούν δεν είναι με τον Χριστό και θα πάνε στην κόλαση. Διαλέγει να βοηθήσει τον φίλο του, κι ας πάει στην κόλαση. Γνωρίζουμε ότι οι χριστιανοί στον Νότο υποστήριζαν την δουλεία. Πώς θα ονομαζόταν στον αμερικάνικο νότο ο Χριστός εκείνη την εποχή;
    … I was a-trembling, because I’d got to decide, forever, betwixt two things, and I knowed it. I studied a minute, sort of holding my breath, and then says to myself:  “All right, then, I’ll go to hell” and tore it up. It was awful thoughts and awful words, but they was said. And I let them stay said; and never thought no more about reforming. I shoved the whole thing out of my head, and said I would take up wickedness again, which was in my line, being brung up to it, and the other warn’t. And for a starter I would go to work and steal Jim out of slavery again; and if I could think up anything worse, I would do that, too; because as long as I was in, and in for good, I might as well go the whole hog…

  9. Συμφωνώ απόλυτα με τον κ. Δεληνικόλα. Ο Χριστός συντροφεύει “άθεους” και αυτή η στάση Του είναι ξεκάθαρη όταν λέει «Ου πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ούρανοίς» (Ματθαίου κεφ. ζ’ στίχος 21). Κι’ εγώ στη ζωή μου συνδέθηκα με… “άθεους”. Όμως, ποιός είναι υπεύθυνος για την… αθεϊα τους; Αλήθεια, με ποιά κριτήρια λογίζεται κάποιος… “άθεος”;
    Μήπως θα πρέπει, κάποτε, να επανεξεταστούν τα κριτήρια τα οποία χρησιμοποιούνται σήμερα για τους παραπάνω χαρακτηρισμούς; Κατά τη γνώμη μου η ειλικρίνεια και η καθημερινή πράξη είναι τα κριτήρια ή αν θέλετε οι εξετάσεις που δίνει καθημερινά ο καθένας μας για να κερδίσει το… στεφάνι τής ζωής. Απ’ εκεί ξεκινούν τα πάντα. Όμως, επειδή κανένας άνθρωπος δεν είναι σε θέση να… “ετάζει νεφρους και καρδίας” γι’ αυτό υπάρχει και το συμπλήρωμα “μην κρίνετε για να μην κριθείτε.
    Όταν, λοιπόν, στις καρδιές μας υπάρχει ειλικρίνεια, κατανόηση και αγάπη τότε δεν θα υπάρχει αντιπαλότητα, αλλά… συμπόρευση.
    Ας μην προσπαθούμε να διορθώσουμε τον άλλον με λόγια για να τον φέρουμε στα μέτρα τα δικά μας. Το παράδειγμά μας είναι η καλύτερη διδαχή και μάλιστα όταν αυτή εκφράζεται με… καρπούς.

  10. Σας ευχαριστώ, κ. Δεληνικόλα, που μας υπενθυμίσατε αυτό το απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Μαρκ Τουέιν. Φαίνεται σαν παιδικό μυθιστόρημα, αλλά νομίζω πως περισσότερο στοχεύει στους ενήλικες. Ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει τις αφελείς, χοντροκομμένες και νομικίστικες προτεστάντικες αντιλήψεις των Αμερικάνων του Νότου, περί Πολάσεως, Παραδείσου, κλπ., που δυστυχώς πέρασαν και στη χώρα μας μέσω των μισσιοναρίων του 19ου αιώνα και των εκδόσεών τους και των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων του 20ου και των δικών τους ευσεβιστικών βιβλίων και αλλοίωσαν σημαντικά το φρόνημα του πιστού λαού.

    Συμφωνώ με την παρατήρησή σας πως «ο Χριστός [πολλές φορές] συντροφεύει “άθεους” και είναι άγνωστος σε “πιστούς”», γιατί κατά βάσιν στοχεύει στην καρδιά του ανθρώπου, όχι στα λόγια και στις πράξεις του, όταν αυτά δεν πηγάζουν από την καρδιά του.

    Και θα ‘θελα να παραθέσω κάποιες παραγράφους του βιβλίου που βρίσκονται ακριβώς πριν από αυτές που παραθέσατε, όπου φαίνεται η εσωτερική πάλη του ήρωα του βιβλίου. Ο Χακ Φιν προσπαθεί να προσευχηθεί και δεν το κατορθώνει, γιατί τον βαραίνει η συνείδησή του πως, κρύβοντας τον δραπέτη δούλο, κάνει κάτι αντίθετο προς όσα διδάχτηκε στο κατηχητικό και πως, γι’ αυτή τη διβουλία του, ο Θεός δεν θα τον ακούσει. Βρίσκει μια λύση με το να γράψει σ’ ένα χαρτί την αλήθεια γι’ αυτόν, να τον καταδώσει. Μετά θυμάται όσα πέρασε μαζί με τον δραπέτη, πόσο κοντά ήταν και πόσο βοήθησε ο ένας τον άλλον, και τα αισθήματα της φιλίας και την αγάπης του προς αυτόν επανέρχονται. Ξαναβλέπει το χαρτί, μεταμελείται για όσα είχε σκεφτεί κι αποφασίζει να πάει στην κόλαση, παρά να προδώσει τον φίλο του· κάτι που θυμίζει τον Απόστολο Παύλο:
    «[i]λύπη μοί ἐστιν μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου. Ηὐχόμην γὰρ ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα[/i]» (Ρωμ. 9, 2-3).
    Αληθινά Ορθόδοξο ήθος από έναν μάλλον άθεο ή αγνωστικιστή συγγραφέα!

    «…[i]And I about made up my mind to pray, and see if I couldn’t try to quit being the kind of a boy I was and be better. So I kneeled down. But the words wouldn’t come. Why wouldn’t they? It warn’t no use to try and hide it from Him. Nor from ME, neither. I knowed very well why they wouldn’t come. It was because my heart warn’t right; it was because I warn’t square; it was because I was playing double. I was letting ON to give up sin, but away inside of me I was holding on to the biggest one of all. I was trying to make my mouth SAY I would do the right thing and the clean thing, and go and write to that nigger’s owner and tell where he was; but deep down in me I knowed it was a lie, and He knowed it. You can’t pray a lie — I found that out.
    So I was full of trouble, full as I could be; and didn’t know what to do. At last I had an idea; and I says, I’ll go and write the letter — and then see if I can pray. Why, it was astonishing, the way I felt as light as a feather right straight off, and my troubles all gone. So I got a piece of paper and a pencil, all glad and excited, and set down and wrote:

    Miss Watson, your runaway nigger Jim is down here two mile below Pikesville, and Mr. Phelps has got him and he will give him up for the reward if you send.
    HUCK FINN.

    I felt good and all washed clean of sin for the first time I had ever felt so in my life, and I knowed I could pray now. But I didn’t do it straight off, but laid the paper down and set there thinking — thinking how good it was all this happened so, and how near I come to being lost and going to hell. And went on thinking. And got to thinking over our trip down the river; and I see Jim before me all the time: in the day and in the night-time, sometimes moonlight, sometimes storms, and we afloating along, talking and singing and laughing. But somehow I couldn’t seem to strike no places to harden me against him, but only the other kind. I’d see him standing my watch on top of his’n, ‘stead of calling me, so I could go on sleeping; and see him how glad he was when I come back out of the fog; and when I come to him again in the swamp, up there where the feud was; and such-like times; and would always call me honey, and pet me and do everything he could think of for me, and how good he always was; and at last I struck the time I saved him by telling the men we had small-pox aboard, and he was so grateful, and said I was the best friend old Jim ever had in the world, and the ONLY one he’s got now; and then I happened to look around and see that paper.
    It was a close place. I took it up, and held it in my hand[/i].»

  11. Προκαλεί θλίψη η στάση πολλών απέναντι σε τόσο ξεκάθαρα θέματα όπως το οτι [b]«ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα εκεί ειμί εν μέσω αυτών»[/b].
    Φίλτατοι, οι άθεοι φίλοι σας ή συγγενείς, ζώντες ή κεκοιμημένοι δεν κάνουν συνάξεις εις το όνομα του Κυρίου αλλά εις το ‘όνομα’ του ανθρωπισμού τους ή όποιου άλλου πλην του Κυρίου!
    Όταν [b]αρνούνται [/b]ότι ο Κύριος είναι Θεός και ακόμη χειρότερα όταν φτάνουν στο σημείο να αρνούνται κι αυτή την χριστιανική κηδεία πώς είναι δυνατόν να είναι στην ίδια ‘παρέα’ με τον Κύριο;
    Μη ξεγελιέστε αγαπητοί! [b]Όποιος αρνείται τον Υιό και τον Πατέρα ούτος αντίχριστος εστιν, [/b]όπως μας λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α’ επιστολή του!

    Τι κι αν ντύσουν ή χορτάσουν κάποιοι όλους τους φτωχούς του κόσμου εις το ‘όνομα’ της φιλανθρωπίας και «[b]αφήσουν τον εαυτόν τους γυμνόν από τη θεία χάριν τι όφελος έκαμαν;….Δεν ηλέησας τον εαυτό σου, δεν θέλει ελεηθής» μας λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος[/b]

    Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα! Πώς τα καταφέρνουν ορισμένοι και κατανοούν άλλα αντί άλλων;!
    Ή κάποιοι από εσάς διαστρεβλώνετε τα πράγματα ή εγώ. Θα παρακαλούσα όποιος δύναται ας μπει στον κόπο να βοηθήσει ώστε να καταλάβουμε ποιος δεν κατάλαβε σωστά το πνεύμα του Ευαγγελίου… Πραγματικά ελπίζω η θλίψη μου να μετατραπεί σε χαρά είτε γιατί εγώ θα δω ότι έκανα λάθος και επιτέλους θα αλλάξω είτε γιατί κάποιοι άλλοι θα ωφεληθούν από την κουβέντα αυτή!

  12. Ο Χριστός, φίλε μου, μας υποδεικνύει την οδό προς Αυτόν, κι οπωσδήποτε αυτή είναι μέσα στην Εκκλησία, κατά το «ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα εκεί ειμί εν μέσω αυτών», που παραθέτεις. Καλό είναι αυτό ν’ ακολουθούμε, για να Τον βρούμε.

    Όμως, Αυτός είναι Θεός, είναι έξω από κάθε περιορισμό και ενεργεί όπως θέλει, χωρίς “να δίνει λογαριασμό” σε κανένα. Αυτός αγαπά όλους περισσότερο απ’ όσο ο καθένας μπορεί ν’ αγαπήσει τον εαυτό του. Και μπορεί να βρίσκει κι άλλους δρόμους να επικοινωνεί και να σώζει τους ανθρώπους, δρόμους που δεν μπορούμε καν να τους φανταστούμε, δρόμους και εκτός της ορατής Εκκλησίας. Αυτός κάνει πανηγύρι στον ουρανό για κάθε έναν αμαρτωλό που μετανοεί.

    Και πού ξέρουμε εμείς αν κάποιοι που παρουσιάζονται σαν άθεοι ή αγνωστικιστές δεν μετανοήσαν, έστω και την ύστατη στιγμή;

    Έπειτα, ο Ίδιος μάς δίδαξε: “[i]ὃς γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾽ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν[/i]”. Γιατί εμείς να θέλουμε να βγάλουμε εκτός Εκκλησίας κάποιους “αγνωστικιστές” ή “άθεους” που δεν πολεμούν τον Χριστό και μπορεί να διαφοροποιούνται από την Εκκλησία λόγω κάποιων εκπροσώπων της ή πρακτικών έξω από το πνεύμα του Ευαγγελίου, όμως βαθιά μέσα τους ποθούν τον Θεό;
    Και γιατί να θλιβόμαστε αν οι αγκάλες της πραγματικής Εκκλησίας εκτείνονται και πέρα απ’ αυτά που εμείς, με την ανθρώπινη λογική και την πεπερασμένη αντίληψη, έχουμε ορίσει;

    Όπως έγραψα και παραπάνω, ο Θεός κοιτά την καρδιά, όχι τα εξωτερικά του ανθρώπου. Παραθέτω και μια παράγραφο από το σχόλιό μου στο άρθρο “Πραγματικότητες και διαπιστώσεις ποιμαντικής ακροβασίας:
    “Όμως, αυτό που προσέχει περισσότερο ο Θεός είναι οι καρδιά του καθενός πιστού. Αυτό που θέλει είναι το “πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”. Κι είναι δύσκολο ο άνθρωπος να δει τι διεργασίες γίνονται στις καρδιές των άλλων. Πολλές φορές αυτές κρατούν χρόνια. Έχω δει αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων να έχουν μια πολύ χαλαρή κι εξωτερική -έτσι τουλάχιστον φαινόταν- σχέση με την Εκκλησία, σαν αυτές που περιγράφετε στο άρθρο σας, και στο τέλος της ζωής τους να παρουσιάζουν μια καταπληκτική ωρίμανση και μια βαθειά μετάνοια. Και νομίζω πως αυτά ήταν αποτέλεσμα των αφανών διεργασιών που συνέβαιναν μἐσα τους τόσα χρόνα και οι γύρω τους δεν τις καταλάβαιναν. Αλλά ο Θεός ήταν Αυτός που ενεργούσε.”

  13. Μας λέτε ότι ο Κύριος «[i]μπορεί να βρίσκει κι άλλους δρόμους να επικοινωνεί και να σώζει τους ανθρώπους, δρόμους που δεν μπορούμε καν να τους φανταστούμε, δρόμους και εκτός της ορατής Εκκλησίας». [/i]
    Αγαπητέ μία είναι η Οδός, ο Κύριός μας και ο Κύριός μας είναι η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας.
    Εσείς μ’αυτά που λέτε θέλετε να μας πείτε ότι κι εκτός της Εκκλησίας υπάρχει σωτηρία; Αν πιστεύετε τέτοια πράγματα τότε με συγχωρείτε αλλά πρέπει να προσέχετε….

    Ακόμη μας λέτε ότι «[i]Και πού ξέρουμε εμείς αν κάποιοι που παρουσιάζονται σαν άθεοι ή αγνωστικιστές δεν μετανοήσαν, έστω και την ύστατη στιγμή;»[/i]
    Μα τι σχέση έχουν αυτά που μας λέτε με το θέμα μας!
    Δεν εξετάζουμε εδώ την περίπτωση μετάνοιας την τελευταία στιγμή εκ μέρους δεδηλωμένων άθεων αλλά το γεγονός ότι αρνούμενοι τον Υιό ως Θεό, στη διάρκεια της ζωής τους, αμέσως τοποθετούν εαυτούς στο μέρος των αντίχριστων… Συμφωνείτε ή όχι;
    Αν ναι, τότε πρέπει να δείτε πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε σ’αυτούς τους ανθρώπους πάντα σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας.
    Αν δεν συμφωνείτε τότε καλό θα ήταν να φρεσκάρετε τη μνήμη σας διαβάζοντας π.χ. την Καινή Διαθήκη.

    Παραθέτετε το “[i]ὃς γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾽ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν” [/i] αλλά πείτε μου, τι σημαίνει ότι κάποιοι θέτουν εαυτούς απέναντι στον Κύριο της Δόξης; Δεν καθίστανται αυτοί αυτομάτως και καθ’ ημών;
    Μη γελιέστε αγαπητέ! Δεν βγάζει η Εκκλησία στο ‘περιθώριο’ τους δεδηλωμένους άθεους, μόνοι τους βγαίνουν.
    Ο άγιος Ιωάννης όπως σας είπα μας λέει οτι όποιος αρνείται τον Υιόν και τον Πατέρα είναι αντίχριστος. Τι λέτε να συμβαίνει; Μήπως ο άγιος δεν κατάλαβε το πνεύμα του χωρίου που παραθέσατε;

    Συγγνώμη αλλά δεν με πείσατε στο ελάχιστο μ’αυτά που γράψατε…
    Αν θέλετε μπορείτε να ξαναπροσπαθήσετε…

    Και κάτι ακόμη για να κλείσω από την μεριά μου την σημερινή μας κουβέντα.

    ‘[i]᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιωάννης λέγων· διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτόν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπε· μὴ κωλύετε αὐτόν· οὐδεὶς γάρ ἐστιν ὃς ποιήσει δύναμιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου καὶ δυνήσεται ταχὺ κακολογῆσαί με.[/i] [b]ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ᾿ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν.[/b] ‘Κατά Μάρκον’ Θ’

    Μάλλον δεν γνωρίζατε τι προηγούνταν του χωρίου που παραθέσατε. Αν το γνωρίζατε δεν θα το χρησιμοποιούσατε στην προσπάθειά σας να μας βοηθήσετε να βρούμε άκρη… Είναι προφανές πότε και γιατί ο Κύριος είπε τους λόγους αυτούς: [b]«ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ᾿ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν.»[/b]
    Καμία σχέση με το θέμα μας.

  14. Φυσικά, ο Θεός Λόγος είναι η Οδός, και κανείς δεν φτάνει στον Θεό Πατέρα παρά μόνο δι’ Αυτού. Όμως, Αυτός, όπως έγραψα, “μπορεί να βρίσκει κι άλλους δρόμους να επικοινωνεί και να σώζει τους ανθρώπους, δρόμους που δεν μπορούμε καν να τους φανταστούμε, δρόμους και εκτός της ορατής Εκκλησίας”, δρόμους που εμείς δεν τους βλέπουμε.
    Το θέμα είναι να ενωθεί κανείς με Αυτόν. Ας Τον αφήσουμε μόνο Του να βρίσκει το πώς κι ας μην του υποδεικνύουμε εμείς τον δρόμο και τον τρόπο, απ’ όσα ατελώς και αφελώς καταλαβαίνουμε από τα λόγια Του.

    Φυσικά το ότι κάποιοι που παρουσιάζονται σαν άθεοι ή αγνωστικιστές δεν μετανοήσαν, έστω και την ύστατη στιγμή έχει σχέση με το θέμα μας, μια κι αυτό είναι κάποιοι δεδηλωμένοι άθεοι ή αγνωστικιστές, με Ορθόδοξο όμως ήθος, όπως ο Νίκος Μανίκας κι ο Μαρκ Τουέιν. Για να μετανοήσουν, σημαίνει πως κάτι είχαν μέσα τους σ’ όλη τη ζωή τους, ένα τέτοιο ήθος που προσέλκυσε το έλεος και τη χάρη του Θεού. Κι επειδή οι προλεχθέντες είχαν ένα τέτοιο ήθος, ελπίζουμε πως ο Θεός τους ελέησε και τους έσωσε. Δεν είμαστε κριτές να αθωώνουμε ή να καταδικάζουμε τον οποιονδήποτε. Ένας είναι ο Κριτής, και στο έλεος και στην απέραντη αγάπη Του ελπίζουμε, αφήνοντας σ’ Αυτόν τη μέριμνα για τους εαυτούς μας και “ἀλλήλους”.

    Για το “ὃς γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾽ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν”, αναφέρθηκα σε κάποιους που [b]δεν [/b]πολεμούν τον Χριστό και μπορεί να διαφοροποιούνται από την Εκκλησία λόγω κάποιων εκπροσώπων της ή πρακτικών έξω από το πνεύμα του Ευαγγελίου, όμως βαθιά μέσα τους ποθούν τον Θεό. Αυτοί θέτουν “[i]εαυτούς απέναντι στον Κύριο της Δόξης[/i]”, όπως γράφεις; Δεν νομίζω.

    Κοίταξε τι γράφει κι ο π. Σωφρόνιος στον David Balfour, έναν ιερομόναχο που αυτοαποσχηματίστηκε και παντρεύτηκε:
    “[i]Από καιρό βεβαιώθηκα ότι “ὁ Θεὸς άγάπη έστίν”· ότι με ακόρεστη δίψα ποθεί τον καθένα μας, ότι μας αναζητεί· ότι από την αγάπη Του για μας δεν αλλάζει, όσο και αν εμείς αλλάζουμε απέναντί Του· ότι προσπαθεί πάντοτε να μας κατακλύσει με τα αγαθά Του. Και τόσο πείστηκα για όλα αυτά, ώστε Τον παρακαλώ με τόλμη και ελπίδα να σε αξιώσει να γνωρίσεις, όσο το δυνατό πληρέστερα την ευτυχία της απλής ανθρώπινης ζωής, προς την οποία πορεύεσαι τα τελευταία χρόνια…
    Παρακαλώ με όλη μου την ψυχή τον θεό να σου δώσει τη χαρά της ανθρώπινης αγάπης, για να στερεωθείς ακόμη περισσότερο στην αγάπη Του, ώστε στο τέλος της ζωής σου να φθάσεις και σε εκείνη την έσχατη, δηλαδή την αιώνια Θεία αγάπη[/i].” (Αγώνας θεογνωσίας, σ. 314)

    Το θέμα δεν είναι να πειστεί κανείς λογικά. Το θέμα είναι να μαλακώσει και ν’ ανοίξει η καρδιά του, τόσο που να τους χωράει όλους. Τότε θα καταλάβει κι ο νους του κάποια πράγματα.

    Τώρα είδα και το τελευταίο σχόλιο του “Ωκεανού”. [και κάτι ακόμα…]

    Γράφοντας βιαστικά, δεν θυμόμουν ακριβώς την αφορμή των λόγων του Κυρίου στο χωρίο που παρέθεσα. Ανατρέχοντας όμως μετά στο κείμενο, είδα πως η έκδοση της Βιβλικής Εταιρίας που έχω χρησιμοποιεί και το εκκλησιαστικό κείμενο και κάποιες διορθώσεις από την έκδοση των Nestle και Aland έχει “ὃς γὰρ οὐκ ἔστιν καθ᾽ ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν”, ενώ η έκδοση του “Σωτήρος”, που χρησιμοποιεί μόνο το εκκλησιαστικό κείμενο έχει “ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ᾿ ὑμῶν, ὑπὲρ ὑμῶν ἐστιν”.

    Μάλλον το παραπάνω χωρίο δεν έχει σχέση με το θέμα μας, και δεν ξέρω αν η διαφοροποίηση των δύο εκδόσεων (του “ἡμῶν” και του “ὑμῶν”) έχει κάποια σημασία.

    Πάντως, επιμένω σε όσα έγραψα παραπάνω, χωρίς όμως να επικαλούμαι αυτό το χωρίο.

  15. Εντελώς διστακτικά λέω: Μήπως θα πρέπει να διακρίνουμε λιγάκι ανάμεσα στην οδό δια της οποίας εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να πορευτούμε προς τον Κύριο -και για την οποία δεν θα πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι είναι η Εκκλησία μας και μόνη αυτή-, και τους τρόπους δια των οποίων ο Κύριος πλησιάζει τους ανθρώπους, όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, για τους οποίους τρόπους καλύτερο θα ήταν να πούμε ότι είναι όποιοι θέλει Αυτός;

  16. κ. Ιωαννίδη, αν από τα σχόλιά μου φαίνεται κάτι διαφορετικό από αυτά που λέτε παρακαλώ να μου πείτε πού ακριβώς.
    Παρακαλώ μόνο να διακρίνετε και την διαφορά του [u]πώς ο κύριος καλεί τον κάθε άνθρωπο επί της Γης[/u] από [u]το πώς τελικά τον σώζει[/u](μέσα στην Εκκλησία μας).
    Όπως θα παρατηρήσατε ελέχθη και το ότι ο Κύριος σώζει τους ανθρώπους και εκτός της ορατής Εκκλησίας(ακριβώς ποιας Εκκλησίας δεν έγινε αντιληπτό.) χωρίς περαιτέρω ανάλυση του θέματος αν και υπήρχε ανάλογο αίτημα/ερώτημα από τον υποφαινόμενο.

  17. @κ. Ιωαννίδη:
    Ακριβώς αυτό λέω, αλλά ο συνομιλητής μου δεν φαίνεται να μπορεί (ή να θέλει) να το καταλάβει.

    @Ωκεανό:
    Αν σου έδωσα την εντύπωση πως εκτός της Εκκλησίας υπάρχει σωτηρία, φαίνεται πως δεν διάβασες προσεκτικά όσα έγραψα.
    Απλώς, η μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μάλλον εκτείνεται πέρα από εκεί που μπορούμε να αντιληφθούμε. Τα όριά της τα ξέρει ο Χριστός, κι Αυτός μπορεί να σώζει ανθρώπους εκτός των ορατών αλλ’ εντός των αοράτων ορίων της. Δεν μπορούμε εμείς να Τον περιορίσουμε.
    Εμείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, σωζόμαστε με τη μετοχή μας στα μυστήρια και στην εν γένει ζωής της Εκκλησίας. Κάποιοι άλλοι σώζονται διαφορετικά, όπως ο Κύριος θέλει, αλλά πάλι εντός της Εκκλησίας, που συγκροτεί ο Κύριος, η Παναγία, οι Άγιοι, οι ζώντες, οι κεκοιμημένοι, δηλαδή και πολλοί που δεν τους βλέπουμε, κι όμως συγκροτούν την Εκκλησία.
    Είναι αυτό σαφές;

    Όσοι “συνανεκράθησαν με τον Θεό και μπορούν να καταλάβουν το πνεύμα και το βάθος των Γραφών”, όπως έγραψα παραπάνω, είναι οι Απόστολοι και Πατέρες της εποχής μας.

    (Έχω την αίσθηση πως μιλώ σε ώτα μη ακουόντων και σταματώ εδώ τον διάλογο.)

  18. Ρωμ. β΄ 10-16. “Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν,  Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ  Ἓλληνι· 11 οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων – 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ  Ἰησοῦ Χριστοῦ.”
    Ναί μεν, αλλά και οι βαπτισμένοι μόνο με τον νόμο τον γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών θα κριθούν ή είναι χαμένοι επειδή για κάποιους λόγους δεν μπορούν να αποκαταστήσουν την επαφή τους με την Εκκλησία;
    Το αρχικό άρθρο του Θόδωρου Ζιάκα και η συζήτηση που ακολούθησε μοιάζουν σαν μνημόσυνο δύο ανθρώπων, του Νίκου Μανίκα και του φίλου μου Μιχάλη. Αν δεν είχα το βίωμα των τελευταίων χρόνων της ζωής του και του θανάτου του, δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ όσα είπε ο Theo, που επιβεβαιώνονται από αυτά που έζησα. Όμως, συναισθηματικά, νοιώθω πιό κοντά στον καλό γυιό της παραβολής του ασώτου. Ακόμη και τώρα, μετά από τόσα χρόνια επαναλήψεων και σχολιασμών, όποτε ακούω το “τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν” μούρχεται να πω “Ναί, αλλά ένα μοσχαράκι δεν του έδωσες να το φάει με τους φίλους του”. Θυμήθηκα και μία τρομερότερη άποψη του ίδιου προβλήματος. Χάνονται και άνθρωποι εντός της Εκκλησίας; Ένας Αγιορίτης μοναχός που υπηρετούσε σε μετόχι εκτός Αγίου Όρους μου μίλησε γιά έναν σύγχρονο ασκητή σε σπήλαιο πάνω από την θάλασσα, που “είναι πιά χαμένος, γιατί τυφλώθηκε από τον δαίμονα και ρίχτηκε στα βράχια και σκοτώθηκε.” Η άποψη αυτή μου προξενεί τόση αγωνία, που θέλω να πιστεύω ότι ένα δευτερόλεπτο πριν συντριβεί, συνήλθε και δεν χάθηκε.
    Όσο κι αν φαίνεται ψυχρό και άσχετο, το ζήτημα που εξετάζουμε μοιάζει πολύ με την συμβολή του Γκαίντελ όχι μόνο στα μαθηματικά και τα μετα-μαθηματικά, αλλά εν γένει στην ανθρώπινη γνώση και τα όριά της. Επιτυγχάνοντας να μπολιάσει στην Πρινσίπια Μαθεμάτικα του Ράσελ μία αντίφαση, δεν απέδειξε ότι οι μαθηματικές θεωρίες δεν αληθεύουν, αλλά ότι υπάρχουν αλήθειες διατυπωνόμενες με όρους μιάς δεδομένης μαθηματικής θεωρίας που δεν είναι δυνατόν να αποδειχτούν ή παραχθούν μέσα σε αυτήν. Η αλήθεια είναι πάντα ευρύτερη από την ικανότητά μας να την αποδείξουμε, τουλάχιστον στα μαθηματικά.

  19. Επιτέλους! Διάβαζα τόση ώρα τα σχόλια και αναρωτιόμουν, δεν θα αναφέρει κανείς από τους επαῒοντες το πασίγνωστο χωρίου του Παύλου από την προς Ρωμαίους; (β, 12-16). Ευτυχώς ο κ. Δεληνικόλας το θυμήθηκε και το παρέθεσε. Προς επίρρωση αυτού, ας επιτραπεί και σε έναν ερασιτέχνη, όπως ο γράφων, να προσθέσει και δυο παραπομπές ακόμα.
    1.«τους δε έξω ο Θεός κρίνει» (Α΄ Κορ. ε, 13)
    2.«Η αληθής και πραγματική Εκκλησία δεν είναι η μόνη οδός σωτηρίας αλλά η μόνη [b]ασφαλής [/b]οδός σωτηρίας». Το παράθεμα προέρχεται από το βιβλίο: [i]Διαλογική συζήτησις ευαγγελικών και ορθοδόξων,[/i] 4η έκδοση, εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1991 του π. Ιωήλ Γιαννακόπουλου. Οι επαῒοντες γνωρίζουν ότι το τελευταίο για το οποίο θα μπορούσε να κατηγορηθεί ο π. Ιωήλ είναι η ροπή του προς το μοντερνισμό, τον οικουμενισμό και τα άλλα συναφή.
    ΥΓ. Ο γράφων δεν αγνοεί το υπό του αγίου Κυπριανού λεχθέν extra ecclesiam nulla salus. Θεωρεί όμως ότι η απομόνωση χωρίων, η απολυτοποίησή τους, η θεώρησή τους έξω από το πλαίσιο το οποίο ειπώθηκαν και φυσικά η χρησιμοποίησή τους δίκην βλημάτων για «κατατρόπωση» των «αντιπάλων» (αλήθεια ποιοί είναι αυτοί;) βρίσκεται εκτός του πνεύματος μαθητείας με το οποίο οφείλει κανείς να προσεγγίζει τα βιβλικά και πατερικά κείμενα.

  20. Συμφωνώ με τα παραπάνω.

    Θα μπορούσα ν’ αναφέρω κι άλλα χωρία, όπως το “Δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει• οὕτως ἐστὶν πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος” (Ιω. 3, 7-8), που το έχω δει να επιβεβαιώνεται στις περιπτώσεις που αναφέρω στο σχόλιό μου της 27-11-2012, ώρα 20:58.

    Όμως, όπως γράφει ο “erasitexnis”, δεν θέλω να χρησιμοποιώ τα αγιογραφικά και πατερικά χωρία δίκην βλημάτων, ούτε να συνεχίσω να συνδιαλέγομαι με κάποιον που με βλέπει ως “αντίπαλο” και δεν θα πάψει να με πετροβολεί με τα δικά του εδάφια, χωρίς να καθήσει να σκεφτεί νηφάλια όσα συζητώνται.
    Γι’ αυτό και έγραψα παραπάνω πως “το θέμα δεν είναι να πειστεί κανείς λογικά. Το θέμα είναι να μαλακώσει και ν’ ανοίξει η καρδιά του, τόσο που να τους χωράει όλους. Τότε θα καταλάβει κι ο νους του κάποια πράγματα.”

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here