Άμεση Δημοκρατία ή Αστική Δημοκρατία

0
62

 Βασίλης Μπακούρος

Η Βουλή των Ελλήνων, ένα ακόμη δυτικής έμπνευσης κοινοβούλιο που, όπως όλα τα σημερινά κοινοβούλια, θέλει να παρουσιάζεται ως κατ’ ευθείαν απόγονος της αρχαιοελληνικής (αθηναϊκής) άμεσης δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα όμως παρουσιάζει πάρα πολλές ελλείψεις σε σχέση με εκείνη… Και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις και σχόλια, του είδους «ναι, αλλά υπάρχει κάτι καλύτερο να προτείνει κανείς;», απαντάμε ευθέως: Ναι! Υπάρχει κάτι καλύτερο. Ακριβώς, η άμεση δημοκρατία! Αλλά ποιος δημοκράτης από αυτούς που ήδη παρακολουθούμε προεκλογικά να εκθειάζουν τη δημοκρατία, θα τολμούσε να καθιερώσει αυτή την πιο ξεκάθαρη και δίκαιη μορφή της; Κι αν αυτό κάποτε ήταν ανέφικτο, πράγμα που οδηγούσε στη δι’ αντιπροσώπου διακυβέρνηση, τώρα με το ίντερνετ η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Ήδη υπάρχουν λύσεις οι οποίες επιτρέπουν την άμεση έκφραση ψήφου! Φαντάζεστε όμως να μας ρωτούσαν συνεχώς και για όλα όσα μας αφορούν και όχι μόνο μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια;
Μα, θα πει κάποιος, έτσι θα καταλήγαμε όλοι να ασχολούμαστε μόνο με την πολιτική, για να είμαστε ενήμεροι για όλα τα λεπτά ζητήματα που θα αφορούσαν καθη μερινά την ψήφο μας.   Άρα θα έπρεπε να είμαστε «αργόσχολοι φιλόσοφοι», όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι… με σκλάβους χωρίς δικαίωμα ψήφου, που θα έκαναν τις δουλειές την ώρα που εμείς θα επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα…
Η απάντηση είναι απλή. Με το 1/10 και μόνο της ενέργειας που δαπανούν τα ΜΜΕ για να μας βομβαρδίζουν καθημερινά με το πότε… έβηξε ο τάδε βουλευτής, θα μπορούσαν να μας ενημερώνουν σωστά για τα αληθινά τρέχοντα προβλήματα και ζητήματα που μας αφορούν. Έτσι και ο τελευταίος πολίτης θα είχε σωστή άποψη για όλα τα θέματα που θα απαιτούσαν την ψήφο του…

Ίσως αποτελεί κοινοτοπία ότι η «δημοκρατία», τόσο όσο πολιτειολογικός όρος όσο και ως οργανωτική δομή, έχει ελληνική προέλευση.  Δυστυχώς όμως δεν είναι πάντα σαφές ποιοι ήταν οι ακριβείς προσδιορι στικοί όροι αυτού του φαινομένου στην αρχαία Ελλάδα, ώστε να αποφεύγονται φαιδρές συνεκφορές, όπως αστική δημοκρατία, ή ανατριχια στικές, όπως κομουνιστική δημοκρατία…
H ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Θα ήταν περιττή οποιαδήποτε προσπάθεια γενικής περιγραφής της «δημοκρατίας» των αρχαίων Ελλήνων. Όχι μόνο γιατί προηγήθηκε η εξα ντλητική ανάλυση του Αριστοτέλη με άξονα ανα φοράς την αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά γιατί μια τέτοια γενική περιγραφή (ακόμα και η αριστοτελική), προκειμένου να γίνει σαφής, πρέπει να έπεται επιμέρους διευκρινίσεων. Η συνθηματολογία, η πολιτική καπήλευση, η ωραιολογία και ο βερμπαλισμός ενισχυμένος από έναν ανέξοδο εθνικισμό, έχουν θολώσει το γνωστικό τοπίο και έτσι ο όρος «δημοκρατία» αποκτά ένα αξιωματικό κύρος, σχεδόν αυταρχικό.
Προοιμιακά οφείλουμε να τονίσουμε ότι ο όρος αρχικώς δεν είχε πολιτειολογικό αλλά πολιτικό χαρακτήρα.  Δεν προσδιόριζε δηλαδή ένα είδος πολιτεύματος, αλλά ένα πολιτικό κόμμα: αυτό που υποστήριζε τα συμφέροντα του δήμου, σε αντίθεση με το αριστοκρατικό κόμμα που εκπροσωπούσε τους αρίστους και κατά συνέπεια τους λίγους.
Επειδή, ωστόσο, στην αρχαιότητα απουσίαζε η αφηρημένη έννοια του Κράτους ως δομής διοικητικής, η σύσταση μιας πολιτείας καθοριζόταν από τον Νόμο.  Επομένως το Κόμμα που ψήφιζε Νόμους λειτουργούσε ως Κράτος.  Είναι περιττό να τονιστεί ότι μια τέτοια πολιτειακή σύλληψη έχει καθεστωτικό χαρακτήρα, κρινόμενη βέβαια με την πολιτειακή αντίληψη της εποχής μας.  Ας παρακολουθήσουμε τη σαφή τοποθέτη ση του Περικλή στον Επιτάφιο, το κύκνειο άσμα της αθηναϊκής δημοκρατίας: «Χρώμεθα γαρ πολιτεία… και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται… ελευθέρως δε τα προς το κοινόν πολιτεύομεν…».
[Μετ.] «Έχουμε λοιπόν πολίτευμα… ως προς το όνομα καλείται δημοκρατία επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται στα χέρια των ολιγαρχικών αλλά του δήμου… τις σχέσεις μας με την πολιτεία τις διέπει η ελευθερία».
Αναγκαία είναι η διερεύνηση των όρων «δήμος» και «άριστοι».  Αναμφισβήτητα οι όροι έχουν μια ποσοτική διάσταση: δήμος είναι η πλειοψηφία, ενώ άριστοι είναι η μειοψηφία. Δεν είναι όμως αυτή η προσδιοριστική τους διαφορά στα πλαίσια της αρχαιοελληνικής δημοκρα-τίας. 0 Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι κριτήριο αρχικό και θεμελιώδες είναι η κατοχή γης. Η έγγεια ιδιοκτησία θεωρείται κριτήριο κοινωνικής υπεροχής γιατί αποτελεί απόδειξη εντοπιό-τητας.  Συνιστά δηλαδή τεκμήριο φυλετικής καθαρότητας, καθώς επιβεβαιώνει την παλαιότητα μιας οικογένειας σε έναν τόπο.  Καθώς όμως η καλλιεργήσιμη γη στην άγονη Ελλάδα ήταν πάντα «αγαθό εν ανεπάρκεια», η αριστο κρατία προέκυψε αναγκαστικά μειοψηφική ως κοινωνική ομάδα.
Το πολίτευμα της αριστοκρατίας λοιπόν δεν πρέπει να συγχέεται με το ολιγαρχικό και να αντιδιαστέλλεται προς τη δημοκρατία. Το πολίτευμα της Σπάρτης ήταν ολιγαρχικό αλλά όχι αριστοκρατικό, γιατί αν και όλοι οι Σπαρτιάτες πολίτες ήταν οικονομικά και περιουσιακά ίσοι, υπήρχαν διάφορες ανασχέσεις και μηχανισμοί ανασταλτικοί για την ισότιμη συμμετοχή όλων σε όλα τα αξιώματα.
Αντιθέτως, η αριστοκρατία με τη δημοκρατία εμφανίζουν τούτη την ομοιότητα στο δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι: προσδιορίζουν μόνο έναν όρο για τη συμμετοχή στο εκλογικό σώμα (έγγεια ιδιοκτησία και ιδιότητα του πολίτη, αντίστοιχα) χωρίς περαιτέρω μηχανισμούς παρέμβασης.
Αναμφισβήτητα βέβαια, οι αριστοκρατικοί στην αθηναϊκή δημοκρατία αισθάνονταν πιο οικείο το πολίτευμα της Σπάρτης, αλλά αυτό μάλλον οφειλόταν στη διάθεση ρήξης με το αντίπαλο καθεστώς και λιγότερο στη διαπίστωση πολιτειολογικής συγγένειας ανάμεσα σ’ αυτούς και τη Σπάρτη. Απόδειξη το καθεστώς των Τριάκοντα. Όταν με τη νίκη της Σπάρτης επήλθε καθεστωτική αλλαγή στην Αθήνα, οι αριστοκρατικοί δεν μπόρεσαν να στελεχώσουν τα όργανα της πολιτείας με πραγματικούς αριστοκράτες (γαιοκτήμονες), αλλά με εγκάθετους τυχοδιώκτες ή και με απλούς πολίτες με βάση τις προσωπικές τους γνωριμίες και όχι κριτήρια κοινωνιολογικά και ταξικά, όπως μαρτυρεί απο γοητευμένος στα Ελληνικά του ο (αριστοκρατικός) Ξενοφώντας.
Η όψιμη αυτή αποτυχία των αριστοκρατικών της Αθήνας οφειλόταν πιθανώς και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο αθηναϊκός δήμος προς τον οποίο παραδοσιακά αντιπαρετίθεντο οι αριστοκράτες κατά το τέλος του 5ου αιώνα είχε μεταλλαχθεί ριζικά. Όπως αναφέραμε, το κόμμα του δήμου απάρτιζαν όσοι δεν κατείχαν έγγεια ιδιοκτησία ή, τουλάχιστον, όσοι δεν κατείχαν ιδιοκτησία τέτοια που να τους εξασφάλιζε περισσότερα αγαθά από όσα ικανοποιούν τον άμεσο βιοπορι σμό. Φυσικά ήταν οι περισσότεροι. Οι συγκρούσεις ήταν διαρκείς κατά τον 6ο αι. π.Χ.
Δύο πρόσωπα επέτρεψαν τη μεταβολή του δημοκρατικού κόμματος σε καθεστώς. Ο ένας ήταν ο Σόλων και ο άλλος ο Κλεισθένης. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι και οι δύο ανήκουν σε αριστοκρατικά γένη.  Δεν επεδίωξαν όμως την επιβολή αριστοκρατικού πολιτεύματος, γιατί η Αθήνα δεν είχε τις έγγειες προϋποθέσεις μιας τέτοιας κοινωνικής δομής (ανυπαρξία επαρκών αγροτοτεμαχίων).  Οι προσωπικές ιδεολογικές τους προτιμήσεις υπήρξαν ασφαλώς ρυθμιστικοί παράγοντες των πρωτοβουλιών τους, αλλά δεν αρκούσαν αυτές, για να δημιουργηθεί ένα νέο πολιτειακό σχήμα, όταν μάλιστα τα πολιτικά πάθη είναι οξυμμένα.
Και οι δύο αντιλήφθηκαν ότι η ευημερία της Αθήνας ήταν άμεσα εξαρτημένη από το εμπό ριο, αφού οι λίγες καλλιεργήσιμες εκτάσεις της απικής γης δεν δημιουργούσαν μια αριστοκρα τία ικανή να οργανώσει κράτος.  Αν λοιπόν ο πλούτος προερχόταν από άλλη πηγή, τότε οι φορείς του θα συμμετείχαν στην άσκηση της εξουσίας.  Ιδεολογικό πρόβλημα προκαλούσε ασφαλώς η εγγύηση αυτοχθονίας που υποδήλωνε η έγγεια ιδιοκτησία.  Δηλαδή, χωρίς οικογενειακή κτηματική περιουσία, ήταν προβληματική η απόδειξη της φυλετικής καθαρότητας ενός Αθηναίου.
Λύση στο πρόβλημα έδωσε η οπλιτική φάλαγγα στην οποία συμμετείχαν χωρίς διακρίσεις καταγωγής όλοι όσοι μπορούσαν να πληρώσουν τον εξοπλισμό τους.  Έτσι, όλοι υπεράσπιζαν την κοινή πατρίδα ως ίσοι υπόχρεοι θητείας πολέμου και άρα όλοι απολάμβαναν ίσα δικαιώματα πολίτη, χωρίς την ανάγκη κατοχής γεωργικού κλήρου.
Η περαιτέρω διαμόρφωση του νέου αυτού πολιτεύματος έγινε σταδιακά. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι τα όργανα του στελέχωναν με αυταπάρνηση τόσο δημοκρατικοί, όσο και αριστοκράτες. Αυτό λοιπόν που συχνά καλείται αθηναϊκός δήμος, ιδιαίτερα κατά τον 5ο αιώνα, είναι ένα σύνολο πολιτών που κρινόμενο ταξικά δεν υστερούσε σε οικονομική δύναμη από τους αριστοκράτες. Αντιθέτως ήταν μια εμπορευματική τάξη που πλούτιζε από τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Αυτή την τάξη μάλιστα οι γαιοκτήμονες την είχαν ανάγκη, αν ήθελαν τη ρευστοποίη ση των παραγόμενων αγαθών τους. Καθώς μάλιστα η αυτοχθονία προϋπόθετε το πατριωτικό ιδανικό, ο δήμος είχε και το προσόν εκείνο που τον έκανε κοινωνικά σεβαστό.
Η δράση λοιπόν αριστοκρατών στην Αθήνα δεν σημαίνει στην πραγματικότητα απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά αγώνα συχνά προσωποληπτικό για την κατοχή αξιωμά των ή αντίδραση σε πρόσωπα που γοήτευαν κατά περίσταση την πλειοψηφία. Γι’ αυτό παρα-τηρείται τούτη η ρευστότητα: ο Περικλής, ο γόνος του πλέον αριστοκρατικού γένους των Πεισιστρατιδών, να θεωρείται και ο πλέον αυθεντικός εκφραστής του δημοκρατικού μεγαλείου της Αθήνας!
ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η αρχαιοελληνική δημοκρατία και κυρίως η Αθηναϊκή δεν είναι ένα πολίτευμα «ευρέως φάσματος», με την έννοια ότι λειτούργησε σε αυστηρά προδιαγεγραμμένα πλαίσια τα οποία της προσέδωσαν ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα.  Αυτό συχνά λησμονήθηκε, όταν επιχειρήθηκε -κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική να εμφανισθούν εντόπιες πολιτικές εφαρμογές ως δήθεν επίγονοι της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (π.χ. ΗΠΑ).  Το αξιοπερίεργο είναι ότι οι Έλληνες διανοητές, γνώστες του αρχαιο ελληνικού παρελθόντος, αντί να δείξουν αυτή τη φαλκίδευση της ιστορικής αλήθειας, επαίνεσαν τις σχετικές προσπάθειες και μάλιστα προ παγάνδισαν στους επαναστατημένους το 1821 Έλληνες «την απομίμηση των Αγγλοσαξόνων» της Αμερικής (Αδ. Κοραής)! Κλήθηκαν, με άλλα λόγια, οι Έλληνες να παραλάβουν ως αντιδάνειο το δημοκρατικό πολίτευμα από τη Δύση, και όχι να αναβιώσουν και να καλλιεργήσουν την προγονική τους παράδοση!
Κεντρικός προσδιοριστικός όρος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας είναι η πόλη-κράτος. Η δημοκρατία μπορεί να αναπτυχθεί στο πλαίσιο μιας ορισμένης δομής με συγκεκριμένα γεω γραφικά πλαίσια, τα οποία μπορεί να προσεγγί σει ο πολίτης άμεσα. Τα αχανή κράτη δεν είναι πρόσφοροι χώροι ανάπτυξης της αρχαιοελληνι κής δημοκρατίας, γιατί ο πολίτης δεν μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως στα κέντρα λήψης αποφάσεων (βουλευτήριο, δικαστήρια, αγορά).
Η περιορισμένη έκταση της πόλης/κράτους όμως -όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης- υπαγο ρεύεται και για έναν ακόμη λόγο: γιατί τα αχανή κράτη έχουν γεωγραφική και κλιματολογική ποικιλία, γεγονός που επιδρά άμεσα στη διαμόρφωση των τοπικών κοινωνιών και των συμφερόντων που τις διέπουν, επιβαρύνοντας έτσι τη συνοχή του δήμου.
Συναρμοσμένη άμεσα με τον κεντρικό προσ διοριστικό αυτό όρο είναι και η αμεσότητα στην άσκηση της εξουσίας. Στα όρια της πόλης / κρά-τους τα διακρατικά όργανα λειτουργούν όχι με αντιπρόσωπους του πολίτη, αλλά με την αυτοπρόσωπη παρουσία του.   Άμεση δημοκρατία είναι η αρχαιοελληνική, και όχι αυτές που δημιούργησε το κίνημα του Διαφωτισμού στα εθνικά κράτη της Δύσης.
Οι δυσαναλογίες είναι αξιοσημείωτες, γιατί εκφράζουν τις συστοιχίες συμφερόντων που τις υπαγορεύουν: πόλη -κράτος / άμεση δημοκρατία δήμος από τη μία, σε σύγκριση και αντιδια στολή με εθνικά κράτη / έμμεση δημοκρατία/ αστική τάξη, από την άλλη.
0 Αριστοτέλης φρονεί-και πολύ σωστά- ότι η παρεμβολή ενός αντιπροσώπου ανάμεσα στον πολίτη και στα όργανα εξουσίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ολιγαρχίας, όχι μόνο γιατί κάτι τέτοιο συνέβαινε στη Σπάρτη, αλλά γιατί ο αντιπρόσωπος προκύπτει πιο ισχυρός από τον εντολέα του.  Στη δική του ισχύ ως πολίτης, ο αντιπρόσωπος συσσωρεύει και την ισχύ των άλλων πολιτών.  Έτσι ,αν και έχει τις ίδιες υπο χρεώσεις με όλους, αίφνης, εμφανίζεται με περισσότερα δικαιώματα.
Το οξύ πνεύμα του Αριστοτέλη προβαίνει και στην ακόλουθη εύστοχη παρατήρηση: αυτός ο «λάλος» (ομιλητικός) πολίτης (ο αντιπρόσωπος δηλαδή), εθισμένος στην υπεροχή των δικαιω μάτων του, εντέλει λησμονεί τις υποχρεώσεις του! (Αξιοσημείωτη αποδεικνύεται η διαχρονική ισχύς του αριστοτελικού λόγου).
Τρίτο βασικό χαρακτηριστικό της δημοκρα τίας είναι η διάκριση των εξουσιών: νομοθετι κής, εκτελεστικής, δικαστικής.  Αυτό το χαρακτηριστικό ο Αριστοτέλης το επεκτείνει όχι μόνο στα όργανα διαχείρισης, αλλά και στις μεθόδους απονομής της εξουσίας. Δεν αρκεί ο νομοθέτης να διαφέρει από τον υπουργό ή το δικαστή ως πρόσωπο, αλλά και η μέθοδος απονομής (κοινωνική παρουσία) της εξουσίας να είναι διαφο ρετική. Η εκτελεστική εξουσία πράττει, η νομοθετική ορίζει και η δικαστική πείθει.
Δυστυχώς ο Μοντεσκιέ, που αντέγραψε τον Αριστοτέλη στο έργο του” Το Πνεύμα των Νόμων” (χωρίς να τον αναφέρει), δεν κατέγρα ψε και τη χρησιμότατη αυτή “λεπτομέρεια”. Χωρίς όμως αυτή τη χρήση των διαφορετικών μεθόδων οι “δημοκρατικές” εξουσίες, όχι μόνο νοθεύουν το δημοκρατικό φρόνημα των πολιτών, αλλά και αποπροσανατολίζουν τους φορείς της εξουσίας αφού, για παράδειγμα, σε ορισμένες “δημοκρατίες” η αστυνομία (εκτελεστική εξουσία) “πείθει” τους πολίτες, ενώ η δικαστική “ορίζει” το νόμο κ.λ.π. τραγελαφικά…
Με βάση λοιπόν το αρχαιοελληνικό δημοκρα τικό ιδανικό η περίφημη “αρχή της δεδηλωμέ νης” που εισήγαγε από την αγγλική κοινοβου λευτική πρακτική στα ελληνικά πολιτικά πράγ ματα ο Χαρίλαος Τρικούπης, είναι φενάκη. “Αρχή της δεδηλωμένης” είναι η συνταγματική (πλέον) απαίτηση ο αρχηγός του κράτους (Βασιλιάς, Πρόεδρος κλπ) να αναθέτει την εντο λή σχηματισμού Κυβέρνησης στο βουλευτή του κόμματος, που έχει τη “δεδηλωμένη” πλειοψηφία του κοινοβουλίου (ύστερα από εκλογές). Βέβαια, όταν ο Χαρ. Τρικούπης εισηγήθηκε την αρχή αυτή, στόχευε να περιορίσει τον παρεμβα τικό ρόλο του βασιλέα Γεωργίου Α’. ακολουθώ ντας μια πολιτική πρακτική που, αρχικά αγγλοσαξονική, είχε, εντέλει, προκύψει πανευρωπαϊ κή στα τέλη του 19ου αι. για τις δυτικές χώρες. Κρινόμενη όμως με βάση τις αρχές της (αθηναϊ κής) δημοκρατικής ζωής, συνιστά σύγχυση ανά μεσα στη νομοθετική εξουσία (βουλή) και στην εκτελεστική (Κυβέρνηση), αφού η Βουλή ταυτί ζεται πλειοψηφικά με την Κυβέρνηση και, έτσι, μειώνεται η αυτοδύναμη παρουσία της, ως εξουσιαστικής δομής στα πλαίσια της πολιτείας. Με άλλα λόγια, η Βουλή «υποχρεώνεται» να ψηφίζει τα νομοσχέδια που εισηγείται η Κυβέρνηση, ειδάλλως διαλύεται!
Ο τέταρτος προσδιοριστικός όρος της (αθηναϊκής) δημοκρατίας είναι ο τρόπος ανάδειξης στα δημόσια αξιώματα και συναφώς ο χρόνος παραμονής σε αυτά. Στην αρχαία Αθήνα ο προσδιοριστικός αυτός όρος ποίκιλλε ανάλογα με την ισχύ του αξιώματος. Έτσι, άλλα αξιώματα ήταν κληρωτά και άλλα εκλόγιμα. Σε άλλα απαγορευ όταν η συναπτή ανάδειξη του ίδιου προσώπου για δύο θητείες, σε άλλα απαγορευόταν δια βίου η επανάδειξη του ίδιου προσώπου στο ίδιο αξίωμα.
Ο χρόνος θητείας ήταν σε γενικές γραμμές ετήσιος, εκτός αν συνέτρεχαν ειδικοί λόγοι (πχ ειδικά για το αξίωμα του στρατηγού σε καιρό πολέμου). Συνοπτικά θα μπορούσαμε να συμπε ράνουμε ότι, όσο πιο σημαντικό ήταν το αξίωμα, τόσο εντονότερη ήταν η τάση να εναλλάσσονται σε αυτό τα πρόσωπα, για λόγους ευνόητους (π.χ στο ανώτατο αξίωμα του Επώνυμου Άρχοντα). Μάλιστα, μετά από τη θητεία κάθε πολίτη σε οποιοδήποτε αξίωμα, υπήρχε θεσμοθετημένη
ήταν πιο αυστηρά, όσο πιο καίρια ήταν τα δημό σια συμφέροντα που εξυπηρέτησε (ή όχι) ο συγκεκριμένος άρχοντας, ανάλογα με τα καθή κοντα του αξιώματος του. Τα πλέον αυστηρά ήταν αυτά που αφορούσαν στο αξίωμα του στρατηγού και ιδιαίτερα σε περίοδο πολέμου.
Ο Αριστοτέλης, εκφράζοντας τη γενικότερη πεποίθηση της αθηναϊκής γνώμης, θεωρεί ότι δημοκρατικότερο χαρακτήρα έχουν τα κληρωτά αξιώματα, αφού σε αυτά εξασφαλίζονται οι προσφορότερες συνθήκες ίσης πρόσβασης όλων των πολιτών. Επειδή το ανθρώπινο ήθος εμφανίζει ελαττώματα ανθεκτικά στο χρόνο, είχε παρατηρηθεί ότι τα εκλόγιμα αξιώματα συχνά απονέμονταν σε όσους είχαν οικογενεια κή ή προσωπική ισχύ λόγω πλούτου ή γνωρι μιών και έτσι επηρέαζαν τους εκλογείς, ακόμα και με αθέμιτα μέσα. Τόσο ο Αριστοτέλης, όσο και ο Ξενοφώντας, υπογραμμίζουν εμφατικά (με διαφορετικά κίνητρα ο καθένας βέβαια) ότι στη Σπάρτη τα αξιώματα ήταν κυρίως εκλόγιμα, ενώ στην Αθήνα κληρωτά.
Προβληματική για την παραπάνω διαπίστωση αποτελεί ο ακόλουθος (αυτο)έπαινος της Αθήνας από τον Περικλή στον Επιτάφιο:
«…Μέτεστι δε κατά τούς μέν νόμους προς τα Ίδια διάφορα πάσι τό ίσον, κατά δέ τήν αξίωσιν, ως έκαστος εν τω ευδοκιμεί, ουκ από μέρους τό πλέον ες τά κοινό αλλά ή απ’ αρετής προτιμά ται…» (Μετ: «…Ολο/ έχουν τα ίδια δικαιώματα ως προς τις ιδιωτικές διαφορές, ως προς το κύρος, όπως καθένας ευδοκιμεί σε κάποιο τομέα, προτιμάται στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων όχι τόσο με τη σειρά, όσο από την ικανότητα…»).
Αν δεν αποτελεί σκόπιμη ρητορική υπερβολή (από τις αρκετές που συσσωρεύονται στο κείμε νο του Επιταφίου), ο Περικλής γενικεύει μάλλον άστοχα. Πάντως, για τις προϋποθέσεις ανάδει ξης στα αξιώματα, ο επιφανής αυτός πολιτικός δεν είναι και ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας, αφού η συνεχής «εκλογή» του στο αξίωμα του στρατηγού έγινε με τροποποίηση των σχετικών πολιτειακών περιορισμών, ώστε ως προς αυτό να αληθεύει η αποφθεγματική διαπίστωση του Θουκυδίδη, ότι στα χρόνια του Περικλή το αθη ναϊκό πολίτευμα «λόγω τε ελέγετο δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή».
Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα ότι από τη θέση του στρατηγού ο Περικλής παρενέβαινε στην άσκηση των καθηκόντων όλων σχεδόν των υπολοίπων αρχόντων, αφού φρόντιζε σε όσα ήταν εκλόγιμα, να τοποθετούνται έμπιστα σε αυτόν πρόσωπα.
ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αν επιχειρήσουμε να ιεραρχήσουμε τους προσ διοριστικούς όρους που προδιαγράψαμε με βάση το σύγχρονο δημοκρατικό φρόνημα, ασφαλώς ο σπουδαιότερος είναι αυτός που αφορά στην άμεση και αυτοπρόσωπη συμμετο χή του πολίτη στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στα όργανα της δημοκρατικής πολιτείας. Η αντιπροσώπευση του πολίτη κρίθηκε στους νεό τερους χρόνους ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού εξέλιπαν οι πόλεις-κράτη και τη θέση τους πήραν τα εθνικά (και αργότερα τα πολυεθενικά) κράτη. Η αντιπροσώπευση λοιπόν προβλήθηκε ως πρακτική ανάγκη που εξασφάλιζε την απρόσκοπτη κρατι κή λειτουργία.
Από την ανάγκη αυτή επιβλήθηκε ως χαρα κτηριστικό ουσιώδες της δημοκρατίας η διαδικα σία των εκλογών για την ανάδειξη των λαϊκών αντιπροσώπων. Η ιδέα της κλήρωσης δεν εξε τάστηκε καθόλου, με το πρόσχημα της αξιοκρα τίας. Με άλλα λόγια, οι εκλογές εξασφάλιζαν(;) την αντιπροσώπευση από τους «καλύτερους».
Αυτή η πολιτειολογική συλλογιστική αναπτύ χθηκε στο πλαίσιο του αγγλικού και γαλλικού διαφωτισμού και εφαρμόστηκε κυρίως στην πρώτη Γαλλική Δημοκρατία μετά τη Γαλλική Επανάσταση, το 1789. Εκφράζει βέβαια την αντί ληψη για τη διαχείριση της εξουσίας που είχε όχι ο «λαός» (ή το «έθνος»), αλλά μια συγκεκρι μένη τάξη, η Αστική, η οποία επεδίωκε την ανα κατανομή της εξουσίας. Η αντιπροσώπευση έδινε το προβάδισμα σε όσους κατείχαν τον πλούτο (αστοί) να προβληθούν ως «καλύτεροι» εξαγοράζοντας ακόμη και συνειδήσεις, ενώ η επιμονή στην αξιοκρατία μέσω της διαδικασίας των εκλογών απέκρυπτε το ουσιώδες: εκλογική διαδικασία χωρίς προϋποθέσεις, δεν υφίσταται. Όταν δηλαδή (όπως και συνέβη) ως προϋπόθε ση συμμετοχής στη διαδικασία αυτή τέθηκε το εισόδημα, τότε ο δρόμος για την εξουσία άνοιξε διάπλατος στην Αστική Τάξη, η οποία αποχωρί στηκε από τον λαό, την πλειοψηφία. Αυτή βέβαια η προϋπόθεση δεν θα ήταν δυνατό να τεθεί και να επικρατήσει σε συνθήκες επανα στατικού αναβρασμού, αν η Αστική Τάξη δεν συμμαχούσε με την έως τότε  Άρχουσα Τάξη (ανάκτορα – γαιοκτήμονες). Στην πραγματικότη τα, οι κάτοχοι γης και οι κάτοχοι κινητού πλού του συνεργάστηκαν εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, για να διαμορφώσουν ένα πολίτευμα κατ’ όγομα δημοκρατικό, αλλά στην ουσία, βαθύτατα περιοριστικό.
Ασφαλώς, κάθε πολιτειακό σχήμα αποδίδει μία συγκεκριμένη, σε χώρο και χρόνο, διάρ θρωση κοινωνικών συμφερόντων. Ακόμα και το δημοκρατικό της Αθήνας, όπως προδιαγράψα με. Το πρόβλημα όμως που ανακύπτει με την πολιτειακή σκέψη και πρακτική της Αστικής Τάξης είναι ότι, έχοντας στη διάθεση της τα κεί μενα του αρχαιοελληνικού πολιτειακού στοχα σμού, σκόπιμα διέστρεψε τα εννοιολογικά τους φορτία. Υιοθέτησε όσες πρακτικές ήταν ακίνδυ νες ή σύμφωνες με τις καθεστωτικές τους επι διώξεις (π.χ., τριχοτόμηση των εξουσιών, εκλο γές) και βάπτισε το πολίτευμα που έπλασε δημο κρατία ενώ, κρινόμενο με την αρχαιοελληνική πολιτειολογία, συνιστά μια ολοφάνερη «τιμο-κρατία», δηλαδή πολιτειακή δομή στην οποία ο βαθμός συμμετοχής του πολίτη στην εξουσία εξαρτάται από την κοινωνική του τάξη (εκ τιμη μάτων).
Βέβαια, στον 20ό αιώνα και κυρίως μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, η αστική δημοκρατία μετεξελίχθηκε. Αυτή όμως η μεταλλαγή επι βλήθηκε κυρίως από την ασφυκτική πίεση που υπέστη από τον «εθνικοσοσιαλισμό» και τον «κομουνισμό». Η Αστική Τάξη εξαναγκάστηκε σε διεύρυνση, για να μην παραχωρήσει την εξουσία ούτε στην εργατική τάξη, αλλά ούτε στους νοσταλγούς της εθνικιστικής φεουδαρχίας.
Η σημερινή εκδοχή της αστικής κοινοβουλευ τικής δημοκρατίας ασφαλώς τείνει προς το αρχαιοελληνικό πρότυπο συνταγματικά. Δυστυχώς όμως, τα οργανωμένα πολυεθνικά και εντόπια συμφέροντα, που νέμονται τους λαούς, φαλκιδεύουν τις νομικές ρυθμίσεις και φενακίζουν τη λαϊκή γνώμη. Έτσι για παράδειγμα, οι «εκλογές» διεξάγονται «ελεύθερα» νομικώς αλλά όχι ελεύθερα κοινωνικώς, αφού ισχύει ότι είχε διαπιστώσει σοφά ο Αριστοτέλης: «η εκλογή των αρίστων, αν και λαϊκή, είναι των λίγων που εξαναγκάζουν με δώρα, με τον φόβο και την απάτη τούς πολλούς να πιστέψουν ποιοι είναι οι καλύτεροι για βουλευτές»
 

1. Για να συμπληρώσει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα λίγο παρακάτω: «Αυτοί οι λίγοι προτιμούν να μην αναλαμβάνουν αξιώματα, γιατί δεν είναι γενναίοι αλλά δειλοί συμφεροντολόγοι, και αντί γι’ αυτούς χρησιμοποιούν άλλους που είναι και αυτοί ιδιοτέλεια αλλά γενναίοι. Παίρνουν λοιπόν και δίνουν μεταξύ τους και γίνονται διαρκώς ισχυρότεροι σε βάρος του λαού»…
Το κύριο ιδεολόγημα-οχυρό της αστικής δημοκρατίας είναι αυτό του φιλελευθερισμού. Από το σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης έως την ίδρυση των ΗΠΑ και από τη μακαρθική αντί-κομουνιστική προπαγάνδα έως το αμίμητο ελλη νικό σύνθημα «ανήκομεν εις την δύσιν», η αστι κή τάξη προέβαλλε ως θεμελιώδες στοιχείο της «δημοκρατίας» της την ελευθερία. Μάλιστα θεώρησε ότι αυτή η χαρακτηριστική αξία την
αθηναϊκής δημοκρατίας.
Δεν θα ήταν ανάγκη να αποδείξω το αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή συχνά η αξία αυτή συνιστούσε ένα προπέτασμα συνθηματικό για να εξαγνιστεί η ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του ανθρώ που από άνθρωπο. Νομίζω ότι συνοπτικά και καυστικά ο ποιητής Κ.Γ. Καρυωτάκης έχει κατα γράψει την ουσία (αν υπάρχει) αυτής της αξίας στον αστικό κόσμο. Στο ποίημα του με τον πολύ εύγλωπο τίτλο «Εις το άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον Κόσμο» σημειώνει ανάμεσα στα άλλα και τα εξής χαρακτηριστικά:
«Λευτεριά, Λευτεριά θα σ’ αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια οι Εβραίοι
είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη
πολλές οι αμαρτίες που θα διαβάσουν
οι γενεές όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Grey».
Αυτές οι φιλελεύθερες πρακτικές αξιοποίη σης της ελευθερίας ας αντιδιασταλούν ριζικά και αμετάκλητα από το ελεύθερο βίωμα του ανθρώπινου προσώπου ως πολίτη στα πλαίσια της δημοκρατίας:
«… ελευθέρως δε τα τε προς το κοινόν πολι-τεύομεν και ες την προς αλλήλους των καθ’ ημέραν επιτηδευμάτων υποψίαν… ανεπαχθώς τα ίδια προσομιλούντες τα δημόσια διά δέος μάλιστα ου παρανομούμεν, των εν αρχή όντων ακροάσει και των νόμων, και μάλιστα αυτών όσοι τε επ’ ωφελία των αδικούμενων κείνται και όσοι άγραφοι όντες αισχύνην ομολογουμένην φέρουσιν…».
[Μετ.]«… Τις σχέσεις μας με την πολιτεία τις διέπει η ελευθερία και στις καθημερινές απασχολήσεις είμαστε απαλλαγμένοι από την καχυποψία μεταξύ μας… στις ιδιωτικές μας σχέσεις δεν ενοχλούμε ο ένας τον άλλο, στη δημόσια ζωή όμως δεν παρανομούμε από εσωτερικό σεβασμό σε αυτούς που βρίσκονται κάθε φορά στην εξουσία και στους νόμους και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν θεσπιστεί για την προστασία αυτών που αδικούνται και σε όσους, αν και είναι άγραφοι, προκαλούν αναμφισβήτητη ντροπή…»
Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον φιλελεύθερο αστό και τον ελεύθερο πολίτη. 0 πρώτος αγαπά την ελευθερία ως αφηρημένο νομικό δικαίωμα, ο δεύτερος ως υπαρξιακό δεδομένο. Οι φιλελεύθεροι πασχίζουν και αγωνίζονται για ελεύθερη οικονομία • αγορά, θεωρώντας ότι αυτά συνιστούν τα θεμελιώδη στοιχεία της ιδιότητας του πολίτη. Η αρχαιοελ ληνική δημοκρατία, από την άλλη, έχει βαθιά ηθικό χαρακτήρα, γιατί θεωρείται από την ελλη νική διανόηση ως το ιδανικότερο πολίτευμα, ώστε ένας ελεύθερος άνθρωπος να αυτοπραγματωθεί ως πολίτης. Γι’ αυτό είναι «πολίτευμα» και όχι «καθεστώς», γιατί με τα κοινωνικά μέσα που διαμορφώνει (οικογένεια, παιδεία, τέχνη) διαπλάθει ελεύθερους πολίτες που ζουν δημο κρατικά, δηλαδή συνειδητά τη συν-ελευθερία τους.
0 φιλελευθερισμός διαμορφώνει ένα καθε στώς ελευθερίας (ευρύ ή περιορισμένο, αδιά φορο) και καλεί τους ανθρώπους να μετάσχουν σε αυτό χωρίς να ενδιαφέρεται για το βαθμό της υπαρξιακής τους ωρίμανσης, για την κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας. Με άλλα λόγια, η ελευθερία στη δημοκρατία ακτινοβολείται από το ανθρώπινο πρόσωπο στην κοινωνία, ενώ στον φιλελευθερισμό συνιστά τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών, στις οποίες συμμε τέχουν άτομα πρωτίστως ως πολίτες και όχι πρόσωπα!
Ασφαλώς, συχνά η Αστική Τάξη υποστήριξε αιτήματα ηθικά, όπως λαϊκή παιδεία, ισονομία, ανθρώπινο δικαιώματα. Οι προϋποθέσεις όμως υλοποίησης τους εντέλει τα καθιστούσαν ουτοπικά, αφού πέρα από παρελκυστικά, ήταν ανα γκαστικά ατομοκεντρικά. Στόχος ήταν το άτομο να κατακτήσει όχι την ελευθερία του ήθους του, αλλά την ελευθερία δράσης του. Το ένα όμως δεν συνεπάγεται το άλλο αναγκαστικά. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θεωρεί την Αθήνα «ψυχαγωγό ελευθερίας», θεωρώντας μάλιστα ότι από την ιδιότητα αυτή πηγάζει η ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
ΚΛΗΡΩΣΗ – ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αναμφισβήτητα, δύο είναι τα κύρια εμπόδια που αναστέλλουν τη μετεξέλιξη του αστικού φιλελευθερισμού σε γνήσια δημοκρατία, σε επίπεδο τρόπων πολιτειακής λειτουργίας. Αναφέρομαι στους τρόπους, γιατί η θεμελιώδης διαφορά χαρακτήρα θα μπορούσε να ερμηνευθεί και να αμβλυνθεί με την εφαρμογή υγιών πολιτειακών τρόπων. Και εξηγούμαι: Η δημοκρατία έχει εντονότατα ηθικό χαρακτήρα, ενώ ο αστικός φιλελευθερισμός οικονομικό. Αν όμως τα μέσα της πολιτειακής παρουσίας τους συνέπιπταν, τότε σταδιακά οι πολίτες των αστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών θα συνειδητοποιούνταν ηθικά.
Δυστυχώς καταξιώνεται στις ημέρες μας ως δημοκρατική διαδικασία η εκλογική ανάδειξη στα δημόσια αξιώματα, με το επιχείρημα ότι σε αντίθετη περίπτωση ο λαός δεν εκφράζεται, ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνουν κάποιοι (μια ολιγαρχία; την ευθύνη της επιλογής των αρχόντων. Παρακάμπτεται βεβαίως το ουσιώδες: ο λαός στις σημερινές συνθήκες ετεροκατεύθυνσης δεν εκφράζεται αξιολογικά ούτε επιλέγει αξιοκρατικά. Το πρόβλημα δεν λύνεται αν την ευθύνη της επιλογής αρχόντων την επωμιστούν ειδικοί (π.χ., διανοούμενοι), γιατί ακυρώνεται έτσι ο ηθικός χαρακτήρας της δημοκρατίας που στοχεύει στην πολιτική διαπαιδαγώγηση κάθε πολίτη. Μια τέτοια λοιπόν δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να έχει υπόσταση, όταν ο λαός μιας πολιτείας δεν αναλαμβάνει ευθύνες.
Η κλήρωση των αρχόντων θα μπορούσε να είναι λύση, αλλά και πάλι δεν αρκεί, όταν από τα όργανα που πλαισιώνονται οι άρχοντες απου σιάζει ο πολίτης. Το καθεστώς της αντιπροσώ πευσης αποτελεί νοσογόνο παράγοντα για τη γνήσια δημοκρατία, αφού στηρίζεται στις καλές προθέσεις του αντιπροσώπου, ενώ η εξουσία που τον διαχωρίζει από τον απλό πολίτη λει τουργεί επιβαρυντικά στο ήθος του. Γι’ αυτό από την πρώτη εφαρμογή του σε ευρεία κλίμακα στις γαλλικές εθνοσυνελεύσεις υλοποιήθηκε με ολότελα αθέμιτες ή και έκνομες μεθόδους (ρουσφετολογία, ευνοιοκρατία, πειθαναγκασμός).
Η επιλογή λοιπόν της άμεσης δημοκρατίας έναντι της έμμεσης ενώ, κατά γενική ομολογία, πραγματώνει αρτιότερα το δημοκρατικό ήθος, στην πράξη συναντά αξεπέραστα εμπόδια τα οποία παρεμβάλλονται από οργανωμένα συμφέροντα και όχι οι πρακτικές δυσχέρειες εφαρμογής της.
Κυρίως για τον ελλαδικό χώρο, το σύστημα της άμεσης δημοκρατίας έχει ρίζες παλαιότατες και εξαιρετικά ανθεκτικές στις ιστορικές μεταβολές. Παρά την κυριαρχία των Μακεδόνων, οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις διατήρησαν την αυτονομία τους, η οποία καταργήθηκε οριστικά με την επικράτηση του ρωμαϊκού Imperium (146 π.Χ.). Η εμφάνιση όμως του Χριστιανισμού ανα βίωσε τις ελληνικές πολιτειακές πρακτικές, συνδυασμένες με τη ρωμαϊκή προ-αυτοκρατορική δημοκρατική παράδοση. Έτσι οι χριστιανικές κοινότητες οργανώθηκαν με το καθεστώς της άμεσης αντιπροσώπευσης που αφορούσε όχι μόνο την οικονομική δομή των τοπικών εκκλησιών, αλλά και τις εκλογές κληρικών κ.λπ.
Η σταδιακή μεταβολή του Χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία ενός θεοκρατικού κράτους επέδρασε βαθμηδόν επιβαρυντικά και στη δημοκρατική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων. Ωστόσο, αυτή ποτέ δεν αλλοιώθηκε ριζικά ή δεν απαλλοτριώθηκε: η οικονομική διαχείριση και οι εκλογές των αρχιερέων γίνονταν άμεσα από τον λαό και οι αξιωματούχοι που διαχειρί ζονταν τα εκκλησιαστικά ταμεία κληρώνονταν! Η επέμβαση του αυτοκράτορα τις περισσότερες φορές όφειλε να σεβαστεί την Κοινή Γνώμη, ειδάλλως δημιουργούνταν δυσεπίλυτα διοικητικά προβλήματα στο εκλεκτό του Καίσαρα που θα αναλάμβανε εκκλησιαστικό αξίωμα. Εξαιρέσεις βεβαίως υπήρξαν, αλλά ο γενικός κανόνας παραμένει αλώβητος.
Την άμεση δημοκρατική παράδοση στα πλαίσια της βυζαντινής θεοκρατίας επιβεβαιώνει και η κοινοτική οργάνωση. Ποικίλα νομοθετικά μέτρα (καπνικός φόρος, αλληλέγγυον κ.λπ.) επι βεβαιώνουν την ύπαρξη των κοινοτήτων ήδη από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στις κοινότητες επικρατεί το σύστημα της αυτοπρόσωπης παρουσίας, ενώ η ανάδειξη των προκρίτων γίνεται αλλού με εκλογές και αλλού κληρωτά. Είναι αξιοσημείωτο ότι προκειμένου για το δικαίωμα του εκλέγειν δεν προσδιορίζεται κανένα άλλο μέτρο από την εντοπιότητα και την πίστη, ενώ για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι προ στίθεται η ηλικία (30-35 ετών και άνω).
Αυτή η δημοκρατική παράδοση διασπάται με τη Φραγκοκρατία (1204), όταν και στην Ανατολή οι Φράγκοι κατακτητές επέβαλαν το φεουδαρχικό σύστημα οργάνωσης. Η επικράτηση των Οθωμανών (1453) επαναφέρει στο προσκήνιο το κοινοτικό σύστημα και τη λαϊκή δομή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Αυτή η παράδοση διατηρήθηκε ανέπαφη έως το 1821 για τον ελλαδικό χώρο. Δυστυχώς, η επικράτηση των Βαυαρών κατά την ίδρυση του νεοελληνικού βασιλείου σήμανε και την έναρξη της πλέον παρεμβατικής και συγκεντρωτικής απολυταρχικής πολιτείας. Οι δήμοι που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν με κοινοτικές προϋποθέσεις συνιστούσαν κρατικές υπηρεσίες, με διορισμένα από τον βασιλέα όργανα σε όλα τους τα επίπεδα
σύστημα των Ελλήνων που διατηρήθηκε την περίοδο της οθωμανικής απολυταρχίας καταργήθηκε με νόμο της ελληνικής πολιτείας!
Έκτοτε, η ελληνική (αστική) κοινοβουλευτική δημοκρατία λειτούργησε κατά τα ευρωπαϊκά (δυτικά) πρότυπα: εκλογές, βουλευτήρια (αρχικά, Βουλή και Γερουσία), τρομοκρατία εκλογέων, κομματισμός, ρουσφετολογία, βασιλικές παρεμβάσεις, διχασμός κ.λπ.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η έμμεση κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ελλάδα συνιστά πλέον πολιτειακό καθεστώς που ακριβώς, επειδή εκπροσωπεί συσχετισμούς συμφερόντων, είναι αδύνατο να ανατραπεί ή να μετατραπεί σε ένα σύστημα αμεσότερης λαϊκής παρουσίας. Θα ήταν όμως ευχής έργον, αν του λάχιστον σε επίπεδο δήμου, η παρουσία του λαού ήταν αυτοπρόσωπη, με τη προϋπόθεση ότι οι δήμοι θα ασκούσαν κυρίαρχη εξουσία μέσα στα πλαίσια δικαιοδοσίας τους. Έτσι το κεντρογενές κράτος θα ετεροκατεύθυνε λιγότερο τη ζωή αλλά και τον νου των πολιτών.
Το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης στη δημοκρατία είναι παλαιό, έστω και αν ο προβληματισμός γι’ αυτό στις ημέρες μας εξέλιπε επειδή, τάχα, θα ήταν προσβολή στους δημοκρατι κούς θεσμούς οποιαδήποτε προσπάθεια αμφισβήτησης της λειτουργικότητας του ή της ηθι κής του ποιότητας… Το δίλημμα που αντιμετωπίζει συχνά ο ηθικός άνθρωπος, όταν αναδεικνύεται αντιπρόσωπος, ή ακόμη περισσότερο άρχοντας περιγράφεται με σαφήνεια από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία του: «…επί κινδυνεύει, πόλις ανδρών αγαθών ει γένοιτο, περιμάχητον αν είναι το μη άρχειν, ώσπερ νυνί το άρχειν, και ενταύθα αν καταφανές γενέσθαι ότι τω όντι αληθινός άρχων ου πέφυκεν το αυτού συμφέρον σκοπείσθαι, αλλά το τω αρχόμενω…».
[Μετ.] «Επειδή υπάρχει πιθανότητα αν η πόλη ήταν γεμάτη από αγαθούς άνδρες να γίνει περιζήτητο το να μην εξουσιάζει κάποιος, όπως ακριβώς τώρα είναι περιζήτητη η εξουσία και από αυτά θα μπορούσε να γίνει φανερό πραγματικά ότι ο αληθινός άρχοντας από τη φύση του επιδιώκει όχι το προσωπικό του συμφέρον, αλλά το συμφέρον του υπηκόου…»
Πιθανότατα ο ειρωνικός υπαινιγμός («ώσπερ νυνί το άρχειν») του Φιλοσόφου για τη σύγχρο νη του αθηναϊκή δημόσια ζωή αποδίδει την παρακμή του θεσμού του εκλόγιμου άρχοντα-αντιπροσώπου, ήδη από την αρχαιότητα ο οποίος, όπως εύγλωττα καταγράφεται, γινόταν πολιτικός σκοπός, από ιδιοτελείς προθέσεις. Αυτή ίσως η παρακμή οδήγησε τον Πλάτωνα στην υιοθέτηση ενός άλλου συστήματος διακυβέρνησης που, δυστυχώς, δεν ήταν απαλλαγμέ νο ολότελα από τα ηθικά δεινά της αντιπροσώπευσης.
Στους νεότερους χρόνους ο John Stuart Mill (19ος αι.) στο έργο του On Representative Goverment (Για την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση), αν και απολογητής της αστικής δημο κρατίας, ακολουθεί ανεπίγνωστα τον «αριστοκρατικό» Πλάτωνα, όταν υποστηρίζει ότι ‘το καταλληλότερο άτομο για να του ανατεθεί μια εξουσία είναι εκείνο που δεν είναι καθόλου πρόθυμο να την αναλάβει!.
 

πηγή: Tρίτο Μάτι (Ιούνιος 2005) ,  Ηλ. Επεξεργασία: www.antifono.gr

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here