P. Tililch: H κατάργηση του Θανάτου

0
692

Paul Tililch

 

Το σκότος µέσα στο οποίο τα Χριστούγεννα λάµπουν είναι πάνω από όλο το σκοτάδι του θανάτου. Η απειλή του θανάτου, που επισκιάζει όλη την πορεία της ζωής µας, είναι το σκοτεινό υπόβαθρο της ανθρώπινης αναµονής της Έλευσης. Ο θάνατος δεν είναι απλώς το ψαλίδι που κόβει το νήµα της ζωής µας, έτσι όπως ένα άγνωστο αρχαίο σύµβολο υποδείκνυε. Είναι µάλλον ένα από αυτά τα νήµατα που υφαίνονται διαµορφώνοντας το σχέδιο της ύπαρξης µας, από την αρχή µέχρι το τέλος της. Το γεγονός ότι θα πεθάνουµε είναι µια δύναµη που διαµορφώνει όλη µας την ύπαρξη, νου και σώµατος κάθε στιγµή. το πρόσωπο κάθε ανθρώπου αντανακλά το ίχνος της παρουσίας του θανάτου στη ζωή του, του φόβου του για τον θάνατο, του θάρρους του απέναντι στο θάνατο, και της παραίτησής του στον θάνατο. Αυτή η τροµακτική παρουσία του θανάτου, υποβάλλει τον άνθρωπο στη δουλεία όλη του τη ζωή, σύµφωνα µε το κειµενό µας. Για όσο διάστηµα υπόκειµαι στο φόβο, δεν είµαι ελεύθερος· και δεν είµαι ελεύθερος να ενεργήσω όπως απαιτεί η κατάσταση, αλλά είµαι δέσµιος να ενεργήσω σύµφωνα µε τις εικόνες και τις φαντασιώσεις που παράγονται από τον φόβο µου. Γιατί ο φόβος, πάνω απ’ όλα, είναι φόβος για το άγνωστο· και το σκοτάδι του αγνώστου είναι γεµάτο από τις εικόνες που δηµιουργεί ο φόβος. Αυτό είναι αλήθεια, ακόµη και όσον αφορά γεγονότα του πεδίου της καθηµερινής ζωή: το άγνωστο πρόσωπο τροµοκρατεί το βρέφος· η άγνωστη βουλή του γονέα ή του δασκάλου δηµιουργεί φόβο στο παιδί· και όλα τα άγνωστα παρελκόµενα οποιασδήποτε κατάστασης ή καινούργιου εγχειρήµατος, παράγουν φόβο, που είναι το αίσθηµα του να µην νοιώθεις ικανός να χειριστείς την κατάσταση. Όλα αυτά είναι αλήθεια στον απόλυτο βαθµό όσον αφορά τον θάνατο —το απόλυτα άγνωστο· το σκοτάδι στο οποίο δεν υπάρχει καθόλου φως και στο οποίο ακόµη και η φαντασία αφανίζεται· το σκοτάδι στο οποίο όλη η δράση και ο έλεγχος παύουνε, και στο οποίο οτιδήποτε είµασταν τελειώνει· η πλέον απαραίτητη και συγχρόνως ανέφικτη ιδέα· το πραγµατικό και υπέρτατο αντικείµενο φόβου από το οποίο όλοι οι άλλοι φόβοι αντλούν την δύναµη τους, ο φόβος ο οποίος κατακυρίευσε ακόµη και τον Χριστό στη Γεθσηµανή.

 

Αλλά πρέπει να ρωτήσουµε ποιός είναι ο λόγος γι’ αυτό τον φόβο. Δεν είµαστε «πεπερασµένοι», περιορισµένοι και ανήµποροι να φανταστούµε ή να ευχηθούµε για µια ατελεύτητη διαιώνιση της προσωρινότητάς µας; Αυτό δεν θα ήταν πιό τροµερό απ’ τον ίδιο τον θάνατο; Δεν υπάρχει µέσα µας ένα αίσθηµα πληρότητας, ικανοποίησης και ανιαρότητας όσον αφορά στη ζωή, όπως είναι φανερό στα λόγια της Π. Διαθήκης για τους Πατριάρχες; Δεν είναι ο νόµος «γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις», φυσικός νόµος; Τότε γιατί χρησιµοποιείται ως κατάρα στην ιστορία του Παραδείσου; Πρέπει να υπάρχει κάτι πιό βαθιά µυστηριώδες στο θάνατο από τη φυσική θλίψη που συνοδεύει την συνειδητοποίηση της παροδικότητάς µας. Ο Παύλος το δείχνει αυτό όταν αποκαλεί τον θάνατο «µισθό της αµαρτίας» και την αµαρτία «το κέντρο του θανάτου». Και το εδάφιο µας µιλάει επίσης για «εκείνον που έχει το κράτος του θανάτου, τουτέστιν τον Διάβολο» —την οργανωµένη δύναµη της αµαρτίας και του κακού. Ο θάνατος, µολονότι φυσιολογικός για κάθε πεπερασµένο ον, ταυτόχρονα δείχνει να αντιτίθεται στη φύση. Αλλά µόνο ο άνθρωπος είναι εκείνο το ον που µπορεί να αντιµετωπίσει τον θάνατο συνειδητά· αυτό συνίσταται στο µεγαλείο και την αξιοπρέπειά του. Αυτό είναι που τον ικανώνει να αναζητά το νόηµα της ζωής του, ένα ερώτηµα που τον ανυψώνει πάνω από τη ζωή του, και του δίνει το αίσθηµα της αιωνιότητάς του. Η γνώση του ανθρώπου ότι πρέπει να πεθάνει είναι επίσης η γνώση του ότι είναι υπεράνω θανάτου. Είναι το πεπρωµένο του ανθρώπου να είναι θνητός και αθάνατος ταυτόχρονα. Και τώρα γνωρίζουµε ποιό είναι το «κέντρο του θανάτου» και γιατί ο Διάβολος έχει «τη δύναµη του θανατου»: έχουµε χάσει την αθανασία µας. Δεν είναι το γεγονός ότι είµαστε θνητοί αυτό που δηµιουργεί τον απόλυτο φόβο του θανάτου, αλλά µάλλον το ότι χάσαµε την αιωνιότητα πέρα από τη φυσική και αναπόφευκτη θνητότητά µας· ότι τη χάσαµε λόγω αµαρτωλού διαχωρισµού από τον Αιώνιο· κι ότι είµαστε ένοχοι γι’ αυτό τον διαχωρισµό.

 

Το να είµαστε υποδουλωµένοι στον φόβο του θανάτου κατά τη διάρκεια της ζωής µας, σηµαίνει να είµαστε υποδουλωµένοι στον φόβο του θανάτου ο οποίος είναι φύση και ενοχή ταυτόχρονα. Στον φόβο του θανάτου, δεν είναι απόλυτα η γνώση της περατότητάς µας αυτό που διατηρείται, αλλά και η γνώση της αιωνιότητάς µας, η γνώση ότι είµαστε προορισµένοι για αιωνιότητα, και το ότι την χάσαµε.

 

Είµαστε δούλοι του φόβου, όχι επειδή πρέπει να πεθάνουµε, αλλά επειδή µας αξίζει να πεθάνουµε!

Συνεπώς, η σωτηρία δεν είναι µαγική διαδικασία µε την οποία χάνουµε την θνητοτητά µας. Είναι µάλλον µια κρίση που διακηρρύτει ότι δεν µας αξίζει να πεθάνουµε, επειδή είµαστε δικαιολογηµένοι —µια κρίση που δεν βασίζεται σε τίποτα που έχουµε κάνει, ειδάλλως σίγουρα δεν θα είχαµε εµπιστοσύνη σε αυτήν. Αλλά βασίζεται σε κάτι που η ίδια η Αιωνιότητα έχει κάνει, κάτι που µπορούµε να ακούσουµε και να δούµε στην πραγµατικότητα ενός θνητού ανθρώπου που, µέσω του θανάτου του, κυρίευσε αυτόν που έχει «τη δύναµη του θανατου».

 

Αν τα Χριστούγγενα έχουν κάποιο νόηµα, αυτό είναι το νόηµα. Ρώτα τον εαυτό σου, καθώς ακούς τις προφητείες της «Ελεύσεως» και τις ιστορίες των Χριστουγέννων, εάν η στάση σου ένατι του θανάτου έχει αλλάξει· εάν εξακολουθείς να είσαι υποδουλωµένος στον φόβο του θανάτου· κι αν µπορείς να αντέξεις την εικόνα του δικού σου θανάτου. Μην εξαπατάς τον εαυτό σου σε σχέση µε τη σοβαρότητα του θανάτου —όχι του θανάτου γενικά, όχι του θανάτου κάποιου άλλου, αλλά του δικού σου θανάτου— µε όµορφα επιχειρήµατα περί αθανασίας της ψυχής. Το Χριστιανικό µήνυµα είναι πιό ρεαλιστικό από εκείνα τα επιχειρήµατα. Γνωρίζει ότι εµείς, όντας εµείς, πρέπει να πεθάνουµε· δεν είναι µόνο ένα µέρος µας που πεθαίνει. Και µέσα στη Χριστιανοσύνη υπάρχει µόνο ένα «επιχείρηµα» εναντίον του θανάτου: η συγχώρεση των αµαρτιών, και η νίκη απέναντι σε Αυτόν που έχει «το κράτος του θανάτου». Μιλάει για τον ερχοµό του Αιώνιου σε εµάς, γενόµενος προσωρινός, ώστε να αποκαταστήσει την δική µας αιωνιότητα. Ολόκληρος ο άνθρωπος είναι θνητός και αθάνατος ταυτοχρόνως· ολόκληρος ο άνθρωπος καταδικάζεται και σώζεται ταυτοχρόνως, επειδή ο Αιώνιος έγινε κοινωνός σαρκός και αίµατος και του φόβου του θανάτου. Αυτό είναι το µήνυµα των Χριστουγέννων.

Περιοδικό Ευθύνη, Μεταφρ. Δηµήτρης Τσινικόπουλος, Τεύχος 445, - Ιανουάριος 2009. 

Αγιογραφία: "Ο Μονογενής Υιός". Ρωσική φορητή εικόνα του 1553.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ