Wild Duiven Ήγουν ο Παπαδιαμάντης στην Οδό Χρούτοβεχ

1
193

Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου

Τι τον έπιασε κείνο το πρωινό να ψάχνει για παιχνίδια; Ήταν, μαθές, η των παίδων πιεστική δημηγορία για το νέο είδος όπλων, των εχόντων τον ήχο της αγγλικής λέξεως που τα νεύρα παρασημαίνει;  Τέλος πάντων, βρέθηκε στο βιβλιοπωλείο, το παρά των Δικαστηρίων μέγαρον, εγγύτατα της πατρικής εστίας.

Ήτο Σάββατον. Και μόλις άκουσε τις απροσδόκητες λέξεις «Ήρθε και το βιβλίο» -υπό της νεαροτάτης υπαλλήλου- ήξευρε πως θα εορτάσει Σαμπός ωσάν μυστικός των Ιουδαίων ῥαββί.

Το βιβλίον αυτό λοιπόν, το είχε παραγγείλει Μεγαλοβδόμαδα. Υπήκουσε γαρ, στου Χοιροβοσκού τα αγγέλματα και ήταν σίγουρος πως χαμένος δεν θα βγαινε. Έλπιζε ο δυστυχής να το χει μέχρι το Μεγάλο Σάββατον να κάνει Πάσχα Κυρίου Πάσχα. Άλλαι όμως αι βουλαί των βιβλιοεκδοτών. Οι πόλεις με ταχυδρομικό κωδικό σε -100 λήγοντα, έχουν παράξενους ρυθμούς και ριζικό.

Το παρέλαβε Σάββατον, μεσούντος Μαΐου, τόσες εβδομάδες μετά.

Τα καταλογραφικά:

«ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

σαλού σκιρτήματα

ή το όντως ‘Άλλο τ’ απ’ αλλού

 

αφήγηση

«ικετεύουσα το άπειρον¨

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ, Οκτώβριος 2011»

 

Ο γράψας το έντυπο αυτό κέρασμα (σαν αγιονορείτικο λουκούμι) «γυρεύει το χαμογέλιο σου ότι Ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι».

Αφιερωμένο δε «Εις Αλέξανδρον».

 

Τι άλλο θα μπορούσε να τον κάνει ευτυχή; Ήταν μάλιστα και της Φαιδράς Συντεχνίας αχθοφόρος λόγων και μνήμης. Κείνων των παλαβών με τα γιουβέτσια τους και τ’ άλλα τα μη χρήσιμα.

Το κουβαλούσε στην τζέπη του συνεχώς, το τομίδιο του Σαλού, μέχρι που άραξε στο μαγαζάκι στην πλατεία, παρήγγειλε τσίπουρο –άνευ γλυκανίσου- κι έβαλε ευλογητός στην ανάγνωση. 

Τι ήταν αυτό; Μια διασταύρωση, μπόλιασμα της ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗΣ με Τ’ ΑΣΤΕΡΑΚΙ, να βγάζει φύλλα και καρπούς.

Και ο καιρός γλυκύς και η ρακή ηλιόκαυστη. Δίπλα μασουλούσαν λέξεις οι γνωστοί ρωποπερπερήθρες της πολιτικής.

Αυτός όμως εισήρχετο ήδη στο εν λόγω αφήγημα, που ξεδιπλώνονταν σαν αγρυπνία σε τρία μέρη: εσπερινός, όρθρος και λειτουργία.

*

Στο πρώτο, ο Maas να κυλά ηδονικά και ο ήρωας, παραμονές της Παναγιάς να ετοιμάζεται, νάτος οδεύει στην αγρυπνία την Δεκαπενταυγουστιάτικη, στο ωραίο μοναστηράκι της Ολλανδίας, μια Παναγούδα χαράς στην οδό Χρούτοβεχ.

Κατά το δεύτερο μέρος, συμπλέκονται αγαπητικά αρχαίες λέξεις, ξανθές εκλάμψεις, πρόσωπα που αναλυτικά εγγράφονται στα δίπτυχα του πληρώματος του νοητού πλοίου της βραδιάς, της λατρευτικής σύναξης που ξεφεύγει από τη συνήθεια –ίσως  και τη φθορά- και αναφωνεί

«Wild Duiven (αγριοπερίστερα) Πανάμωμε!».

Κάτι γίνεται εδώ! Η αγγελική ψάλτρια, η μέθεξη σχεδόν όλων στο κοινό ποτήρι, το ψήσιμο του καφέ, «η ψυχή μου έκπαγλη γιορτή». Περπατάει ο Σκιαθίτης, θαλασσοπνιγμένος, αλλά νάτος ζει, στα Ρόδινα Ακρογιάλια.

«Ἐπροχώρησαν ὁμοῦ ὀλίγα βήματα». Και μετά χωρίζονται. Εκεί στις τελευταίες σελίδες, η μικρή Χαρά βλέπει το δάκρυ της επιστροφής και της απώλειας. Και…

**

Κοιτάει γύρω του. Ξυπνάει από τις ανώφελες ερμηνείες. Τέλειωσε το παγωμένο ρακή.

Χαρά.

Ζαχαροζυμωμένο τούτο το αφήγημα, με πικραμύγδαλο συνάμα. Νάτα μας, μπήκε στ’ όνειρο κι ο Ερωτόκριτος («φρόνιμο κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο·…τα λόγια ντού ’σανε θροφή κι η αρμηνειά ντου βρώση»).

 

Θα το ξαναδιάβαζε.

Μάλιστα δε, την τρίτη φορά ωσάν ανάγνωσμα μεσονύκτιο γιορτής και φαιδράς πανηγύρεως. Με τον παγωμένο ρητινίτη, στο ζυθεστιατόριον που φωλιάζει.

***

Επίλογος: «…ἠγωνίζοντο ν᾿ ἀνακαλύψωσι τὸ μυστήριον τῆς καλλονῆς ἐκεῖ εἰς τὸ σκότος…»

Αμήν, γένοιτο.

πηγή: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Ξέρεις να συγγινεις. Αντώνη μου, ν’ ανασκάπτεις τά Παπαδιαμαντικα μέ ιερη προσοχή και νά τά σερβίρεις μέ γλώσσα που θυμίζει συναξάρι παλιό, που ευωδιάζει μελισσοκέρι, καμμένο λάδι και βασιλικό καί εισοδεύει στήν ψυχή, οπως ο ρητινίτης- τόν αναφέρει- ξέρεις κι ο Μωραϊτίδης σ’. εκείνο τό θαυμάσιο Χριστος Βοσκρές- που ευφραίνει την καρδίαν παντός Ανθρώπου μέ Α κεφαλαό…
    Χρόνια πολλά για σήμερα. παπα- Κων. Ν. Καλλιανός

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here