Το Ξωκλήσι της Γλυκοφιλούσας: Η Ταπείνωση ως vέα oντολογική κατηγορία

0
548

Δοκίμιο Φαινομενολογικής Φιλοσοφίας

Ο Χάιντεγκερ λέγει ότι πάντοτε ερχόμαστε στον κόσμο εμπλεκόμενοι σε μία κατάσταση, ή μάλλον «δραστηριότητα». Αυτό συμβαίνει και στο περίφημο διήγημα «Γλυκοφιλούσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπου ο Στάθης του Μπόζα βόσκει τις αίγες του κοντά στο ομώνυμο εκκλησάκι- είναι ένα τσομπάνης, ένας βοσκός. Αυτή είναι η «δραστηριότητά» του («activity»), ο κόσμος που γνωρίζει τον κόσμο. Ο Στάθης είναι ένα «Ενθάδε-είναι», «ερριμμένο» σε μια γωνιά του κόσμου- ο Χάιντεγκερ παθιαζόταν για την παλιά, αγροτική κοινωνία, και ήταν μέγας εχθρός του βιομηχανοποιημένου κόσμου, όπου επήλθε η αλλοτρίωση. Ίσως οι περισσότεροι ειδικοί να μην συμφωνούν, αλλά τις περισσότερες παραδοξολογίες για τον Χάιντεγκερ τις λένε ακριβώς οι ειδικοί στον φιλόσοφο.

Και ο Στάθης του Μπόζα έχει μια ατυχία: δυο γίδες του είχαν ξεφύγει από το κοπάδι και είχαν «βραχωθεί» σε μια τρομερά απότομη περιοχή, σε έναν φοβερό βράχο που έχασκε πάνω από την ανεμοδαρμένη θάλασσα. Ο Στάθης πρέπει να κατεβεί για να απεγκλωβίσει τα ζώα του, αλλ’ ο γκρεμός αυτός παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ο ίδιος ο Άδης. Αυτή είναι η λογική του διηγήματος: «η κόγχη εκείνη ήτο και δεν ήτο εσοχή, ήτο και δεν ήτο σπήλαιον. Σπήλαιον αστεγές και εσοχή στεγανή. Αιωρείτο επάνω της αβύσσου, έχασκεν άνωθεν του πόντου. Κάτω βράχος χιλίων εκατογχείρων αγκάλισμα, κρημνός μόνον εις νυκτερίδας και εις γλαύκας βατός. Εις την ρίζαν του βράχου το κύμα, πολλών οργυιών βόλισμα, φωκών κολύμβημα και καρχαριών. Δεν ήτο δυνατόν να βάλη τις εις τον νουν του, ότι ηδύνατο άνθρωπος να καταβή εις την φοβεράν εκείνην αιώραν…». Η περιγραφή αυτή είναι γεμάτη από παραπομπές στον θάνατο: άβυσσος, έχασκαν, νυκτερίδας, γλαύκας, φωκών, καρχαριών… Για μια στιγμή, όταν παρουσιάζεται το πρόβλημα και κάτι δεν πάει καλά στην δραστηριότητα, αρχίζει –κατά τον Χάιντεγκερ- η «θεωρία»: βλέπω ότι το σφυρί μου δεν καρφώνει τα καρφιά, οπότε σταματώ και «εξετάζω» τι φταίει. Θα κάνω τότε διάφορες υποθέσεις… Έτσι ξεκινά η θεωρία, έτσι ξεκινούν και τα μαθηματικά. Ως κάτι παράγωγο, ως δεύτερης κατηγορίας διάνοιξη στην ύπαρξη, ως μια κατ’ ανάγκην παρένθεση.

Αλλά εδώ δεν πρόκειται ακριβώς για αυτό. Αν υποθέσουμε ότι ο Στάθης ξεκινά με μια «δραστηριότητα», τώρα είναι αντιμέτωπος με μια «κατάσταση»: βρίσκεται ενώπιον ενός προβλήματος που έχει συγγένεια προς ο,τι ο Χάιντεγκερ λέγει «είναι-προς-θάνατον». Η μόνη λύση που του παρουσιάζεται είναι να κατεβεί στον κρημνό, και αυτό ισοδυναμεί με ότι ακριβώς είπαμε: «θάνατο». Ο κόσμος, σ’ αυτόν τον «αυθεντικό» άνθρωπο, παρουσιάζεται απειλητικός, αφιλόξενος. Και είναι, όπως είπαμε, ο Στάθης ένας «αυθεντικός» άνθρωπος. Πού το ξέρουμε αυτό; Σύμφωνα με την φιλοσοφία του Γερμανού στοχαστή, ο χειρότερος εκπεσμός είναι η ανάμειξη με τους πολλούς. Την ίδια περίπου εποχή θα γράψει και ο μεγάλος μας ποιητής Καβάφης το «όσο μπορείς, μην την εξευτελίζεις την ζωήν σου μες τες πολλές συνάφειες και ομιλίες». Πουθενά δεν μας λέγει ο Χάιντεγκερ ότι «αυθεντικότητα» είναι η αγροτική, προβιομηχανική εκδοχή της κοινωνίας, αλλά ουσιαστικά αυτό προκύπτει μέσα από το έργο του. Ο Στάθης, το σπουδαιότερο απ’ όλα, είναι μακριά «από τους πολλούς». Ο Χάιντεγκερ κάνει βέβαια προσπάθειες να περισώσει τα προσχήματα, να μιλήσει για «Συνείναι», και οι ερμηνευτές του μιλούν για το ότι η «αυθεντικότητα» είναι κάτι που ελάχιστες φορές, σμικρότατες στιγμές, μπορεί να επιτευχθεί στη ζωή∙ αλλά εδώ θα συμφωνήσω με τον Martin Buber, που έλεγε ότι η συναναστροφή με τους ανθρώπους είναι πάντα στον Χάιντεγκερ έκπτωση από την αυθεντικότητα.

Ο Στάθης ζει μόνος, αυτός και το κοπάδι του. Είναι, θα λέγαμε, ό,τι η Κριτική λέγει «φυσικός άνθρωπος». Ο άνθρωπος πριν τον χαλάσει ο πολιτισμός. Αγνές σκέψεις, αγνά κίνητρα, λίγα και μετρημένα λόγια. Και όμως, αν και μόνος του, είναι ένας από τους «πολλούς». Και δεν δίνει λογαριασμό, πράγμα φυσικό για τον Χάιντεγκερ, ότι εκεί δίπλα που βόσκει το κοπάδι του, εκεί ακριβώς που έχουν «βραχωθή» τα ζώα του, βρίσκεται το εκκλησάκι της Γλυκοφιλούσας. Δίδεται μια συγκλονιστική περιγραφή του ναΐσκου: «Επάνω εις τον βράχον ήτο κτισμένον το παρεκκλήσιον, μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας, λικνιζόμενον από το αειτάραχον και πολύρροιβδον κύμα, ναναριζόμενον από τα άσματα τα οποία ο άνεμος έψαλλε δι’ αυτό εις τους σκληρούς βράχους και εις τα ηχώδη άντρα. Οι τέσσαρες τοίχοι ίσταντο ακόμη αρραγείς,  πετροθεμελιωμένοι, σώζοντες μικρόν επίχρισμα από παλαιού καιρού περί την μεσημβρινοδυτικήν γωνίαν, χορταριασμένοι και μαυροπράσινοι περί την βορειοανατολικήν. Η στέγη, φέρουσα ακόμη ολίγας κεράμους και πλάκας, εστηρίζετο επί δοκού με πολλάς ακτίνας εκ σκληράς καστανέας. Ολόγυρα εις τους τοίχους, υψηλά άνω των υπερθύρων και υπό τα γείσα της στέγης, ωραία μικρά πινάκια παλαιών χρόνων ήσαν εγκολλημένα, σχηματίζοντας μέγα σταυρόν επί της χιβάδος του ιερού Βήματος προς ανατολάς, μετά υποποδίου εις σχήμα αντεστραμμένου Τ εκ πέντε άλλων πινακίων, και άλλους δύο σταυρούς δεξιόθεν και αριστερόθεν, ύπερθεν των δύο παραθύρων του χορού, και τέταρτον σταυρόν άνωθεν της φλιάς της εισόδου, δυσμόθεν…». Και είχε ο επισκέπτης «μεγάλην επιθυμίαν να διασκελίση το κατώφλιον, να εισέλθει εις τον πενιχρόν ναΐσκων, ν’ ανάψη κηρίον, να κάμη τον σταυρόν του, και ν’ ασπασθή ευλαβώς την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης, της ζωγραφισμένης παρειάν με παρειάν με το πρόσωπον του υπερθέου και υπερηγαπημένου Βρέφους της».

Είναι μια αλησμόνητη περιγραφή ενός ναΐσκου.  Και το σημαντικό, κατά την λογική του Παπαδιαμάντη, είναι ότι το ξωκλήσι αυτό, χτισμένο σχεδόν πάνω στον βράχο, δεν φοβάται τίποτε από τα φοβερά και αποτρόπαια δεινά της «φύσης»: το κύμα το «λικνίζει», λες και είναι βρέφος, ο βοριάς το «νανουρίζει», το ίδιο στέκεται κόντρα σε όλους τους νόμους της μηχανικής. Γιατί ο Στάθης του Μπόζα αποφεύγει να εισέλθει μέσα και να προσκυνήσει την Γλυκοφιλούσα, παρά τις παρακλήσεις του εκκλησιδίου; Κατά τον Χάιντεγκερ, θα πει κανείς, η προσκύνηση της Γλυκοφιλούσας θα σήμαινε επιστροφή στην λεγόμενη «Οντοθεολογία», θα σήμαινε αναυθεντικότητα, θα σήμαινε ακόμη και συναναστροφή με τους «πολλούς»: γιατί, θα μας έλεγε η θεολογία, ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε ένας από τους πολλούς, ένας από μας. Η Θεολογία λέγει ότι υπήρξε ένα αληθινό ανθρώπινο «άτομον», κατά την ορολογία του αγίου Θεοδώρου Στουδίτη, και αυτό μας γυρίζει, κατά τον Χάιντεγκερ, στον ψυχολογισμό. Έτσι ο Στάθης του Μπόζα, έχοντας ήδη εισέλθει στο «είναι-προν-θάνατον», δεν μπορεί να πάρει καμιά παρηγοριά ούτε από αυτό το πεπαλαιωμένο ναύδριο. Και το βάραθρο «χάσκει», και ο Στάθης δεν είναι ένας από τους πολλούς…

Πάνω σ’ αυτά, έρχεται κι η θεια-Αρετώ η «Αχρόνιαστη», μια γυναίκα φαινομενικά ευλαβής, που επισκέπτεται να ξωκλήσια, ο γερο-Παρθένης που κάνει τον ψάλτη στον παπα-Μπεφάνη, ο ίδιος ο παπα-Μπεφάνης, πάντα κατά την λογική του διηγήματος ένας ενάρετος, άξιος λευίτης, ο Περηφανάκιας, κι ένας άλλος βοσκός. Όλοι μαζί προσπαθούν να βρουν μια λύση στο πρόβλημα. Θα επιστρέψουμε αργότερα στην μορφή του παπα-Μπεφάνη, εδώ απλώς θα πούμε ότι λύση δεν φαίνεται στον ορίζοντα και η ιδέα του Στάθη να κατεβεί με σκοινί τον γκρεμό, φαίνεται καθαρή «αποκοτιά». Ο ίδιος δεν μπορεί να κατέβει.

                                                  ****************

Και τότε είναι που εμφανίζεται η μορφή του Αγκούτσα, για την οποία μας δίνεται η εξής περιγραφή: «Ο Αγκούτσας δεν ήτο ιδιοκτήτης ποιμνίων, ούτε γεωργός, ούτε καν βοσκός, ούτε οικίαν είχεν, ουτε φαμιλιάν, τίποτε. Ήτο πλάνης, άστεγος. Πότε εδούλευε με ημεροκάματον σιμά εις τους κολλήγας, τους καλλιεργητάς, πότε έμβαινε παραγυιός εις τους βοσκούς διά να φυλάγη τας αίγας. Τον περισσότερον καιρόν εγύριζεν από μάνδραν εις μάνδραν, από καλύβι εις καλύβι, από κατάμερον εις κατάμερον, χωρίς εργασίαν και του έδιδαν οι ποιμένες ξινόγαλα κ’ έτρωγε. Κάποτε του έλεγαν:

-Δεν πας, καημένε Αγκούτσα, να βγάλης τίποτε πεταλίδες, κάτω στο γιαλό, ή τίποτε καβουράκια, στο ρέμα μέσα;

Τούτο ήτο ασφαλές σημείον ότι τον έδιωχναν. Ο Αγκούτσας το καταλάβαινε κ’ έφευγε.

-Καλά που μου του θύμισες, έλεγε».

Ο Αγκούτσας ήταν ένας άνθρωπος ταπεινός. Δεν είναι «ερριμμένος» πουθενά στον κόσμο, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, γιατί, με την πιο βαθιά σημασία του όρου, ήταν «πλάνης», ήταν «άστεγος». Ήταν «πλάνης», όπως ο ισραηλιτικός λαός σαράντα χρόνια μέσα στην έρημο- εξ ου και ο όρος «η ουτοπία του ανθρώπινου», που συναντάμε στον Λεβινάς. Ο Πλάνης, στην πιο ριζική σημασία της λέξης, είναι αυτός που δεν βρίσκεται πουθενά, γιατί δεν έχει «εστία». Θυμόμαστε όλοι το παράδειγμα της «καλύβας» του Χάιντεγκερ, που θεωρείται η κατ’ εξοχήν εργασία: το Ενθάδε-είναι ασφαλίζει τον εαυτό του και βρίσκεται ήδη εμπλέγμενο με την «διαδικασία» τού να φτιάξει την στέγη του. Εξαρχής βρίσκεται εμπλεγμένο μ’ αυτή την διαδικασία: να φτιάχνει την καλύβα. Προς τούτο, υπάρχουν και όλα τα λεγόμενα «πρό-χειρα» αντικείμενα γύρω του, τα σφυριά, τα καρφιά, οι σανίδες κ.λπ. Μα ο ταπεινός δεν βρίσκεται εμπλεγμένος σε καμιά απολύτως «δραστηριότητα» (activity). Δεν θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Ο Χάιντεγκερ έλεγε ότι γνωρίζουμε πρωτίστως τα άλλα «Ενθαδε-είναι» από τα έργα τους, τις παρεμβάσεις τους στον κόσμο: αυτή είναι μια καλύβα που έχτισε ένα άλλο Ενθάδε-είναι, αυτό είναι ένα παραμελημένο χωράφι, αυτό είναι ένας δρομίσκος που άνοιξαν στο δάσος, αυτό είναι ερειπωμένο οίκημα κ.λπ. Όλοι, με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους, αφήνουν το αποτύπωμά τους στον κόσμο και τα άλλα «Ενθάδε-είναι» τα γνωρίζουν από αυτά. Μα ο Αγκούτσας δεν αφήνει κανένα αποτύπωμα – η ταπείνωση δεν αφήνει αποτυπώματα. Δεν φτιάχνει τίποτε, δεν είναι ο σκοπός του να κατασκευάσει τίποτε, δεν θέλει να αφήσει το χνάρι του πουθενά. Δεν χαλάει κάτι φτιαγμένο, δεν φτιάχνει κάτι χαλασμένο σ’ αυτό που λέμε «φύση». Το περίεργο είναι ότι ο κόσμος τον σέβεται και πράγματι συμμορφώνεται προς την βαθύτερη θέλησή του: να μην πειράξει τίποτε.

Πώς κατορθώνει ωστόσο και ζει, δίχως αυτή την έλλειψη οποιασδήποτε παρέμβασης εκ μέρους του στον κόσμο; Ήταν «πλάνης», ξαναλέμε, μας λέει το κείμενο. Δεν πρέπει να νομίσει κανείς ότι ήταν ένας οκνηρός, ένας τεμπέλης, αντιθέτως ήταν πολύ εργατικός. Αλλά δεν έκανε «προκρατήσεις», όπως θα έλεγε ο Χούσσερλ, για το μέλλον: ζω στο παρόν, θυμάμαι με τις «ανακρατήσεις» τι συνέβη στο παρελθόν, και με τις «προκρατήσεις» αναμένω αυτό που φαίνεται ότι θα μου συμβεί- ακόμη καλύτερα, μολονότι δεν το λέγει ξεκάθαρα ο Χούσσερλ, κάνω «σχέδια» για το μέλλον. Για τον Αγκούτσα δεν υπάρχουν «προκρατήσεις», δεν υπάρχει μέλλον, αλλά τα πάντα είναι ένα πελώριο παρόν. Καθώς περιέρχεται από την μια καλύβα στην άλλη, από το ένα κατάμερο στο άλλο, άραγε τι να σκέπτεται, τι να βάζει μέσα στο νου του; Ο ταπεινός καταλαβαίνει την ευθραυστότητα του κόσμου. Ο κόσμος δεν είναι για αυτόν το στερρό έδαφος που μπορεί άνετα να πατά και ο απέραντος ορίζοντας που δεν φαίνεται πουθενά να τελειώνει. Έχει λεπτότητα, γιατί τα πάντα είναι για αυτόν ευάλωτα- ακόμη και για να περάσει μέσα από τους θάμνους και τα φρύγανα, θα βρει τρόπο να μην ανοίξει δρόμο.

Δουλειά δεν έχει, δεν είναι ούτε γεωργός, ούτε βοσκός. Πρόκειται για τα πιο αθώα επαγγέλματα, και όμως αυτός δεν θέλει να έχει επ-άγγελμα. Δεν θέλει να αναγγέλλει τίποτε στον κόσμο. Η ίδια η ύπαρξή του είναι το άγγελμα που κομίζει ολούθε- αυτό το λέμε εμείς, οι παρατηρητές του, αλλά αυτός ποτέ δεν θα τολμούσε να κάνει μια τέτοια σκέψη για τον εαυτό του. Πού κοιμάται το βράδυ; Η απάντηση θα ήταν «όπου βρει», αλλά έρχεται ο βαρύς χειμώνας, έρχεται ο χιονιάς, και αυτός και πάλι δεν πάει να βρει κατάλυμα. Σαν το εκκλησάκι της Γλυκοφιλούσας, λικνίζεται από τον μέγα άνεμο, νανουρίζεται. Επιβιώνει όπως το εκκλησάκι: στέκεται όρθιο παρά τους όποιους νόμους της μηχανικής. Ποιος τον φροντίζει όταν αρρωσταίνει, ποιος του δίδει κάτι να φάγει για να στυλωθεί; Θα καταφύγουμε στην Βίβλο της υποτιθέμενης «Οντοθεολογίας», και θα δούμε ότι οι προφήτες και οι άνθρωποι οι δοσμένοι εξολοκλήρου στον Θεό δεν έχουν τέτοια προβλήματα. «Τι θα έκανες, γέροντα, αν δεν ερχόμουν εγώ;», ρώτησε ο άγιος Παϊσιος ένα γεροντάκι, που είχε παραπατήσει και πέσει κάτω, ανήμπορο να σηκωθεί από τα βαθιά γεράματα. «Θα με σήκωνε ο φύλακας άγγελός μου», απάντησε εκείνο, γεμάτο εμπιστοσύνη στον Θεό. «Όταν ξεκινήσετε να κηρύξετε, μη πάρετε μαζί σας τίποτε, ούτε νόμισμα ούτε σακίδιο για τον δρόμο ούτε διπλά ρούχα, ούτε υποδήματα, ούτε ραβδί», είπε ο Κύριος. Και το κείμενο προσθέτει «ούτε τροφή», γιατί «στον εργάτη πρέπει να του δοθεί η τροφή που του αξίζει», είπε ο Χριστός. Θα κάνουμε μια παρένθεση για να θυμηθούμε τον πατρο-Κοσμά τον Αιτωλό, που περιέτρεξε όλη την Ελλάδα, για να σώσει την πατρίδα από τον εκτουρκισμό. Φεύγοντας από την Φιλοθέου, στο Άγιο Όρος, δεν πήρε μαζί του τίποτε, μόνο το ζωστικό που φορούσε, κι ένα σκαμνί, για να του θυμίζει τον θάνατο!

Ο Αγκούτσας λοιπόν, ακολουθώντας χωρίς να το γνωρίζει αυτή την παράδοση, τρέφεται από το λίγο «ξινόγαλα» που του έδιναν οι τσομπάνηδες. Όταν ο Άγιος Ζωσιμάς συνάντησε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, για να πάει να την κοινωνήσει και να την κηδέψει, αυτή του είπε κάποια στιγμή να φάνε. Πήρε δυο-τρία σπυριά σιτάρι και είπε: «Αρκεί». Και το πιο βασικό, αυτό που πρέπει να επαναλάβουμε πάλι, είναι ότι ο Αγκούτσας είναι ταπεινός- η ταπείνωση η καινή οντολογική κατηγορία. Όταν οι τσομπάνηδες τον χρειάζονται, κάθεται να βοηθήσει, όταν τον διώχνουν, δεν θυμώνει, ούτε παραπονιέται. Ούτε λέγει τίποτε «αδιάκριτο», για να μην προσβάλει ή στενοχωρήσει το κατ’ ελάχιστον τον συνομιλητή του: «Καλά που μου το θύμισες», έλεγε, και προσποιούταν ότι θα πάει να βγάλει πεταλίδες και καβούρια, αλλά αυτός πήγαινε κάπου αλλού, σε έναν άλλο γεωργό ή τσομπάνη.

Ο Αγκούτσας βρίσκεται διαρκώς με «κόσμο», βρίσκεται μέσα στα μαντριά και τα χωράφια, παρέα με τους αφεντάδες του, και όμως, αυτός δεν συναναστρέφεται, κατά την ορολογία του Χάιντεγκερ, τους «πολλούς». Ακόμη και με πολύ κόσμο, μπορείς να είσαι άγιος, έλεγε ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, που διαρκώς συνωστιζόταν από πλήθη. Η ταπείνωση του Αγκούτσα είναι, όπως είπαμε, η μεγάλη αρετή. Ένας ασκητής στο Άγιο Όρος πήγαινε για να ζητιανέψει ψωμί στα Μοναστήρια. Έλεγε: «Εγώ σκύλος είμαι. Αν θέλεις, μου ρίχνεις λίγο φαϊ, αν δεν θέλεις, με διώχνεις». Δεν τον πείραζε που τον έδιωχναν. Παρομοίως και ο Αγκούτσας, δεν αντιδρά όταν τον διώχνουν. «Καλά που μου του θύμισες», λέγει.

«Την ημέραν εκείνην, λέγει το διήγημα, συνέβη ο Αγκούτσας να ενθυμηθή τον Στάθην τον Μπόζαν. Και αφού τον ενθυμήθη, ήλθε να τον επισκεφθή». Βρήκε την παρέα των έξι-εφτά ανθρώπων, συγκεντρωμένων πέριξ του Στάθη, να προβληματίζονται για το ζήτημα. Μόλις είδε και τις βραχωμένες κατσίκες, αμέσως είπε: «Τι μ’ δίνεις, Στάθη, να κατιβώ εγώ να σ’ τα ανεβάσω;». Το περίεργο είναι ότι ο ήρωας δεν νιώθει απολύτως κανένα φόβο. Θεωρεί αυτό που τρομάζει τους άλλους τόσο πολύ, σαν το πιο εύκολο πράγμα στο κόσμο. Ο Στάθης λέγει ότι θα κατέβει αυτός, αλλά ο Αγκούτσας, που διακρίνει τον τρομερό φόβο στο βλέμμα του, του απαντά: «Τουλόου σ’, Στάθη, έεις γ’ναίκα και πιδιά… Άφσε να κατιβώ ιγώ απ’ δεν έχου στον ήλιο μοίρα». Θα ήταν λάθος να σκεφθεί κανείς ότι ο ήρωας θέλει να κατέβει γιατί, εφόσον δεν έχει γυναίκα και παιδιά, ακόμη και να σκοτωθεί, δεν πειράζει. Μπορεί να μιλά έτσι ο Αγκούτσας, αλλά, επαναλαμβάνουμε, θέλει να κατεβεί, γιατί δεν φοβάται απολύτως τίποτα. Και γιατί δεν φοβάται; Γιατί είναι ο μόνος που έχει δικαίωμα να μην φοβάται.

Και γιατί είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να μη φοβάται; Στο σημείο αυτό σημαντική είναι η μορφή του παπα-Μπεφάνη, του πολύ ευσεβή και αγιασμένου ιερέα, που ήρθε εκεί, πριν τον Αγκούτσα, για να κάνει εσπερινό στο ξωκλήσι.  «Την στιγμήν εκείνην έφθασε και ο παπα-Μπεφάνης, με την λευκήν του γενειάδα, με το κοντόν τρίχινον ράσον του, και με το μαύρο σάλι του περί τον λαιμόν. Έμαθε το συμβάν, ήκουσε το σχέδιον του Στάθη (να κατεβεί στον κρημνό), κ’ έσεισε την κεφαλήν». Ο προφητικός στην όψη ιερέας είπε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μεγάλη «αποκοτιά». Παρατηρεί την θεια-Αρετή την «Αχρόνιαστη», που πάλι πάει να βάλει σε κίνδυνο τον Στάθη, λέγοντας, «-Αμμή σαν το αποφασίσης, γυιε μ’, κάμε το σταυρό σ’ και τάξε τίποτε στην Παναγιά, να σε φυλάξη» -την παρατηρεί λοιπόν λέγοντάς της ότι «Δεν είναι πρέπον να παρακινούμεν τους άλλους να τάζουν… Το τάξιμο είναι προαιρετικόν… Μα ας είναι, αν ήθελε να κάμη καμμιά λειτουργία…». Ο αφηγητής σχολιάζει ότι αυτή την τελευταία κουβέντα ο ιερέας την είπε «παραπονετικώς» κι έπειτα επανέλαβε: «-Και το καλύτερο που έχει να τάξη κι αυτός κι όλοι τους είναι να μην αφήνουν τα γίδια τους να μβαίνουν μέσα εις τα ξωκλήσια και να τα γεμίζουν βιρβιλιές… Να είναι προσεκτικώτεροι και να έχουν περισσότερον σέβας… Να μην πατούν τα ξένα κτήματα με τα κοπάδια τους και τρώγουν τις ελιές και τα θηλιάσματα των χριστιανών. Αυτά πρέπει να τάξη». Ο παπα-Μπεφάνης ελέγχει ήρεμα τον Στάθη. Τελικά, ο ιερέας δεν τον προτρέπει ρητά να κατεβεί, επειδή ο Στάθης του λέγει «τάζω». Στην κολλυβαδική και εν γένει ασκητική παράδοση, τέτοιες παράτολμες αλλά υποτιθέμενες με ευσέβεια γινόμενες πράξεις, είναι μάλλον αποφευκτέες. Στην Κλίμακα αναφέρεται ότι δυο μοναχοί θέλησαν να πάνε κάπου μακριά, για μια ευσεβή πράξη, αλλά σκέφθηκαν ότι στον δρόμο παραμονεύουν ληστές και μπορεί να τους σκοτώσουν. «Πάμε και ο Θεός θα μας προστατεύσει» είπαν και ξεκίνησαν. Αλλά στον δρόμο τούς βρήκαν όντως ληστές και τους σκότωσαν. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος σχολιάζει ότι για να προβείς σε τέτοιες παράτολμες ευσεβείς πράξεις πρέπει να διαθέτεις και την ανάλογη αρετή.   

Ο ιερέας, κάνει εντύπωση στο διήγημα, ούτε αποτρέπει τον Στάθη να κατεβεί ούτε βέβαια τον προτρέπει. Τον αφήνει ελεύθερο. Είναι τρομερή η διάκριση των ασκητών. Του δίνει βέβαια την ευχή του, μόλις αυτός το αποφασίζει, αλλά –το λέγει λίγο παρακάτω στο διήγημα- αυτός στρέφεται στην προσευχή. «Κι λες, παπά μ’, σαν πάθω τίποτα, θα πάω κολασμένος;», ρωτά ο Στάθης. Αυτό που έρχεται να τον φύλαξη είναι ο φόβος για την Κόλαση. «-Αυτό ο Θεός το ξέρει, είπεν ο ιερεύς. Εσείς, οι πλειότεροι, είσθε αλιβάνιστοι. Δεν ζυγώνετε σ’ εκκλησία!». Και ο παπα-Μπεφάνης παρατηρεί ότι κανείς τους δεν πήγε να εξομολογηθεί αυτές τις εορταστικές μέρες- βρισκόμαστε στο βράδυ της δεύτερης μέρας των Χριστουγέννων.

Και τότε έρχεται ο Αγκούτσας. Είπαμε για την μορφή του αρκετά. Προσφέρεται να κατεβεί, αρκεί να του δώσει ο Στάθης την «Ψαρή»- την μια αίγα. Κι ο Στάθης απαντά ότι δεν μπορεί να του την δώσει γιατί την έταξε στην «Παναγία», στην Γλυκοφιλούσα. Δεν έλεγε ακριβώς την αλήθεια. Την έταξε μεν, αλλά «ασημένια». Τσιγκουνεύτηκε να δώσει την πραγματική γίδα. «Ο Αγκούτσας έδειξε ότι δεν ενόει», σχολιάζει ο αφηγητής. Είναι σημαδιακό ότι και με το αίτημά του αυτό ο Αγκούτσας προτρέπει τον Στάθη να σταθεί γενναιόδωρος και να μην κοροϊδεύει την Παναγιά. Τότε ο Αγκούτσας ζητά την άλλη γίδα, πιο πολύ, όπως λέγει για να την «ξεφαντώσουν» με την παρέα κάποιο μεσημέρι εκεί. Ούτε και σ’ αυτή την πρόσκληση ανταποκρίνεται θετικά ο Στάθης, που φαίνεται ισχυρογνώμων και ετοιμάζεται να κατεβεί.

                                              ***************

Το διήγημα τελειώνει με την κατάβαση του Στάθη στον γκρεμό, που μοιάζει με μια κατάβαση στον Άδη. Ο Άδης στην ορθόδοξη πατερική διδασκαλία είναι μια οντολογική κατάσταση- δεν σημαίνει απλά «Κόλαση». «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι», είπε ο Χριστός στον άγιο Σιλουανό. Κατά κάποιο τρόπο, το αντίστοιχο του Άδη στην χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία είναι το «μηδέν». Ο Γερμανός φιλόσοφος ρωτά το τρομερό ερώτημα «γιατί να υπάρχει το ον και να μην υπάρχει το μηδέν;». Μιλά για την «nothingness» («μηδενικότητα»). Αυτή δεν είναι απλώς απουσία οποιουδήποτε πράγματος, αλλά μια θεμελιώδης πλευρά του πώς αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το Είναι. Το Ενθάδε-είναι κατά τον Χάιντεγκερ είναι το μόνο ον που ρωτά για το ίδιο του το είναι. Αυτό σημαίνει ότι τα ανθρώπινα όντα είναι τα μόνα ικανά να διερωτώνται για την ύπαρξή τους και, όπως είπαμε, για το νόημα του Είναι. Ερχόμαστε σε επαφή με την «μηδενικότητα» μέσω της «anxiety» (αγωνία, άγχος), η οποία και μας αποκαλύπτει την θεμελιώδη «groundlessness» («έλλειψη θεμελίου», «ανεδαφικότητα») της υπάρξεώς μας. Αυτή η έλλειψη θεμελίου είναι στην πραγματικότητα ο Άδης- είναι η τρομερή συνάντηση, πρόσωπο προς πρόσωπο, με το μη-είναι.

Ο Στάθης λοιπόν καθώς κατεβαίνει στον γκρεμό- και αυτό γίνεται κατορθωτό στην ουσία χάρη στην παρουσία του Αγκούτσα, που δρα ως «καταλύτης» για να ανελιχθεί υπαρκτικά ο Στάθης-, αισθάνεται όλο τον ζόφο του Άδη. Είναι σημαντικό να προσθέσουμε ότι και ο Αγκούτσας, που, όπως λέγει ο αφηγητής, «δεν εμνησικάκει», βοηθά τον Στάθη να κατεβεί με το σκοινί στον γκρεμό. «Τρεις άνδρες… εκαλουμάρισαν σιγά-σιγά τον Στάθην εις το ιλιγγιώδες κενόν, εις τον τρομακτικόν κρημνόν, εις την αιώραν της αβύσσου», γράφει ο Παπαδιαμάντης. Διεξάγεται μια πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Κάποια στιγμή ο ένας άνδρας προφέρει την λέξη «διάολε», και ο Αγκούτσας τον διορθώνει: «Σιώπα, μη βλαστημάς∙ λάσκα, λάσκα». Ο Στάθης κατεβαίνει, χτυπά πάνω στον γκρεμό, σφίγγει τα δόντια, κλείνει τα μάτια, φθάνει στις γίδες, και για δέκα λεπτά μένει μόνος του, χωρίς τα δυο ζωντανά του. «Κατά τα δέκα ταύτα λεπτά υπέφερε φοβερώς. Ο ίλιγγος ήρχισε να τον καταλαμβάνη. Έκλειε τα όμματα διά να μη ζαλίζεται. Έσφιγγε τα δόντια. Έλεγε το Πάτερ ημών, το Θεοτόκε Παρθένε, και δύο ακόμη προσευχάς, όσας ήξευρε». Και η περιγραφή συνεχίζεται: «Ο άνεμος, ο σφοδρός άνεμος του μεγάλου κενού και του πελάγους, εφύσα μετά βοής εις τα ώτα του. Ανέπνεε δυνατά, ήσθμαινε, και η καρδία του έπαλλεν, έπαλλε σφοδρώς». Και λίγο πιο κάτω, καθώς οι άνδρες τον τραβούν, «ο Στάθης ανέπεμψεν ένθερμον, εσχάτην προσευχήν, προσευχήν αγωνίας, εκρατήθη με τρεμούσας χείρας από το σχοινίον και αφέθη εις το κενόν». Αυτή η φράση είναι σημαδιακή: «αφέθη εις το κενόν». Δεν πρόκειται για ψυχολογισμό. Η Φαινομενολογία εδώ, και μάλιστα ο Χάιντεγκερ, μπορεί να περιγράψει καλύτερα τα πράγματα. Είναι το κενό της «anxiety», για την οποία μιλήσαμε, είναι η διάνοιξη, τόσο τρομερή όσο οι ωδίνες του τοκετού, του Στάθη, από το μη-είναι στο Είναι.

                                  ***************

Ο Στάθης σώζεται, καθώς, όση ώρα κατέβαινε, ο παπα-Μπεφάνης με τον ψάλτη τού έψελναν την Παράκληση της Παναγίας. Και πια, έχοντας διανοιχθεί στον κόσμο του Είναι, μέσω της υπαρκτικής «αγωνίας», θυσιάζει ένα κατσικάκι για να γλεντήσει η παρέα τον σωσμό του.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Παπαδιαμάντης") είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ