Πατέρα στο σπίτι / Το χριστόψωμο (Αλ. Παπαδιαμάντη)

0
882

Ο Παπαδιαμάντης είναι διαχρονικός. Που σημαίνει αξίζει να τον διαβάζει κανείς πάλιν και πολλάκις. Γιατί δεν καμώνεται, αλλά είναι. Κι έχουμε ανάγκη κι εμείς να είμαστε, οπότε ψάχνουμε βοηθούς πάνω στην προσπάθειά μας αυτή. Οι ιστορίες του σφύζουν από ζεστασιά. Όσο δραματικές κι αν είναι, όσο πόνο κι αν περιέχουν, σου αφήνουν χώρο να μπεις να ξεκουραστείς κι εσύ μέσα σ’ αυτές. Δεν σε διώχνουν, δεν σε προσβάλλουν. Και η γλώσσα του. Σε γυρνά στα εξ ων συνετέθης. Άμα δεις ότι δεν καταλαβαίνεις μια λέξη και ψάξεις να βρεις το νόημά της, τότε σου αποκαλύπτεται η λέξη και αποκαλύπτει κι εσένα μαζί. Ποιος είσαι και πού πας.

Λίγα λόγια για το έργο

Στην αρχή του διηγήματος «Πατέρα στο σπίτι», ένα πεντάχρονο παιδί πάει στον μπακάλη να ζητιανέψει λίγο λάδι και όταν το ρωτάει ο μπακάλης γιατί, του απαντάει αφοπλιστικά «γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι». Εξ αφορμής της σπαρακτικής αυτής κατάθεσης ενός αθώου παιδιού, ξεδιπλώνεται το δράμα μιας οικογένειας. Της οικογένειας του Μανώλη και της Γιαννούλας. Που παντρεύτηκαν προ εννέα ετών και απέκτησαν πέντε τέκνα. Μιας οικογένειας που η φτώχεια και οι ανθρώπινες αδυναμίες έμελλε να χτυπήσουν καίρια.

«Το Χριστόψωμο» από την άλλη, ξεκινά με την παρουσίαση μιας νέας κοπέλας, της Διαλεχτής, που ενώ είναι παντρεμένη με τον καπετάν Καντάκη εδώ και επτά χρόνια, δεν έχει αποκτήσει παιδί. Θα θεωρηθεί στείρα, θα εγείρει την αντιπάθεια της πεθεράς της, και δι’ αυτής της αντιπάθειας της πεθεράς θα μολυνθεί και αυτή η αγάπη του συζύγου της προς αυτήν. Την παραμονή κάποιων Χριστουγέννων όμως, όλα θα αλλάξουν όταν η πεθερά θα προσέλθει στο σπίτι του ζευγαριού φέροντας επιτέλους δώρο: «εν χριστόψωμο».

Τα στοιχειώδη τρόφιμα, λίγο λάδι στο ένα διήγημα και λίγο ψωμί στο άλλο διήγημα, θα σταθούν οι αφορμές, οι καταλύτες, για να μας εκμυστηρευτεί ο Παπαδιαμάντης δυο ιστορίες ανθρώπινες, φορέων του ανθρωπίνου πόνου, του πόνου που μεταμορφώνεται, που αλλάζει πρόσωπα, που αλλάζει τόπους και χρόνους, που μας ξεπερνά στην εφευρετικότητα και την απολυτότητά του, αλλά και που πάντοτε αφήνει μια μικρή ακαταίσχυντη ελπίδα, να κατατροπωθεί επ’ ελπίδι αναστάσεως.

Τα δύο διηγήματα εκτυλίσσονται ταυτόχρονα επί σκηνής, και με τη συμμετοχή όλων των ηθοποιών από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης. Η αφήγηση των δύο διηγημάτων δηλαδή ξεκινά μαζί, και η πλοκή του καθενός προχωρά παράλληλα με την πλοκή του άλλου, κάνοντας το θεατή να παρακολουθεί ταυτόχρονα την εξέλιξη των δύο ιστοριών. Η παράσταση δηλαδή δεν αποτελείται από δύο μέρη, παρουσιάζοντας δύο διηγήματα του Παπαδιαμάντη ανεξάρτητα, αλλά δημιουργεί μια νέα υπερ-πλοκή, αποτελούμενη από τις δύο επιμέρους πλοκές. Ο θεατής καλείται να μπαινοβγαίνει στις επιμέρους ατμόσφαιρες των διηγημάτων, να μένει συνεχώς σε εγρήγορση, να κορυφώνει τις αγωνίες του από σκηνή σε σκηνή για να καθαρθεί στο τέλος ταυτόχρονα από τη διπλή λύση των δύο δραμάτων, που είναι και λύση τελικά του ενιαίου δράματος. Όλα τα δράματα των ανθρώπων άλλωστε, με κρυφές μυστικές συνδέσεις καταλήγουν στην ίδια μία αγωνία, την περί υπάρξεως.

Η γλώσσα του κειμένου είναι η πρωτότυπη και έχει κρατηθεί αυτούσια.

Θεατρική Ομάδα to_tserki

Κείμενο:

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σκηνοθεσία, Υποκριτική διδασκαλία, Κίνηση:

Απόλλων Δρικούδης

Σχεδιασμός και εικαστικό αφίσας/ προγράμματος:

Μαρία Δημόκα

Οργάνωση παραγωγής:

Θεατρική ομάδα «το τσέρκι»

Ηθοποιοί:

Μαρία Αγγελοπούλου

Νίνα Γιαζιτζή

Χρήστος Γκουτσίδης

Βασιλική Καλούση

Μαρία Καραδημήτρα

Μαρία Κυριακού

Έλσα Μητσούλη

Θεολένια Ξανθάκη

Χρήστος Σιδηράς

Γεωργία Σιώπη

 

Στην παράσταση ακούγεται το μουσικό κομμάτι Valse Isabelle του Μάριου Στρόφαλη

Διάρκεια παράστασης 1 ώρα και 10 λεπτά χωρίς διάλειμμα

 

Βιογραφικό το τσέρκι 

Η θεατρική ομάδα «το τσέρκι» δημιουργήθηκε το 2012 υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Απόλλωνα Δρικούδη. Πρόκειται για ομάδα αποκλειστικά νέων σε ηλικία ηθοποιών που εμπλουτίζεται ή αναδιαμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε θεατρικής παραγωγής. Από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα λειτουργεί αδιάλειπτα και έχει ανεβάσει τις θεατρικές παραστάσεις: «Τα δικά μας παραμύθια, 16 μύθοι για 17 ηθοποιούς» (2013), «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» (2014), «Γη των ανθρώπων» (2016), «Γκόλφω» (2018) και «Πατέρα στο σπίτι / Το χριστόψωμο» (2022).

Βιογραφικό Απόλλων Δρικούδης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1982. Σπούδασε υποκριτική στην Ανώτερη Δραματική Σχολή «Ανδρέας Βουτσινάς» με ανανεούμενη υποτροφία και αποφοίτησε με Άριστα. Συνέχισε τις θεατρικές του σπουδές στο Λονδίνο για ένα χρόνο, με σεμινάρια, masterclasses, μαθήματα υποκριτικής και τεχνικών θεάτρου. Στη συνέχεια αποφοίτησε από το Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ, με κατεύθυνση Σκηνοθεσίας. Είναι επίσης απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής ΑΠΘ.

Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά τόσο με το θέατρο όσο και με το τραγούδι και το χορό. Στο θέατρο συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες: Κ. Αθυρίδη, Γ. Αναστασάκη, Κ. Αργυρόπουλο, Ε. Δημοπούλου, Θ. Μοσχόπουλο, Ν. Κοντούρη, Στ. Κραουνάκη, Γ. Παρασκευόπουλο, Ι. Σιδέρη, Σ. Σπυράτου. Στο χορό με τους χορογράφους: M. Osanai, Κ. Γεράρδο, Α. Μίκου.

Το 2012, με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, δημιουργεί τη θεατρική ομάδα «το τσέρκι», της οποίας είναι και καλλιτεχνικός υπεύθυνος.

Έχει σκηνοθετήσει τις θεατρικές παραστάσεις: «Τα δικά μας παραμύθια, 16 μύθοι για 17 ηθοποιούς» (2013), «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» (2014), «Γη των ανθρώπων» (2016), «Γκόλφω» (2018) και «Πατέρα στο σπίτι / Το χριστόψωμο» (2022).

Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη ως οδοντίατρος, ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Σκηνοθετικό σημείωμα

Όταν καταπιάνεται κανείς με μεγάλα κείμενα σαν αυτά του Παπαδιαμάντη, ακούγεται μυστικά το «στώμεν καλώς». Ας σταθούμε με ευλάβεια. Με προσοχή. Είναι κείμενα που μας ξεπερνάνε, και που πρέπει να ταπεινωθεί κανείς για να τα αφουγκραστεί. Να επιχειρήσει εκείνος να μπει στον κόσμο τους και όχι το αντίστροφο, όχι με έπαρση και ευκολία να τα φέρει στον δικό του κόσμο, στα μέτρα του.

Στο ένα διήγημα η οικογένεια υποφέρει από τη φτώχια, έχει πολλά παιδιά. «Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο». Στο άλλο διήγημα, η οικογένεια υποφέρει που δεν έχει κανένα παιδί. Μα τι θέλουμε επιτέλους;

Το ένα διήγημα ξεκινά με ένα πενταετές παιδίον που ζητιανεύει λάδι. Το άλλο διήγημα κορυφώνεται με μια γραία που χαρίζει άρτο. Παιδίον και γραία. Τα όρια της ζωής. Λάδι και άρτος. Τα στοιχειώδη επάνω στο τραπέζι των ανθρώπων.

Πώς τσαλακώνονται οι ζωές των ανθρώπων; Ξεκινά η ζωή με τις καλές προϋποθέσεις και μετά χτυπά η δυστυχία. Άλλοτε τυχαία: «Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ονομάζετο, αν ήτο στείρα και άτεκνος»; Δεν έπταιεν. Η τύχη την διάλεξε, και ο Παπαδιαμάντης της δίνει το όνομα Διαλεχτή. Άλλοτε καθόλου τυχαία: στο διήγημα της φτωχής οικογενείας, ο πατέρας «διήρχετο εν κραιπάλη», οπότε και του αναλογεί ευθύνη.

Μου αρέσει που ο Παπαδιαμάντης δεν δίνει την ακριβή χρονολογία στη μια διήγηση ούτε την ακριβή οδό του παντοπωλείου στην άλλη. Πάει να πει πως θα μπορούσε να είναι και αλλού και άλλοτε. Ξεκινά το πρώτο γράμμα της λέξης και αφήνει αποσιωπητικά. Καθιστά τις διηγήσεις μη εντοπισμένες, διάχυτες, επαναλαμβανόμενες, βαθιά ανθρώπινες.

 

Ο Παπαδιαμάντης κάνει έναν συγκλονιστικό παραλληλισμό. Μας θυμίζει την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου. Όπου ο πλούσιος, όταν πεθαίνει, καίγεται στον άλλον κόσμο, και παρακαλεί, εκείνος πια, τον φτωχό Λάζαρο – όλα αντιστρέφονται και ανάποδα έρχονται προς αντίθετες κατευθύνσεις – τον παρακαλεί να του στάξει μια σταξιά νερού στη γλώσσα για να δροσιστεί. Ε, και το μικρό παιδί που ζητιανεύει μια σταξιά λάδι στο γυαλί, θα έρθει ο Παπαδιαμάντης να μας πει προειδοποιητικά και συνάμα λυτρωτικά, πως θα είναι στον άλλο κόσμο άξιο να στάξει «μιαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη».

Και θέλησα να ακούγεται η παραβολή στην παράσταση. Ξανά και ξανά. Μπας και καταλάβω το τι διακυβεύεται πια εδώ που ζούμε.

Κάνει εντύπωση το ότι στην παραβολή το όνομα του πλουσίου δεν σώζεται. Ενώ τον φτωχό τον ξέρουμε – είναι ο Λάζαρος. Απέκτησε όνομα και το κράτησε στην αιωνιότητα. Και είναι σημαντικό να έχεις όνομα, να έχεις πρόσωπο, να μη χαθείς οριστικά. Και στο κείμενο του Παπαδιαμάντη, το όνομα του παιδιού στην αρχή δεν αποκαλύπτεται. Μόνον φτάνοντας στο τέλος τέλος, το ονομάζει, και θαρρείς πως έτσι το αναγορεύει, το λαμπρύνει, και το σώζει για πάντα.

 

Ζητώ στην παράσταση από τους ηθοποιούς να ξυπνούν μέσα από έναν εφιάλτη. Και έτσι να γίνεται η μετάβαση από τη μία ιστορία στην άλλη. Μέσα από έναν εφιάλτη που είδαν. Που καμιά φορά εύχεσαι η τραγικότητα της ζωής να μην είναι αληθινή, να είναι ένα ψέμα, να είναι εφιάλτης. Ξυπνούν λοιπόν, με την ελπίδα κάθε φορά να ξυπνήσουν σε μια καλύτερη εκδοχή της ιστορίας, σε μια καλύτερη εκδοχή της ζωής. Και τι γίνεται ωστόσο όταν μεταβαίνεις από εφιάλτη σε εφιάλτη, από τη μια ζοφερή ιστορία στην άλλη; Τότε ζεις και αναπνέεις περιμένοντας όχι μια πρόσκαιρη λύτρωση, αλλά μια ουσιαστική λύτρωση, μια παταγώδη λύτρωση εφ’ όλης της ύλης.

Όλα μπορεί να είναι σαν εφιάλτης, όλα μπορεί και να είναι τελικά εφιάλτης, το ξύπνημα από τον εφιάλτη μπορεί να καταισχύνει και να οδηγεί πάλι σε νέο εφιάλτη, αλλά να, ακούγεται ήδη το «θρήνου ο καιρός πέπαυται, μη κλαίετε». Ακούγεται όλο και πιο δυνατά.

Ιανουάριος 2022

Σκηνοθετικό σημείωμα

Όταν καταπιάνεται κανείς με μεγάλα κείμενα σαν αυτά του Παπαδιαμάντη, ακούγεται μυστικά το «στώμεν καλώς». Ας σταθούμε με ευλάβεια. Με προσοχή. Είναι κείμενα που μας ξεπερνάνε, και που πρέπει να ταπεινωθεί κανείς για να τα αφουγκραστεί. Να επιχειρήσει εκείνος να μπει στον κόσμο τους και όχι το αντίστροφο, όχι με έπαρση και ευκολία να τα φέρει στον δικό του κόσμο, στα μέτρα του.

Στο ένα διήγημα η οικογένεια υποφέρει από τη φτώχια, έχει πολλά παιδιά. «Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο». Στο άλλο διήγημα, η οικογένεια υποφέρει που δεν έχει κανένα παιδί. Μα τι θέλουμε επιτέλους;

Το ένα διήγημα ξεκινά με ένα πενταετές παιδίον που ζητιανεύει λάδι. Το άλλο διήγημα κορυφώνεται με μια γραία που χαρίζει άρτο. Παιδίον και γραία. Τα όρια της ζωής. Λάδι και άρτος. Τα στοιχειώδη επάνω στο τραπέζι των ανθρώπων.

Πώς τσαλακώνονται οι ζωές των ανθρώπων; Ξεκινά η ζωή με τις καλές προϋποθέσεις και μετά χτυπά η δυστυχία. Άλλοτε τυχαία: «Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ονομάζετο, αν ήτο στείρα και άτεκνος»; Δεν έπταιεν. Η τύχη την διάλεξε, και ο Παπαδιαμάντης της δίνει το όνομα Διαλεχτή. Άλλοτε καθόλου τυχαία: στο διήγημα της φτωχής οικογενείας, ο πατέρας «διήρχετο εν κραιπάλη», οπότε και του αναλογεί ευθύνη.

Μου αρέσει που ο Παπαδιαμάντης δεν δίνει την ακριβή χρονολογία στη μια διήγηση ούτε την ακριβή οδό του παντοπωλείου στην άλλη. Πάει να πει πως θα μπορούσε να είναι και αλλού και άλλοτε. Ξεκινά το πρώτο γράμμα της λέξης και αφήνει αποσιωπητικά. Καθιστά τις διηγήσεις μη εντοπισμένες, διάχυτες, επαναλαμβανόμενες, βαθιά ανθρώπινες.

Ο Παπαδιαμάντης κάνει έναν συγκλονιστικό παραλληλισμό. Μας θυμίζει την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου. Όπου ο πλούσιος, όταν πεθαίνει, καίγεται στον άλλον κόσμο, και παρακαλεί, εκείνος πια, τον φτωχό Λάζαρο – όλα αντιστρέφονται και ανάποδα έρχονται προς αντίθετες κατευθύνσεις – τον παρακαλεί να του στάξει μια σταξιά νερού στη γλώσσα για να δροσιστεί. Ε, και το μικρό παιδί που ζητιανεύει μια σταξιά λάδι στο γυαλί, θα έρθει ο Παπαδιαμάντης να μας πει προειδοποιητικά και συνάμα λυτρωτικά, πως θα είναι στον άλλο κόσμο άξιο να στάξει «μιαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη».

Και θέλησα να ακούγεται η παραβολή στην παράσταση. Ξανά και ξανά. Μπας και καταλάβω το τι διακυβεύεται πια εδώ που ζούμε.

Κάνει εντύπωση το ότι στην παραβολή το όνομα του πλουσίου δεν σώζεται. Ενώ τον φτωχό τον ξέρουμε – είναι ο Λάζαρος. Απέκτησε όνομα και το κράτησε στην αιωνιότητα. Και είναι σημαντικό να έχεις όνομα, να έχεις πρόσωπο, να μη χαθείς οριστικά. Και στο κείμενο του Παπαδιαμάντη, το όνομα του παιδιού στην αρχή δεν αποκαλύπτεται. Μόνον φτάνοντας στο τέλος τέλος, το ονομάζει, και θαρρείς πως έτσι το αναγορεύει, το λαμπρύνει, και το σώζει για πάντα.

Ζητώ στην παράσταση από τους ηθοποιούς να ξυπνούν μέσα από έναν εφιάλτη. Και έτσι να γίνεται η μετάβαση από τη μία ιστορία στην άλλη. Μέσα από έναν εφιάλτη που είδαν. Που καμιά φορά εύχεσαι η τραγικότητα της ζωής να μην είναι αληθινή, να είναι ένα ψέμα, να είναι εφιάλτης. Ξυπνούν λοιπόν, με την ελπίδα κάθε φορά να ξυπνήσουν σε μια καλύτερη εκδοχή της ιστορίας, σε μια καλύτερη εκδοχή της ζωής. Και τι γίνεται ωστόσο όταν μεταβαίνεις από εφιάλτη σε εφιάλτη, από τη μια ζοφερή ιστορία στην άλλη; Τότε ζεις και αναπνέεις περιμένοντας όχι μια πρόσκαιρη λύτρωση, αλλά μια ουσιαστική λύτρωση, μια παταγώδη λύτρωση εφ’ όλης της ύλης.

Όλα μπορεί να είναι σαν εφιάλτης, όλα μπορεί και να είναι τελικά εφιάλτης, το ξύπνημα από τον εφιάλτη μπορεί να καταισχύνει και να οδηγεί πάλι σε νέο εφιάλτη, αλλά να, ακούγεται ήδη το «θρήνου ο καιρός πέπαυται, μη κλαίετε». Ακούγεται όλο και πιο δυνατά.

Ιανουάριος 2022

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ