To τρίτο παιδί

0
92

Άγγελος Καλογερόπουλος

Λίγο κάτω ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς παλιᾶς μας πόλης ζοῦσε μιὰ οἰκογένεια ποὺ τὴν κοροϊδεύανε ὅλοι. Ἦταν ἡ οἰκογένεια Παλαιολόγου. Λόγω ἐπιθέτου ἰσχυρίζονταν ὅτι κατάγονταν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορα τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης σκορπίστηκε ἡ οἰκογένεια καὶ τὸ δικό της παρακλάδι βρέθηκε στὴν πόλη μας. Μιὰ μακρινὴ προγιαγιά τους, λένε, εἶχε ἀγαπήσει ἕναν Τοῦρκο καὶ τὴν κρεμάσανε στὸν μεγάλο πλάτανο ποὺ εἶναι στὴν εἴσοδο τοῦ κάστρου. Ἕνας ἄλλος πρόγονός τους, πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ποὺ ταξίδεψε στὴν Εὐρώπη εἶχε παντρευτεῖ μιὰ Γαλλίδα. Ἀκόμα κυκλοφοροῦν ἀνέκδοτα γιὰ τὰ γαλλικὰ καὶ τὸ πιάνο τῆς νεοφερμένης –τότε- νύφης. Ὁ γιὸς αὐτοῦ τοῦ ζευγαριοῦ παντρεύτηκε μιὰ πολίτισσα καὶ χαιρόταν ἡ οἰκογένεια γιὰ τὴν ἐπανασύνδεσή της, τρόπον τινά, μὲ τὸ χαμένο αὐτοκρατορικὸ μεγαλεῖο. Ὁ δικός τους γιὸς τώρα ἐκεῖ στὴ δεκαετία τοῦ ’60 τἄμπλεξε μὲ μιὰ γερμανίδα καὶ ζήσανε γιὰ κάμποσο καιρὸ ἐκεῖ ἔξω μέχρι ποὺ ξαναγύρισαν κι ὅλο γκρίνιαζαν γιὰ τὸ πόσο ἄξεστοι εἴμαστε ἐμεῖς ἐδῶ καὶ πόσο προοδευμένοι ἦταν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ ἔξω. Ὁ λόγος λοιπὸν ποὺ τοὺς κοροϊδεύανε ἤτανε ἀφ’ἑνὸς μὲν ἡ πατροπαράδοτη ὑπεροψία τους ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ ὑποτιμοῦν κάθε τὶ ντόπιο, ἀλλὰ καὶ ἡ ζήλεια τῶν ἄλλων ποὺ νιώθανε καπως μειονεκτικὰ σὰν ἐπαρχιῶτες ποὺ ἦταν.

Ἡ νῦν οἰκογένεια ποὺ κατοικεῖ ἀκόμα στὴν πόλη μας –καθὼς οἱ περισσότεροι ξενιτεύτηκαν ἄλλοι στὴν πρωτεύουσα, ἄλλοι στὴν Εὐρώπη κι ἄλλοι στὴν Ἀμερικὴ ἢ τὴν Αὐστραλία- ἦταν ὁ Κωνσταντίνος, ὅπως προτιμοῦσε νὰ τὸν φωνάζουν, ποὺ παντρεύτηκε μιὰ ντόπια ἀρβανίτισσα. Δὲν θὰ εἶχε καμιὰ σημασία νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἦταν ἀρβανίτισσα, ἂν ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντίνος δὲν τὴν πείραζε συχνὰ γιὰ τὴν ταπεινὴ καταγωγή της –σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ δική του- κι ἂν δὲν τῆς εἶχε ἀπαγορεύσει νὰ μιλᾶ τὰ ἀρβανίτικα τουλάχιστον μέσα στὸ σπίτι. Ἰδιαίτερα μάλιστα ὅταν ἀντελήφθη ὅτι μποροῦσε νὰ συνεννοεῖται ἄνετα μὲ κάποιους ἀλβανοὺς μετανάστες.  Ὁ Κωνσταντίνος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν παράδοση τῆς οἰκογένειας, δὲν κατάφερε νὰ μορφωθεῖ, ὄχι τόσο ἐπειδὴ δὲν τἄπαιρνε τὰ γράμματα, ὅσο γιατὶ τὰ εἶχε ἀπαξιώσει καθὼς τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο τὸ χρῆμα. Ἐνῶ ἡ οἰκογενειακὴ παράδοση θεωροῦσε ὅτι ἡ μόρφωση -ἔστω καὶ ἡ ἐπιφανειακὴ- διατηροῦσε τὸ ἀριστοκρατικό της μεγαλεῖο, ὁ Κωνσταντίνος πίστεψε ἀπὸ νωρὶς ὅτι μόνο ἡ οἰκονομικὴ εὐμάρεια μποροῦσε νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει τὴν κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Ἐξ ἄλλου τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρβανίτισσα γυναίκα του διέθετε μιὰ ἀξιόλογη ἀκίνητη περιουσία, ἔπαιξε ίδιαίτερο ρόλο στὴν ἀπόφασή του νὰ τὴν παντρευτεῖ. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Κωνσταντίνος ἀσχολήθηκε μὲ οἰκοδομικὲς ἐπιχειρήσεις, κέρδισε χρήματα, ἔγινε κατὰ κάποιο τρόπο καὶ πολιτικὸς παράγοντας μὲ τὶς διασυνδέσεις ποὺ εἶχε κι ἐνῶ πολὺ συχνὰ πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη του συνέχιζαν οἱ ἄλλοι νὰ τὸν κοροϊδεύουν γιὰ διάφορα νεοπλουτίστικα καμώματά του, μπροστά του δὲν τολμοῦσε κανεὶς νὰ πεῖ κουβέντα. Ἡ δὲ γυναίκα του ποὺ ἀπὸ Βάσω εἶχε γίνει Σίλια εἶχε μπεῖ στὸ μάτι ὅλων τῶν ὑπολοίπων γυναικῶν τῆς μικρῆς παλιᾶς μας πόλης μὲ τὰ λούσα της καὶ μὲ τὴν ἄνεση ποὺ ξόδευε τὸ χρῆμα.

Ὡστόσο, ἡ οἰκογένεια τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου εἶχε μιὰ βαθιὰ πληγή. Τὰ δύο πρῶτα της παιδιὰ ἦταν χαριτωμένα, ὑγιέστατα καὶ τόσο κακομαθημένα ὅσο τὸ ἐπέτρεπε ἡ οἰκονομικὴ ἄνεση τῆς οἰκογένειας. Ὅμως ἔκαναν καὶ ἕνα τρίτο παιδὶ μὲ ἀρκετὴ διαφορὰ ἡλικίας ἀπὸ τὰ δύο πρῶτα. Καὶ τὸ τρίτο παιδὶ βγῆκε μὲ πρόβλημα. Βγῆκε, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλὰ ὅπως τὄλεγε ὁ κόσμος, καθυστερημένο. Ἦταν τραγικὸ τὸ δίλημμα ποὺ ἀντιμετώπισαν. Πῶς θὰ μποροῦσε τὸ παιδὶ αὐτὸ νὰ ζήσει μαζί τους; Σὲ κάθε τους κίνηση θὰ δημιουργοῦσε πρόβλημα. Μὰ καὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἦταν δύσκολο νὰ συνεχίσουν τὸν τρόπο ζωῆς ποὺ εἶχαν συνηθίσει. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθοῦν σ’αὐτὸ καὶ νὰ ρυθμίσουν τὴν καθημερινότητά τους σύμφωνα μὲ τὶς δικές του ἀνάγκες.  Ἀποφάσισαν λοιπόν, κι ἐδῶ ὁ Κωνσταντίνος ἦταν ἀπόλυτος, νὰ τὸ κλείσουν σ’ ἕνα ἵδρυμα ὅπου θὰ τοῦ παρεῖχαν τὰ πάντα, ἀλλὰ θὰ μποροῦσαν μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ συνεχίσουν τὴ ζωή τους.

Πράγματι ἔτσι κι ἔγινε. Ἡ οἰκογένεια Παλαιολόγου ζοῦσε  μιὰ πλούσια ζωή, τὰ δυὸ παιδιά της εἶχαν τὰ πάντα, οἱ ἴδιοι ἀπολάμβαναν τὴ ζωή τους καὶ τὸ τρίτο τους παιδὶ δὲν παρέλειπαν νὰ τὸ θυμοῦνται ὅταν ἔπρεπε, νὰ ξοδεύουν ὅ,τι χρειαζόταν καὶ νὰ τὸ ἐπισκέπτονται μάλιστα σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα. Ἡ μητέρα μάλιστα, ποὺ ὡς μητέρα εἶχε μέσα της τὸ μαράζι, χωρὶς νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν συνηθισμένο τρόπο ζωῆς της, εἶχε ἐπιδοθεῖ καὶ σὲ διάφορες ἀγαθοεργίες. Πάντοτε ἔδινε τὸν ὄβολό της σὲ κάθε φιλανθρωπικὴ ἐκδήλωση. Κι ἔτσι κυλοῦσε ἡ ζωὴ τῆς οἰκογένειας μέσα σὲ μιὰ εὐτυχία ποὺ ὡστόσο τὴ σκίαζε πάντα αὐτὴ ἡ κρυφή της πληγή.

Ὁ χρόνος ποὺ γιατρεύει τὶς πληγὲς φαίνεται ὅτι γιατρεύει τὶς πληγὲς ποὺ εἶναι φανερές, ἐνῶ τὶς κρυφὲς τὶς κάνει μᾶλλον πιὸ ἔντονες καὶ πιὸ ὀδυνηρές. Ἦρθε κάποια στιγμὴ ποὺ οἱ δουλειὲς τοῦ Κωνσταντίνου ἔπεσαν. Ὁ Κωνσταντίνος ἄρχισε νὰ δανείζεται ἐλπίζοντας ὅτι θὰ ἀνακάμψουν οἱ δουλειές. Ἀλλὰ ἄρχισαν νὰ δανείζονται καὶ ἡ γυναίκα του καὶ τὰ δυό του παιδιά, τὰ ὁποῖα καθὼς μεγάλωναν ἀκολουθοῦσαν ὅλο καὶ περισσότερο τὸν σπάταλο τρόπο ζωῆς τῆς οἰκογένειας. Κι ἐνῶ τὰ δανεικὰ αὐξάνονταν, οἱ δουλειὲς πήγαιναν ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς κι ὁ Κωνσταντίνος δὲν μποροῦσε πλέον ν’ ἀνταποκριθεῖ οὔτε στὶς βασικές του ὑποχρεώσεις. Ἔφτασε σ’ ἕνα σημεῖο ποὺ τοῦ ἦταν δύσκολο νὰ βρεῖ καὶ δανεικὰ ἀκόμη. Περιόριζαν βέβαια κάποιες πολυτέλειες, ἀλλὰ τοὺς ἦταν καὶ ἀνυπόφορο ν’ ἀλλάξουν ριζικὰ τρόπο ζωῆς. Ἐξ ἄλλου ἤδη τὰ κρυφὰ κουτσομπολιὰ κι οἱ κοροϊδίες εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ χαιρέκακα σχόλια ποὺ οἱ πιὸ κακεντρεχεῖς τἄλεγαν πλέον ἀνοιχτά.

Ἀλλὰ μαζὶ μὲ κάποιες πολυτέλειες, εἶχαν κόψει καὶ τὰ χρήματα ποὺ ἔδιναν στὸ ἵδρυμα γιὰ τὸ τρίτο τους παιδί. Ὥσπου κάποια μέρα τοὺς τηλεφώνησαν ἀπὸ τὸ ἵδρυμα καὶ τοὺς ἀνακοίνωσαν ὅτι θὰ ἔπρεπε πλέον νὰ τὸ πάρουν τὸ παιδὶ ἀπὸ κεῖ. Ἔπρεπε νὰ συμβεῖ κι αὐτὸ λοιπόν. Μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐπιλογή, τὸ πῆραν τὸ παιδί. Ἀλλὰ δὲν ἤξεραν τί νὰ τὸ κάνουν. Δὲν ὑπῆρχε ἰδιαίτερος λόγος τώρα νὰ τὸ κρύβουν πρῶτον γιατί εἶχαν περιορίσει πιὰ τὶς κοινωνικές τους ἐπαφὲς και, δεύτερον, γιατὶ ὅλη ἡ πόλη τὰ ἤξερε πιὰ ὅλα. Ὅμως αὐτοὶ δὲν ἤξεραν οὔτε πῶς νὰ τοῦ φερθοῦν οὔτε πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὶς ἀνάγκες του. Ἴσως θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ ἔπαιρναν μιὰ γυναίκα νὰ τὸ προσέχει, ἀλλὰ πιὰ δὲν εἶχαν νὰ διαθέσουν οὔτε αὐτὰ τὰ λίγα λεφτὰ ποὺ ζητοῦσαν οἱ ξένες γιὰ τέτοιου εἴδους δουλειές.

Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι σιγὰ σιγὰ ὄχι μόνο συνήθισαν καὶ ἀποδέχτηκαν τὴν παρουσία του, ἀλλὰ ἄρχισαν νὰ τὸ συμπαθοῦν κιόλας, νὰ τὸ ἀγαποὺν θὰ ἔλεγα. Ἡ μητέρα τὸ φρόντιζε σὰ νἄτανε μωρό. Τ’ ἀδέρφια του περνοῦσαν πολλὲς ὧρες μαζί του παίζοντας κι ὁ πατέρας, πιὸ ἀπόμακρος αὐτός, τὸ κοιταζε γλυκά, ἀσχολιόταν λίγο μαζί του, τοῦ χάιδευε τὰ μαλλιά, κι ἔπειτα ἔμενε γιὰ ὥρα συλλογισμένος.

Ἕνα πρωὶ ὁ πατέρας, ὁ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πῆρε τὸ παιδί, τὄβαλε στ’ἀμάξι –χρειάστηκε νὰ τὸ πάρει ἀγκαλιὰ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα- καὶ φύγανε. Δὲν εἶχε πεῖ σὲ κανέναν ποῦ πᾶνε. Τὸ βράδυ ποὺ γύρισαν ὁ πατέρας τοὺς φώναξε ὅλους. Ἄφησε στὸ τραπέζι κάποια χρήματα. «Βάσω», τῆς εἶπε –εἶχε καιρὸ νὰ τ’ ἀκούσει τὸ Βάσω καὶ τῆς ἀρεσε- «μ’αὐτὰ θὰ πληρώσουμε τοὺς λογαριασμοὺς ποὺ τρέχουν. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα θὰ φροντίσει καὶ αὔριο ὁ μικρός μας».

Ὅταν κατάλαβαν ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ ὅτι τὰ λεφτὰ ποὺ ἔμπαιναν τὶς τελευταῖες ἡμέρες στὸ σπίτι προέρχονταν ἀπὸ τὴν ἐπαιτεία ποὺ ἀσκοῦσε ὁ πατέρας χρησιμοποιώντας τὸ μικρό τους σὲ κάπως ἀπομακρυσμένες πόλεις ποὺ δὲν τοὺς ἤξερε κανείς, ἔμειναν ἄφωνοι. Δὲ θἄλεγε κανεὶς ὅτι λυπήθηκαν. Μᾶλλον ἔνιωσαν κάποια χαρὰ ποὺ μπῆκαν ἐπὶ τέλους στὸ σπίτι τους λεφτά, ἀλλὰ καταλάβαιναν ὅτι δὲν ἦταν ταιριαστὸ νὰ ἐκφράσουν μιὰ τέτοια χαρά. Ἡ μάνα καὶ πάλι βέβαια ἔνιωθε καὶ κάποιες ἐνοχὲς ποὺ τόσο καιρὸ τὄχε παρατημένο καὶ ξεχασμένο τὸ παιδί της καὶ τώρα αὐτὸ μὲ τὸν τρόπο του τοὺς ξελάσπωνε.

Ὁ πατέρας ἐπανέλαβε πολλὲς φορὲς αὐτὴ τὴν κίνηση. Ἔπαιρνε τὸν μικρό, τὸν σήκωνε στὴν ἀγκαλιά του γιὰ νὰ τὸν βάλει στὸ αὐτοκίνητο, ἔβαζε τὸ καροτσάκι του στὸ πὸρτ μπαγκὰζ κι ἔφευγε κάθε πρωὶ γιὰ μιὰ ἄλλη πόλη, συνήθως ὅπου γινόταν κάποιο πανηγύρι ἢ ὅπου γιὰ κάποιο λόγο ἤξερε ὅτι θὰ συγκεντρωνόταν ἀρκετὸς κόσμος. Κι ἔτσι ἡ οἰκογένεια δὲν ἀντιμετώπιζε τὰ ὑπέρογκα χρέη της βέβαια, ἀλλὰ ἔβρισκε τουλάχιστον μιὰν ἀνακούφιση. Ὅλοι τους μάλιστα, γονεῖς καὶ παιδιά, ἀντιμετώπιζαν πλέον μὲ στωικὴ ἀδιαφορία τὰ πικρόχολα σχόλια τῶν συμπολιτῶν τους. Ἡ ψωροπερηφάνια τους εἶχε πάει πιὰ περίπατο καὶ δὲν τὄχαν σὲ τίποτα τώρα νὰ ἐξομολογοῦνται στὸν καθένα τὰ προβλήματά τους καὶ τὴν ἀνέχειά τους.

Τὸ πρόβλημά τους τώρα πιὰ δὲν ἦταν ὅτι μπορεῖ νὰ τοὺς περιγελοῦσε ὁ κόσμος, ἀλλὰ ὅτι οἱ διάφοροι ἐπιτήδειοι, αὐτοὶ ποὺ παλιότερα τοὺς εἶχαν δανείσει, ἀλλὰ καὶ ὄψιμοι τάχα φιλάνθρωποι ποὺ τοὺς πλησίαζαν, εἶχαν βάλει στὸ μάτι τὴν κινητὴ καὶ ἀκίνητη περιουσία τῆς οἰκογένειας. Προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς ἁρπάξουν ὅ,τι μποροῦσαν γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί. Καὶ τὸ χειρότερο, κάθε τους πρόταση, δῆθεν γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἦταν πρωτίστως μιὰ προσβολή. Στὸν πατέρα πρότειναν διάφοροι νὰ ἀγοράσουν ἀντὶ πινακίου φακῆς, ποὺ λένε, ἕνα ἀκίνητο καθὼς διέθετε ἀκόμα  σημαντικὴ ἀκίνητη περιουσία ποὺ τώρα πιὰ τοῦ ἦταν βάρος καθὼς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἐκμεταλλευτεῖ. Στὴ μητέρα, τῆς ζητοῦσαν νὰ πουλήσει κάποια οἰκογενειακὰ κειμήλια μεγάλης ἀξίας. Ἡ ἴδια εἶχε ξεπουλήσει ὅσο ὅσο διάφορα δικά της κοσμήματα καὶ ἄλλα πολύτιμα νεοαποκτηθέντα ἀντικείμενα, ἀλλὰ ἔνιωθε ὅτι θὰ ἦταν μεγάλη προδοσία νὰ δώσει αὐτὰ τὰ οἰκογενειακὰ κειμήλια σὲ ἄξεστους ἐκμεταλλευτὲς προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει τὴν παράταση μιᾶς τάχα εὐπρεποῦς ζωῆς. Γιὰ τὰ δυὸ παιδιὰ δέ,  οἱ προτάσεις περιορίζονταν σὲ ταπεινωτικὲς δουλειὲς μὲ ἐξ ἴσου ταπεινωτικὲς ἀμοιβὲς ποὺ θύμιζαν ἐποχὲς ποὺ ὅλοι νόμιζαν ὅτι εἶχαν περάσει ἀνεπιστρεπτί. Ἔφτασαν μάλιστα νὰ τοὺς προτείνουν καὶ τὴν ἐκμετάλλευση τοῦ τρίτου παιδιοῦ σὲ ἕνα κύκλωμα ὀργανωμένης ἐπαιτείας.

Ἡ οἰκογένεια Παλαιολόγου –αύτὴ ποὺ εἶχε ἀπομείνει στὴ μικρή μας πόλη- εἶχε καταλάβει ὅτι τὸ μεγαλεῖο της εἶχε χαθεῖ ὁριστικά. Μᾶλλον δὲν ὑπῆρχε ποτέ. Οἱ πολιτικὲς γνωριμίες ἐξαφανίστηκαν. Ὁ κοινωνικὸς κύκλος τοὺς γύρισε τὴν πλάτη. Οἱ φίλοι τοὺς ἐγκατέλειψαν. Δὲν τοὺς πείραζε ὅμως καὶ τόσο τώρα πιά. Στὴν ἀρχὴ πῆγαν νὰ φαγωθοῦν μεταξύ τους. Ὁ ἕνας κατηγοροῦσε τὸν ἄλλον. Ἀλλὰ ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς καὶ εἰδικὰ ἀφ’ ὅτου ἀποδέχτηκαν τὸ τρίτο παιδί, μιὰ βαθιὰ ἀγάπη ἄρχισε νὰ τοὺς δένει. Καὶ μάλιστα, ἄρχισαν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ναὶ μὲν τὸ περίφημο οἰκογενειακό τους μεγαλεῖο δὲν ἦταν τὰ φύκια γιὰ μεταξωτὲς κορδέλες ποὺ οἱ ἴδιοι τόσο καιρὸ νόμιζαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἦταν μιὰ πραγματικὴ ἀξιοσέβαστη οἰκογενειακὴ παράδοση ποὺ ἂν μὴ τὶ ἄλλο θἄπρεπε νὰ κάνει καὶ τοὺς ἴδιους νὰ μὴ χάσουν κάθε ἴχνος ἀξιοπρέπειας.

Τότε ὁ πατέρας πῆρε μιὰ σημαντικὴ ἀπόφαση. Ἀφοῦ χαστούκισε τὸν τελευταῖο καλοθελητὴ ποὺ τοῦ ἔκανε μιὰ ἀπὸ τὶς συνήθεις ἀνήθικες προτάσεις, σὰν αὐτὲς ποὺ λέγαμε προηγουμένως, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιστασιακὴ ἐπαιτεία ποὺ ἀσκοῦσε μὲ τὸ ἀγαπημένο του πιὰ τρίτο παιδί, ρίχτηκαν ὅλοι μὲ τὰ μοῦτρα στὴ δουλειὰ στὰ χωράφια ποὺ τοὺς εἶχαν ἀπομείνει καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι τώρα τὰ νοίκιαζαν στοὺς ξένους γιατὶ αὐτοὶ δὲν καταδέχονταν νὰ κάνουν τέτοιες δουλειές.

Ἕνα ὡραῖο κυριακάτικο πρωινὸ ὅλη ἡ οἰκογένεια κατέβηκε στὸ ἀμάξι. Τελευταῖος ὁ πατέρας ποὺ κυλοῦσε τὸ καροτσάκι τοῦ μικροῦ. Τὸν σήκωσε πάλι στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν ἔβαλε στ’ ἀμάξι. Πῆγαν ὅλοι μαζὶ στὴν ἐκκλησία. Λίγοι ἄνθρωποι πήγαιναν στὴν ἐκκλησία πιά. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τοὺς ἔνοιαζε. Γι’αὐτοὺς ἦταν σπουδαῖο ποὺ πηγαιναν ὅλοι μαζί. Ὅταν τελείωσε ἡ ἐκκλησία κάθησαν πάλι ὅλοι μαζὶ στὴν πλατεία τῆς μικρῆς μας πόλης γιὰ καφέ. Ἦταν καλοκαίρι πιὰ καὶ γιὰ τὸ τρίτο παιδὶ παράγγειλαν παγωτό. Ἦταν τέτοια ἡ χαρά του ποὺ πασαλείφτηκε ὁλόκληρο καὶ χτυποῦσε ἄρρυθμα τὰ χέρια τόσο ποὺ γύριζαν ὅλοι ἀπὸ τὰ διπλανὰ τραπέζια καὶ τὸ κοιτοῦσαν. Μὲ μιὰ πρωτόγνωρη περηφάνια ἡ οἰκογένεια Παλαιολόγου χαιρόταν γιὰ πρώτη φορὰ πραγματικά…

πηγή: Aντίφωνο, απόσπσμα από το βιβλίο “Ἀφηγήσεις ἑνὸς ἑπόμενου κόσμου”, Ἁρμὸς 2013.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here