Συνομιλώντας με μηχανές

2
801

Πολλές και πολλοί έχουμε ήδη δει εδώ και λίγες εβδομάδες τις διαφημίσεις σχετικά με τη συνομιλία με μηχανές GPT, ως μια νέα υποσχόμενη εφαρμογή αύξησης της παραγωγικότητας. Οι μηχανές αυτές καταρχήν προωθούνται ως διευκολύνσεις για τη συλλογή γνώσης, ωστόσο γίνεται πολύ γρήγορα σαφές ότι τελικά και αναπόφευκτα θα διεκδικήσουν την υποκατάσταση των ανθρώπινων συνομιλητών, δηλαδή των συμβούλων, των βοηθών, των ψυχοθεραπευτών, αλλά ακόμη και των συντρόφων, των φίλων και των γονιών.

Ας προσπεράσουμε κατευθείαν το τεχνικό ζήτημα της ακρίβειας των συμβόλων (λέξεων, προτάσεων, παραγράφων, κεφαλαίων κ.λπ.) κατά τη συνομιλία με μια μηχανή GPT (γενικευτικός προεξασκημένος μετασχηματισμός). Ας θεωρήσουμε ότι η μηχανή, εκπέμποντας και λαμβάνοντάς τα, έχει κατακτήσει το επίπεδο πιστής ανταλλαγής με εμάς των συμβόλων τα οποία χρησιμοποιεί. Για την ακρίβεια, στην περίπτωση αυτή εμείς είμαστε που έχουμε τελειοποιήσει τη μετάφραση της ως εκεί παρούσας γνώσης μας σε γλώσσα κοινή, κατανοητή τόσο από εμάς όσο και από τη μηχανή, τη γλώσσα των αριθμών.

Οι αριθμοί γενικότερα είναι συμπυκνωτικά (αναγωγικά) ενδιάμεσα για τη συμβολική περιγραφή της πραγματικότητας που θεωρητικά θα μπορούσαν να προκύπτουν από τουλάχιστον δύο επαναληπτικές δοκιμές και, στην περίπτωση των καθολικής ισχύος μαθηματικών, από άπειρες δοκιμές. Παρέχουν οι αριθμοί την απολύτως ακριβή πρόβλεψη όχι μιας μεμονωμένης δοκιμής, αλλά της τελικής κανονικότητας των επαναληπτικών δοκιμών (πιθανοτήτων επαλήθευσης μιας πρόβλεψης). Κάθε δοκιμή όμως έχει μοναδική άρα και τη μέγιστη δυνατή αξία της όχι ως προσθετέος μέσα σε κάποιο άθροισμα με άλλες, αλλά στο συγκεκριμένο χώρο, χρόνο και παρατηρητή της. Η πραγματικότητα όπως γίνεται αντιληπτή μέσω των πιθανοτήτων είναι μεν πολύ κοντά στην εκ του μακρόθεν θεωρούμενη φυσική πραγματικότητα , αλλά δεν συμπίπτει με αυτήν απόλυτα. Αυτό μάλιστα είναι γεγονός χωρίς καν να λάβουμε υπόψιν μας την κβαντική κυματοσυνάρτηση· κατ’ αυτήν, έστω και αυτή η μη πιθανολογούμενη αλλά πραγματωμένη ως μοναδική παρατήρηση δεν είναι καν η μοναδική πραγματικότητα, όχι η μοναδική δυνατή, αλλά η μοναδική σκέτα, καθώς η συγκεκριμένη παρατήρησή μας δεν αντιστοιχεί σε μια μοναδική εκδοχή ταυτόχρονης διάταξης των στοιχειωδών συστατικών της φύσης, αποκτώντας τη μοναδικότητα της μόνο στον σχηματισμό του ζεύγους παρατηρητή -ως μοναδικού συνόλου προηγούμενων παρατηρήσεων- και παρατηρούμενου.

Την ίδια ώρα, οι λέξεις είναι και αυτές συμπυκνωτικά ενδιάμεσα, αλλά απέχουν παρασάγγας από το απόλυτο επίπεδο αφαίρεσης των αριθμών, ιδίως όσο πιο ποιητικός, ελλιπής και μεταφορικός είναι ο λεκτικός συμβολικός λόγος. Η προσωδία είναι όλες εκείνες οι ιδιότητες του προφορικού λόγου οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με ανώτερου επιπέδου συμπυκνωμένα αφαιρετικά σύμβολα, δηλαδή το χρώμα της φωνής, το ύψος, η ένταση, ο ρυθμός εκφοράς και οι εναλλαγές και διακυμάνσεις αυτών. Η προσωδία ελέγχεται στον εγκέφαλο από την ακριβώς ανάλογη θέση στο δεξιό ημισφαίριο, της θέσης του εγκεφαλικού λεξικού (περιοχή Wernicke) στο αριστερό ημισφαίριο. Στην προσωδία θα πρέπει να προστεθεί, ως μια ακόμη επιπρόσθετη ιδιότητα της διαπροσωπικής συνομιλίας και η γλώσσα του σώματος, με τις εκφράσεις και τις κινήσεις ιδίως του προσώπου και δευτερευόντως και των χεριών. Εκτός από τα συμφραζόμενα των νοημάτων των ίδιων των λέξεων, η προσωδία και η γλώσσα του σώματος αποτελούν θεμελιώδους σημασίας πρόσθετα συμφραζόμενα. Ο γραπτός λόγος προσπαθεί να αντικατοπτρίσει κάπως όλα αυτά με τη χρήση των σημείων στίξης, των τυπογραφικών ποικιλμάτων  και πρόσφατα και με τη χρήση των emoticons. Ο στερούμενος της προσωδίας του λόγος, όπως προφέρεται μηχανικά με την απλή συμπυκνωτική μετατροπή των συμβόλων σε ήχους στη διάρκεια μιας διαπροσωπικής συνομιλίας, έχει αξία πολύ μικρότερη από τις πραγματικές δυνατότητες αυτού του είδους επικοινωνίας. Ο προφορικός λόγος χωρίς προσωδία, όπως φυσικά και ο γραπτός λόγος έστω και με σημεία στίξης, μοιάζει,  απέναντι σε μια πραγματική διαπροσωπική συνομιλία, με το mp3 μιας συναυλίας απέναντι στη ζωντανή παρακολούθηση της.

Μια απάντηση στο παραπάνω σημαντικό πρόβλημα του μαθηματικού λόγου θα ήταν η επιτυχής παραμετροποίηση και της προσωδίας, αλλά και της γλώσσας του σώματος, ώστε αυτές να μπορούν να μεταφραστούν στη γλώσσα της μηχανής. Αυτή η παραμετροποίηση πάντα θα σκοντάφτει στη μοναδική υποκειμενικότητα των μη λεκτικών συμφραζομένων, που τελικά έχουν τη μοναδική αξία τους μόνο στο πλαίσιο μιας και μοναδικής συνομιλίας ανάμεσα σε δύο συγκεκριμένους σε ανθρώπους σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι κυρίως εδώ.

Μια διαπροσωπική συνομιλία αναθεωρεί και επικυρώνει διαρκώς την ομοφωνία των συμμετεχόντων τόσο ως προς τα σύμβολα (γλώσσα της συνομιλίας) όσο και ως προς τα μη συμβολικά στοιχεία κοινής χρήσης των συνομιλητών. Καθένας από τους συνομιλητές είναι ταυτόχρονα και προγραμματιστής των άλλων. Ο λεκτικός λόγος είναι χωροχρονικός, εξελισσόμενος και επικαιροποιούμενος ταυτόχρονα ανάμεσα στους χρήστες του, ο μαθηματικός όχι. Ακόμη και αν η μηχανή επικαιροποιείται μέσα από το μέσο όρο των στάσεων και συναισθημάτων που ανιχνεύει στο ευρύ διαδίκτυο, αυτό είναι μια συμβατική προσαρμογή της που παραμένει πολλά επίπεδα κατώτερη της άμεσης προσαρμογής που επιτυγχάνεται μεταξύ δύο ανθρώπινων συνομιλητών. Η μηχανή μπορεί να είναι ταχύτατη στην ιδιωτική εμβάθυνσή  της σε μια παγωμένη στιγμή, αλλά πολύ αργή στην προσαρμογή της στη διαδοχή των στιγμών. Αυτό ίσως να μπορεί να βελτιωθεί κάπως, αν θα υπάρξει δυνατότητα της μηχανής να κάνει αυτή ερωτήσεις ώστε να ανιχνεύει την απόσταση της από το συνομιλητή της. Η διατύπωση των ερωτήσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά πιο απαιτητική διαδικασία σε σχέση με την απάντηση σε αυτές. Η κατανόηση που προαπαιτείται για την εύστοχη απάντηση βασίζεται στη διατύπωση της ερώτησης. Αυτό μάλιστα μπορεί άμεσα να το διαπιστώσει οποιοσδήποτε υποβληθεί στη βάσανο της σοβαρής συνομιλίας με κάποια από τις υπάρχουσες εφαρμογές.

Έτσι, πρόβλημα του αυστηρά μαθηματικού λόγου είναι ότι δεν θέλει αλλά μάλλον και δεν μπορεί να ενσωματώσει, ως μία από τις άλλες παραμέτρους του και την ανθρώπινη ενσυναίσθηση, αλλά και ευρύτερα την ηθική, η οποία στο νευροψυχολογικό επίπεδο είναι συνδυασμός συμβολικού λόγου και συναισθήματος που καταρρέει αν αφαιρεθεί το ένα από τα δύο. Η ηθική είναι η μεταφορά της κοινωνίας μέσα μας, θα λέγαμε η «ενσυναίσθηση» της κοινωνίας μας. Η ηθική προκαλεί κοινωνία, αυτή υπερατομική γνώση,  αυτή πολιτισμό και αυτός παράγει μηχανές, με πιο εξελιγμένες αυτές που μιμούνται τους τρόπους της ανθρωποσύνης μας. Ωστόσο, η πρόσθετη διαδικασία της ηθικής εντός της ανθρώπινης ευφυίας, από άποψη ταχύτητας και ακρίβειας μπορεί να θεωρηθεί και όντως θεωρείται από τους πολλούς και ως αδυναμία. Επιπρόσθετα, μια δεύτερη σοβαρή αιτία για την έλλειψη ηθικής που χαρακτηρίζει τη μαθηματική, σήμερα υπολογιστική, φαινόμενη ευφυία δεν έχει να κάνει ίσως ή μόνο με κάποια τεχνική δυσκολία της να παραμετροποιήσει, δηλαδή να μετατρέψει σε μαθηματικές σχέσεις και την ηθική, αλλά με το πολύ θεμελιωδέστερο γεγονός, ότι η μηχανή δεν γνωρίζει ότι χρειάζεται την ηθική! Αυτό το γνώρισμα ακριβώς είναι και που δεν αναμένεται να βελτιωθεί μέσα από την τεχνολογική επιτάχυνση της τεχνητής ευφυίας όπως σήμερα τη γνωρίζουμε. Βεβαίως, οι συνέπειες μπορεί να είναι τρομακτικές: η επιτάχυνση που προσφέρει η τεχνητή φαινόμενη ευφυία είναι η βασική τεχνική ιδιότητα που ακριβώς ευθύνεται για το ότι μοιάζει με ευφυία, αλλά η επιτάχυνση από μόνη της δεν αφορά μόνο τα καλά και τα κακά της φύσης, που μένουν σταθερά και προβλεπόμενα, αλλά εξίσου και το ανθρώπινο καλό και κακό, τα οποία αδιάκριτα επιταχύνει.

Παρεμπιπτόντως, το ζήτημα τίθεται και από τεχνική άποψη. Οι δυαδικοί αριθμοί είναι η μοναδική γλώσσα επικοινωνίας με τις γνωστές ως σήμερα μηχανές. Οτιδήποτε που λογίζεται ως κατάσταση «αμφιβολίας της μηχανής», ανάμεσα στο 0 και το 1, δεν θεωρείται έργο που παρήχθη, καθόσον δεν έχει αποκρυσταλλωθεί στο 0 ή στο 1. Αυτή την έλλειψη, η ανθρώπινη ευφυΐα μπορεί να την υποκαθιστά, όταν είναι επείγουσα η αποκρυστάλλωση, με τις υπόλοιπες «χαρτογραφικές» μεθόδους του κόσμου και κυρίως με την αμέσως κατώτερη του συμβολικού λόγου (μαθηματικού και λεκτικού), που είναι τα συναισθήματα.

Έτσι, οι αριθμοί παρέχουν μόνο αθροιστική και ιδιωτική εντύπωση της πραγματικότητας, οι λέξεις παραμένουν πιο κοντά σε κάθε μοναδική στιγμή πραγματικότητας, ενώ η μοναδική κι ανεπανάληπτη στιγμή χώρου, χρόνου, εκφραζόμενου και παρατηρητή μπορεί να αναζητηθεί μόνο σε μορφές μη προτυποποιημένης ιδιοέκφρασης, όπως π.χ. η αδιαμεσολάβητη τέχνη ενός μωρού.

Η αποστέρηση της μηχανικής μαθηματικής ευφυίας από την επικαιροποίησή της μέσα από την ενσωμάτωση και της συναισθηματικής και της αισθητηριακής ευφυίας, είναι αυτό που μεγιστοποιεί από τη μια πλευρά την απόδοσή της ως ευφυία, ωστόσο, από την άλλη, ο συμβολικός λόγος της  ανθρώπινης ευφυίας, αν και πιο αργός, εξακολουθεί να μεγιστοποιεί όχι την απόδοση ως ακρίβεια της χαρτογράφησης, αλλά και την ωφέλεια και απεριττότητα αυτής της χαρτογράφησης για το κάθε ανθρώπινο ον που ζει εντός πολιτισμένης κοινωνίας, την οποία (σκοπεύει να) βελτιώνει. Αυτό είναι βέβαια μια ανθρωποκεντρική διαπίστωση, που αφορά μόνο ανθρώπους, δηλαδή μπορεί να γίνει μόνο από έναν ανθρώπινο συνομιλητή της μηχανής.

Την παραπάνω αναφερόμενη ενσωμάτωση, ο μη μαθηματικός λόγος, δηλαδή η γλώσσα, εξακολουθεί να την κάνει. Ένα πολύ πληρέστερο νόημα των λέξεων αποκτάται όταν αυτές προφέρονται, από ζώντες ανθρώπους, προκαλώντας συναισθήματα για αυτούς. Ο λεκτικός λόγος είναι οργανική μας ιδιότητα των ανθρώπων πολύ περισσότερο από το μαθηματικό λόγο. Ακόμη και όταν είναι γραπτές οι λέξεις, μέχρι σήμερα η υπόρρητη παραδοχή του αναγνώστη είναι ότι έχουν γραφτεί από ανθρώπινο συγγραφέα. Με την προφορά των λέξεων, ιδίως της μητρικής γλώσσας, επιτυγχάνεται η πιο ισχυρή σύνδεση με την ακόμη πιο αργή και έτσι θεωρούμενη ως πρωτόγονη, ευφυία των συναισθημάτων, αλλά και των αισθητηρίων, που εμφανίζονται πρώτες, όχι μόνο κατά την εξέλιξη των ειδών, αλλά και σε κάθε νεογέννητο άνθρωπο κατά την ανάπτυξή του. Το σημαντικότερο όμως: αν η ηθική δεν είναι παρά όσα συνδέουν αειφόρα το άτομο με την κοινωνία, με τον ανθρώπινο και διά των ανθρώπων εκφερόμενο λόγο, επιτυγχάνεται η απαραίτητη αυτή σύνδεση, η οποία είναι συνυφασμένη με τη θέση βιολογικής πολυτελείας, μόνο από την οποία μπορεί να δημιουργείται πολιτισμός που υπερβαίνει τον ορίζοντα της ατομικής ζωής και που… παράγει μη ανθρώπινες ευφυίες, δηλαδή μηχανές οι οποίες είναι εφικτό να συνομιλούνε με ανθρώπους, σε μια διαδικασία ανταλλαγής γνώσης που αυξάνει τη γνώση αμφοτέρων. Μάλιστα, ο πολιτισμός αποτελεί μια μορφή αθροίσματος γνώσεων αντίστοιχη με το άθροισμα γνώσεων επιβίωσης που συνιστά το DNA, η γονιδιακή μας οργανική «γνώση», ανταλλάξιμη όμως μόνο από μια γενιά σε επόμενη.

Για τους παραπάνω λόγους, η μηχανή δεν μπορεί να συμπεριλάβει τις βασικές προϋποθέσεις της αειφορίας της γνώσης της, άρα στην καλύτερη περίπτωση, ακόμη και ιδανικά παραμετροποιημένη, θα παραλάμβανε την ανθρωποσύνη της παγωμένη, ως στιγμιαία ηθική ενός συγκεκριμένου προγραμματιστή της, με πολύ ελαττωματική χρονική διάσταση, χωρίς να μπορεί ουσιωδώς να τη βελτιστοποιήσει ή αναθεωρήσει περαιτέρω. Μόνο η διαχρονική κοινωνία μεταξύ ανθρώπων είναι σε θέση να επικυρώνει έγκαιρα την όποια μορφή επικοινωνούμενης ευφυίας μπορεί να συμπεριλαμβάνει και την αειφορία. Οπωσδήποτε, η συνομιλία μας με μια μηχανή μπορεί να μας προσφέρει πλεονεκτήματα, αλλά θα πρέπει να είναι συνειδητό ότι αποτελεί, αν μη τι άλλο, συνομιλία με μη ενσυναισθητική απολύτως άκαμπτη οντότητα, αμφίβολης, επομένως, ηθικής, ακόμη και στην τεχνικά αρτιότερη μορφή της.

Εδώ όμως κρύβεται ακόμη μια ανατροπή. Οι παραπάνω περιορισμοί προφανώς έχουν σημασία μόνο όταν εμείς είμαστε επικαιροποιούμενης ευφυίας οντότητες που έχουν συναισθήματα τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες των συνομιλητών μας και κάποια ηθική διάσταση που ανταποκρίνεται στον πολιτισμό που γέννησε το γνωστικό μας υπόβαθρο. Συγκρινόμενα αυτά με το απόλυτο μηδέν της τεχνητής ευφυΐας των σημερινών δυνατοτήτων, προς το παρόν την  κερδίζουν εύκολα. Μια μελλοντική τεχνητή ευφυΐα μέσης, έστω φαινόμενης, ενσυναίσθησης θα είναι, εκτός από ταχύτερη απο τον πραγματικό άνθρωπο, σίγουρα και πιο συγκρίσιμη με αυτόν, τουλάχιστον το μέσο άνθρωπο• η… αγιοσύνη σαφώς εξαιρείται!

Το μήνυμα είναι καθαρότερο από ποτέ: αν ο άνθρωπος δεν πρόκειται να εκτοπιστεί αμαχητί από το κέντρο του σύμπαντος των νοητών, όπως σαφώς διαφαίνεται, θα πρέπει να φροντίσει επειγόντως τη διαλεκτική, συναισθητική, κοινωνική και ηθική του υπόσταση.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα ("Ο αριθμός 5 σε χρυσό", 1928) είναι έργο του, αμερικανού, Charles Demuth.

2 Σχόλια

  1. Ας μου επιτραπεί μια γλωσσική διόρθωση. Η φράση “αν ο άνθρωπος δεν πρόκειται να…” στην τελευταία παράγραφο είναι αγγλισμός (if man is not to be…) που ορθά μεταφράζεται “αν ο άνθρωπος δεν θέλει να…”. Μόνο έτσι έχει νόημα η όλη σύνταξη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ