Karl Popper: Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος

0
84

του Στάθη Ψύλλου
22/11/01

Τιμούμε σήμερα τα 100 χρόνια από την γέννηση του Karl Popper. Αν αναρωτηθούμε ποια είναι η μεγαλύτερη συμβολή του Popper στον φιλοσοφικό στοχασμό, θα πρέπει συμπεριλάβουμε οπωσδήποτε την ανάδειξη του ρόλου της κριτικής ως συστατικό στοιχείο της ορθολογικότητας. Δεν είναι φυσικά ο Popper ο μόνος—ούτε καν ο πρώτος—που αναδεικνύει τον ρόλο της κριτικής. Αλλά μπορεί κάποιος ορθώς να υποστηρίξει ότι είναι ο πρώτος φιλόσοφος που, από την μια πλευρά, αναπτύσσει μια δομική προσέγγιση στην ορθολογικότητα με βάση την έννοια της κριτικής και, από την άλλη πλευρά, συνδέει την κριτική με την επιστημονική μέθοδο. Πριν αναπτύξω. έστω και περιληπτικά, αυτές τις δυο πλευρές της Ποππεριανής σκέψης, θα ήθελα να τονίσω ότι το παρών σημείωμα θα επιδιώξει να τιμήσει τον Popper με τρόπο απολύτως συμβατό με την διδασκαλία του, δηλ. με το να ασκήσει κριτική σε κάποια βασικά σημεία του Ποππεριανού corpus. Όπως υποδηλώνει ο τίτλος του σημειώματος, θα προσπαθήσω να αναδείξω τρεις πλευρές της Ποππεριανής σκέψης: την καλή, την κακή και την άσχημη.

Ο καλός Popper
Επιγραμματικά, ο καλός Popper είναι ο υπερασπιστής της επιστήμης και της ορθολογικότητάς της. Χρειάζεται άραγε να τονιστεί αυτό; Πιστεύω ότι σήμερα, ο καλός Popper είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Οι σημερινοί καιροί είναι χαλεποί για την επιστήμη. Τόσο η ορθολογικότητά της, όσο και το αίτημα της για γνώση και κατανόηση του κόσμου έχουν αρχίσει να αμφισβητούνται. Και δεν είναι μόνον αυτό. Οι πρόσφατοι "πόλεμοι της επιστήμης" που ακολούθησαν την υπόθεση Sokal δείχνουν ότι η αξίωση της επιστήμης να αποτελεί τον προνομιακό δρόμο για την κατάκτηση της γνώσης και της αλήθειας έχει αρχίσει να διαβρώνεται. Η επιστήμη σκιαγραφείται απλώς ως μια εκ των πολλών δυνατών ανθρωπίνων γνωστικών δραστηριοτήτων. Ο περιρρέων σχετικισμός διακηρύττει ότι είναι αδύνατον να εδραιωθεί η γνωστική πρωτοκαθεδρία της επιστήμης γιατί, όπως λέγεται, δεν υπάρχουν καθολικά κριτήρια και στάνταρντς ορθολογικότητας και αλήθειας. Η συγγενής προς τον σχετικισμό κοινωνική κατασκευασιοκρατία διακηρύσσει ότι ακόμα και αν υπήρχαν τέτοια κριτήρια, θα ήταν απλώς εκφράσεις ευρύτερων κοινωνικών (ακόμα και πολιτικών) δραστηριοτήτων, οι οποίες, λέγεται, δεν έχουν κανένα γνωστικό και αντικειμενικό έρεισμα. Βρισκόμαστε μετά το τέλος της εποχής της αθωότητας. Σημειώστε ότι θα ήταν εξαιρετική απλούστευση, αν κάποιος έλεγε ότι η φιλοσοφική σκέψη υπήρξε ανέκαθεν σε αντιπαράθεση με την επιστήμη. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι του παρελθόντος ανέπτυξαν τις φιλοσοφικές τους θεωρήσεις με στόχο, τις περισσότερες φορές ρητό στόχο, την εδραίωση της επιστήμης της εποχής τους και την θεμελίωση της δυνατότητας γνώσης του κόσμου. Εδραίωση, φυσικά, δεν σημαίνει άκριτη υποστήριξη. Αλλά σημαίνει πρώτον, κριτική υπεράσπιση, και δεύτερον, διασφάλιση των μεταφυσικών και γνωσιακών συνθηκών οι οποίες είναι απαραίτητες για την κριτική υπεράσπιση και ανάπτυξη της επιστήμης.

Ο καλός Popper είναι τέκνο αυτής της μεγάλης φιλοσοφικής παράδοσης. Όπως τόνισα ήδη, η προεξάρχουσα συμβολή του σε αυτήν την παράδοση είναι ότι η ορθολογικότητα δεν συνίσταται στο τι πιστεύει κανείς αλλά στο πως ελέγχει αυτά τα οποία πιστεύει (ή απλώς αποδέχεται). Χαρακτήρισα αυτήν την έννοια ορθολογικότητας δομική. Αυτό το στοιχείο δεν έχει γίνει όσο πρέπει κατανοητό. Η ορθολογικότητα συνίσταται στο πως αλλάζει κάποιος τις πεποιθήσεις του, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τα νέα δεδομένα τα οποία μαθαίνει. Συνεπώς, ο αντίπαλος της ορθολογικότητας είναι ο δογματισμός. Η δομικότητα αυτής της Ποππεριανής προσέγγισης συνίσταται στο ότι ένα σύνολο πεποιθήσεων είναι ορθολογικό εάν, πρώτον, δεν είναι λογικά αντιφατικό, και δεύτερον, αλλάζει (ή και εγκαταλείπεται) όταν συγκρούεται με νέα εμπειρικά δεδομένα. Το δεύτερο σημείο είναι εξαιρετικά σημαντικό. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δεχθεί ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί και εκ των υστέρων μάθει ότι υπάρχουν και μαύροι κύκνοι, τότε οφείλει να εγκαταλείψει την αρχική του πεποίθηση. Η κριτική είναι ο μηχανισμός διασφάλισης της ορθολογικότητας. Υποβάλλω σε κριτική σημαίνει ότι θέτω την θεωρία μου σε τριβή με την πραγματικότητα. Άρα, η θεωρία μου πρέπει να μπορεί να τεθεί σε τριβή, δηλ. πρέπει να έχει εμπειρικό περιεχόμενο. Επιπροσθέτως, πρέπει να υποβληθεί σε έλεγχο μέσω εξαγωγής σημείων τριβής. Οι προβλέψεις δεν είναι παρά αυτά τα σημεία τριβής. Αλλά και αυτό δεν αρκεί. Πρέπει επίσης ο υπέρμαχος μιας θεωρίας να είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει την θεωρία του σε περίπτωση που οι προβλέψεις δεν ευοδώνονται. Το εργαλείο εφαρμογής της κριτικής είναι ο modus tollens.

Γιατί το ανωτέρω πρότυπο ορθολογικότητας είναι σημαντικό; Η περαιτέρω συμβολή του Popper συνίσταται στη θέση ότι το ανωτέρω πρότυπο είναι (ή οφείλει να είναι) η μέθοδος της επιστήμης. Εδώ μπορεί να υπάρχουν δικαιολογημένες διαφωνίες. Η μέθοδος της επιστήμης δεν μπορεί να συνίσταται απλώς στην διαδικασία της κριτικής. Από την επιστήμη απαιτούμαι να μας πει όχι μόνο το πώς ελέγχουμε τις θεωρίες μας αλλά και το τι οφείλουμε να αποδεχθούμε για το πώς είναι ο κόσμος. Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε τα παραπάνω, το πρότυπο ορθολογικότητας του Popper είναι σημαντικό για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί αποτελεί σίγουρα μέρος της επιστημονικής μεθόδου ακόμα και αν δεν την εξαντλεί. Δεύτερον (και βασικότερο) γιατί η ανάδειξή του ως την μέθοδο της επιστήμης το νομιμοποιεί. Παρά τις κραυγές των αντιπάλων της επιστήμης, η επιστήμη έχει αποδείξει ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε και να αλλάξουμε τον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, ο Popper, όπως και όλη η φιλοσοφική παράδοση στην οποία ανήκει, δεν ξεκινά από μια ουδέτερη στάση προς την επιστήμη. Αντιθέτως, εκκινώντας με δεδομένο την γνωστική πρωτοκαθεδρία της επιστήμης, εμπλέκεται στην διαδικασία της κριτικής υπεράσπισής της μέσω της ανάδειξης της μεθόδου που την χαρακτηρίζει. Το ακόλουθο απόσπασμα αποτελεί έναν περιληπτικό χαρακτηρισμό της Ποππεριανής προσέγγισης στην μέθοδο:

Αυτό που μπορεί να ονομασθεί η μέθοδος της επιστήμης συνίσταται στην συστηματική μάθηση από τα λάθη μας: πρώτον, μέσω διακινδύνευσης, με το να τολμήσουμε να κάνουμε λάθη, δηλ. με το να προτείνουμε τολμηρές νέες θεωρίες, και δεύτερον, με την συστηματική διερεύνηση των λαθών που έχουμε ήδη κάνει, δηλ., με την κριτική συζήτηση και την κριτική εξέταση των θεωριών μας (1994, 93).

Αν και ήταν ο Thomas Kuhn που διαφήμισε την ύπαρξη των επιστημονικών επαναστάσεων, είναι αξιοσημείωτο ότι επιστημονικές επαναστάσεις είναι ένα πολύ συχνότερο φαινόμενο στην Ποππεριανή προσέγγιση στην επιστήμη. Κουνιανές επαναστάσεις, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, είναι ένα αρκετά σπάνιο φαινόμενο. Το Κουνιανό πρότυπο χαρακτηρίζει την ιστορική πορεία της επιστήμη ως αποτελούμενη από μακρές περιόδους κανονικής επιστήμης, οι οποίες διακόπτονται από βραχύβιες περιόδους κρίσης και επαναστάσεις. Αντιθέτως, ο Popper έχει χαρακτηρίσει την δική του προσέγγιση στην ιστορική πορεία της επιστήμη ως "Διαρκής Επανάσταση" (1994, 12). Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι αδόκιμος. Έπεται, τρόπον τινά, από την θέση του ότι οι επιστημονικές θεωρίες υποβάλλονται σε σκληρό έλεγχο, διαψεύδονται και, εν τέλει, εγκαταλείπονται για να δώσουν τη θέση τους σε άλλες θεωρίες. Η σημαντική διαφορά μεταξύ Popper και Kuhn είναι ότι, όπως λέει ο ίδιος ο Popper, "οι επιστημονικές επαναστάσεις είναι ορθολογικές, υπό την έννοια ότι, κατ’ αρχήν, είναι ορθολογικά αποκρίσιμο το εάν ή όχι η νέα θεωρία είναι καλύτερη από την προηγούμενη" (1994, 12). Φυσικά, όλα εξαρτώνται από το πώς κανείς αντιλαμβάνεται την έννοια "καλύτερη", όταν αυτή χρησιμοποιείται ως μέτρο σύγκρισης θεωριών. Δεν θα ήθελα να εμπλακώ σε αυτό το σημείο στην διερεύνηση αυτού του προβλήματος. Θα σημειώσω μόνο (κατάτι αυτοβιογραφικά) ότι, όντας επιρρεασμένος από την Λακατοσιανή παιδεία κάποιων εκ των δασκάλων μου, δεν παίρνω πολύ στα σοβαρά το (Κουνιανό) πρόβλημα της εννοιολογικής ασυμμετρίας μεταξύ αντιπάλων θεωριών. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω όμως είναι το ακόλουθο. Η υπεράσπιση της γνωσιακής προόδου της επιστήμης, δηλ., η υπεράσπιση της θέσης ότι, καθώς οι θεωρίες αλλάζουν, η γνώση μας για τον κόσμο βελτιώνεται και αναπτύσσεται, απαιτεί την ύπαρξη ασφαλών κριτηρίων σύγκρισης των θεωριών. Το ίδιο απαιτείται και για την υπεράσπιση της αντικειμενικότητας της επιστήμης. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν η ορθολογικότητα της επιστήμης βασίζεται στον κριτικό διάλογο, τόσο η πρόοδος όσο και η αντικειμενικότητα της επιστήμης απαιτούν κάτι περισσότερο από κριτικό διάλογο. Ένα σημαντικό στοιχείο του καλού Popper είναι ακριβώς ότι, όχι μόνο είδε αυτό το πρόβλημα, αλλά προσπάθησε να το επιλύσει με την εισροή μιας δόσης συντηρητικότητας στην θέση περί διαρκούς επανάστασης. Για τον Popper, η νέα θεωρία, όσο επαναστατική και να είναι, θα πρέπει τόσο να εξηγεί όσο και να βελτιώνει τις επιτυχίες της προηγουμένης. Και όχι μόνον αυτό. Κατ’ εμέ, η σημαντικότερη συμβολή του Popper στην Φιλοσοφία της Επιστήμης συνίσταται στην εισαγωγή και ανάλυση της έννοιας της αληθομοιότητας (verisimilitude). Η επιστήμη προοδεύει εάν οι νέες θεωρίες είναι εγγύτερα στην αλήθεια από ότι οι προηγούμενες. Όντας φαλλιμπιλιστής, ο Popper δεν δηλώνει ότι μπορούμε, ανά πάσα στιγμή, να γνωρίζουμε πόσο κοντά στην αλήθεια είναι μια θεωρία. Αλλά αυτό που μετράει είναι η κατεύθυνση. Και αν αυτή είναι προς την αλήθεια, τότε υπάρχει σαφής γνωσιακή πρόοδος. Σε κάθε περίπτωση, η ουσιαστική συμβολή του Popper είναι η ανάλυση της σημασίας της έννοιας της αληθομοιότητας. Εν περιλήψει, μια θεωρία είναι πιο κοντά στην αλήθεια από μια άλλη, εάν η πρώτη έχει περισσότερο περιεχόμενο αληθείας από ότι η δεύτερη (χωρίς επίσης να έχει περισσότερο περιεχόμενο ψεύδους). Είναι γνωστό ότι ο ορισμός του Popper αποδείχθηκε ανεπαρκής. Αλλά αυτό δεν αντιτίθεται στο γεγονός ότι μέσω του ορισμού του ο Popper αποκατέστησε μια προβληματική έννοια και άνοιξε ένα ολόκληρο πεδίο έρευνας ως προς αυτήν.

Ο κακός Popper
Τα κακά νέα είναι ότι ο Popper δεν επέλυσε το πρόβλημα το οποίο ο ίδιος διακήρυττε ότι επέλυσε, δηλ. το πρόβλημα της επαγωγής. Είναι γνωστό ότι ο Popper θεώρησε ότι η επαγωγή είναι ένας μύθος. Η Ποππεριανή επίλυση του προβλήματος της δικαιολόγησης της επαγωγής είναι, κατ’ ουσίαν, η διάλύσή του. Αν η μέθοδος της επιστήμης εξαντλείται από την Ποππεριανή μέθοδο των εικασιών και των ανασκευών, αν με άλλα λόγια, το μόνο μεθοδολογικό εργαλείο που χρειάζεται η επιστήμη είναι ο παραγωγικά έγκυρος modus tollens, τότε η επαγωγή εκλείπει ολοσχερώς από την επιστήμη. Θέμα επαγωγής δεν τίθεται καν. Δυστυχώς, τα πράγματα είναι σαφώς πιο σύνθετα. Επιστήμη χωρίς επαγωγή δεν γίνεται.

Ο Popper εισάγει την έννοια της επίρρωσης σε αντιδιαστολή με την επαγωγική έννοια της επικύρωσης. Τα δεδομένα, λέει ο Popper, ποτέ δεν μπορούν να επικυρώσουν μια θεωρία, με την έννοια ότι την κάνουν πιθανή ή πιθανότερη από ότι ήταν πριν τα δεδομένα ληφθούν υπ΄όψιν. Η έννοια της επίρρωσης εισάγεται ως υποκατάστατο της επικύρωσης. Όταν αποδεχόμαστε μια θεωρία, λέει ο Popper, την αποδεχόμαστε ως επερρωμένη. Το οποίον σημαίνει ότι, πρώτον, η θεωρία δεν έχει διαψευσθεί, και δεύτερον, η θεωρία έχει δεχθεί και αντέξει σκληρό έλεγχο. Κατά συνέπεια, η επίρρωση είναι ένας δείκτης της παρελθούσας επιτυχίας μιας θεωρίας. Δεν μας λέει τίποτα για την μελλοντική της τύχη. Ούτε μπορεί να προβληθεί στο μέλλον. Μια επερρωμένη θεωρία δεν είναι κατ’ ανάγκην, μια θεωρία για την οποία είναι λογικό να πιστεύουμε ότι θα έχει μελλοντικές επιτυχίες. Είναι όμως φανερό ότι η αξία της επιστήμης συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι επιστημονικές θεωρίες χρησιμοποιούνται για μελλοντικές προβλέψεις. Πως ο Popper
αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα; Στην Ποππεριανή βιβλιογραφία, το πρόβλημα αυτό έχει γίνει γνωστό ως το "πρακτικό πρόβλημα της επαγωγής". Ποια θεωρία θα επιλέξουμε για να στηρίξουμε την μελλοντική μας δράση; Και κυρίως, υπόκειται αυτή η επιλογή σε ορθολογικό έλεγχο; Είναι φανερό το τι απάντηση δίνει ο Popper σ’ αυτό το πρόβλημα:" πρέπει να προτιμούμε την καλύτερα ελεγμένη θεωρία ως βάση για δράση" (1983, 114). Δηλαδή, θα πρέπει να προτιμούμε την καλύτερα επερρωμένη θεωρία. Δυστυχώς, όμως η απάντηση αυτή είναι κενή περιεχομένου. Δεν υπάρχει μια και μοναδική καλύτερα επερρωμένη θεωρία, για λόγους που ο Popper όφειλε να είχε δει. Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να θέσουμε ένα τεχνητό δορυφόρο σε τροχιά αύριο στις 12 το μεσημέρι. Ποια θεωρία θα ήταν λογικό να επιλέγαμε για το συγκεκριμένο καθήκον; Δίχως αμφιβολία, την Νευτώνεια (ΝΘ). Αυτό άλλωστε κάνουμε. Η Νευτώνεια θεωρία είναι, ας υποθέσουμε, εξαιρετικά καλά επερρωμένη. Ας υποθέσουμε περαιτέρω ότι κάποιος επιστήμονας προτείνει την ακόλουθη νέο-νευτώνεια θεωρία (ΝΝΘ): οι νόμοι του Νεύτωνα ισχύουν μέχρι αύριο στις 12, αλλά από τις 12 και ένα δεύτερο αύριο το μεσημέρι, οι πλανήτες θα σχηματίζουν τετράγωνα. Το θέμα εδώ δεν είναι ότι αυτή η θεωρία (όπως και μυριάδες παρόμοιες θεωρίες) είναι τρελή. Φυσικά και είναι. Το θέμα είναι ότι η ΝΝΘ (όπως και οι μυριάδες άλλες) είναι εξίσου καλά επερρωμένες. Ο βαθμός επίρρωσής τους είναι ακριβώς ο ίδιος με τον βαθμό επίρρωσης της ΝΘ. Πως θα επιλέξουμε μεταξύ τους;
Αν περιοριστούμε μόνο στο αντι-επαγωγικό εννοιολογικό οπλοστάσιο του Popper, δεν έχουμε καν την δυνατότητα της επιλογής. Εάν η μελλοντική δράση στηρίζεται στον βαθμό επίρρωσης, τότε είτε η επιλογή θα είναι αυθαίρετη, είτε δεν θα είναι δυνατή. Το επιχείρημα γενικεύεται εύκολα. Σε κάθε χρονική στιγμή, υπάρχει (για λογικούς λόγους) μια πληθώρα εξίσου καλά επερρωμένων θεωριών, οι οποίες διαφέρουν ριζικά στις μελλοντικές προβλέψεις τους. Δεν είναι τυχαίο που ο Lakatos κάλεσε τον Popper να δεχθεί μια "τζούρα" επαγωγισμού. Είναι φανερό ότι μόνον μέσω του επαγωγισμού μπορεί να θεμελιωθεί ορθολογικά η επιλογή της ΝΘ για το αυριανό καθήκον. Ο λόγος που στηριζόμαστε στη Νευτώνεια Θεωρία για την μελλοντική μας δράση είναι ακριβώς ότι η θεωρία αυτή είναι καλά επικυρωμένη (και όχι απλώς καλά επερρωμένη). Ο Popper έχει δίκιο να επισημαίνει ότι ότι τα δεδομένα δεν μπορούν ποτέ να αποδείξουν μια θεωρία. Αλλά έχει σαφώς άδικο όταν ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν ποτέ να την επικυρώσουν.

Ο άσχημος Popper

Τα άσχημα νέα είναι ότι ο Popper δεν συνέλαβε τους πολύ σημαντικούς περιορισμούς της διαψευσιοκρατίας. Η βασική ιδέα είναι σαφώς ορθή. Εάν από μια υπόθεση Υ έπεται λογικά η πρόβλεψη π, και εάν η πρόβλεψη π δεν ευοδωθεί, τότε η Υ διαψεύδεται. Να το επαναλάβω: Εάν η υπόθεσή μας είναι ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί, τότε η παρατήρηση ενός μη-λευκού κύκνου, εάν γίνει αποδεκτή, διαψεύδει την αρχική μας υπόθεση. Αλλά σπανίως είναι οι επιστημονικές υποθέσεις διαψεύσιμες. Συμεπώς, στο βαθμό που ο Popper ταυτίζει την επιστημονικότητα με την διαψευσιμότητα, απλώς αποτυγχάνει στο να προσφέρει ένα ασφαλές κριτήριο επιστημονικότητας. Το πρόβλημα το οποίο επισημαίνω μπορεί να αναπτυχθεί σε διαφόρους βαθμούς λεπτομέρειας. Αλλά θα επικεντρώσω την προσοχή μου σε δυο σημεία. Πρώτον, δεν μπορεί να υπάρξει διάψευση χωρίς επικύρωση. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό γιατί αναδεικνύει περαιτέρω το αναπόδραστο της επαγωγής. Ας εξετάσουμε την υπόθεση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. Η υπόθεση αυτή είναι καθολική και, εκ πρώτης όψεως, διαψεύσιμη. Αρκεί ένας αθάνατος για να την διαψεύσει. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Πάρτε την πρόταση ‘Ο Στάθης Ψύλλος είναι αθάνατος’. Αυτή η πρόταση είναι κάθε άλλο παρά ενική. Εμπλέκει καθολική ποσόδειξη και δηλώνει ότι ‘Για κάθε χρόνο t, ο t είναι χρόνος στην ζωή του Σ. Ψ.’ Συνεπώς, για να διαψευσθεί η καθολική πρόταση ‘Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί’ πρέπει πρώτα να επικυρωθεί μια άλλη καθολική πρόταση της μορφής ‘Ο Στάθης Ψύλλος είναι αθάνατος’. Το ανωτέρω δεν είναι ένα απλό αντι-παράδειγμα στην Ποππεριανή προσέγγιση. Αποδεικνύει ότι η διάψευση υποθέσεων ακόμη και στοιχειώδους πολυπλοκότητας προϋποθέτει την αρωγή της επαγωγικής επικύρωσης.
Το δεύτερο σημείο αφορά το περίφημο πρόβλημα Duhem-Quine, ίσως το κατ’ εξοχήν πρόβλημα στην Φιλοσοφία της Επιστήμης. Είναι γνωστό ότι καμία επιστημονική υπόθεση δεν οδηγεί από μόνη της σε προβλέψεις. Πάντοτε χρειάζεται την αρωγή αρχικών συνθηκών και άλλων ουσιαστικών βοηθητικών υποθέσεων. Είναι το θεωρητικό σύμπλεγμα (βασική θεωρία και αρχικές συνθήκες και επικουρικές υποθέσεις) το οποίο γεννά τις προβλέψεις. Τόσο η επικύρωση όσο και η διάψευση είναι, συνεπώς, ολιστικές διαδικασίες. Συγκεκριμένα, όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, το θεωρητικό σύμπλεγμα διαψεύδεται εν τω συνόλω. Όλο το οποίο μας επιτάσσει η επιτυχής εφαρμογή του modus tollens είναι ότι τουλάχιστον ένα μέρος του συμπλέγματος είναι ψευδές. Αλλά η παραγωγική λογική από μόνη της δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε κανένα ασφαλές συμπέρασμα για το ποιο (ή ποια) στοιχεία του θεωρητικού συμπλέγματος είναι ένοχο. Δυο μεθοδολογικά συμπεράσματα τεραστίας σημασίας έπονται. Το ένα είναι ότι, αυστηρά μιλώντας, καμία θεωρία (ή υπόθεση) δεν είναι διαψεύσιμη. Τα βέλη του modus tollens μπορούν πάντοτε να κατευθυνθούν προς τις επικουρικές υποθέσεις, κρατώντας την θεωρία αλώβητη και αδιάψευστη. Συνεπώς καμία θεωρία διαψευσιμότητας δεν μπορεί να είναι επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από μια θεωρία ως προς το πότε είναι ορθολογικό να εγκαταλειφθεί η θεωρία και πότε δεν είναι. Η υποψία μου είναι, αλλά δεν θα επιχειρηματολογήσω εδώ για αυτό, ότι μόνο ο επαγωγισμός μπορεί να δώσει μια αποδεκτή λύση σε αυτό το πρόβλημα. Το έτερο μεθοδολογικό συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει αλγοριθμικός προσδιορισμός της επιστημονικής μεθόδου. Όχι μόνον αυτό. Η εφαρμογή της επιστημονικής μεθόδου απαιτεί α) την χρήση κριτηρίων που δεν εμπίπτουν στα στενά όρια της παραγωγικής λογικής και β) την εξάσκηση ανθρώπινης κρίσης. Οι ειδικοί στον Popper θα απαντήσουν ότι ο Popper προσπαθήσει να απαντήσει στο πρόβλημα Duhem-Quine. Αυτό είναι, εν μέρει, σωστό, αλλά επιτρέψτε μου να έχω τις επιφυλάξεις μου για την επάρκεια αυτής της απάντησης.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κρατήσω ένα στοιχείο της Ποππεριανής σκέψης το οποίο πιστεύω ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της επιστήμης: ελεγξιμότητα. Το νήμα αυτό το μοιράστηκε με τον κατά τα άλλα μεγάλο αντίπαλό του Rudolf Carnap. Ο Sir Karl, όμως, το τράβηξε παραπέρα με το να το αποσυνδέσει από τον όχι και τόσο προσοδοφόρο δεσμό του με την θεωρία νοήματος.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here