Η προσφορά των Μικρασιατών προσφύγων

0
4036

Όσο εκθαμβωτικό μπορεί να είναι για ένα άτομο ή για έναν λαό το γεγονός της νίκης, άλλο τόσο μπορεί να είναι και η ανόρθωσή του μετά από μία επώδυνη ήττα. Θα λέγαμε μάλιστα ότι στην περίπτωση της ανόρθωσης εμφανίζεται ένα στοιχείο καταλυτικής αλλαγής που απουσιάζει στη νίκη. Κατά την ανόρθωση ο ηττημένος αρχίζει να νιώθει, παρά τη θλίψη του, μια ορισμένη διστακτική χαρά, καθώς ανακαλύπτει ότι διαθέτει ακόμη μερικές εφεδρείες κουράγιου και σθένους. Και ακόμη πιο σημαντικό: καταλαβαίνει ότι αν δεν είχαν ενσκήψει οι ατυχίες, τα λάθη και οι συμφορές, αυτές οι κρυφές, εφεδρικές δυνάμεις μέσα του δεν θα είχαν φανερωθεί.

    Αυτό ακριβώς συνέβη με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Η καταστροφή που τους έπληξε, και μαζί με αυτούς ολόκληρο το έθνος, αποκάλυψε ένα ορισμένο γνώρισμα του χαρακτήρα τους που θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά ωφέλιμο για το εθνικό σύνολο. Ήταν η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στις ικανότητές του. Πράγματι, αυτό που κατεγράφη από την πρώτη στιγμή της άφιξης των προσφύγων στην Παλαιά Ελλάδα ήταν ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι ξεριζωμένοι, με τις μύριες απώλειες και πληγές, αναζήτησαν το πιο πρόσφορο έδαφος για να ριζώσουν ξανά. Είναι γνωστό ότι κατά το πρώτο διάστημα μετά την άφιξή τους βρέθηκαν να είναι ριγμένοι μέσα στη χώρα σαν ένα τεράστιο ανθρώπινο βάρος που το κλονισμένο κράτος δεν ήξερε τι να το κάνει. Παρόλο που δεν αιωρείτο πλέον πάνω από τα κεφάλια η σπάθα του Τούρκου διώκτη, το αίσθημα ότι όλα παρέμεναν αβέβαια και ότι οι κατατρεγμένοι δεν είχαν βρεθεί στην αγκαλιά μιας ισχυρής, μεγάλης πατρίδας, τους βασάνιζε πολύ. Όχι όμως ως το σημείο να κουρνιάσουν σε μια γωνιά και να περιμένουν τη συμπόνια και το έλεος από τους αυτόχθονες. Πολύ γρήγορα αντελήφθησαν πού ακριβώς είχαν βρεθεί. Είχαν εγκατασταθεί σε έναν τόπο όπου όλα φαίνονταν στάσιμα και την ίδια στιγμή αναστατωμένα.

  Επικρατούσε η αδράνεια μέσα στη σύγχυση. Άτομα σπρωγμένα από την αστάθεια της πολιτικής κατάστασης, από τις εντάσεις του διχασμού και των πολέμων που είχαν προηγηθεί, από διάφορες ύπουλες φήμες και φόβους, πήγαιναν από εδώ και από κεί και κυνηγούσαν τον επιούσιο σαν να υπήρχε κίνδυνος από στιγμή σε στιγμή να τους αρπάξουν τη μπουκιά από το στόμα. Αλλά οι πρόσφυγες που ήταν σαφώς σε πολύ χειρότερη θέση δεν θα μπορούσαν ποτέ να υιοθετήσουν μία παρόμοια στάση. Ασφαλώς, η επιβίωση ήταν το πρώτο και άμεσο μέλημά τους. Όμως ακόμη και το πιο άμεσο και επείγον ζήτημα θα το ενέτασσαν γρήγορα σε κάποιο σχέδιο. Αυτό τους ξεχώριζε από τους ντόπιους. Το ότι είχαν μάθει να βάζουν στη σειρά τις κινήσεις τους, να οργανώνουν τις αποφάσεις τους. Γνωρίζουμε πως πολλοί από τους ντόπιους Έλληνες , σε διάφορες περιοχές της χώρας, έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός ότι σε εκείνους τους νεοφερμένους ρακένδυτους και πεινασμένους ομοεθνείς τους ταυτόχρονα με τα ανακλαστικά της επιβίωσης λειτούργησε και η διανοητική εκείνη ικανότητα που επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να θέτει προτεραιότητες στη δράση του. Τι πρέπει να φροντίσει πρώτα,τι έπειτα,τι στη συνέχεια. Με δυο λόγια, μέσα από το χάος ξεπρόβαλε αυτή η θεότητα της Ευταξίας την οποία λάτρευαν από παλιά οι Μικρασιάτες. Ακόμη λοιπόν και μέσα στα συντρίμμια άρχισε το νοικοκύρεμα.

    Ήδη αυτό αποτελούσε μία θεαματική τομή  στα εγχώρια ήθη. Διαθέτουμε άφθονες μαρτυρίες της εποχής πού δείχνουν πόση εντύπωση έκανε, πόσο παραξενεύονταν οι γηγενείς όταν έβλεπαν τους Μικρασιάτες να συγυρίζουν, να βάζουν τάξη μέσα στα αντίσκηνά τους, στις παράγκες, οπουδήποτε είχαν έστω και προσωρινά εγκατασταθεί, και με ένα τέτοιο τρόπο που φανέρωνε την πεποίθησή τους ότι αυτή η διευθέτηση των υλικών πραγμάτων σηματοδοτούσε και την ανάταξη της ψυχής τους. Σε μία αφήγηση του ένας Μικρασιάτης δήλωνε: «Για μας το να κατέχεις κάποια πράγματα πάει μαζί με το να τα τακτοποιείς». Γιατί άραγε;

    Η απάντηση στο ερώτημα βρίσκεται μέσα στην ίδια τη σκέψη και την πρακτική των Μικρασιατών, όπως είχαν διαμορφωθεί από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι της Ιωνίας δεν ήθελαν να εξαρτώνται από την τύχη, από τις περιστάσεις. Όσα πράττει το ανθρώπινο πλάσμα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο μιας τάξης, εγκόσμιας και υπερκόσμιας, της οποίας οι νόμοι μπορεί να γίνουν ως ένα βαθμό αντιληπτοί. Αυτό δίδαξε η Ανατολή στους Μικρασιάτες. Αλλά δεν τους έκανε τυπικά ανατολίτες. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι ενώ αναγνωρίζουν την ύπαρξη μιας ανώτερης τάξης πάνω από τα ανθρώπινα, δεν παραδίδονται στην παθητικότητα που συχνά σημαδεύει τη ζωή των Μουσουλμάνων και που τη διακόπτει μόνο η έξαψη μιας πολεμικής αναμέτρησης. Στους Μικρασιάτες , αντίθετα, ο σεβασμός της ανώτερης τάξης αντί να τους δένει τα χέρια,τα λύνει. Θέλουν να πιστεύουν ότι ο Θεός ευλογεί τις πρωτοβουλίες τους.

    Αυτή ήταν και η μεγάλη συνεισφορά τους στην ανασύνταξη της χώρας. Εκεί όπου οι ντόπιοι ανακύκλωναν τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες τους για το καθετί, οι Μικρασιάτες στην πλειονότητά τους άρχισαν αμέσως να διερευνούν τα καινούργια πεδία της δράσης τους και να καταστρώνουν αντίστοιχα προγράμματα. Είναι ενδεικτικό ότι στον αγροτικό τομέα μετά την έλευσή τους εισάγονται νέες καλλιέργειες και μέθοδοι παραγωγής, όπως η αμειψισπορά. Ιδιαίτερα στη Βοιωτία σε αυτούς οφείλεται η ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας. Σε άλλες επίσης περιοχές εισάγουν ή ανανεώνουν με τις προτάσεις τους τη μεταξο καλλιέργεια ή την εντατική καλλιέργεια λαχανόκηπων. Το ουσιώδες όμως δεν είναι ότι διευρύνεται το φάσμα της παραγωγής προϊόντων. Είναι η έμπρακτη απόδειξη, με το δικό τους παράδειγμα, ότι πρώτον, οι ικανότητες των ατόμων μπορούν και πρέπει να αναπτύσσονται μεθοδικά και δεύτερον, ότι μπορούν και πρέπει να συνδυάζονται μεταξύ τους. Το να ψάχνει κανείς μόνος του ευκαιρίες σε μία κοινωνία γεμάτη απρόοπτα καταλήγει να εξαντλεί τις δυνάμεις του και να τις περιορίζει σε μικροπράγματα. Το να συνασπίζονται όμως οι ατομικές ικανότητες όχι μόνο τις ενισχύει όλες μαζί, αλλά και τις μετατρέπει σε όργανα εξόρρυξης ενός δυναμικού θαμμένου στο εθνικό υπέδαφος.  Έρχονται τότε στην επιφάνεια ταλέντα και δεξιότητες που πριν ήταν άγνωστες. Η προετοιμασία της εξέλιξης αυτής συντελείται σε μεγάλο βαθμό μέσα στους κόλπους ανθρώπινων ομάδων. Δεν είναι τυχαίο που οι Μικρασιάτες πρόσφυγες καλλιεργούν τόσο επίμονα το πνεύμα που ενώνει μεταξύ τους τους γείτονες, τόσο στις συνοικίες των πόλεων όσο και στα χωριά. Η γειτονιά, με την ουσιαστική κοινωνική λειτουργία της, είναι κατ’εξοχήν δικό τους έργο.  Είναι ένα κύτταρο συλλογικότητας, με άγραφους αλλά σαφείς κανόνες, μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η ζωτική και τόσο σπάνια σήμερα τελετουργία της αλληλοϋποστήριξης, της παρηγορίας και τελικά της συνειδητοποίησης ότι είναι όχι μόνο θλιβερό αλλά και καταστροφικό για όλους να οχυρώνεται ο καθένας μέσα στο σπίτι του και μέσα στον εαυτό του.

    Ας αφήσουμε όμως τον κοινωνικό χώρο και ας επιστρέψουμε στον οικονομικό. Στον τομέα της οικονομίας η τάση των Μικρασιατών για σύμπραξη είχε εντυπωσιακές θετικές συνέπειες. Κορυφαίο παράδειγμα ο κλάδος της οικοδομής. Σε πολλά ντοκουμέντα της εποχής, γραπτά, φωτογραφικά και κυρίως κινηματογραφικά, αποτυπώνεται καθαρά η ζέση με την οποία οι πρόσφυγες αναλαμβάνουν το έργο της αυτοστέγασης τους. Χτίζουν με τα ίδια τους τα χέρια τα σπίτια που πρόκειται να κατοικήσουν. Όμως δεν γνωρίζει ο καθένας ξεχωριστά ποιά από τις νέες κατοικίες τού αντιστοιχεί. Έτσι όλοι εργάζονται για όλους. Σ’ αυτή την αλυσίδα των ενεργειών είναι αξιοσημείωτο το πώς η σβελτάδα, η ακρίβεια, η προσοχή, υπακούουν σε έναν ρυθμό που ποτέ δεν είναι υπερβολικά γρήγορος, παρόλο που επείγει η ολοκλήρωση της εργασίας. Είναι ο ρυθμός της αυτοπειθαρχίας και της αυτοπεποίθησης πού είναι οι δύο όψεις του ίδιου προτε ρήματος. Διότι όποιος τα καταφέρνει στην αυτοπειθαρχία αποκτά και αυτοπεποίθηση. Εκείνοι οι χτίστες λοιπόν ήξεραν να μεθοδεύουν τις ενέργειές τους, και το κυριότερο ήξεραν να ανταλλάσσουν την επιδεξιότητα που είχε κάποιος με την επιδεξιότητα που είχε ο διπλανός τους. Η στέγαση των προσφύγων ήταν ένα πραγματικό μνημείο ομαδικής συνεργασίας. Και ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό διότι μέσα στην ομάδα δεν επισκιάζονταν τα ατομικά προσόντα, αντίθετα διακρίνονταν καθαρά. Επρόκειτο όμως για ατομικά προσόντα που είχαν ενταχθεί σε μία κοινή προοπτική. Ποτέ ξανά στον ελλαδικό κόσμο δεν θα εμφανιζόταν αυτή η οργανωμένη θέληση, αυτή η πεποίθηση ότι ένα έργο που αρχίζει πρέπει οπωσδήποτε να τελειώσει και ότι αν δεν τελειώσει οι βλάβες δεν παραγράφονται.

    Για να μπορέσει να εδραιωθεί μία τέτοια πεποίθηση απαιτούνταν αρετές που στην Παλαιά Ελλάδα ήταν δυσεύρετες. Χρειαζόταν υπομονή, προσήλωση στην εργασία, καθώς και η οξυμένη εκείνη αντίληψη χάρη στην οποία ένα άτομο είναι σε θέση να εντοπίσει ποια οφέλη θα έχει αν ενώσει τη δράση του με αυτή των άλλων. Ο καλός έμπορος, για παράδειγμα, έτσι ενεργεί. Αλλά στην Ελλάδα μολονότι οι μεσιτικές δραστηριότητες ήταν ανέκαθεν πολλές και ποικίλες αυτή η μακροπρόθεσμη και δημιουργική διάσταση του εμπορίου ήταν παραμελημένη. Οι μεσάζοντες αδημονούσαν για γρήγορα κέρδη. Με την αδημονία όμως δεν οικοδομείται τίποτα, απλώς ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς μικροί κύκλοι δραστηριότητας στους οποίους τα έξοδα διαδέχονται τα έσοδα και αντιστρόφως. Σπατάλη της ενεργητικότητας και και της ευφυΐας θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει αυτό. Και ήταν πράγματι έτσι. Ωστόσο, για τους πρόσφυγες δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για σπατάλη. Άλλωστε, χάρη στις εμπειρίες τους, απο κτημένες στα πάτρια εδάφη, είχαν εξασκηθεί πολύ στο να μην κάνουν βιαστικά και άσκοπα βήματα. Οπουδήποτε και να βρεθούν υποτάσσουν την εργασία τους σε μία κλιμάκωση, έχοντας καθαρή στον νου τους την εικόνα του τελικού αποτελέσματος. Ας αναλογιστούμε πόσο ευδόκιμη ήταν η παρουσία τους και σε έναν άλλο τομέα, αυτόν της υφαντουργίας. Εδώ η σφραγίδα που αφήνουν τα ήθη και οι αξίες τους είναι κυριολεκτικά ανεξίτηλη. Τι συντελείται κατά τη διάρκεια αυτής της μεταποιητικής διαδικασίας; Δένονται μεταξύ τους τα νήματα ακολουθώντας το σχέδιο που δίνει ο καμβάς. Με υπόβαθρο την υπομονή και τη συγκέντρωση της προσοχής στο παραμικρό τα δάκτυλα και το μυαλό του εργαζόμενου συντονίζονται μέχρι που τα μάτια αρχίζουν να βλέπουν πραγματοποιημένη πάνω στο ύφασμα μία σύνθεση που τα ανταμοίβει. Όποιος φτιάχνει από σκόρπια πράγματα κάτι ενιαίο νιώθει ένα είδος πληρότητας. Μπορούμε να φανταστούμε την ικανοποίηση του υφαντουργού και του ταπητουργού Μικρασιάτη μέσα στον κάματο της δουλειάς. Για την ακρίβεια πρόκειται για καρπό μιας γυναικείας αρετής. Πράγματι, στην ελληνική υφαντουργία του 1929 το 72% των εργαζομένων ήταν γυναίκες στη συντριπτική πλειονότητα τους Μικρασιάτισες. Αλλά αυτή η αρετή της υπομονής και της προσήλωσης στο έργο περνά και στους άντρες και γίνεται τελικά χαρακτηριστικό της δράσης και των δύο φύλων. Η επίδραση δε του χαρακτηριστικού αυτού προχωρεί πέρα από τον χώρο της εργασίας και φθάνει έως και στον πυρήνα της στάσης του ανθρώπου απέναντι στη ζωή συνολικά. Φανερώνει μια αγάπη για τη ζωή που αγκαλιάζει εκτός από τις τερπνές πλευρές της τις δύσκολες και επίπονες. Τιμώνται το ίδιο, αν και με διαφορετικούς όρους, και η  ευχαρίστηση και ο μόχθος.

    Ό,τι απαιτεί μόχθo είναι συχνά πρόκληση για τον Μικρασιάτη. Είναι ένα ακόμη σημείο όπου διαφέρει από τον κάτοικο της Παλαιάς Ελλάδας. Όπως αποφαίνεται σε μία έκθεση του ένας επιθεωρητής της Αγροτικής Τράπεζας την περίοδο του μεσοπολέμου « άπαξ και ο χωρικός μας γευθεί τα αγαθά της αγοράς και γνωρίσει μία παροδική χαλάρωση, θα επιστρέψει στο χωράφι και στη χειρωνακτική δουλειά κακόκεφος». Οι ντόπιοι λοιπόν είναι σαν να περιμένουν τη στιγμή που θα αποδράσουν από όσα επιτάσσει η βιοτική ανάγκη. Συγκρίνετέ τους τώρα με τους ομοεθνείς τους που έρχονται από τα ανατολικά. Τι κάνουν εκείνοι; Τοποθετούν την ανάγκη στον ένα πόλο και τη διασκέδαση στον άλλον. Διαφορετικοί οι πόλοι, έτσι όμως που ο ένας να φωτίζει τον άλλο και να του δίνει το πραγματικό του νόημα. Για τον Μικρασιάτη είναι υποτιμητικό να πασχίζει να «ξεχάσει» τον κόπο της δουλειάς μέσα σε ένα γλέντι, σε ένα φαγοπότι. Τίποτα δεν θέλει να λησμονήσει. Κάθε κόπος και βάσανο ρίχνει το δικό του αλάτι στο πιάτο της ζωής που ο ορεξάτος άνθρωπος το θέλει να το έχει γεμάτο μπροστά του για να δοκιμάσει όλα τα συστατικά του εδέσματος. Για ένα μεγάλο διάστημα πολλοί από τους γηγενείς σκανδαλίστηκαν σχηματίζοντας την εντύπωση πως οι πρόσφυγες ασπάζονταν ένα πρότυπο διαβίωσης και συμπεριφοράς μέσα από το οποίο ξεπρόβαλε, σύντομα και παρά τη φτώχεια τους, κάτι σαν ηδυπάθεια. Φαινόταν να δίνουν όλο και  μεγαλύτερο περιθώριο στον καλλωπισμό,στο κοκκέτικο ντύσιμο, στη μαγειρική με τα πολλά καρυκεύματα και μυρωδικά, στη μουσική με τα πολλά μελίσματα. Πώς όμως συμβιβαζόταν η αγάπη για τα στολίδια της ζωής με την κατάφαση στη δουλειά και στον ιδρώτα της; Ήταν μία αντίφαση που οι γηγενείς, όπως τόσες άλλες, απέφυγαν να τη σκεφθούν.

    Δυστυχώς, δεν κατόρθωσε η Παλαιά Ελλάδα να κατανοήσει ότι είναι δυνατόν η εργασία να μη μοιάζει με κατάρα και η διασκέδαση να μη μοιάζει με λύτρωση. Με το παράδειγμά τους οι Μικρασιάτες θα μπορούσαν να είχαν διορθώσει αυτή την αντίληψη. Ως ένα βαθμό το κατάφεραν. Θα ήταν όμως πολύ μεγαλύτερη η ωφέλεια που προσκόμισαν αν δεν ακολουθούσαν νέες ταραχές. Το τίμημα των ταραχών ήταν βαρύ καθώς ξανάφερε μέσα στις μέρες των Ελλήνων την αγριότητα και την ωμότητα. Μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο, μία κατοχή και έναν εμφύλιο, ήταν αδύνατο να απομείνει αρκετά ζωηρό μέσα στις πληγωμένες ψυχές το ίχνος μιας ζωής στην οποία όλα τα πράγματα ζυγίζονται σωστά και αφήνουν στο τέλος τη γεύση μιας νοστιμιάς.

    Ωστόσο, στη συλλογική μνήμη δεν σβήστηκαν όλα και εξαρτάται από την κάθε γενιά να ανακαλεί από τα περασμένα αυτά που της χρειάζονται. Σήμερα ποιος θα αρνιόταν ότι μας χρειάζεται να θυμόμαστε πως πριν από έναν αιώνα κάποιοι άνθρωποι σε τούτο τον τόπο έδειξαν πως η ζωή είναι άχαρη χωρίς μία τέχνη του βίου; Η δυστυχία των προσφύγων δεν μπόρεσε να κλέψει την τέχνη τους. Υπήρξαν επινοητικοί τεχνίτες, τόσο στον στίβο της δουλειάς όσο και στην κουζίνα τους, στις συναναστροφές, στις γιορτές τους ή και στο καφενείο όταν με τις κουβέντες τους το μετέτρεπαν σε θεατρική σκηνή. Μας κληροδότησαν την αίσθηση μιας ισορροπίας των χαρούμενων και των λυπητερών συμβάντων, μία λεπτότητα που ήξερε να προετοιμάζει την αποφασιστικότητα. Αν γνωρίσουν και συλλογιστούν αυτή την ισορροπία με τον δικό τους τρόπο οι νέες γενιές, ίσως η ζωή στην Ελλάδα πάψει να είναι τόσο ακατέργαστη όσο εξακολουθεί από πολλές πλευρές να είναι, τόσο σημαδεμένη από σπασμωδικές αντιδράσεις απέναντι στις δυσκολίες. Ένας τεχνίτης δεν αιφνιδιάζεται, δεν παραλύει όταν του αντιστέκεται το υλικό στη δουλειά του. Και μία χώρα, αν θέλει να ζήσει, πρέπει να μάθει να μην παραλύει όταν τα πράγματα της έρχονται ξαφνικά ανάποδα. 

*Κείμενο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών στις 4/9/2022.

Το ζωγραφικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα αποτελεί δημιουργία του Πάνου Βαλσαμάκη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ