Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Χρήστος Μποκόρος

Χρήστος Μποκόρος

Η δημιουργία ως αίτημα αθανασίας

«Ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά τον κόσμο». Οι άνθρωποι κατοικούμε ασφυκτικά τις πόλεις. Οι πόλεις πληθαίνουν, τα πλήθη τις αλλοιώνουν, τα απόκεντρα της διογκούμενης περιφέρειας πολιορκούν τα ιστορικά τους κέντρα και ακυρώνουν το κοινοποιό τους νόημα. Σε τι ομονοούν αχανείς πλέον και ακοινώνητες; Τι αναζητούμε σωρευμένοι στις πόλεις; Εγκατοίκηση στην κοινότητα ή αποξένωση μεσ’ στο πλήθος; Πολίτες της πόλης ή ιδιώτες μαζικής κατανάλωσης εφήμερων αγαθών και ενεστώτος χρόνου;

Τα νέα αντικαταθίστανται τάχιστα από τα νεώτερα αλλά πότε παλιώνουν τα παλιά; Το νόημα του κόσμου δεν είναι αναλώσιμο, υπερβαίνει το παρόν. Το παρόν είναι ακαριαίο και ως ακαριαίο, άπιαστο, ασύλληπτο. Σαν το νερό του ποταμού που τρέχει και δεύτερη φορά δεν το κρατάς. Η στιγμή μας, αυτή εδώ που ζούμε, είναι ήδη παρελθόν. Και το μέλλον απρόβλεπτο. Τι είναι λοιπόν ο χρόνος;
Η πόλη μας είναι μόνο τόπος ή είναι κυρίως χρόνος παραδεδομένος στο εκάστοτε παρόν; Κι εμείς; Καθένας μας είναι μόνον αναλωμένες στιγμές ή μήπως συνιστά συσσωρευμένο χρόνο; Είναι φυγόκεντρη ή κεντρομόλος η συνείδηση του ανθρώπου; Η ποιότητά μας δεν μπορεί να είναι εφήμερη. Η ζωή μας δεν είναι ανταλλάξιμη. Ζούμε έμψυχοι σε διευρυμένο τόπο και διεσταλμένο χρόνο. Όσο ζούμε την ζωή μας όλα είναι αθάνατα, και τα ζωντανά και τα πεθαμένα.

Και η τέχνη μας, ακόμη κι όταν είναι επίκαιρη δεν είναι ακριβώς εφήμερη. Διεκδικεί μιαν απόδραση από τον χρόνο που μας δαπανά παραμένοντας ο ίδιος αδαπάνητος. Τα έργα μας πλήττουν την ροή του για να αποσπάσουν μιαν ιδανική στιγμή. Εντάσσονται στον κόσμο και τεκμηριώνουν έτσι ένα αίτημα αθανασίας. Σώζουν απ’ τη λήθη μιαν εικόνα, έναν ήχο, μία λέξη και τα ανάγουν στο αντίθετο της λήθης, στην α-λήθεια. Προσβλέπουν στην αιωνιότητα. Η μνήμη είναι το όχημα, το εργαλείο αυτής της αναγωγής, όχι όμως για να θυμηθεί ή να νοσταλγήσει αλλά για να αναβιώσει την συγκίνηση, να ξανανιώσει ένα δυνατό αίσθημα, να κρατηθεί ανατατική, να αναστηθεί. Να ορθώσει ανάστημα, να κοιτάξει ψηλά, να ανασάνει. Να αξιωθεί, να στοχεύσει νόημα.

Από τον καιρό που πρωτοβρέθηκα σπουδαστής στην Ανώτατη Σχολή των Καλών Τεχνών, όντας αμύητος στην παραδεδομένη καλλιτεχνική παιδεία, αναγκάστηκα να αναζητήσω μόνος και εξ αρχής τα στοιχειώδη νοήματα. Αισθανόμουν ναυαγός σε ένα πέλαγος αποριών σχετικών με την αξία των έργων. Το τι και το γιατί της Τέχνης. Προφανώς η αναπαραστατική δεξιότητα δεν μου αρκούσε για να νοηματοδοτήσει την λειτουργία τους. Ούτε βέβαια η ευρηματικότητα, η πρωτοτυπία ή η πρόκληση αρκούν. Κάτι περισσότερο απαιτείται για να αναχθούν τα έργα μας σε έργα Τέχνης. Να θαυμάζονται και να προσκυνούνται στους αιώνες. Έκτοτε δύο θεμελιώδη ερωτήματα ταλαιπωρούσαν την σκέψη μου. Πρώτα απ’ όλα το τί νόημα μπορεί να έχει η τέχνη, και εν προκειμένω η ζωγραφική που με αφορούσε άμεσα, σε μιαν εποχή που εξαρτά την αξία από την ανανέωση. Σε μια κοινωνική συνθήκη όπου το νέο προσφέρεται και απαιτείται συνεχώς. Το αποκτούμε και πριν προλάβουμε καλά καλά να το οικειοποιηθούμε, να το παλιώσουμε, προσδοκούμε το επόμενο που θα το αντικαταστήσει. Η επιθυμία μας ξεπερνάει το νέο, λαχταράει το επόμενο νέο, το νεώτερο. Μέχρι πού; Και τι γίνεται με τον αχανή σκουπιδότοπο των αχρηστευμένων πρώην νέων; Πότε παλιώνει το νέο και κυρίως πότε παλιώνει το παλιό; Έχουν άραγε παλιώσει τα αριστουργήματα παρελθόντων εποχών; Παλιώνει η αγάπη, η δικαιοσύνη, η αρετή, η γενναιότητα, η πείνα, η δίψα, ο πόνος, η ηδονή, η επιθυμία, το διακαές αίτημα αθανασίας που κινητοποιεί επ’ αγαθώ τη ζωή μας; Το παιδί μέσα μας παλιώνει; Μια ζωγραφιά απαιτεί χρόνο, κόπο, ιδιαίτερη δεξιότητα και πνευματική εγρήγορση για να ολοκληρωθεί κι όταν επιτέλους τελειώσει και φανεί, δεν προσδοκά την ακύρωση και την αντικατάστασή της από μιαν επόμενη αλλά την μετοχή της στην αιωνιότητα. Στο Μουσείο. Στον χώρο των Μουσών οι οποίες εμπνέουν και προστατεύουν τις τέχνες του ανθρώπου. Ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας όταν τις θέλει κόρες αρτιέπειες του Μεγάλου Διός, του πατέρα των θεών. Στην αρχή της Θεογονίας του ο Ησίοδος βάζει στα χείλη των Μουσών κάποια εξαίσια λόγια: «ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα, ἴδμεν δ᾽, εὖτ᾽ ἐθέλωμεν, ἀληθέα γηρύσασθαι». «Ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε ίδια με αλήθειες μα ξέρουμε όταν θέλουμε κι αλήθειες να ιστορούμε». Μητέρα των Μουσών η Μνημοσύνη. Δίχως μνήμη δεν γεννιούνται ούτε Μούσες ούτε έργα αντάξιά τους. Μνημεία άλλωστε τα αποκαλούμε τα σπουδαία έργα τέχνης, όπως και τους τάφους. Σήματα του αοράτου, εικόνες ορατές του μη πλέον όντος. Ή μήπως του όντως όντος;

Περιδιαβαίνοντας τα Μουσεία, τα σπουδαία κτίρια, τα δημόσια μνημεία, βλέποντας τα έργα της Μεγάλης Τέχνης, υποκλινόμουν στην αρτιότητα της τεχνικής, στο μεγαλείο της σύνθεσης, στο υποβλητικό τους κύρος. Δεν τα αισθανόμουν ωστόσο δικά μου, δεν ένιωθα να με περιέχουν, δεν αναγνώριζα κοινότητα με τους ωραίους και τις ωραίες, τους βασιλείς και τις πριγκίπισσες, τους ήρωες και τους επίσημους που παριστούσαν. Μεγαλωμένος στην επαρχία, σε λιβάδια και ρέματα έπαιζα παιδί, χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική παιδεία κι έτσι αισθανόμουν αδαής απέναντι στην επισημότητα των σπουδαίων έργων. Πρώτη φορά που αισθάνθηκα οικειότητα με το νόημα της ζωγραφικής, ήταν όταν είδα τα Μακεδονικά πορτρέτα της Αιγύπτου, αυτά που λέμε πορτρέτα του Φαγιούμ. Πρόσωπα καθημερινών ανθρώπων, σαν τους δικούς μου ανθρώπους, να με κοιτούν ακίνητοι με μάτια ορθάνοιχτα. Το βλέμμα της αιωνιότητας ενώπιόν μου. Ήταν παλιά, αρχαία αλλά και αιώνια ταυτόχρονα. Και κυρίως ζωντανά παρότι προσωπεία θανάτου. Έδιναν πρόσωπο σε καλοτυλιγμένες μούμιες απελθόντων. Διεκδικούσαν τη μορφή τους στην αιωνιότητα. Ανέστρεφαν το μνήμα σε μνημείο. Εντυπωσιάστηκα από την συνείδηση αυτής της ανατροπής. Έσωζαν από τη λήθη στην α-λήθεια το πρόσωπό τους, το προς όψιν. Το προορισμένο δηλαδή να ιδωθεί και να αναγνωριστεί ες αεί. Αλλά από ποιούς και προς τι;

Εδώ ήταν το δεύτερο ερώτημα που με βασάνιζε όλα αυτά τα χρόνια. Σε ποιούς απευθύνεται το έργο τέχνης, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν χαριτωμένα ότι δεν ξέρουν από τέχνη; Όσο μοναχική κι αν είναι η διαδικασία της ζωγραφικής, το έργο δεν γίνεται μόνον γι’ αυτόν που το φτιάχνει. Απευθύνεται σε μια κοινότητα έστω κι αν είναι ιδανική. Να κοινωνήσει προσδοκά σε μια κοινή αντίληψη. Η περίφημη ατομικότητα είναι μάλλον μια ανεπαρκής κατανόηση του ανθρώπου. Οι άνθρωποι καταγόμαστε από άλλους ανθρώπους και συμπεριφερόμαστε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Μεταξύ άλλων συρρέουμε στα μουσεία, στα θέατρα, στα ωδεία, στις εκθέσεις. Στεκόμαστε με σεβασμό και προσήλωση, σαν σε ναό, απέναντι στα έργα, μιλάμε με θαυμασμό και κάποιες φορές τα ανακαλούμε σαν οδηγούς και λυτρωτές για να καθαρθούμε απ’ της ζωής μας τα παθήματα. Δεν είναι όμως επικοινωνία η τέχνη. Δεν επικοινωνούμε με το έργο ή με τον δημιουργό του. Να κοινωνήσουμε επιθυμούμε στο ύψος που ανακαλεί η εικόνα. Η προσκύνηση επί το πρότυπον διαβαίνει. Στην αύρα της απόστασης που μας επιβάλει όσο κοντά του κι αν βρεθούμε. Τελευταία βέβαια προστρέχουμε περισσότερο στα σχόλια και τις συμβουλές των ειδικών, ελπίζοντας να μας ανοίξουν εκείνοι δρόμους κατανόησης που δεν τολμούμε να εμπιστευτούμε στη δική μας κρίση. Είναι άραγε άμοιρη κρίσης η αυτόματη αισθητική μας αντίληψη; Δεν δικαιούμαστε να κρίνουμε και να προκρίνουμε μόνοι μας το καλό, το ωραίο, το άξιο; Να μετέχουμε, ως αυτό που είμαστε, στο υψηλό και το κύριο; Είναι αποτέλεσμα διδασκαλίας και υποδείξεων η αισθητική αγωγή; ή μήπως προσωπική μας βάσανος αναγωγής εαυτού στην ομορφιά; Δεν είναι εν τέλει απώτατο στάδιο της αισθητικής μας ανάπτυξης η ηθική μας στάση στον κόσμο; Ποια είναι η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο αν όχι η στάση μας εντός του; Ποιος θα αναλάβει αντί για ‘μας αυτήν την επιμέλεια;

Αν τα έργα γίνονται για την συντεχνία των ειδικών, για τους μυημένους και τους φιλότεχνους, τι νόημα έχει τότε η αναγόρευση του τεχνίτη σε δημιουργό; Σ’ αυτόν που κάνει έργα για τον Δήμο, για την κοινότητα; Μπορεί να παιδαγωγείται η κοινότητα με την προσωπική έκφραση του κάθε, αυτοκυρησσόμενου συνήθως, καλλιτέχνη; Τι κύρος αποδίδουν τα εκθέματα, και ποιά εκθέματα, στον δημόσιο χώρο; Τι προσδοκά η κοινότητα από τα έργα τέχνης; Τι αναγορεύει η πόλις ως έργο τέχνης ικανό να ανάγει τους πολίτες της στο ύψος που προσδοκά και τι αποδίδει ως ιδανικό της στον παγιωμένο χρόνο των δημόσιων εκθεμάτων. Αρκείται στην ιδιομορφία της οποιασδήποτε, ελεύθερης γαρ, έκφρασης του οποιουδήποτε αυτόκλητου ή ετερόκλητου καλλιτέχνη; Επανέρχεται αμείλικτο το ερώτημα: πως πολιτεύεται η πόλη; Τι δήμο παριστά ο δημόσιος χώρος; Σε τι ομονοεί η κοινότητα; Τι το καλόν; Και τίνος;

Βαδίζοντας σε τέτοια σκιερά μονοπάτια αναπάντητων ερωτημάτων, ελλοχεύει βέβαια πάντοτε ο κίνδυνος της απομόνωσης και της αποπομπής από την κυρίαρχη ιδεολογία της νεωτερικής συνθήκης που μονοπωλεί τις απαντήσεις. Επικρέμεται αποκλεισμός από τον κατακτητικό μηχανισμό της ασφυκτικής ενημέρωσης που απαιτεί πειθαναγκαστικά και πάση θυσία αειφόρο ανάπτυξη και διασκέδαση μέχρις οριστικής εξαντλήσεως των αναλώσιμων αποθεμάτων ενέργειας. Καμιά διακινδύνευση του ετοιμοπαράδοτου νοήματος της ζωής των καταναλωτών. Αλλά είμαστε εδώ για να καταναλώνουμε μόνον την ζωή που μας αντιστοιχεί δίχως διακινδύνευση αναγωγής στο ύψος; «Όπου ωστόσο κίνδυνος, εκεί κι η σωτηρία βλασταίνει», για να κλείσω με έναν ακόμη στίχο του ποιητή με τον οποίο άρχισα την ομιλία μου. Φρήντριχ Χαίλντερλιν, αρέσκεται να τον αναφέρει και ο κ. Ξηροπαίδης που μου έκανε την τιμή να με καλέσει εδώ απόψε να σας μιλήσω.

Ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε.

Ομιλία στην ΑΣΚΤ τον Οκτώβριο του 2017

 πηγή: Aντίφωνο

Αποσπάσματα από την συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία «Η δημιουργία ως αίτημα αθανασίας»

Παρουσίαση βιβλίου: «ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΣ» (του Χρ. Γιανναρά) 50 χρόνια μετά

Την Τρίτη 9 Ιανουαρίου παρουσίαστηκε το βιβλίου του Χρήστου Γιανναρά «Το Πρόσωπο και ο Έρως»  με αφορμή την επανέκδοσή του από τις εκδόσεις Ίκαρος και τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την πρώτη κυκλοφορία του.

Μίλησαν οι:
Σωτήρης Μητραλέξης, Δρ Φιλοσοφίας / Βερολίνο
Χρήστος Μποκόρος, ζωγράφος
Διονύσης Σκλήρης, Δρ Φιλοσοφίας-Σορβόννη / Παρίσι
Προβλήθηκαν πεντάλεπτες παρεμβάσεις των:
Pui Him Ip – Cambridge University / UK
Prof. Marcello La Matina / University of Macerata / Italy
Jonathan Cole – Charles Sturt University / Australia
Prof. Basilio Petra’ – University Prato-Firenze / Italy
και απάντησε στις ερωτήσεις του κοινού ο συγγραφέας.

«Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ»: Χρήστος Μποκόρος (2004)

Με την ευκαιρία της τρέχουσας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης «Όψεις αδήλων» του Χρήστου Μποκόρου, στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, αναφορά εδώ στη έκθεσή του «Αδιάβα(σ)το δάσος» (2004). Αναφορά μαζί και στην «Προσφορά / Πρόσφορα» όπως και στην «Παραβολή της ελιάς», τις αμέσως προγενέστερες ενότητες έργων του.

Ο ζωγράφος μιλά στην Κατερίνα Ζαχαροπούλου – μέσα στα πλαίσια της εκπομπής «Η εποχή των εικόνων», της ΕΡΤ – με τρόπο που φανερώνει ότι το αίτημα για την συνάφεια τέχνης και ζωής (μάλιστα, τέχνης σημαίνουσας και ζωής μοιραζόμενης) δεν αποβαίνει όλες τις φορές απλησίαστο.

Στοιχειώδη ζητούμενα στη ζωή και την τέχνη

«Η ζωγραφική μου άσκηση αυτογνωσίας, αντλούσε επί χρόνια από τη σχέση μου με την καταγωγή και τη βιωμένη Ιστορία. Τελευταία παιδευόμουν με το μέτρο στα ζητούμενα του ανθρώπου. Ονειρευόμουν μια λιτή ευημερία, να απολαμβάνουμε τα απολύτως αναγκαία στη ζωή μας. Τα στοιχειώδη. Να ορθώσουμε το ανάστημά μας απαλλαγμένοι απ’ τα περιττά. Να αναστρέψουμε την κρίση κρινόμενοι. Να κρίνουμε και να προκρίνουμε το ουσιώδες. Παριστώντας μόνο την υλικότητα του απτού κόσμου γύρω μας, φιλοδόξησα να αποδώσω μιαν αίσθηση πνευματικότητας τέτοια ώστε να αναδειχθούν οι θεμελιώδεις αξίες της ζωής μας»

Ομιλία και παρουσίαση των έργων του Χρήστου Μποκόρου με αφορμή την έκθεσή του «Τα στοιχειώδη», στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη το Νοέμβριο του 2014.

7η Τέχνη και Ιερό

Η εκπομπή του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος Το τραπέζι της Κυριακής, που παρουσιάζουν ο Πορφύριος Νταλιάνης, δρ. Θεολογίας, και ο Γιώργος Ντόκος, θεολόγος, έχει αυτή τη φορά, θέμα: «Η αναζήτηση του ιερού στην έβδομη τέχνη».

Καλεσμένος είναι ο Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής και πρόεδρος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, και οι σκηνοθέτες Λένα Βουδούρη, Ευθύμης Χατζής, Αντώνης Κιούκας και Κωνσταντίνος Μπλάθρας.

Μεταδόθηκε την άνοιξη του 2012. Αντικείμενο της συζήτησης είναι η αναζήτηση ενός κινηματογραφικού γίγνεσθαι που κατορθώνει να λαβαίνει χώρα πέρα απ’ την πλοκή και τη δράση. Μιας τέχνης, δηλαδή, που ζητά να εμπνέεται από τις ιερές πηγές της ζωής.

Η μετατροπή της ηχογράφησης σε βίντεο (το οποίο απαρτίζεται από στιγμιότυπα ταινιών κορυφαίων σκηνοθετών) πραγματοποιήθηκε από το Αντίφωνο.

Υπέρ ελευθερίας πεσόντων

Πώς ακούγεται σε μια επιθετικά καταναλωτική συνθήκη διαβίωσης το πρόταγμα: Ελευθερία ή θάνατος; Συλημένο το νόημα, γράμμα κενό στον πολιτισμένο μας κόσμο, απαίτηση ανόητη, όταν δεν προκαλεί αμηχανία. Κι ας δονεί ακόμη κάποιους καταπατημένους ανθρώπους να διαδηλώνουν ήρεμα την αμείλικτη, βουβή τους αντίσταση, εκείνο το κομμάτι της ψυχής τους που δεν εξαγοράζεται απ’ την ανάπηρη ελευθερία της αγοράς. Κι αν σήμερα μοιάζει μάταιο, σώμα νεκρό, ας μην ξεχνάμε ότι από τις Θερμοπύλες και τους Μήλειους ως τα παλικάρια του Ρήγα, τους κλέφτες και τους κλαρίτες αντάρτες στα βουνά, όλους τους τακτικούς και άτακτους υπέρ πατρίδος πεσόντες, η αυταπάρνηση και η ανδρεία μ’ αυτό το τίμημα οραματίστηκαν ελεύθερα τα γένη και τους τόπους που ακόμη κατοικούμε.

Ἡ ὁδός

 

Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις·

καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; 

Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή… 

ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς·

ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν.

Κατά Ιωάννην Ιδ’

Μεµνῆσθαι δὲ καὶ τοῦ ἐπιλανθανοµένου ᾗ ἡ ὁδὸς ἄγει.

Ἡράκλειτος

 

Χρόνια πίστευα πὼς ξέπεσα στὴ ζωγραφική ναυαγός. Δὲν μποροῦσα νὰ ἐμπιστευτῶ τὸ χάρισμα χωρὶς μικρόβουλες καὶ παλίνδρομες, δαιδαλώδεις ἀντιρρήσεις. 

Ἐντέλει ἡ ζωγραφικὴ ὑπῆρξε γιὰ μένα ὁδὸς αὐτογνωσίας.

Γεννήθηκα στ᾽ Ἀγρίνιο. Kαὶ ‘κεῖ μεγάλωσα. Θυμᾶμαι τὸν ἐαυτό μου πάντα μὲ ἀνθρώπους, μέσα σὲ σπίτια ἢ ἔξω στὴν ὕπαιθρο. Θυμᾶμαι τὸ χαμόγελό τους καὶ ἕνα βάρος ποὺ πολὺ ἀργότερα συνειδητοποίησα ὅτι ἦταν συσσωρευμένος κόπος καὶ δυσκολίες. Ἔμπα ψυχή, ἔβγα ψυχή. Ἡ πόλη κι ὁ κόσμος ἄλλαζαν γρήγορα. Ντόπιοι, ὀρφανὰ τσελιγκάδων καὶ κτηματιῶν τ᾽ ἀδέλφια τοῦ πατέρα μου, ποὺ εἶχαν πιὰ χάσει τὰ πολλὰ σὲ θανάτους, ἐξορίες καὶ κατατρεγμοὺς μετὰ τὸν Ἐμφύλιο. Καπνεργάτες τὸ σόι τῆς μητέρας μου, πρόσφυγες ἀπὸ τὸ Erenköy—Ὀφρύνιον, τὸ ἑλληνικό του ὄνομα, παρὰ τὴν ὀφρὺν τοῦ λόφου τῆς ἀρχαίας Tροίας. Μεγάλωνα μὲ μιὰ μικρότερη ἀδερφή. Ὁ παπποὺς κι ἡ γιαγιά, πολύτεκνοι στὸν συνοικισμὸ τῶν προσφύγων, μᾶς ἔλεγαν ἱστορίες τῆς Ἀνατολῆς ἀπ’ τὴ Mικρασία. Ὁ πατέρας μου, ὁ Θωμᾶς Μποκόρος, ἀντὶ γιὰ παραμύθια, μοῦ ἀπάγγειλε Ὅμηρο ἀπὸ στήθους. Μὲ ταξίδευε στὴ μυθολογία καὶ τὴν ἱστορία τῆς σκέψης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Nὰ πᾶμε μπροστὰ καὶ νὰ μὴν ξεχνᾶμε «ποῦθε κρατᾶμε» ἔλεγε. Μὲ ξεκούμπωτο τὸ πουκάμισο τῶν ἀτάκτων τῆς πληγωμένης ἀριστερᾶς, μοῦ ἀποκάλυπτε κρυμμένα κι ἐγκαταλελειμένα ξέφωτα βαθιᾶς ἱστορίας, καὶ μὲ οδηγούσε ἀκούραστος παντοῦ ὅπου μποροῦσε ν᾽ ἀναστήσει ἕνα βαθύτερο νόημα στὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν τόπο τους. Ὁ ἀδελφός του, δάσκαλος κι αὐτὸς κι ἡ γυναίκα του, μὲ μάθανε γράμματα, μοῦ ‘δειχνε νὰ ζωγραφίζω, μὲ σπούδασε στὴ Nομική. «Διάβασμα!» ἦταν ἡ πρώτη του κουβέντα μὲ τὸ ποὺ μ᾽ ἔβλεπε. Ἡ μητέρα μου ἤθελε νὰ δουλεύω σκληρὰ καὶ νὰ ἐπιμένω γιὰ τὸ ἀνέφικτο. «Δὲν ὑπάρχει δὲν μπορῶ, δὲν θέλω μόνο», ἔλεγε, μπὰς καὶ σπρώξουμε λίγο μὲ τὴν ἐπιθυμία τὰ ὅρια τῆς ὑλικῆς μας ζωῆς ποὺ ἦταν στενὰ καὶ στριμόχωρα. Kαθένας μὲ τὸν τρόπο του, πίστευαν ὅτι τὸ ζητούμενο εἶναι ἡ ἀρετή, ὄχι τὸ κέρδος. Τὰ καλοκαίρια καλλιεργούσαμε τὰ κτήματα. ῞Οταν ἤμουνα μόνος ὀνειρευόμουνα. Πρὶν καλὰ καλὰ ξεκινήσω καὶ σπουδὲς ζωγραφικῆς, ἄρχισαν νὰ φεύγουν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπ’ τὴ μητέρα μου. Ἔμεινε ζωντανὸ τὸ πρότυπο τῆς ἐπιμονῆς καὶ ἡ μνήμη ἀναζήτησης τῆς ἀρετῆς. Σὲ τέτοιο κλίμα εἶναι ἐνταγμένες οἱ εἰκόνες ποὺ ἀναγνωρίζω σὰν παιδικές. Ὑπῆρχε βέβαια καὶ ζόφος μέσα μου καὶ γύρω. Χάος μὲ χίλια πρόσωπα, ἕνας κακὸς σωρός. Ἀλλὰ εἶπα τίποτε ἀπ΄ τὰ κακὰ δὲν φέρνω μπρός μου. Κρατῶ μόνο τὸ φῶς κι ἂς σείεται ἀκόμα τὸ σκοτάδι ἀνάστατο. 

Τὸ πατρικὸ σπίτι ποὺ μεγάλωνα τὰ 19 χρόνια ποὺ ἔμεινα στὸ Ἀγρίνιο, δίπατο, χτισμένο στὰ 1910, εἶχε πίσω μιὰν αὐλὴ καὶ πιὸ πίσω ἕνα ἰσόγειο μονόχωρο κτίσμα. Πολύ παλιά, πρὶν γεννηθῶ, ἦτανε σταῦλοι. Ἐκεῖ ὁ πατέρας μου ἔστησε ἀργότερα ἕνα μικρὸ ὑφαντουργεῖο κι ἐκεῖ γνώρισε τὴ μητέρα μου, προσφυγοπούλα, ποὺ δούλευε ὑφάντρα. Ὅταν γεννήθηκα ἦταν βαφεῖα καὶ πλυντήρια. Ὑπῆρχαν ὅμως παραπεταμένα πιά, ἄχρηστα κουβαρέτα τοῦ ὑφαντουργείου μὲ τὶς κλωστὲς καὶ τὰ νήματα πολύχρωμα καὶ λαμπερὰ ἀκόμα πάνω τους. Ἔπαιζα μ’ αὐτὰ καὶ ὀνειρευόμουνα, ταίριαζα ἁρμονίες ξετυλίγωντάς τα. Χανόμουν στὰ χρωματολόγια τοῦ βαφείου, κάποια μυθικὰ γιὰ μένα τότε πολύπτυχα μὲ ἄπειρα δείγματα χρωματισμένων κλωστῶν. Ἄνοιγα κρυφὰ τὰ τσίγκινα κουτιὰ μὲ τὶς χρωστικὲς σκόνες κι ἀνάσαινα τὶς βαριὲς μεταλλικές τους μυρωδιές, νὰ ἰδῶ τὰ μυστικά τους χρώματα. Ρωτοῦσα καὶ τὰ μάθαινα ὅλα, καθένα μὲ τ᾽ ὄνομά του, κι ὅσα δὲν εἶχαν ὄνομα τὰ λέγαμε μὲ τὰ ὀνόματα καρπῶν καὶ λουλουδιῶν καὶ ἀγαθῶν τοῦ κόσμου. Σχεδὸν κάθε μέρα ἡ αὐλὴ ἔξω ἀπὸ τὸ πλυντήριο ἦταν γεμάτη κρεμασμένα ἄσπρα σεντόνια καὶ πετσέτες νὰ στεγνώνουν καὶ τὰ βράδια, ὅταν ἔμπαινα στὸ σπίτι μετὰ τὸ παιχνίδι στοὺς δρόμους, μύριζα στὸν ἀτμὸ τὸ πράσινο σαπούνι ἀπ’ τὰ φρεσκοσιδερωμένα ἀσπρόρουχα ποὺ δίπλωνε ἡ μητέρα. Σ’ αὐτὴν χρωστάω τὴν προσήλωση καὶ τὴν ἄκρα ἐπιμέλεια, τὴν δεξιότητα καὶ τὴν ὑπομονή. Θυμᾶμαι τὶς ἀνθισμένες χλωρασιὲς στὰ χωράφια, τὸ ἀρμάθιασμα τοῦ καπνοῦ κάτω ἀπ’ τὰ δέντρα, τὰ νερά, τὰ πηγάδια, τὸ ρέμα, τὸ πέτρινο σπίτι στὴν πόλη, τὸ μαντεμένιο μπαλκόνι, τὸ δρόμο, τὴν πίσω αὐλή. Ἀσπρόρουχα φρεσκοπλυμένα, καθαρά, ζεστὰ σιδερωμένα τὸ Σάββατο. Ὅλοι μαζὶ στὸ τραπέζι. Μαγειρέματα καὶ γλυκὰ στὴν κουζίνα. Φρέσκο ψωμὶ νὰ μοσχοβολάει καὶ καμμένα χαμόκλαδα νὰ καπνίζουν.

Εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀκόμη ζωγραφίζω, μὲ ὅ,τι νόημα κι ἂν τοὺς ἀποδίδω τώρα πιά. Ὅλα ἔμοιαζαν ἕτοιμα ἀπὸ τότε· ἀπὸ παιδὶ τὰ κουβαλάω. Νύχτα, θυμᾶμαι, φεύγαμε πρὶν ξημερώσει, πεζοί, ἀπ’ τὴν ὁδὸ Μεγάλης Χώρας γιὰ τὸ Ψηλογέφυρο. Χωματόδρομος. Ἠλεκτρισμὸς δὲν ἔφτανε στὰ καπνοχώραφα. Δέντρα ὕψωναν τεράστιες κι ἀπροσδιόριστες τὶς σκοτεινὲς σκιές τους στὸν ξάστερο καλοκαιρινὸ οὐρανὸ τριγυρισμένα νυχτερινοὺς ἤχους, θροΐσματα πουλιῶν ἢ μικρῶν ζώων στὶς φυλλωσιὲς καὶ στὰ χορτάρια. Βατράχια καὶ καλαμιὲς ἔτριζαν στὸ ρέμμα κι ἀναβοσβῆναν φωτεινὲς πυγολαμπίδες. Τριζόνια, κουκουβάγιες, νυχτερίδες, γκιώνηδες κι ἄλλα ἀδιάγνωστα ἀνάμεσα στὰ βήματα καὶ στὰ σκοντάματά μας. Σκυλιὰ ποὺ ἀγριεύονταν καὶ μακρινὰ κοκόρια. Κάποιες φορὲς μᾶς ἔκλειναν τὸ δρόμο ἀργοκίνητα γαϊδούρια ἢ μουλάρια ἀμολυτὰ ποὺ ἔσερναν τὰ σκοινιά τους βόσκωντας στὸ σκοτάδι. Στὰ παρακείμενα χωράφια, πίσω ἀπὸ καπνόπανα κι ἀσβεστωμένους τοίχους χάνονταν καὶ θεριεύαν σκιὲς ἀπὸ λάμπες θυέλλης, ἥρωες μυθικοί. Σούρσιμο ποδιῶν καὶ ψεκαστῆρες χάλκινοι ν᾽ ἁπλώνουν σύννεφα δροσιᾶς στὰ ξεραμένα φύλλα τοῦ καπνοῦ ποὺ κροτάλιζαν στὸ γύρισμα ἢ τὸ βαντάκιασμα στὶς ‘λιάστρες. Οἱ μοσχοβολιὲς τοῦ κάμπου ἀνάσταιναν τὰ νυσταγμένα κορμιά. ᾽Αρετή τους ἡ ἐργασία καὶ ἡ εὐθύνη. Στὰ μισὰ τῆς διαδρομῆς, πρὶν διασχίσουμε τὴν ἐθνικὴ ἄσφαλτο, δεξιά μας, ἕνα ἀσβεστωμένο εἰκόνισμα. Ἀνάβαμε καμμιὰ φορὰ τὸ σβησμένο καντῆλι. Ἄστραφτε ἡ ἀψάδα τοῦ σπίρτου στὸ σκοτάδι κι ὕστερα γλύστραγε μαλακὰ στὸ λάδι ἡ φλόγα κι ἔμενε ἕνα φέγγος γλυκὸ στὸ πουθενὰ τῆς νύχτας. 

Ἀπὸ 19 χρόνων ποὺ ἐγκατέλειψα τὸ Ἀγρίνιο, ὅλα αὐτὰ ἀναλήφθηκαν σὰν μυθικὸ παρελθόν.

Μετὰ τὶς σπουδές μου στὴ Νομική καὶ τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἀρχόμενης μεταπολίτευσης, ἡ κυριαρχία τῆς κοινῆς λογικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς ἐξέπεσε σὲ ἐκσυγχρονισμὸ κι ἀσημαντότητα. Τὸ γενικότερο κλίμα τῆς αὐτοπραγμάτωσης ἐδῶ καὶ τώρα ποὺ ἀπαιτοῦσαν οἱ καιροὶ καὶ ὁ καιρός μου, τὸ περιβάλλον δηλαδὴ καὶ ἡ ἡλικία μου, μὲ ἀπώθησαν ἀπ’ τὴν ἀνοιχτὴ πολιτικὴ καὶ ἀποσύρθηκα στὰ ἡμίφωτα τῆς τέχνης καὶ τῆς φιλοσοφίας. Δὲν φαινόταν—τουλάχιστον ἐγὼ δὲν τὸ ἔβλεπα τότε—τὸ πραγματικὸ πρόσωπο τοῦ καιροῦ, ἡ ἐκτροπὴ στὴν ἀπόρριψη καὶ τὸν μηδενισμό, ἡ οἰκουμενικὴ ἐνημέρωση καὶ ἡ ἐπέλαση τοῦ καταπιεστικὰ καταναλωτικοῦ καπιταλισμοῦ. ῾Η μεταμφίεση τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ σὲ δημοκρατία. Δὲν καταλάβαινα τὴν οὐσία τοῦ κόσμου. Ἐνημερωνόμουν ἐπειγόντως γιὰ τὶς ἐξελίξεις, τὴν πρόοδο, τὰ σύγχρονα ρεύματα. Μὲ ἔπαιρνε ἀσυναίσθητα τὸ ποτάμι κι ἐγὼ νόμιζα πὼς τὸ κοιτῶ ἀπ’ τὴν ὄχθη. Ζητοῦσα νὰ καταλάβω τὸ νόημα τῶν καιρῶν. Λὲς κι ὁ καιρὸς μπορεῖ νὰ εἶναι καινοτόμος. Τότε ἦταν ποὺ ἔχασα καὶ τὸν πατέρα μου, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶχε ἤδη ἀνοίξει πολύτιμους δρόμους στὴ σκέψη καὶ στὴ διερώτηση τοῦ ὄντως ὄντος. Πορεύτηκα πιὰ στὰ ξέφωτα καὶ στὶς κακοτοπιὲς δίχως τὴ βοήθειά του. Ἔτσι νόμιζα μέχρι πολὺ πρόσφατα, ὁπότε κατάλαβα τὸ εὗρος τῆς προστασίας καὶ τῆς βοήθειας ποὺ μοῦ ἐξασφάλιζε ἡ ἀνελλιπὴς συνείδηση τῆς ἀπουσίας του καὶ τὰ κλαδάκια μνήμης ποὺ μοῦ ‘στελνε ἡ ἔγνοια του γιὰ νὰ τ’ ἀρπάξω, ὅταν κρεμόμουν στὸ κενό, νὰ κρατηθῶ. 

Καιρὸς νὰ μιλήσω γιὰ τὶς ὀφειλές μου, σὲ ποιοὺς καὶ σὲ τὶ δηλαδὴ χρωστάω αὐτὸ ποὺ ἐντέλει ἀντιλαμβάνομαι σὰν ζωγραφική, κι ἂς μὴν μπορῶ νὰ τὶς ἐξοφλήσω μὲ λόγια.

Στὸν πατέρα μου γιὰ τὴν ἐπιμονή του στὸ μέτρο, ποὺ ἡ κλασσικὴ τέχνη τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας ἀνέδειξε ὡς οἰκουμενικὴ ἀξία τελειότητας καὶ πρότυπο ἀρετῆς. Γιὰ τὴν πίστη στὸν ἄνθρωπο, ὄχι ὡς κατακτητὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὡς ποιητή, δημιουργὸ πολιτισμοῦ ποὺ ἐξανθρωπίζει τὶς κοινωνίες καὶ δίνει ὑψηλότερο νόημα στὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴ ζωή. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀκαταπόνητη ἅμιλλα τῶν ἀρχαίων δημιουργῶν νὰ παραστήσουν τὸ ἀνέφικτο, τὸ καλό κ’ ἀγαθόν. Μοῦ ἔδειχνε, μὲ κάθε εὐκαιρία, σὲ κάθε μικρὸ μνημεῖο ποὺ ὑπῆρχε κοντά μας, τὴν βαθειὰ ἱστορία τοῦ ὕψους ποὺ ἀναζήτησε ὁ ἄνθρωπος στὴν τέχνη του. Μοῦ ἀπήγγειλε Ὅμηρο περπατώντας στὰ ἀφύλακτα ἐρείπια τῆς Πλευρώνας καὶ τῆς Καλυδώνας. Μοῦ ἔδειχνε ἐκεῖ τὸ εὗρος τῆς θέας καὶ τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα τείχη, τὰ ὑδραγωγεῖα ποὺ ἐξασφαλίζαν τὸ νερό, τὴ διάταξη τῆς ἀρχαίας πόλης καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων της. Μοῦ διηγιόταν ἱστορίες τοῦ Θουκιδίδη κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Στράτιου Δία τὰ κυκλώπεια τείχη στὸ πέρασμα τοῦ Ἀχελώου. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀνάγκη ποὺ κατέκλυζε τὶς ἀρχαῖες τραγωδίες ἐνῶ ψάχναμε τὸ θέατρο καὶ τὸ νεώριο τῶν Οἰνιαδῶν, χαμένα κάτω ἀπὸ βελανιδιές, ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια καὶ γουρούνια. Άκουσα ἀπ’ τὰ χείλη του στὸ Θέρμο, τὸ κοινό τῶν Αἰτωλῶν, τὸν προφητικὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε ἐκεῖ εἴκοσι δύο αἰῶνες πρὶν ὁ Ἀγέλαος γιὰ τὴν ἀνάγκη ἑνότητας τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι στὰ ἐξ ἑσπερίας νέφη. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὶς ὀπτικὲς διορθώσεις, γιὰ τὴν καλήν ἀλλοίωση, γιὰ τὴν ἐν δόξῃ παράσταση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν τόπων λατρείας, ὅταν διέκρινε στὴν τοιχοποιΐα τῶν βυζαντινῶν μέλη ἀρχαιότερων «παγανιστικῶν» μνημείων. Ἕνα ἀπόγευμα εἴχαμε τελειώσει νωρὶς τὴ δουλειὰ στὰ καπνοχώραφα καὶ μὲ πῆρε μαζί του μιὰ βόλτα λίγο πιὸ κάτω ἀπ’ τὰ κτήματά μας σὲ μιὰ μικρὴ βασιλικὴ χωμένη πίσω ἀπὸ βατομουριὲς καὶ κυπαρίσια, τὴν Παναγιὰ τῆς Μεγάλης Χώρας. Θυμᾶμαι τὴν πρώτη ἔκπληξη μπροστὰ στὶς ἀσβεστωμένες ἀρχαῖες τοιχογραφίες ποὺ μοῦ ἀποκάλυψε πίσω ἀπὸ τὸ ξύλινο τέμπλο της. Μιὰν ἄλλη φορὰ στὸ μοναστήρι τῆς Μυρτιᾶς, τὸν ἄκουγα νὰ μοῦ ἐξηγεῖ χαμηλόφωνα τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία μπροστὰ στὶς τοιχογραφίες τοῦ Ξένου Διγενῆ καὶ τοῦ Φράγκου Κατελάνου. Καὶ μετά, ἔξω στὸ πεζούλι μέχρι νὰ βραδυάσει, μὲ τὸν ἀπόηχο τοῦ ἑσπερινοῦ, μοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ἀνατατικὴ καὶ ἀπελευθερωτικὴ ἀπὸ τὴ βιωτικὴ μέριμνα ἀξία τῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς ψαλτικῆς. Μὲ ἀνέβασε στὰ βουνὰ τοῦ Κατσαντώνη καὶ τοῦ Καραϊσκάκη καὶ μοῦ ‘δειξε ποῦ ζήσανε κλαρίτες ὅσοι ἀρνήθηκαν τὴν ὑποταγή. Μοῦ ‘πε γιὰ τὰ διαβάσματα τῆς ἐξορίας. Μ’ ἔμαθε νὰ νιώθω τὸν καιρό, νὰ καλλιεργῶ τὴ γῆ, ν᾽ ἀναγνωρίζω καὶ νὰ φροντίζω δέντρα καὶ φυτά. Νά’ χω τὸ νοῦ μου, ἔλεγε, στὸ φῶς, νὰ μὴν τὸ χάνω ἀπὸ τὰ μάτια μου ἀλλὰ νὰ κρατάω μιὰν ἀπόσταση ἀπ’ αὐτό, μὴ μὲ τυφλώσει καὶ καῶ.

Στὸν ἀδελφό τοῦ πατέρα μου δάσκαλο Κωνσταντῖνο Μποκόρο ποὺ μοῦ ἔδειχνε ἀπο τὰ πρῶτα παιδικά μου χρόνια—μὲ ὑπομονὴ καὶ χαμόγελο—πῶς νὰ ζωγραφίζω, καὶ στὴ γυναίκα του δασκάλα Γεωργία Παπαγεωργίου ποὺ ἀναγνώρισαν ἔγκαιρα τὸ χάρισμα καὶ ἐπιμελήθηκαν μὲ ἀφοσίωση τὶς πρῶτες μου ζωγραφιές. Ὁ θεῖος ὁ δάσκαλος—ἔτσι τὸν λέγαμε—σκάρωνε καὶ διηγιότανε μ’ ἕναν ἰδιαίτερο, γλυκύτατο τρόπο τὶς διδακτικές του ἱστορίες. Μὲ πήγαινε στὰ βιβλιοχαρτοπωλεῖα τῆς πόλης καὶ μοῦ ἔπαιρνε χρώματα, μολύβια καὶ χαρτιά. Μαγευόμουν ἐκεῖ μέσα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑλικά. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὴ μυρωδιὰ τοῦ κέδρινου ξύλου στὶς κασετίνες καὶ στὰ χρωματιστὰ μολύβια ἢ τὴ χαρὰ ὅταν μοῦ χάρισε τοὺς πρώτους γυάλινους μαρκαδόρους μὲ τὴν λοξὰ κομμένη ὀρθογώνια μύτη καὶ μὲ μάθαινε νὰ καλλιγραφῶ. Μύριζαν κάτι δυνατὸ σὰν οἰνόπνευμα καὶ εἶχα ἀγωνία γιατὶ δὲν ἔσβυναν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ διορθώνω τὰ λάθη. Ἄκρα προσήλωση λοιπὸν στὴν ἀκρίβεια. Ἡ θεία, ἡ δασκάλα μου, αὐστηρὴ κι ἀπαιτητικὴ ἐπιτηροῦσε καὶ διόρθωνε τὶς ζωγραφιές. Πέρασα πολλὰ διαλείμματα χωρὶς παιχνίδι στὸ προαύλιο γιατὶ μὲ κράταγε μέσα στὴν αἴθουσα τοῦ σχολείου νὰ ζωγραφίσω στὸν πίνακα, μὲ λευκὲς ἢ χρωματιστὲς κιμωλίες, τὸ θέμα ἀπὸ τὸ μάθημα τῆς ἑπόμενης ὥρας.

Στοὺς ἁγιογράφους τοῦ Ἀγρινίου καὶ κυρίως στὸ Λευτέρη Χατζάρα ποὺ μοῦ ὑπέδειξε τρόπους καὶ τεχνικὲς τῶν παλαιῶν μαστόρων. Στὸν ζωγράφο Κώστα Παπαντωνίου πού, σὲ καιροὺς ἀδιέξοδους μετὰ τὶς σπουδὲς τῆς Νομικῆς, μὲ περιέβαλε μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη του, ὥστε ν’ ἀρχίσω νὰ λογαριάζω τὸν ἑαυτό μου ζωγράφο. Στὸν γλύπτη Θύμιο Πανουργιᾶ ποὺ μερίμνησε νὰ δώσω ἐξετάσεις στὴν Σχολὴ τῶν Καλῶν Τεχνῶν καὶ ἔτσι νὰ παραμείνω ζωγράφος.

Νοέμβριο τοῦ 1981, ἕνας ἀλλούτερος φίλος ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια καὶ τὸν φοιτητικὸ ὅμιλο θεάτρου καὶ κινηματογράφου, ὁ Κώστας Καμαριάρης, μ’ εἶχε πάρει μαζί του ἕνα ταξείδι, τὸ μοναδικό μου, στὸ Ὄρος. Πρώτη μέρα, τ’ ἀπόγευμα, ἀπὸ τὸ Κουτλουμούσι περπατήσαμε τὸ μονοπάτι ὣς τὴν Παναγούδα, ἕνα χαμόσπιτο. Μὲ πῆγε σ’ ἕναν κυρτωμένο γέροντα, τοῦ εἶπε ὅτι εἶμαι ζωγράφος κι ἐκείνος μὲ ρώτησε ἂν κάνω εἰκόνες. Τοῦ ἔγνεψα καταφατικά. Μὲ ρώτησε ἂν προσεύχομαι, τοῦ ἀπάντησα ὄχι. Μοῦ ἔπιασε τὸ χέρι μέσ’ στὰ δυό του χέρια καὶ μὲ παρότρυνε μὲ ἐπίμονο βλέμμα καὶ γλυκὸ χαμόγελο: Ἄσε τὶς εἰκόνες, ζωγραφικὴ νὰ κάνεις. Ὣς τότε ὅλοι οἱ θρησκευόμενοι μοῦ λέγανε τὸ ἀντίθετο. Μπερδεύτηκα. Βγαίνοντας ἔξω καθάρισε μ᾽ ἕνα φαλκίδι δυὸ βέργες χοντρούτσικες ἀπὸ μιὰ μεγάλη δάφνη καὶ μᾶς τὶς ἔδωσε, μπαστούνια γιὰ τὸ δρόμο. Ἀργότερα ἔμαθα τὶ ἦταν ὁ γέροντας Παΐσιος. Τὸ βράδυ φτάσαμε περπατώντας στὴ Σταυρονικήτα. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὁ ἡγούμενος, στὴν εἴσοδο τῆς τράπεζας, μὲ τὸ χέρι ψηλὰ καὶ τὰ μάτια χαμηλά, εὐλογοῦσε μὲ προσήλωση τοὺς εἰσερχόμενους καὶ ἐξερχόμενους. Νύχτα στὸ ἀπέριττο κελί του ἄκουγα ἀμίλητος νὰ συζητάει μὲ τὸ βλέμμα πάλι χαμηλά, γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ὑπερβαίνουν σὲ δύναμη τὴ μανία καταστροφῆς τῶν ἀπελπισμένων. Βασίλειος Γοντικάκης, Σταυρονικητιανός, τότε. Ἀρκετὲς μέρες μετά, περιμένοντας τὸ καραβάκι τῆς ἐπιστροφῆς στὸ λιμανάκι τῆς Δάφνης, εἶδα στὴν προθήκη τοῦ βιβλιοπωλείου ἕνα βιβλίο του: «Εἰσοδικόν». Τὸ πῆρα. Κι ἔμεινα ἔκτοτε στὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ πατημένου θανάτου στὴν εἰκόνα, ὡς εἰκαστικὴ φανέρωση λειτουργικοῦ ἤθους. Ἔβρισκα σ’ αὐτὴ τὴν πρόταση μιὰ λυτρωτικὴ ἑρμηνευτικὴ τῆς ζωγραφικῆς ποὺ ὅμοιά της δὲν εἶχα ξανασυναντήσει στὶς ἕως τότε ἀναγνώσεις μου. Ἀνεξαιρέτως οἱ προηγούμενες δοξολογοῦσαν τὸν ἀδιαμφισβήτητο ἐκφρασισμό τοῦ ὑποκειμένου καλλιτέχνη. Ἄλλη ἀντίληψη.

Μεγαλωμένος στὴν ἐπαρχία, ἦρθα στὸν χῶρο τῶν «Καλῶν Τεχνῶν» μετὰ ἀπὸ σπουδὲς Νομικῆς, ἐπίσης στὴν ἐπαρχία (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτινή). Θεωρητικὴ ὑποδομὴ ἀναλυτικῆς σκέψης, χωρὶς ἐκείνη τὴν εὑρύτερη «καλλιτεχνικὴ» παιδεία ποὺ θεωρεῖ δεδομένη τὴν ἀξία καὶ τὴν λειτουργική χρησιμότητα τῆς τέχνης. Ἔπρεπε νὰ τὰ ἀνακαλύψω μόνος μου. Ὅπως ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχειώδη ἀρχέγονα πράγματα τῶν ὁποίων ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ ἐμπέδωση ἐπαφίενται στὸν προσωπικό μας μόχθο, δὲν διδάσκονται καὶ ἔτσι, ἐντέχνως, περιπίπτουν στὴ λήθη καὶ τὴν περιφρόνηση, ὡς αὐτονόητα.

Ἤθελα νὰ παρακολουθήσω ζωγραφικὴ στὸ ἐργαστήριο τοῦ Μόραλη ἀλλὰ ἐκεῖνος βγῆκε στὴ σύνταξη τὴ χρονιὰ ποὺ μπῆκα στὴ σχολή. Ἐκεῖ δίδασκαν ἀκόμη μετεμπρεσσιονισμό, μᾶς σπρώχνανε πρὸς τὸ μοντέρνο, τὶς κατασκευές, τὶς νέες τεχνολογίες καὶ τέτοια. Δὲν εὕρισκα ἐπαφή, μοῦ φαινόντουσαν ξένα. Αὐτὰ ποὺ ζωγράφιζα ἀντιμετωπίζονταν σὰν παλιομοδίτικα, καλὰ ἀλλὰ συντηρητικά, σχεδὸν κορνιζάδικα. Ἐπαρχιώτικα, χωρὶς νόημα καὶ προοπτική. Δὲν ὁμιλοῦσαν, ἔλεγαν, μὲ τὸ διεθνές λεξιλόγιο ποὺ κυριαρχοῦσε στὶς ἀγορὲς τῶν μουσείων τοῦ προοδευμένου κόσμου. Ἡ σχολὴ εῖχε ἀποδεχτεῖ τὸ ρόλο της σὰν ἀκαδημία ἐκσυγχρονισμοῦ. Τίποτε ἐντόπιο δὲν φαινόταν νὰ ἔχει θέση στὸ μέλλον.

Εἶχα γοητευτεί ἢδη ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὴ ζωγραφική του Γιάννη Τσαρούχη. Διέκρινα ἐκεῖ τὸ νῆμα μιᾶς ἀδιατάρακτης ἑνότητας στὴν ἱστορία τῆς ζωγραφικῆς. Κάτι ποὺ μέσα του χωροῦσε περισσότερα ἀπὸ τὴν μετὰ τὸν Ὄθωνα Ἑλληνικὴ ζωγραφικὴ καὶ τὰ κεντροευρωπαϊκά της πρότυπα. Ἀντλοῦσε τὴν καταγωγή του πολὺ πρὶν τὴν Ἀναγέννηση. Συζητοῦσα τότε μὲ κάποιους συμφοιτητὲς τῆς σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν. Μὲ τὸν Κώστα Παπανικολάου, τὸν Μαντζαβίνο, τὸν Σακαγιάν, τὸν Φειδάκη, τὸν Μανουσάκη, τὸν Σπηλιόπουλο, τὸν πατριώτη μου τὸν Χαραλάμπους. Ἄκουγα μὲ ἀμήχανο θαυμασμὸ τὰ μαθήματα ἱστορίας τέχνης τῆς Μαρίνας Λαμπράκη, ἔψαχνα ἕνα βαθύτερο νόημα στὰ σεμινάρια φιλοσοφίας τοῦ Παύλου Χριστοδουλίδη. Αἰσθανόμουν ἀκόμη ἐπαρχιώτης, ἀμόρφωτος καὶ ξεροκέφαλος, ἀνεπαρκὴς κι ἐπίμονος. Τὰ μοντέλα καὶ οἱ συνθέσεις τῆς Σχολῆς μοῦ φαινόντουσαν ἄψυχα κι ἀνούσια. Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ζωγραφίσω. Ἀπὸ μόνη της ἡ σπουδή μοῦ φαινόταν ἀδιάφορη γιὰ τοὺς ἄλλους, ἂν δὲν εἶχε κάτι νὰ ἀπευθύνει στὸν θεατή της πέρα ἀπὸ τὴν ἔρευνα καὶ τὴν μαθητεία τοῦ δημιουργοῦ της. Δὲν μὲ ἔπειθαν οὔτε οἱ ἀσκήσεις, οὔτε οἱ προσωπικοὶ ἐκφρασισμοί, οὔτε οἱ ἀπαντήσεις στὴν ἱστορία τῆς τέχνης, ποὺ ἀφοροῦσαν ἐνδεχομένως τοὺς δασκάλους ἢ τοὺς συμμαθητές ἢ τοὺς ἐρευνητὲς τοῦ μέλλοντος. Ζωγράφιζα ἀνθρώπους κι ἀντικείμενα τοῦ ἄμεσου περιβάλλοντός μου. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ τὰ τοποθετήσω στὴν ἐπιφάνεια τῆς ζωγραφικῆς ὥστε ν᾽ ἀποκτήσουν πλαστικὸ ἐνδιαφέρον· τὰ ἔβαζα στὸ κέντρο καὶ κατενώπιον, νὰ τὰ κοιτάζω καὶ νὰ μοῦ ἀποκριθοῦν. Ὑπέθετα ὅτι ἡ ζωγραφικὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ δειχτεῖ ὅταν εἶχε κάτι προσωπικὸ ν’ ἀπευθύνει. Ἤθελα νὰ ‘χει ἐμφανὲς νόημα γιὰ τὴν εὑρύτερη κοινότητα. Ἀναρωτιόμουν τὶ θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον νὰ ἀναπαρασταθεῖ καὶ δὲν τὸ ‘βρισκα. Αἰσθανόμουν νὰ ἀναλώνομαι ἄσκοπα, ἀνήμπορος νὰ ἐξασκήσω αἰτιολογημένη πειστικὰ τήν, ὁμολογημένη ἀπ’ τὸν περίγυρο, ἀναπαραστατική μου ἱκανότητα.

Kαλοκαίρι στὸ σπίτι τῆς Kαλλιδρομίου, καθάριζα μὲ ὑπομονὴ ἕνα παλιό ξύλο ποὺ εἶχα βρεῖ πεταμένο στὰ σκουπίδια, ἀσβεστωμένο, παλίμψηστο χρήσεων ἀπὸ κάρυνη κασέλα. Πάντα μὲ γοήτευαν τὰ παλιὰ χρησιμοποιημένα ξύλινα ἀντικείμενα καὶ τὰ μάζευα ἀπ’ ὅπου τὰ ἔβρισκα. Ἕνα ποτήρι νεροῦ ποὺ ἤπια καὶ ἀκούμπησα ἐκεῖ πάνω, τὸ εἶδα ξαφνικὰ νὰ λάμπει σκονισμένο, στὸν ἥλιο ποὺ ἔμπαινε ἀπ᾽ τὸ παράθυρο. Ἄρχισα νὰ ζωγραφίζω πάνω στὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα, τὴ σκόνη καὶ τὸ φῶς, τὸ αὐτονόητο. Ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ πραγματικὸ ὑλικὸ αὔξησε τὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἀναπαραστατικῆς μου ἐπίδοσης. Ξέχασα τοὺς ζωγράφους κι ἀφοσιώθηκα στὸ ποτήρι καὶ στὸ ξύλο. Μέρες πολλὲς δυσκολευόμουνα. Ὕστερα, ἀντὶ νὰ προσθέτω, ἄρχισα ν᾽ ἀφαιρῶ χρώματα. Mὲ τὶς ἄκρες τῶν δακτύλων δούλευα. Μὲ τὸ ἐλάχιστο νὰ γίνει. Κάποια στιγμή, σὰν ἀντίδωρο στὴν ἐπιμονή, τὰ ἴχνη τῶν προσπαθειῶν μου φάνηκαν σὰν ἀφομοιωμένα πάνω στὴ βιωμένη ἐπιφάνεια τοῦ ξύλου μαζὶ μὲ τὰ σημάδια τῆς ἀρχικῆς κατεργασίας καὶ τῶν μεταγενέστερων χρήσεών του. Σὰν νὰ εἶχε ἐνταχθεῖ στὴν κατατεθειμένη συλλογικὴ μνήμη. Ὕστερα ζωγράφισα σ’ ἕνα ἄλλο ξύλο μιὰ διπλωμένη πετσέτα κι ἕνα σαπούνι. Ἕνα κόκαλο ζώου μετά. Ἕνα ψάρι. Κι ἄλλα. Ὅταν ἀργότερα ἐξέθετα τὰ ἔργα ἀπ᾽ τὰ χρόνια τῆς σχολῆς, στὴν Ὥρα τοῦ Mπαχαριάν, ἔγραφα: χρόνια ζωγράφιζα γιὰ νὰ μάθω τὸ πῶς μὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ βεβαιώνομαι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἀπ᾽ τὸ ν᾽ ἀγαπήσεις καὶ νὰ δεῖς. Ὕστερα ὅ,τι εἶναι νὰ κάνεις θὰ κάνεις κι ὅ,τι εἶναι νὰ φανεῖ θὰ φανεῖ. Ἄλλωστε ἡ ἀμφιβολία κι ἂν δὲν τὴν κουβαλάς, σ’ ἀκολουθεί αὐτή μονάχη της.

Δὲν μοῦ ἦταν τὸ θέμα καὶ ἡ δεξιότητα ἀρκετά. Kάτι ἄλλο αἰσθανόμουνα, πιὸ σημαντικό, νὰ μοῦ λείπει. Zωγράφισα ἕνα αὐγὸ πάνω σ’ ἕνα ξύλινο βάκο ποὺ χρησιμοποιοῦσαν σὰν σκαλοπάτι στὴν ἀποθήκη τοῦ σπιτιοῦ ποὺ παραθέριζα τὸ 1990 στὸν Mόλυβο, στὴ Mυτιλήνη. Ἕνα κλειστὸ λευκὸ σχῆμα. Τίποτε ἰδιαίτερο. Ἂν ἡ ζωγραφικὴ ἔχει κάποια ἀξία θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἔχει σ᾽ ἕνα μόνο αὐγό. Δίχως πολύχρωμα καὶ πολύπλοκα σχήματα. Ἡ ἀπόθεση τῆς ἀναπαραστατικῆς δεξιότητας πάνω στὴν ταλαίπωρη ἐπιφάνεια τοῦ ξύλου ἀρκεῖ ἄραγε ἀπὸ μόνη της γιὰ νὰ ἔχει ἡ ζωγραφικὴ κάποιο νόημα; Ἡ ἑπόμενη ἔκθεση εἶχε μόνον αὐγὰ ζωγραφισμένα. Κρεμασμένα, ταπεινὰ ἀναθήματα στὴν ἀλαζονεία τοῦ δημιουργοῦ τους.

Mετὰ ζωγράφισα τὰ «φυλάκια», τὶς «κλίνες», τὴν «ἐλιά». Ὕστερα τὰ «πρόσφορα» καὶ ἀναγνωρίσιμα σύμβολα κοινότητας, τὴν κοινή μας μνήμη. Βλέποντας ὅλα μαζὶ τὰ ἔργα μου, πρώτη φορὰ στὴν ἀναδρομικὴ τοῦ Ἀγρινίου—μιὰ μεγάλη ἔκθεση ποὺ σκάρωσα γιὰ νὰ δείξω στοὺς πατριῶτες μου τὶ ἔκανα ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ εἶχα φευγάτος ἀπὸ τὸν τόπο μου—κατάλαβα κάτι σὰν νῆμα νὰ τὰ διαπερνᾶ. Τότε ἔστησα ἐκεῖ τὴν «ἀνάληψη» καὶ ἔφτιαξα τὸν «ἀρχαῖο τρόπο νὰ φωτίζεις μαύρα τετράγωνα», γιὰ τὴν ἑπόμενη ἀναδρομικὴ στὸ Ἵδρυμα Κυδωνιέως στὴν Ἄνδρο. Ἀνέβηκα στὴ Βίνιανη καὶ ἔφτιαξα τὸ «ἀδιάβαστο δάσος», νὰ ἐλευθερώσω ἀπὸ τὴ θλίψη τῆς ἧττας τὴ μνήμη τῶν νικημένων τῆς Ἀντίστασης καὶ τοῦ Ἐμφυλίου. Μὲ τὴν ἔλευση τῶν παιδιῶν φώτιζα συχνὰ πολύχρωμα πιὰ ξύλα καὶ κουρελάκια ἀνάκατα. Ἔκανα τὶς «σημαῖες» καὶ την «ἀνακομιδή». Τὰ χαρακωμένα ἔργα τῆς Κύπρου καὶ τὸ «κυπαρίσσι-δέντρο μνήμης». Χαζεύοντας τόσον καιρό τὸ φῶς, βρίσκομαι γονατισμένος ἀκόμη στὸ σκοτάδι. Καὶ νά ‘μαστε στὰ «στοιχειώδη».

Ἀκόμη δυσκολεύομαι νὰ ζωγραφίσω. Ἀναρωτιέμαι κάθε φορά ἀπὸ ποῦ ν᾽ ἀρχίσω, πῶς νὰ σχεδιάσω, τὶ χρώματα νὰ βάλω, σὰν νὰ μὴν ἔμαθα τίποτε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια. Κι ἂς χρωστάω τόση γνώση καὶ θαυμασμὸ κι εὐγνωμοσύνη σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ βοηθήσανε νὰ καταλάβω κάτι ἀπ᾽ τὸ τί, τὸ πῶς καὶ τὸ γιατὶ τῆς τέχνης.

Πρίν ἀρκεστῶ στὰ ὑπάρχοντά μου, στὸν καιρὸ τῆς μαθητείας, μετὰ τὶς πρῶτες ἀφελεῖς ἀντιγραφές, ἔψαχνα μυστικὰ τῆς ἀναπαράστασης στὴ ζωγραφικὴ ποὺ μὲ γοήτευε. Ὁ ντα Bίντσι, ὁ Τισιανός, ὁ Bερμέερ, τὰ πορτραῖτα τοῦ Φαγιούμ, οἱ εἰκόνες, ὁ Tσαρούχης, ὁ Λόπεζ, ὁ Kιούπερ. Ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ ᾽Αντόνιο Γκαρσία Λόπεζ κρατήθηκα στὴ ζωγραφικὴ ὅταν γύρω μου οἱ πολλοὶ τὴ θεωροῦσαν πεθαμένη, κι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Γιούρι Κιούπερ κρατήθηκα στὴ μνήμη ὅταν τὴν ἀπέρριπταν σὰν στεῖρο ἀναχρονισμό. Aὐτὸ ἴσως νὰ φαίνεται προφανές. Kαὶ κάτι ἄλλο ὅμως, πιὸ δυσπρόσιτο ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικὸ ἀναγκάζει τὸ ἀποτέλεσμα. Ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείτων. Ὁ Tζιακομέτι, παραδείγματος χάρη, πού, μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ μοντέλου του, ἐπαναλάμβανε κάθε φορὰ τὸ κοινὸ σχῆμα τῆς ἀνθρώπινης παρουσίας. Ἢ ὁ Ἄντονι Τάπιες μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς ὕλης καὶ ὁ Μάρκ Ρόθκο μὲ τὴν βαθύτητα τοῦ χρώματος, ποὺ μοῦ ὑπέδειξαν, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, τὸ μέτρο στὴν ἀναπαραστατικὴ ζωγραφική, πῶς μποροῦν οἱ σιωπὲς ν᾽ ἀποκτοῦν νόημα στὴν εἰκόνα. Ἢ τὰ λείψανα τοῦ πολιτισμοῦ μὲ συσσωματωμένο παλίμψηστο τὸ χρόνο τῆς χρήσης πάνω τους. Ἢ ὁ Zεῦξις κι ὁ Παράσιος ποὺ ποτὲ δὲν εἴδαμε τὴν ζωγραφική τους κι ἴσως γι’ αὐτὸ ἡ ἅμιλλά τους θεμελιώνει ὡς ἀέναο ζητούμενο τὴν πειστικότητα τῆς ἀναπαράστασης. Ἢ ἡ βυζαντινὴ ἐξαντλητικὴ ἄσκηση τῆς ἐπανάληψης τελετουργικῶν, ὥστε χειρὶ ἀναξίων ν᾽ ἀποδοθεῖ πνεῦμα ἐκ σαρκός. Ἢ ἐκεῖνο τὸ «μαῦρο τετράγωνο» τοῦ Mάλεβιτς ποὺ ἐκτέθηκε ψηλὰ στὴν κόκκινη γωνία, στὸ εἰκονοστάσι τῆς νεωτερικότητας, ὀρθογωνισμένο πρόσωπο, τὸ σκοτεινὸ κενὸ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀντὶ γιὰ τὴ θεωμένη σάρκα τῶν λατρευτικῶν ἀγαλμάτων στὸ σκοτεινὸ ἱερὸ τῶν ἀρχαίων ναῶν. Τὸ πνεῦμα τῆς εἰκόνας, τὸ καλό κ’ ἀγαθόν, οἱ ὀπτικὲς διορθώσεις, ἡ καλὴ ἀλλοίωσις, ἡ ὑπανταλλαγὴ τῶν αἰσθήσεων, ἡ ἐν δόξῃ παράστασις, τὸ πανταχοῦ παρὸν ἀναναπαράστατο, ἡ παρουσία τοῦ σύμπαντος χρόνου, τὸ ἀχειροποίητο τῆς χειροτεχνίας, τὸ βλέμμα τῆς ζωῆς μπροστὰ ἀπ’ τὸν θάνατο, τὸ φῶς στὸ σκοτάδι, τὸ θάμβος. Σ’ αὐτό ποὺ ἀντιλαμβάνομαι σὰν τέχνη, ὅλος ὁ κόπος κάθε φορὰ εἶναι νὰ διαπραγματευτοῦμε τὰ ἴδια προβλήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ βραχογραφοῦσε στὰ σπήλαια ἢ ἔφτιαχνε ἀνθρώπους καὶ θεοὺς στὸν Παρθενῶνα ἢ ἔβλεπε τὸ πνεῦμα τῶν προσώπων στὴν ἀνθρώπινη ἔρημο ἢ μηχανευόταν πτητικὲς μηχανὲς ζωγραφίζοντας ἐπίγειους ἀγγέλους, ἢ ἁπλῶς ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπό του ἀπ’ τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ τὴ ‘δεῖ ἀλλοῦ. Τὸ οὐσιῶδες παραμένει ἀπαράλλακτο. Νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς, στὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ, τὴν πολυπόθητη, μοναδικὴ κάθε φορά, ἐπανάληψη. N᾽ ἀξιωθοῦμε στὸ ἀσύλληπτο. Φτιάχνοντας ἔτσι κι ἀλλιῶς τὸ ἄφτιαγο, ὅταν φτιάχνουμε κάτι.

Ἀπὸ τὴν συσσώρευση περιττῶν, ἀπορριμμάτων κι ἀποβλήτων—ἀναγκαία συνέπεια τοῦ καταναλωτισμοῦ ποὺ μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκη ἀπόκτησης συνεχῶς νέων πραγμάτων—κρατοῦσα κάποια παλιά, ἄχρηστα, ὑπολείμματα, ἀμελητέα. Ξύλα καὶ ὑφάσματα κυρίως. Τὰ φρόντιζα μὲ ἐπιμονὴ καὶ ἐπιμέλεια ποὺ θ᾽ ἀναλογοῦσαν σὲ ἀντικείμενα πολύτιμα, ζωγράφιζα πάνω τους κάτι ἀπὸ τὴ μνήμη τῆς χρήσης ἢ τῆς προσδοκίας καὶ τὰ ἐνέτασα ξανὰ στὸν χρηστικό μας κόσμο. Δὲν ξέρω ἂν εἶναι οἰκολογικὴ συνείδηση ἢ συνείδηση καταγωγῆς τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπόστασής μας ἢ ἐνσάρκωση τῆς ἀνάγκης μας νὰ διαστέλλουμε στὴν αἰωνιότητα τὸ πρόσκαιρο καὶ τὸ φθαρτό τοῦ καθημερινοῦ μας βίου, νιώθω πάντως παρήγορο καὶ ἀναζωογονητικὸ νὰ ἐργάζομαι ἔτσι ὥστε τίποτε νὰ μὴν εἶναι γιὰ πέταμα. Τὸ ἐλάχιστο καὶ τὸ ἀσήμαντο, ἂν σκοντάψεις μπροστά τους, πιστοποιοῦν τὴ συνέχεια τοῦ κόσμου καὶ ἀνακαλοῦν τὸ μέγιστο καὶ τὸ σημαντικὸ τοῦ νοήματος τῆς ζωής μας, τὸ ἄφατο, τὸ ἄπειρο, τὸ οὔτε ἀκριβῶς κατανοητὸ οὔτε ἀκριβῶς χρήσιμο, πλὴν ἐγερτικὸ καὶ ἀναστάσιμο τῆς πεπερασμένης μας ψυχῆς.

Ἡ βαθύτερη ἀνακούφιση ποὺ μοῦ παρεῖχε ἡ ζωγραφικὴ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, εἶναι ὅταν ἕνα ἔργο ἀποκαλύπτεται σὰν θαῦμα, ἀπρόβλεπτα, σὰν νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν ἀναγκαῖο χρόνο, τὴν ἀναγκαία προετοιμασία, τὴν ἀναγκαία σκέψη ἢ τὴν ἀναγκαία ἐπιμέλεια. Ἔρχεται ἀβίαστα, μὲ τὴ δική του ἀνάγκη. Λέω τώρα μὲ βεβαιότητα πὼς αὐτὰ τὰ ἔργα μου εἶναι χαρισμένα. Ἀντίδωρο σὲ ἄλλους κόπους καὶ πόνους, ἐνδότερους, σὲ ἄλλες καταποντίσεις καὶ κατακρημνισμούς. Ἀντίδωρο σὲ συντριβὴ καὶ κένωση εἶναι ἡ χάρη. Αὐτὴ ἀναδίδει τὸ κάλλος, τὴν ὀμορφιά, τὴν ὡραιότητα. Αὐτὴ ὁρίζει τὴν ὁδό. Αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ φῶς ἀπ’ τὸ σκοτάδι. Ἀλλιῶς πρὸς τὶ ἡ ὁδός ; Πρὸς τὸ σκοτάδι ;

Ἕνα φωτεινὸ παραπέτασμα στὸ χάος εἶν’ ἡ ζωγραφική…

Tο κείμενο βρίσκεται στον αριστουργηματικό κατάλογο από την τελευταία έκθεση του κ. Χρήστου Μποκόρου ” Τα Στοιχειώδη”.

πηγή: Aντίφωνο

Τα στοιχειώδη στην τέχνη & ζωή

O ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος, συζητά στο Αντίφωνο, με τον ποιητή και δοκιμιογράφο Δημήτρη Κοσμόπουλο για τα στοιχειώδη της τέχνης και της ζωής με αφορμή την έκθεση του με τίτλο ” Τα Στοιχειώδη” που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου.

[…αὐτὰ τὰ ἔργα μου εἶναι χαρισμένα. Ἀντίδωρο σὲ ἄλλους κόπους καὶ πόνους, ἐνδότερους, σὲ ἄλλες καταποντίσεις καὶ κατακρημνισμούς. Ἀντίδωρο σὲ συντριβὴ καὶ κένωση εἶναι ἡ χάρη. Αὐτὴ ἀναδίδει τὸ κάλλος, τὴν ὀμορφιά, τὴν ὡραιότητα. Αὐτὴ ὁρίζει τὴν ὁδό. Αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ φῶς ἀπ’ τὸ σκοτάδι. Ἀλλιῶς πρὸς τὶ ἡ ὁδός ; Πρὸς τὸ σκοτάδι ;  Ἕνα φωτεινὸ παραπέτασμα στὸ χάος εἶν’ ἡ ζωγραφική…]

Σκηνοθεσία: Kώστας Μπλάθρας,  Εκονοληψία: Άκης Ασπρογέρακας

Αν επέμβουμε στη ροδέλα των ρυθμίσεων, κάτω δεξιά στο παράθυρο του youtube, ανεβάζουμε την ποιότητα στα 720p HD για καλύτερη απόδοση της εικόνας.

“Τα στοιχειώδη”

Ένα κείμενό του για το “γιατί” και την καταγωγή της ζωγραφικής του.

”  ….Οι σιωπές να αποκτούν νόημα στην εικόνα ”

”  …Να αξιωθούμε στο ασύλληπτο ”

” …Αντίδωρο στην συντριβή και κένωση είναι η χάρη, αυτή αναδίδει το κάλλος, την ομορφιά, αυτή ορίζει την οδό, αυτή μας οδηγεί από το σκοτάδι στο φως “

«Το ιερό στην τέχνη» (Χρ. Μποκόρος, π. Σ. Σκλήρης)

Η εκπομπή του ραδιοφωνικό σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος (89,5  fm): «Το τραπέζι της Κυριακής» που παρουσιάζουν ο Πορφύριος Νταλιάνης Δρ. Θεολογίας και Γιώργος Ντόκος, Θεολόγος, είχε το Νοέμβριο του 2011 θέμα:

 «Το ιερό στην τέχνη».  

 Καλεσμένοι ήταν ο κ. Χρήστος Μποκόρος Ζωγράφος, ο π. Σταμάτιος Σκλήρης, Αγιογράφος,  και η Άννα-Μαρία Παπαδάκη, Δρ. Θεολογίας.

Η εικαστική κάλυψη της ηχογράφησης έγινε από το Αντίφωνο με έργα του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου.

Λόγοι της ποίησης και της ζωγραφικής

Απαντήσεις του Χρήστου Μποκόρου σε ερωτήματα του  Σωτήρη Γουνελά

Η ζωγραφική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το χρώμα και οι εναλλαγές του χρώματος εξαρτώνται απ’το φως. Η οικείωση με το χρώμα και το φώς προυποθέτει χάρισμα και άσκηση μακροχρόνια. Όμως πέρα απο την τεχνική και την επεξεργασία των υλικών που απαιτείται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, πως θα ορίζαμε το είναι της τέχνης αυτής; Πέρα απ’ τη συσχέτισή του με την αναπαράσταση πως θα μπορούσε να οριστεί;

Η ζωγραφική είναι ένα τέχνασμα του ανθρώπου να υπερβεί το αναναπαράστατο του περιβάλλοντος και του ενδότερου κόσμου και να τα παραστήσει. Η οικείωση με το φως και με το χρώμα, αναδεικνύουν, κατά το χάρισμα και την άσκηση καθενός, την τεχνική της. Η εξυπηρέτηση της ψυχαγωγίας, της διαπαιδαγώγησης ή μιάς κάποιας επίδειξης ισχύος δηλώνουν την άμεση κοινωνική της χρησιμότητα. Αλλά όπως η γλώσσα από μόνη της, όσο καλά και αν μιλιέται ή επικοινωνεί, δεν είναι ποίηση, έτσι κι η ζωγραφική από μόνη της δεν είναι απαραίτητα κάτι περισσότερο από ευχάριστη απασχόληση ή αποτελεσματική δραστηριότητα.Η αγωνία της ζωγραφικής συνείδησης να κατανοήσει την αναγκαιότητα της τέχνης πέρα από την τεχνική, απαιτεί άλλο πνεύμα κι άλλο στοχασμό. Μονάζει στη δημιουργική διαπραγμάτευση με την αξία της ζωής ενώπιον του κενού και του θανάτου. Διερωτάται γιά το καλό, γιά το ωραίο, ή ό,τι θεωρούμε κάθε φορά υψηλή και απρόσιτη ουσία. Προκαλεί το άλλο που κατ’ εξοχήν επιθυμούμε να αξιωθούμε ζώντες. Μας κοινωνεί στην υλική εμπειρία της παρουσίας του πνεύματος στον κόσμο. Εκτός τεχνικής και προφανούς στόχου πορευόμαστε εν απορία, γοητευμένοι από νεύματα του αόρατου και σημεία αλήθειας. Ακροβατούμε σε δύσκολη και ακατάληκτη αλληλουχία αν ακολουθήσουμε το σκοτεινό φως, που ως αναπαράσταση υπαινίσεται την παράστασή του και ως παράσταση προυποθέτει την αντίληψη ή την υπόστασή του άλλως πως. Στα πιό φωτισμένα έργα της, η ζωγραφική αποκαλύπτεται μορφή πνευματοφόρος. Σαν αντίδωρο στη χειρωνακτική αφοσίωση μας ανταποδίδει αχειροποίητο νόημα.

Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ποιητικά τον κόσμο, γεγονός που παραστέκει στη ζωή του χωρίς να ορίζει ούτε τον κόσμο ούτε τον άνθρωπο ούτε την ποίηση. Το νόημα ούτε στην τέχνη ορίζεται, μας συνεπαίρνει μόνο χαρισματικά, σαν ποίημα και σαν θαύμα.Όταν παλιότερα μιλούσαμε γιά ζωγραφική εννοούσαμε αίσθηση φωτός χρώματος ρυθμού, αρμονίας, σύνθεσης, ενότητας κλπ. Εξακολουθούμε σήμερα να μιλάμε γιά όλα αυτά ή παρεμβάλεται στο χώρο της ζωγραφικής μιά ατομιστική αυθαιρεσία η οποία καταργεί τις όποιες σταθερές αυτής της τέχνης;Ονόματα και χρήσεις αλλάζουν εύκολα, οι ουσίες είναι που δυσκολεύονται στις αλλαγές. Η τέχνη κι ο στοχασμός του ανθρώπου έρχονται πάντα με ανατροπές και επιμειξίες. Παλιότερα, πρίν ακόμη υποκατασταθούν από ρυθμούς και αρμονίες, μιλούσαμε γιά επιφάνεια θεοτήτων, ηρώων ή αγίων σε αγάλματα ή εικόνες, γιά παράσταση (και προσκύνηση) της αρετής και του κάλλους. Σε εποχές κορεσμένες από την κενότητα αισθητικών αναλύσεων, αναζητούσαμε πάλι νόημα πέραν της τεχνικής και της διακόσμησης, στην αφαίρεση, στην έκφραση ή στην καθαρή ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργεί. Όταν ο Μάλεβιτς εξέθετε το μαύρο του τετράγωνο ψηλά, στην κόκκινη γωνία, που υποκατέστησε το εικονοστάσι με την οκτωβριανή επανάσταση, έγραφε “Ο Θεός δεν εξέπεσε”. Ενώπιον όμως της προφανούς απουσίας του στη νεωτερική σκέψη, δεν μπορούσε να παραστήσει την ανάγκη του, παρά με το ορθογωνισμένο σκότος της αγνωσίας. Αρνούμενος την εκκλησία ως ανίκανη να εκπροσωπήσει τον Θεό και τη μορφή ως ανίκανη να εκφράσει το απόλυτο, ξανάβρισκε, εν αγνοία του ίσως, το κλασσικό επιχείρημα της εικονοκλασίας.Τελευταία, συναινούμε αδιάφορα σε όλα και κλεινόμαστε όλο και πιό πολύ στην μόνωση της τεχνητής συνθήκης και της δυνητικής πραγματικότητας. Εξoφλούμε τις αξίες μας στο παρόν, δεν απολογούμαστε πιά στην αιωνιότητα. Η νομιμοποίηση της ατομιστικής αυθαιρεσίας του καλλιτέχνη έχει υποκαταστήσει τη συνείδηση της κοινότητας, παγιδεύοντας σε αυτοεγκλεισμό την τέχνη του και στερόντας από συλλογικό νόημα την όποια ανώτερη ουσία θα μπορούσε να προσεγγίσει. Σε τέτοιες συνθήκες η ζωγραφική, λαθρόβια, περισυλλέγει νόημα σε λιγότερο ή περισσότερο απρόσιτα καταφύγια.

Συνάντηση σύγχρονων ζωγράφων με το κοινό: Xρήστος Μποκόρος

Στο πλαίσιο της έκθεσης  «Το βλέμμα του χρόνου – Ιστορίες εικόνων», που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη με έργα της συλλογής του Σωτήρη Φέλιου τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2009, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις των καλλιτεχνών με το κοινό. Μεταξύ των άλλων ζωγράφων   ο Χρήστος Μποκόρος,  παρουσίασε τα έργα του, επικοινώνησε και συνομίλησε με το κοινό. Η εκπομπή «Παρασκήνιο» κατέγραψε τις συναντήσεις αυτές, επιζητώντας να αναδείξει την αθέατη πλευρά του ζωγράφου-δημιουργού, τη σχέση του με τη δημιουργία και το έργο του και τις παρουσίασε στην τηλεόραση της ΕΤ1 το Δεκέμβριο του 2010.

«Δεν θα μπορούσα να ανεχθώ σκοτεινή τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου, γι’ αυτό και ο τίτλος αυτού του έργου είναι «Η σκοτεινή σκιά του ανθρώπου φωτισμένη», δηλώνει μπροστά σε κάποιο έργο του ο Χρήστος Μποκόρος.