Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Φίλιππος Sherrard

Φίλιππος Sherrard

Μία μοναδική ενιαία επιστήμη

Η πτώση μπορεί να εννοηθεί καλύτερα όχι ως μία ηθική παρεκτροπή ή κάθοδος σε κατάσταση σαρκική, αλλά ως ένα δράμα της γνώσης, ως μία εξάρθρωση και αποδόμηση της συνείδησής μας, ένα ολίσθημα των αντιληπτικών και γνωστικών ικανοτήτων μας –ένα χάσμα που μας απέκοψε από άλλους ανώτερους κόσμους και μας απομόνωσε στη μοιραία θνητότητα της μοναχικής ύπαρξής μας εντός του κόσμου τούτου. Λησμονείται πλέον η συμβολική λειτουργία κάθε μορφής και δεν καθοράται στα κτίσματα η διττή –και εν σχέσει αλληλεξάρτησης– πραγματικότητά τους, παρά μόνο η μη πνευματική τους διάσταση, η ψυχο-φυσική ή υλική τους όψη.
Ιδωμένο μέσα απ’ αυτήν την προοπτική, το έγκλημά μας, όπως εκείνο του Αδάμ, ισοδυναμεί με την απώλεια της αίσθησης των συμβόλων· γιατί η απώλεια της αίσθησης των συμβόλων δεν είναι παρά ο εγκλωβισμός και αδιέξοδη εμμονή μας μέσα στο «ίδιο» σκοτάδι και την «ίδια» άγνοια. Αυτή είναι η εξορία από τον Παράδεισο, η κατάσταση της πεσμένης ανθρωπότητάς μας·και αυτή είναι η συνέπεια της φιλοδοξίας μας να πυργώνουμε τη μόνιμη κατοικία μας στο γήινο κόσμο και να υποστηρίζουμε ότι η παρουσία μας στον κόσμο τούτο –και αποκλειστικά στον κόσμο τούτο– είναι σύμφωνη με την πραγματική φύση μας ως ανθρωπίνων υπάρξεων. Πράγματι, φθάσαμε στο σημείο όχι μόνο να θεωρούμε ότι ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε με την εγω-συνείδησή μας είναι ο φυσικός κόσμος, αλλά επίσης να θεωρούμε ότι η πεσμένη, υπανθρώπινη κατάστασή μας είναι η φυσική ανθρώπινη κατάσταση, η κατάσταση που συνάδει με τη φύση μας ως ανθρωπίνων υπάρξεων. Και μιλάμε για απόκτηση γνώσης του φυσικού κόσμου, ενώ δεν ξέρουμε ούτε καν τι συμβαίνει στο μυαλό ενός βελανιδιού.
Αυτή η εξάρθρωση της συνείδησης που χαρακτηρίζει ουσιαστικά την πτώση μας είναι ίσως κατεξοχήν πρόδηλη στο διαζύγιο που επιβάλλουμε μεταξύ του πνεύματος και της ύλης, του εσωτερικού και του εξωτερικού, του άκτιστου και του κτιστού,  και στην εικασία μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε το ένα χωρίς να γνωρίζουμε το άλλο.  Αν και εφόσον αναγνωρίζουμε  το πνευματικό βασίλειο, έχουμε την τάση να το θεωρούμε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από το υλικό βασίλειο και ν’ αρνούμαστε ότι το Θείο είναι αναλλοίωτα παρόν στις φυσικές μορφές ή ότι μπορεί να γνωσθεί χωρίς την προϋπόθεση μιας άμεσης αντιληπτικής ικανότητας που παρακάμπτει τον φυσικό κόσμο – σαν να ήταν η ύπαρξη του κόσμου τούτου, κατ’ έννοια πνευματική, αρνητική και ασήμαντη για τη σωτηρία μας.
Αυτός ο απόκοσμος τύπος εσωτερισμού εκφυλίζεται δυστυχώς πολύ συχνά σ’ ένα είδος πνευματικής ακολασίας, υπό την έννοια ότι υπηρετεί την ιδέα πως είναι δυνατό να καλλιεργούμε την εσωτερική πνευματική ζωή και να καταγινόμαστε με ασκήσεις διαλογισμού και επικλήσεις και άλλες πρακτικές τελετουργιών, είτε καθιερωμένων είτε παραποιημένων, ενώ η εξωτερική μας ζωή, η επαγγελματική ή ιδιωτική,  υπακούει σε πνευματικά και φυσικά πρότυπα και έξεις, που όχι μόνο δεν έχουν κανένα πνευματικό περιεχόμενο, αλλά βρίσκονται σε παντελή δυσαρμονία με τους ουσιώδεις ρυθμούς της ύπαρξης που είναι Θεία, ανθρώπινη και φυσική. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι η αυθεντική πνευματική ζωή μπορεί να βιωθεί μόνο υπό την προϋπόθεση, κατά πρώτον, ότι ο τρόπος με τον οποίο εκπροσωπούμε το φυσικό σύμπαν, καθώς επίσης και η δική μας θέση μέσα σ’ αυτό, συμφωνεί με την αρμονία που έχει ενσταλαχθεί σε ολόκληρη τη δομή του, μέσω της Θείας εντολής, που το φέρνει –και το διατηρεί– στην ύπαρξη· και κατά δεύτερον, ότι στο μέτρο που είναι ανθρωπίνως εφικτό, ακολουθούμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας –πνευματική, συναισθηματική, φυσική– αυτήν την αρμονία, απεμπλεκόμενοι επομένως απ’ όλες τις δραστηριότητες και τις τεχνικές που έρχονται καταφανώς σε σύγκρουση με αυτήν. Αν παραβιάζουμε τους ουσιώδεις ρυθμούς της ύπαρξης, τότε οι προσπάθειες και επιδιώξεις μας να αντλήσουμε από την πηγή της πνευματικής ζωής, είναι καταδικασμένες να αποβούν άκαρπες, ή σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να μας οδηγήσουν σε μια κατάσταση φυσικής ανισορροπίας που μπορεί, αληθινά, να περιγραφεί ως δαιμονική.
Το διαζύγιο μεταξύ του πνεύματος και της ύλης συνεπάγεται ότι οι υλικές μορφές θεωρούνται ως εντελώς μη-πνευματικές, και έτσι νοούνται είτε ως απάτη είτε ως μορφές που πρέπει να γνωσθούν μέσω της αποκλειστικής ταύτισης της πραγματικότητάς τους με αυτήν καθεαυτήν την υλικότητά τους. Τέτοιος ευτελισμός της φυσικής διάστασης των πραγμάτων ισοδυναμεί όχι μόνο με την απόρριψη της πνευματικής πραγματικότητας της κτιστής ύπαρξής μας, αλλά επίσης, μέσω της στερήσεως των φυσικών πραγμάτων από τη λειτουργική τους θεοφάνεια, με το να αντιμετωπίζουμε μια Θεία αποκάλυψη ως ένα νεκρό και άψυχο σώμα. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν μιλάμε μονάχα για ένα είδος αυτοκτονίας· μιλάμε για ένα είδος φόνου.
Είναι ακριβώς το ίδιο επικίνδυνο να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να φθάσουμε σε γνώση Θεού, ενώ ταυτόχρονα αγνοούμε, ή μάλλον αρνιόμαστε, την παρουσία Του στα υπαρκτά πράγματα και στις αντίστοιχες συμβολικές τους τελετουργίες, όσο είναι (επικίνδυνο) για εμάς να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε κάποια γνώση των υπαρκτών πραγμάτων, ενώ αγνοούμε, ή ακόμα περισσότερο αρνιόμαστε, τη Θεία παρουσία που τα πληροί και τους προσδίδει την πραγματικότητά τους. Βασικά, δεν μπορεί να υπάρξει γνώση της εξωτερικής όψης των πραγμάτων –αυτών που ονομάζουμε φαινόμενα– χωρίς γνώση της βαθύτερης, ενδόμυχης πραγματικότητάς τους· καθώς επίσης δεν μπορεί να υπάρξει γνώση της ενδόμυχης πραγματικότητας που να μην περιέχει την εξωτερική της όψη. Είναι το ίδιο που ισχύει και με την Αγία Γραφή: η πληρότητα της αποκάλυψης δεν μπορεί να εννοηθεί μόνο από το γράμμα, με μια μόνο εξωτερική προσέγγιση του κατά λέξη νοήματος· μπορεί να εννοηθεί κυρίως όταν ερμηνεύεται από την πνευματική επιστήμη που εντρυφά στις ενδόμυχες σημασίες. Ταυτόχρονα αυτές οι ενδόμυχες σημασίες δεν γίνονται αντιληπτές παρά μόνο μέσω του γράμματος και της εξωτερικής προσέγγισης των κατά λέξη νοημάτων. Υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού, του αρσενικού και του θηλυκού, μεταξύ της βαθύτερης πραγματικότητας ενός πράγματος και της εξωτερικής του εμφάνισης. Και κάθε γνήσια γνώση αμφοτέρων εξαρτάται από τη θεώρησή τους ως ακέραιων αριθμών (και όχι κλασμάτων) μιας μοναδικής ενιαίας επιστήμης.
Η απόδοση έγινε το Νοέμβριο του 2017 από τον Αναστάσιο Θεοφιλογιαννάκο. Παραθέτουμε το Αγγλικό κείμενο: A Single Unified Science by Philip Sherrard, Not of this World: A Treasury of Christian Mysticism.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Ο απανθρωπισμός του ανθρώπου

Σκοπός αυτής της μελέτης είναι να δείξει με ποιο τρόπο, η αυξανόμενη επιρροή της σύγχρονης επιστημονικής νοοτροπίας και η μετάφρασή της σε κοινωνικές μορφές, βάδισαν χέρι – χέρι με τον απανθρωπισμό του ανθρώπου, και ταυτόχρονα της κοινωνίας. Μια τέτοια διαδικασία απανθρωπισμού δεν ήταν βέβαια συμπτωματική. Αντίθετα, είναι αναπόφευκτη από τη στιγμή που οι κανόνες της σύγχρονης επιστημονικής νοοτροπίας αρχίζουν να εφαρμόζονται στη σφαίρα των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων για τον απλό λόγο ότι, όπως θα διευκρινήσω παρακάτω, ακριβώς σ’ εκείνες τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες βασίζεται αυτή η νοοτροπία οικοδομείται μια απανθρωπία. Πρέπει να θυμόμαστε ότι οι «σαφείς» και «διακεκριμένες» έννοιες που αποτελούν τη βάση της σύγχρονης επιστήμης δεν είναι σαφείς και διακεκριμένες από μόνες τους, αλλά μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας κάποιας σειράς αρχών και αξιωμάτων. Άνθρωποι σαν το Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο δεν ήταν μόνο αναγκασμένοι ν’ αντικαταστήσουν μια σειρά από θεωρίες, με άλλες καλύτερες. Έπρεπε να καταστρέψουν ένα κόσμο για να βάλουν στη θέση του έναν άλλο. Ήταν αναγκασμένοι να γκρεμίσουν ένα διανοητικό πλαίσιο και να το αντικαταστήσουν μ’ ένα άλλο.

Η σύγχρονη επιστήμη προϋποθέτει ριζική αναδιαμόρφωση της διανοητικής μας αντίληψης. Συνεπάγεται νέα προσέγγιση της ύπαρξης, νέα προσέγγιση της φύσης, με λίγα λόγια μια νέα φιλοσοφία. Καθώς η σύγχρονη επιστήμη γεννήθηκε στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, ταυτόχρονα με το κύμα ενθουσιασμού που δημιουργήθηκε από τη διατύπωση και την εφαρμογή αυτής της νέας φιλοσοφίας, είχαμε την τάση να δεχθούμε ότι αποτελεί ένα μεγαλειώδη δρόμο, μια υπέροχη πρόοδο από μέρους της ανθρωπότητας, ένα σημάδι της ωρίμανσής μας. Τώρα που αρχίζουμε να βλέπουμε τις συνέπειες της συνθηκολόγησής μας –και αρχίζουμε μόλις να τις βλέπουμε– δεν είμαστε και τόσο βέβαιοι γι’ αυτό. Αλλ’ ακόμα κι έτσι, είναι δύσκολο για μας να παραδεχθούμε ότι ολόκληρο το σύγχρονο επιστημονικό πείραμα δεν είναι με κανένα τρόπο πρόοδος, και ίσως είναι μια φρικτή αποτυχία. Κι όμως δεν υπάρχει λόγος για να μην είναι έτσι. Τα πράγματα πρέπει να κρίνονται από τους καρπούς τους. Κι ένας από τους καρπούς της σύγχρονης επιστήμης, εγγενής στη φιλοσοφία της, και ξεκάθαρος για οποιονδήποτε είναι ο απανθρωπισμός του ανθρώπου και της κοινωνίας που έκτισε εν ονόματί του.

Είπα ότι η επιστημονική επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα θα μπορούσε να εδραιωθεί μόνο με την καταστροφή μιας τάξης πραγμάτων και την αντικατάστασή της με μια άλλη. Με λίγα λόγια, για να μιλήσουμε στο πλαίσιο του δυτικού πολιτισμού, η τάξη πραγμάτων που αντικαταστάθηκε από την σύγχρονη επιστήμη ήταν εκείνη του μεσαιωνικού χριστιανικού κόσμου. Αυτή η χριστιανική κοινωνία ήταν μια οργανικά ολοκληρωμένη κοινωνία. Ήταν ένα είδος ιερής τάξης πραγμάτων, εγκαθιδρυμένης από το Θεό, όπου το κάθε τι, κι όχι μόνο ο άνθρωπος και τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, αλλά κάθε ζωντανή μορφή φυτού, ζώου ή πουλιού, ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, τα νερά και τα βουνά, θεωρούνταν σημεία πραγμάτων ιερών (signa rei sacrae), έκφραση μιας θείας κοσμολογίας, σύμβολα που ένωναν τον ορατό με τον αόρατο κόσμο, την γη με τον ουρανό. Ήταν μια κοινωνία αφιερωμένη σε κάποιο τέρμα, καταληκτικά υπερ-γήινο, α-χρονικό, πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου.

Πράγματι, μέσα σ’ αυτό το χριστιανικό κόσμο, καταβαλλόταν πολλή προσπάθεια για τη διατήρηση, την ενθάρρυνση και την καλλιέργεια της αίσθησης των πραγμάτων που τώρα ονομάζουμε υπερφυσικά. Σ’ όλη την έκταση αυτού του κόσμου, οι ορατές εικόνες αυτών των πραγμάτων προβάλλονταν και λατρεύονταν, στις εικόνες, στους σταυρούς, στις εκκλησίες, στα ιερά προσκυνήματα, στην ομαδική ιεροτελεστία. Αυτά αποτελούσαν την αδιάλειπτη επιδίωξη των μοναστηριών, καθώς και των αγίων και οσίων ανθρώπων που μετακινούνταν ανάμεσα στον όχλο με τόσο άνεση όση έχουν τα πουλιά ανάμεσα στα φύλλα. Ακόμα κι όταν αυτοί οι άγιοι και οι όσιοι αποτραβιόντουσαν στη μοναξιά, ο κάθε κάτοικος του κόσμου ήξερε ότι τα δάση και οι λόφοι, οι ερημιές και οι σπηλιές που έζωναν το σπιτικό του κατοικούνταν από αυτούς τους ανθρώπους, που ήταν έτοιμοι να συμβουλέψουν και να ευλογήσουν.

Ο κορυφαίος τύπος δραστηριότητας στο μεσαιωνικό χριστιανικό κόσμο δεν είχε σχέση με ότι είναι πρακτικό ή αποτελεσματικό, όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε αυτούς τους όρους. Ο κορυφαίος τύπος δραστηριότητας ήταν η θρησκευτική ενατένιση. Και μολονότι τα όρια αυτής της ενατένισης τα έφταναν μόνο λίγοι, οι εμπειρίες της ζωής αυτών των λίγων ήταν ένα αδιαμφισβήτητο και κεντρικό γεγονός, γνωστό σε όλους. Παράλληλα, η γνώση αυτών των πραγμάτων δεν έσβηνε την αίσθηση του ανθρώπου για την κατάστασή του ως γήινου πλάσματος, σχηματισμένου από τη γη και προορισμένου να επιστρέψει σ’ αυτήν, ενώ όλο το εσωτερικό του τρεφόταν κι εμπλουτιζόταν από την οργανική του επαφή με τη φύση και την πνοή του Πνεύματος, που τον διαμόρφωσε σε αριστούργημα του φυσικού κόσμου. Αυτός ο μεσαιωνικός χριστιανικός κόσμος είχε βέβαια και τις αδικίες του, και τη σκληρότητά του, και τις στερήσεις του και την ασχήμια του, και τον πόνο του, και τις αρρώστειες του. Δεν υπάρχει λόγος να εξιδανικευθεί αυτός ο κόσμος, ούτε να τον βλέπουμε μεταμορφωμένο από τη νοσταλγία μας, κι ακόμα περισσότερο να προτείνουμε επιστροφή σ’ αυτόν. Υπάρχει απλά ανάγκη να καταδειχθεί ο υπερισχύων πνευματικός προσανατολισμός αυτού του κόσμου και τα επακόλουθά του.

Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρέκβαση για να διαλύσω μια συνηθισμένη παρεξήγηση, που είναι στο βάθος της συνδεδεμένη με το θέμα μας. Λέγεται συχνά, όταν γίνεται συζήτηση για την αντίθεση ανάμεσα στο μεσαιωνικό και τον σύγχρονο επιστημονικό κόσμο, ότι ο μεσαιωνικός κόσμος είχε επίσης τις επιστημονικές τεχνικές του, κι ότι αυτές δεν αναπτύχθηκαν γιατί κανείς δεν ήξερε πώς να τις αναπτύξει. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Είναι αλήθεια ότι ο μεσαιωνικός κόσμος είχε τις τεχνικές του. Αλλ’ αυτές οι τεχνικές σκόπιμα δεν χρησιμοποιούνταν και δεν αναπτύσσονταν πέρα από κάποιο σημείο – το σημείο στο οποίο θα άρχιζαν να παρακωλύουν ή να εμποδίζουν εκείνο που ήταν πολύ πιο σπουδαίο: την πραγμάτωση της προεξάρχουσας πνευματικής αντίληψης της ζωής. Εδώ η υπ’ αριθμόν ένα φροντίδα ήταν θρησκευτική, όχι τεχνική, και οι τεχνικές διαδικασίες που διετάρασσαν τις υπερισχύουσες αντιλήψεις της αρμονίας, της ομορφιάς και της ισορροπίας, πολύ απλά απορρίπτονταν.

Αυτό ίσως μας φαίνεται περίεργο σήμερα. Συνηθίσαμε τόσο πολύ στην τεχνική υπεροχή της Δύσης, ώστε συχνά φτάνουμε μέχρι να χαρακτηρίζουμε τη δυτική νοοτροπία σαν πρακτική και συγκεκριμένη, και να την αντιδιαστέλλουμε με το πνεύμα θρησκευτικής ενατένισης της Ανατολής. Ακόμη φτάνουμε πραγματικά πολύ πιο μακριά, μέχρι του σημείου να βλέπουμε μια ευθεία γραμμική σύνδεση του πνεύματος της Χριστιανοσύνης, που δίνει έμφαση στην Ενσάρκωση, κι επομένως, υποτίθεται, και στην πραγματικότητα της ύλης, με την εμφάνιση της σύγχρονης επιστημονικής νοοτροπίας και με τα επακόλουθά της, δηλαδή την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση της φύσης. Κι αντιδιαστέλλουμε αυτό το υλιστικό πνεύμα της Χριστιανοσύνης, με το προσανατολισμένο προς τα υπερβατικώτερα πνεύμα του Ινδουισμού ή του Βουδδισμού ή ακόμα και του Ισλάμ, για το οποίο η ύλη τείνει να θεωρηθεί ένα είδος αυταπάτης, από την οποία λείπει κάθε ουσιαστική πραγματικότητα. Αυτή η άποψη αποτελεί, βέβαια, χονδροειδή υπεραπλούστευση, κι από πολλές πλευρές είναι αντίθετη με την αλήθεια.

 Μέχρι την σύγχρονη περίοδο, η Ανατολή ήταν εκείνη που διέθετε ένα συγκεκριμένο «εμπειρικό» πνεύμα κι όχι η Δύση, και ήταν η Ανατολή κι όχι η Δύση που είχε την υπεροχή, στις τεχνικές και στις τεχνολογικές διαδικασίες, ασχέτως αν αυτές προορίζονταν για υλιστικούς ή μαγικούς σκοπούς, ή είχαν σκοπούς άμεσα συνδεδεμένους με την πραγμάτωση της πνευματικής ζωής. Η ιδέα της «μεθόδου», εφαρμοσμένη είτε σε υλιστικές είτε σε πνευματικές τεχνικές, είναι πάνω απ’ όλα μια ανατολική ιδέα. Ήταν από την Ανατολή που η αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια της παρακμής της, από το δεύτερο αιώνα π.Χ. και μετά, δανείστηκε τις διάφορες τεχνικές επινοήσεις της: μέχρι τότε, ενώ διέθετε σημαντικές επιστημονικές γνώσεις –που περιλάμβαναν, επιπλέον, γνώση των μηχανών και της χρήσης τους– αρνήθηκε να συναγάγει ή να εκμεταλλευτεί τις ενδεχόμενες τεχνικές συνέπειες. Το Ρωμαϊκό πνεύμα, μπορούμε να πούμε, ήταν διαφορετικό από εκείνο των Ελλήνων, κι επεζήτησε να επωφεληθεί από συγκεκριμένες καταστάσεις, με τα πιο αποτελεσματικά πρακτικά μέσα που διέθετε. Αλλ’ ακόμα κι εδώ, οι κύριες τεχνικές διαδικασίες, η κατεργασία του χρυσού και του ασημιού, η υαλουργία, η σκλήρυνση με βαφή των σιδερένιων όπλων, η αγγειοπλαστική, η ναυπηγική κ.ο.κ., ήταν ανατολικής προέλευσης.

Αυτή η έλλειψη τεχνικής ιδιοφυίας στη Δύση ή, καλύτερα, αυτή η άρνηση να δεχθούν εκεί την τεχνική εκμετάλλευση, μ’ εξαίρεση μια πολύ περιορισμένη σφαίρα δραστηριοτήτων, δεν εξουδετερώθηκε, αλλ’ ενισχύθηκε από το πνεύμα του Χριστιανισμού. Η περίοδος από τον δεύτερο μέχρι τον πέμπτο αιώνα μ.Χ., που είδε την άνοδο του Χριστιανισμού και που σημαδεύτηκε, στη βουδδιστική Ινδία, από εκπληκτικές εξελίξεις στο καλλιτεχνικό, πολιτικό, στρατιωτικό και τεχνικό πεδίο, χαρακτηριζόταν στη Δύση από μια τέτοια τεχνική παρακμή, που ο Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Αποστάτης μπόρεσε να κατηγορήσει τους Χριστιανούς για καταστροφή της βιομηχανίας της Αυτοκρατορίας. Ένας από τους αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη ηταν απόλυτα ικανός να κατασκευάσει μια ατμομηχανή (κάπου 1200 χρόνια πριν την «ανακαλύψει» ο James Watt) αλλά χρησιμοποίησε τις ικανότητές του μόνο για να κάνει το σπίτι όπου έμενε να τρέμει, σαν να γινόταν σεισμός, με σκοπό ν’ απαλλαγεί από ένα δυσάρεστο γείτονα που ζούσε στο επάνω πάτωμα. Με μόνη εξαίρεση την αρχιτεκτονική –κι ας σημειωθεί πως σχεδόν όλη η μεγάλη αρχιτεκτονική είχε θρησκευτικά κίνητρα–, η Δύση, στην μεσαιωνική Χριστιανική περίοδο, έδειξε μια μοναδική έλλειψη τεχνικής θέλησης ή νοοτροπίας. Κι όταν, στο δωδέκατο αιώνα, υπήρξε κάποια αναβίωση του τεχνικού ενδιαφέροντος, αυτό και πάλι κεντρίστηκε από την επαφή με την Ανατολή – μέσω των Εβραίων, των Σταυροφόρων, των Ενετών και Γενουατών εμπόρων, καθώς και μέσω των μεταφρασμένων από τα Αραβικά κείμενα.

Η Δύση αναπτύχθηκε τεχνολογικά, σε άμεση σχέση με την παρακμή της χριστιανικής συνείδησης, για τον απλό λόγο πως η «κοσμικοποίηση ή βεβήλωση» της φύσης, που επιτρέπει να θεωρείται αυτή η φύση αντικείμενο, άρα και να την εκμεταλλεύονται τεχνικά, βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με το μυσταγωγικό πνεύμα του Χριστιανισμού, οπουδήποτε κι οποτεδήποτε γίνεται αυτό αντιληπτό με το σωστό τρόπο, όπως συνέβαινε, τουλάχιστον σε κάποια έκταση, στον μεσαιωνικό κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μετά την πτώση της Χριστιανικής αυθεντίας στη Δύση, η τεχνική πρόοδος γινόταν αργά. Μόνο από τον δέκατο όγδοο και τον δέκατο ένατο αιώνα, οι άνθρωποι άρχισαν να σκέπτονται, σε κάποιο υπολογίσιμο ποσοστό, ότι η χρησιμοποίηση των μηχανών και των τεχνικών επινοήσεων για τον επηρεασμό της φύσης και την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων ποσοτικού χαρακτήρα, δεν ήταν απασχόληση κατώτερη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Αυτόν τον τύπο κοινωνίας του μεσαιωνικού κόσμου, μαζί με τον προεξάρχοντα προσανατολισμό του και τις επιδιώξεις του, κατέστρεψε η επιστημονική επανάσταση. Η νέα ανόργανη επιστημονική τάξη είναι ανθρώπινης κατασκευής, δεν είναι θεϊκή. Είναι τάξη πραγμάτων που στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μια προβολή του ανθρώπινου μυαλού που είναι κομμένο από τους δεσμούς του με τη θεότητα και με τη γη. Τα ιδανικά της, αν μπορούν να ονομαστούν έτσι, είναι καθαρά χρονικά και πεπερασμένα, κι αφορούν μόνο στην υλική ευημερία των μελών της. Οι κοινωνικές μορφές της δεν είναι η συνέπεια κάποιας υπερφυσικής αποκάλυψης, αλλά είναι απλώς το αποτέλεσμα εμπειρικών κι επαγωγικών μεθόδων διαλογισμού, βασισμένων πρωταρχικά πάνω στην παρατήρηση, στις ατομικές ανάγκες και στα ατομικά χαρακτηριστικά. Αυτές οι ανάγκες και τα χαρακτηριστικά θεωρούνται, τελικά, θνητά: ο σκοπός της ζωής θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στη θνητή της διάρκεια και μετριέται σύμφωνα με τους καθαρά χρονικούς και πεπερασμένους κανόνες αυτού του κόσμου. Πράγματι, ο πεπερασμένος κόσμος θεωρείται ότι δεν είναι τίποτε άλλο από πεπερασμένος: η σύγχρονη επιστήμη είναι θετική, που σημαίνει ότι εξετάζει συγκεκριμένα υλικά συμ βάντα απομονωμένα κι απογυμνωμένα από κάθε θρησκευτική ιδιότητα. Το δέος και η ευλάβεια που προκαλεί η αναγνώριση του καθολικού μέσα στην ειδική περίπτωση, του θεϊκού μέσα στο ανθρώπινο και στο φυσικό, είναι ξένα προς την δική της νοοτροπία. 

Αυτή η καινούργια κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι βασικά ένα δίποδο ζώο, που ο προορισμός του και οι ανάγκες του είναι δυνατόν να εκπληρωθούν με τον καλύτερο τρόπο μέσ’ από την επιδίωξη του κοινωνικού, του πολιτικού και του οικονομικού συμφέροντος του ατόμου, προωθήθηκε, διαδόθηκε και διατηρήθηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από γενιές επιστημόνων, μετά τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι σήμερα. Εδώ βέβαια, ο Francis Bacon είναι μια μορφή-κλειδί, γιατί ήταν αυτός που χάραξε τις κατευθυντήριες γραμμές, ηθικές, αισθητικές και ψυχικές, για την «νέα φιλοσοφία». Από την στιγμή που ο Bacon συμπέρανε ότι το novum organum του θα έπρεπε να εφαρμοστεί «όχι μόνο στις φυσικές αλλά σ’ όλες τις επιστήμες» (συμπεριλαμβανομένης της ηθικής και της πολιτικής) κι ότι πρόκειται ν’ «αγκαλιάσει τα πάντα», είναι αυτός που άνοιξε το δρόμο για την καθολική επιστημονική καθυπόταξη της πνευματικής μας καλλιέργειας, καθώς και για το αστικοβιομηχανικό σύστημα, που είναι το πνευματικό του τέκνο. 

Στο πρόγραμμα του Bacon υπάρχει η προδιαγραφή για την ολοκληρωτική επιστημονικοποίηση του κόσμου μας, αρχίζοντας από τις πρακτικές του εργαστηρίου, που συχνά αυτές οι ίδιες έχουν απερίγραπτη σκληρότητα, και φτάνοντας μέχρι εκείνες, όχι λιγότερο απαίσιες, του σύγχρονου αστυνομικού κράτους. Αλλ’ εάν ο Bacon ήταν η προεξάρχουσα ιδιοφυία κι ο διαλαλητής αυτής της καθυπόταξης, άλλοι –ο Γαλιλαίος,  ο Καρτέσιος κι ο Νεύτων– ήταν εκείνοι που τελειοποίησαν αυτό το μηχανιστικό όραμα, σύμφωνα με το οποίο κτίστηκε ο σύγχρονος κόσμος μας. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την έλευση ενός νέου εννοιολογικού σύμπαντος, αυτοί διατύπωσαν την καθαρά ποσοτική αντιμετώπιση της φύσης, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην καινούργια προσέγγιση της γήινης μηχανικής από τον Γαλιλαίο, και αυτοί εξέθρεψαν την αυταπάτη ότι η γνώση του κόσμου ήταν δυνατόν ν’ αποκτηθεί με την εφαρμογή μαθηματικών τεχνικών – πραγματικά, ό,τι δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό μέσα στο δίκτυο των αριθμών είναι αντι-επιστήμη, α-γνωσία κι ακόμη, σε τελευταία ανάλυση, ανυπαρξία.

Ο Καρτέσιος ήταν αυτός που διατύπωσε πιο αποφασιστικά τις φιλοσοφικές αρχές τής νέας επιστήμης, το όνειρό της ν’ αναγάγει τη γνώση σε μαθηματικά, καθώς και τις αρχές της νέας μαθηματικής κοσμολογίας. Σπάζοντας τους τελευταίους ισχνούς δεσμούς μεταξύ του Θεού και του κόσμου που δημιούργησε Αυτός, ο Καρτέσιος ουσιαστικά εξορίζει το Θεό από τον κόσμο – ή μάλλον εξορίζει τον κόσμο από τον Θεό. Για τον Καρτέσιο, ο Θεός δεν συμβολίζεται πια από τα δημιουργήματά Του. Η σκέψη του δεν αφήνει περιθώριο ούτε και για την σχολαστική αντίληψη της αναλογίας ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο: Δεν υπάρχουν σ’ αυτήν imagines ή  vestigial Dei in mundo –εκτός από αυτό που ο Καρτέσιος ονομάζει ψυχή, την οποία δεν ταυτίζει παρά μόνον με το ανθρώπινο λογικό, και ταυτόχρονα με το αραιό συμπλήρωμα σαφών και διακεκριμένων ιδεών, με το οποίο ο Θεός το προίκισε. Ο Καρτεσιανός κόσμος δεν είναι παρά ένας αυστηρά ομοιόμορφος μαθηματικός κόσμος, ένας κόσμος γεωμετρίας, στον οποίο δεν υπάρχει τίποτε άλλο από έκταση και κίνηση. Κι αν ο Θεός είχε κάποιους λόγους να τον δημιουργήσει, αυτοί είναι γνωστοί μόνον σ’ Αυτόν τον ίδιο και δεν έχουμε, ούτε μπορούμε να έχουμε την παραμικρή ιδέα ούτε γι’ αυτούς ούτε για οποιεσδήποτε άλλες θεϊκές ή θεολογικές αλήθειες, για τον απλό λόγο ότι, σύμφωνα με τον Καρτέσιο, δεν έχουμε την διανοητική ικανότητα, μέσω της οποίας θα μπορέσουμε να τις συλλάβουμε.

Αυτό βέβαια σήμαινε την έξωση από την επιστημονική σκέψη όλων των εκτιμήσεων που βασίζονταν στην αξία, στην τελειότητα, στην αρμονία, στο νόημα, στην ομορφιά, στο σκοπό, καθώς παρόμοιες εκτιμήσεις θεωρούνται τώρα μόνο υποκειμενικές άρα και άσχετες με κάθε επιστημονική κατανόηση του πραγματικού «αντικειμενικού» κόσμου –του κόσμου της ποσότητας, της αντικειμενοποιημένης γεωμετρίας, μιας φύσης που είναι απρόσωπη και καθαρά λειτουργική. Με τη Νευτώνια μηχανιστική σύνθεση, επιτεύχθηκε ουσιαστικά η νέα ανθρώπινη στάση. Η εικόνα του κόσμου, με τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτόν, ισοπεδώθηκε κι εξουδετερώθηκε, απογυμνώθηκε απ’ όλες τις θρησκευτικές ή πνευματικές της ιδιότητες απ’ όλες τις ιεραρχικές της διαφοροποιήσεις, και απλώνεται μπροστά στον ανθρώπινο παρατηρητή, σαν ένας λευκός χάρτης, που επάνω του τίποτε δεν μπορεί να καταγραφεί παρά μόνον ότι μπορεί να μετρηθεί. Για τον Νεύτωνα οι ουράνιες σφαίρες είναι μια μηχανή, για τον Καρτέσιο τα ζώα είναι μηχανές, για τον Hobbes, η κοινωνία είναι μηχανή, για τον La Mettrie, το ανθρώπινο σώμα είναι μηχανή, τελικά για τον Pavlov και τους διαδόχους του η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι παρόμοια μ’ εκείνη μιας μηχανής. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην ανάγεται σε φαινόμενο (συμβάν) ή σε μαθηματική υπόθεση (είτε, σε λιγότερο ευγενική γλώσσα, επιστημονική φαντασία). Ολόκληρος ο φυσικός κόσμος δεν θεωρείται τίποτε άλλο από άψυχη, νεκρή ύλη, της οποίας οι χημικές αλλαγές είναι μηχανικές διαδικασίες, βασισμένες σ’ αυτό που ονομάζεται νόμος της αφθαρσίας της ύλης. Το κάθε τι, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπινου νου, προσαρμόζεται στο πρότυπο μιας μηχανής, κατασκευασμένης από τεμαχισμούς, αναλύσεις και υπολογισμούς.

Μια κοσμοθεωρία θεμελιωμένη στο μοντέλο μιας μηχανής εισάγει ένα μηχανιστικό κόσμο. Ήδη από το πρώτο ήμισυ του δέκατου ένατου αιώνα, αν όχι νωρίτερα, οι επιστήμονες –και ειδικότερα οι επιστήμονες που θα εφάρμοζαν τις γνώσεις τους– άρχισαν να μετακινούνται προς το κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής σκηνής. Βοηθούμενοι και υποκινούμενοι από βιομηχάνους και τραπεζίτες με πρακτικό μυαλό, που κατέχονταν από μια μοναδική αφοσίωση στην απόκτηση χρημάτων, ανεξάρτητα από την καταστροφή που προκαλούσαν, οι επιστήμονες άρχισαν να στρέφουν την πραγματογνωμοσύνη τους προς την πρακτική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του κόσμου. Θα πρέπει να θυμηθούμε επίσης ότι οι επιστήμονες πετούσαν στα σύννεφα του νέου «πνεύματος του αιώνα». Υπήρχε στην ατμόσφαιρα ένα αίσθημα αισιοδοξίας, μια αίσθηση προώθησης προς το μέλλον, υπό την αιγίδα μιας νέας θεότητας, του Ορθού Λόγου, που τώρα επεξέτεινε την αυτοκρατορία του σ’ ολόκληρη τη Δυτική συνείδηση. Ο Άνθρωπος ήταν φύσει καλός. Ο κόσμος ήταν ένας καλός τόπος για να ζήσει κανείς. Θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος, μόνον εάν οι φυσικοί πόροι του και η ικανότητα του ανθρώπου να τους χρησιμοποιήσει μπορούσαν να αξιοποιηθούν πληρέστερα κι αποτελεσματικότερα.

    Αυτό μπορούσαν να το κάνουν οι επιστήμονες. Μπορούσαν να το κάνουν χρησιμοποιώντας την επιδεξιότητά τους στο ν’ αναπτύσσουν τις απαιτούμενες τεχνικές, τα αναγκαία τεχνικά μέσα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα έμπαιναν στην μετωπική πρωτοπορία του δρόμου για την πρόοδο της ανθρωπότητας, με στόχο ένα καλύτερο κι ευτυχέστερο μέλλον. Οι επιστήμονες άρχισαν να παίρνουν τη θέση των ιερέων, όχι βέβαια για να μυήσουν στη βασιλεία των ουρανών, αλλά στον υπέροχο καινούργιο κόσμο των περισσότερων καταναλωτικών αγαθών και της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης. Εμείς που ζούμε μέσα στις ωδίνες του φαινομένου που ονομάζουμε οικολογική κρίση –η οποία είναι πρώτιστα κρίση αναφορικά με τον άνθρωπο, κι όχι αναφορικά με το περιβάλλον του– ξέρουμε τόσο καλά την επιτυχία τους, που είναι περιττό να τη σχολιάζουμε. Το μόνο που πρέπει να λεχθεί εδώ είναι ότι, σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητάς τους, προέκυψε ένας νέος τύπος κοινωνίας: η κοινωνία του σύγχρονου αστικοβιομηχανικού και τεχνολογικού κόσμου.

Γιατί η σύγχρονη τεχνολογία και τα προϊόντα της είναι η επιστημονική αντίληψη που την έχουν ζέψει για να μας υπηρετεί. Η συνθηκολόγηση της κοινωνίας μας στην κοσμοθεωρία της σύγχρονης επιστήμης, επέτρεψε στο τεχνικό πνεύμα να βεβηλώσει ολόκληρο το κοινωνικό πλαίσιο, ολόκληρο τον πλανήτη, και ν’ αποστείλει ατέλειωτες στατειές από επιστημονικοτεχνικούς εμπειρογνώμονες να χαρτογραφήσουν και να κατατεμαχίσουν, να διαλύσουν και να λεηλατήσουν, να παραμορφώσουν και να ερημώσουν, με αμεροληψία, βασισμένοι στην εμπειρική απόδειξη, κι αν είναι δυνατόν με παρέμβαση των μαθηματικών ή άλλης εξειδικευμένης μεθοδολογίας, όλον τον ιστό της ανθρώπινης και κοσμικής ζωής – τον εξωτερικό περίγυρο και την εσωτερική διαπάλη, την τέχνη και την ιστορία, την κοινή γνώμη και την ατομική ενοχή, την παιδεία και την υγεία. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά στα επιστημονικά τμήματα των πανεπιστημίων και των πολυτεχνείων, για να πάρει μια ιδέα της μεγάλης εξάπλωσης της εξειδικευμένης παρέμβασης και της εξονυχιστικής έρευνας. Όλα σύρονται μέσα στη δίνη της εξειδίκευσης και υποβάλλονται στις διαδικασίες της. Τίποτε δεν είναι ιερό και απαραβίαστο. Τίποτε δεν ανήκει πια στη σφαίρα των Θεών ή στη σφαίρα του υπερφυσικού. Δεν υπάρχει πουθενά τίποτε που να μην πρέπει να διερευνηθεί, κι αν είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ούτε ο πυθμένας του ωκεανού ούτε τα άστρα μπορούν να ξεφύγουν. Ούτε και μπορούν αυτές οι εισβολές της συστηματικής ανάλυσης να σταματήσουν ή ν’ αποκηρυχθούν – εφόσον εξακολουθούν ν’ αποδεικνύονται αποτελεσματικές, με την έννοια ότι είναι οι καλύτεροι και οι δραστικότεροι τρόποι για να επιτευχθούν ορισμένοι ποσοτικοί στόχοι, που είναι σε γενικές γραμμές οικονομικοί.

Εάν υπάρχουν ή μπορούν να παραχθούν αποτελεσματικά τεχνικά μέσα για την επίτευξη κάποιου στόχου, τότε αυτά τα μέσα πρέπει να δραστηριοποιηθούν, ανεξάρτητα από το τί είναι αυτός ο στόχος ή ποιο μπορεί να είναι το κόστος από ανθρώπινη άποψη. Ακόμα κι εκείνοι που ήταν αρχικά τα θύματα αυτών των διαδικασιών –δηλαδή το βιομηχανικό προλεταριάτο– γοητεύτηκαν από την αίγλη τους και τις θεωρούν σαν το μαγικό φυλακτό, που θα τους φέρει όλα όσα χρειάζονται στη ζωή τους. Όσο για τους εκλεκτούς της τεχνοκρατίας μας – αυτούς που χειρίζονται τις ανεξάντλητες επινοήσεις της σε μηχανές, συσκευές, τεχνικές, αυτούς που χειρίζονται τους υπολογιστές και τα συστήματα κυβερνητικής, την προσομοίωση και τις διαδικασίες της «θεωρίας των παιγνίων», την έρευνα της αγοράς και των κινήτρων, τις απέραντες κωδικοποιήσεις που είναι αναγκαίες για να υποστηρίξουν και να διευρύνουν την επίπλαστη στειρότητα της αυτοκρατορίας τους, το γόητρο αυτών των εκλεκτών είναι ουσιαστικά απρόσβλητο, γιατί από αυτούς εξαρτάται ολόκληρο το εποικοδόμημα για την επιβίωσή του και την ευτυχία του. Επιπλέον αν αυτοί είναι και αναγνώστες του Teilhard de Chardin, μπορούν να προσθέσουν ιδεολογικό στάρι γι’ άλεσμα στον μύλο του ρεαλισμού τους, γιατί αυτός θα τους έχει διδάξει ότι, μόνο μέσ’ απ’ το στέριωμα της «νοόσφαιρας», αυτής της στάθμης της ύπαρξης που κυριαρχείται μόνιμα από τον ανθρώπινο νου και τον προγραμματισμό του, το είδος μας θα επιτελέσει την δοσμένη από το Θεό αποστολή του και θα εκπληρώσει τα πεπρωμένα του.

 

Υπάρχει, παρ’ όλα αυτά, ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για τη χάλκευση γύρω μας μιας κοινωνίας τόσο μηχανοποιημένης, όπως η δική μας κι αυτό είναι το ότι μπορούμε να υπάρξουμε μέσα της, μόνο με την προϋπόθεση ότι θα προσαρμοστούμε σ’ αυτήν. Αυτή είναι η τιμωρία μας. Η κοινωνική μορφή που υιοθετήσαμε κόβει τη συνείδησή μας στα μέτρα των αναγκών της, και οι επιταγές της καλουπώνουν στα μέτρα τους την πείρα μας. Ο ανόργανος τεχνολογικός κόσμος που ανακαλύψαμε μένει καλά προσκολλημένος στην εσωτερική μας ύπαρξη κι επιδιώκει να την αναγάγει σ’ ένα τυφλό ανόργανο μηχανικό αντικείμενο. Επιζητεί να εξαλείψει ολόκληρες συγκινησιακές περιοχές της ζωής μας, ζητώντας μας να γίνουμε ένας νέος τύπος ύπαρξης, ένας τύπος που δεν είναι ανθρώπινος, όπως αυτή η ιδιότητα ήταν κατανοητή με τηη θρησκευτική κι ακόμη και με την ουμανιστική αντίληψη των πραγμάτων – ένας τύπος που δεν έχει καρδιά, δεν έχει στοργή δεν έχει αυθορμητισμό και είναι τόσο απρόσωπος, όσο τα μέταλλα και οι υπολογιστικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκεται.

Επιπλέον, δεν είναι μόνον ο συναισθηματικός μας κόσμος που απονεκρώνεται. Ο κόσμος τής δημιουργικής φαντασίας μας και την ευφυίας μας φτωχαίνει. Ο πιο μέτριος και χωρίς διακριτικά νοητικός τύπος είναι εντελώς επαρκής για να μάθει τέλεια και για να εφαρμόσει τις διάφορες τεχνικές, επιστημονικές κι άλλες, οι οποίες χρειάζονται για να λειτουργήσει η κοινωνία μας. Ταυτόχρονα, τα αντικείμενα, που φτιάχνουμε ή παράγουμε βιομηχανικά, απαιτούν λίγη ή καθόλου δημιουργική συμμετοχή εκ μέρους μας.  Όλα είναι αποτέλεσμα ορθολογικού προγραμματισμού και σχεδιασμού, τεχνικής επιδεξιότητας κι αποτελεσματικότητας, και τα παράγουμε –εξαναγκαζόμαστε να τα παράγουμε– με τον ελάχιστο δυνατό προσωπικό αγώνα και την ελάχιστη δυνατή προσωπική αφοσίωση, ενώ μέσ’ από την παραγωγή τους, μπαίνουμε και στον αντικειμενικό σκοπό τους και γινόμαστε θύματα της απρόσωπης κι ανελέητης φύσης τους. Γιατί αυτά τα προϊόντα-μηχανές, οικιακά είδη, οργανωτικά προγράμματα, είναι από μόνα τους στερημένα από κάθε πνευματική ποιότητα:  δεν αντικατοπτρίζουν τίποτε που να μην είναι υλικό, είναι σύμβολα του τίποτε, καταναλίσκονται ολότελα από τη δική τους αζωία και τη δική τους ανόργανη αδιαφορία. Κι ο άνθρωπος, που πρέπει να περάσει τη ζωή του ανάμεσά τους, ανάγεται σε μια παρόμοια κατάσταση. 

Πράγματι, αυτό που ονομάζεται δουλειά, για την μεγάλη πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας μας, σαπίζει την ίδια την ψυχή και το ίδιο το σώμα τους. Είναι δουλειά που δεν λαμβάνει υπόψη κανένα από τα προσωπικά χαρίσματα των ατόμων που απασχολούνται σ’  αυτήν. Δεν έχει άμεση σχέση μ’ αυτό που είναι το κάθε συγκεκριμένο πρόσωπο ή μ’ αυτό μέσω του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι ο εαυτός του κι όχι κάποιος άλλος. Η δουλειά είναι καθαρά εξωτερικευμένη ως προς το πρόσωπο και μπορεί αυτό το πρόσωπο να την ανταλλάξει με κάποια άλλη δουλειά –εάν υπάρχει κάποια διαθέσιμη– που να είναι εξ ίσου απρόσωπη και εξωτερικευμένη. Όσον αφορά την εργασία μας, η μεγάλη πλειοψηφία από μας, μέσα στην κοινωνία, ισοδυναμεί με απλές «μονάδες», ή αντικείμενα ή εμπορικά είδη, και είναι καταδικασμένη, όσο καιρό θα εργάζεται, σε καθαρά μηχανικές εργασίες, στις οποίες δεν υπάρχει τίποτε το ανθρώπινο, και των οποίων οι επιδόσεις δεν είναι με κανένα τρόπο σύμφωνες με τις εσωτερικώτερες και καθαρά προσωπικές μας ικανότητες και ταυτότητες.

Ένα μέρος της αρρώστειας μας ίσως γίνει κατανοητό, αν θυμηθεί κανείς ότι, όταν ένα άτομο δεν πληρεί την λειτουργία, για την οποία προορίζεται από τη φύση, που είναι και η κλίση του, αλλ’ εξαναγκάζεται να εκτελέσει κάποια άλλη λειτουργία, που δεν είναι ουσιαστικά συνδεδεμένη μαζί του, τότε το άτομο αυτό δημιουργεί στον εαυτό του ένα ξεχαρβάλωμα και μια δυσαρμονία που επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία στην οποία ανήκει. Γιατί στην κοινωνία μας, αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Και κάτω απ’ αυτές τις περιστάσεις, το ξεχαρβάλωμα επηρεάζει όχι μόνο την κοινωνία, αλλά το ίδιο το κοσμικό βασίλειο στο σύνολό του. Είναι περιττό να τονιστεί, ότι αυτή η κοσμική αταξία, που αντανακλά τον ριζικό απανθρωπισμό της κοινωνίας μας και είναι ανίατη, αν δεν γίνει μια καθολική επαναφορά του προσωπικού χαρακτήρα στις συνθήκες εργασίας μας, έχει κιόλας προχωρήσει πολύ. Καθώς οι συνθήκες εργασίας στην κοινωνία μας, και πάνω απ’ όλα ο ίδιος ο τύπος της εργασίας –γιατί αυτό είναι το κρίσιμο σημείο– δεν μπορούν να ανακτήσουν τον προσωπικό τους χαρακτήρα να επανανθρωπισθούν, χωρίς διάλυση ολόκληρης της παρούσας επιστημονικής και βιομηχανικής υποδομής, μπορούμε κάπως να εκτιμήσουμε το μέγεθος τού αγώνα που βρίσκεται μπροστά μας.

Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να προλάβω μια πιθανή κριτική, ιδίως γιατί έτσι θα φτάσω στο κεντρικό σημείο ολόκληρης της επιχειρηματολογίας μου: το ερώτημα, γιατί η προσχώρηση στη σύγχρονη επιστημονική αντίληψη αναπόφευκτα συνεπάγεται τον απανθρωπισμό του ανθρώπου. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η μηχανιστική κοσμοθεωρία, την οποία εδώ ταυτίζω μ’ εκείνη της σύγχρονης επιστήμης, έχει, πριν από πολύ καιρό, παραμεριστεί από τους ίδιους τους επιστήμονες κι έχει πεταχτεί στο σκουπιδότοπο των απομυθοποιημένων θεωριών, που αποτελεί την ιστορία της σύγχρονης επιστήμης. Η κβαντοθεωρία και η θεωρία της σχετικότητας, που προτάθηκαν στην καμπή του εικοστού αιώνα, μπορούν ν’ αναφερθούν προς επίρρωσιν αυτού του ισχυρισμού, ότι δηλαδή η επιστημονική κοσμοθεωρία άλλαξε ριζικά.

Πρόσθετα, θα μπορούσε να επισημανθεί ότι φιλόσοφοι της επιστήμης, όπως ο Ernst Mach ή ο Henri Poincaré –για ν’ αναφέρουμε μόνο δύο από τους πιο ευφυείς θετικιστές–, απέδειξαν ότι οι θεωρίες και οι επεξηγηματικές έννοιες της επιστήμης δεν είναι τίποτε παραπάνω από βολικά διανοητικά εργαλεία, μέσω των οποίων οι επιστήμονες χειρίζονται τα δεδομένα τους και τα ανάγουν σε συγκριτιστική ταξινόμηση, κι ότι πρέπει ν’ αξιολογηθούν μόνο για τη χρησιμότητα και τη βολικότητά τους, κι όχι σαν διακηρύξεις αλήθειας αναφορικά με την πραγματικότητα. Ο Mach, βέβαια, και πιθανόν κι ο Poincaré, θα έφταναν στο σημείο να πουν ότι οπωσδήποτε δεν υπάρχουν έσχατες αλήθειες αναφορικά με την πραγματικότητα, μολονότι οι αλήθειες της επιστήμης βρίσκονται πιο κοντά σ’ αυτήν, απ’ όσο βρίσκονται οποιεσδήποτε άλλες που είναι δυνατόν ν’ ανακαλύψουμε. Και πιο πρόσφατα, άλλοι φιλόσοφοι της επιστήμης, όπως ο Michel Polanyi, μίλησαν για το πόσο αδύνατο είναι, για τον επιστήμονα, να μην επηρεαστεί από καθαρά υποκειμενικούς παράγοντες, όπως τί περιμένει να βρει, τί τον έχουν πείσει άλλοι ότι θάπρεπε να δει, κ.ο.κ. – παράγοντες που σημαίνουν πως οι μετρήσεις των χρονικών και των χωρικών διαστημάτων δεν προσφέρονται απλώς στον νου, αλλά σ’ ένα συγκεκριμένο νου, βαθειά κι αξεδιάλυτα μπλεγμένο με τις δικές του υποκειμενικές και προσωπικές προκαταλήψεις κι απαιτήσεις.

Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να φέρουμε το επιχείρημα ότι οι ίδιοι οι επιστήμονες δέχονται τώρα ότι οι καλύτερες από τις θεωρίες τους δεν είναι παρά υποθέσεις, κι ότι αυτές, ενώ με κανένα τρόπο δεν ανακαλύπτονται επαγωγικά, με βάση αντικειμενικά δεδομένα, όπως θα έκανε ένας εμπειριοκράτης της παλιάς σχολής, προβάλλονται τις περισσότερες φορές σαν η πιθανότερη εξήγηση ή ερμηνεία ορισμένων δεδομένων, σύμφωνα μ’ ένα συγκεκριμένο πρότυπο που ο εν λόγω επιστήμονας συμβαίνει να έχει αποδεχτεί. Έτσι, ο Le Verrier έθεσε αξιωματικά μέσ’ από καθαρά μαθηματικές μεθόδους, τον τότε άγνωστο πλανήτη Ποσειδώνα, και πιο πρόσφατα ο Watson κι ο Crick προχώρησαν μ’ ένα παρόμοιο τρόπο, όταν ανέπτυξαν τη θεωρία τους για τον γενετικό κώδικα. Θα μπορούσε να βγει το συμπέρασμα, ότι όλ’ αυτά σημαίνουν πως η παλιά κλειστή, άκαμπτη, μαντεμένια και μηχανιστική εικόνα του σύμπαντος στην οποία ο άνθρωπος θεωρούνταν ένα απλό γρανάζι σε μια εκτεταμένη κοσμική μηχανή, έχει μια για πάντα περάσει, και πως η επιστήμη, η καινούργια επιστήμη, είναι ανοικτή, ευέλικτη, απροσδιόριστη και πολύ περισσότερο ενήμερη των περιορισμών της, απ’ ό,τι συνέβαινε έως τώρα. Πραγματικά, μερικοί επιστήμονες και μερικοί θεολόγοι μαζί, έφθασαν μέχρι να σκεφθούν ότι ίσως να ήταν τώρα δυνατόν να συμφιλιωθούν η επιστήμη και η θρησκεία, σε μια επιστημονικοθρησκευτική αντίληψη των πραγμάτων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι εν μέρει αληθινό, όπως δεν υπάρχει αμφιβολία πως πολλοί επιστήμονες, ενήμεροι για την απανθρωπία των κλάδων τους που συντρίβει, ψάχνουν απελπισμένα να βρουν κάτι που θα μπορούσε να φανεί ότι επιτρέπει στο ανθρώπινο, κι ακόμη και στο θρησκευτικό στοιχείο, να επιβεβαιωθεί μέσα σ’ αυτούς. Για ένα ολόκληρο πεδίο φαινομένων στην ατομική φυσική και την αστρονομία, το παλιό μηχανικό πρότυπο είναι ακατάλληλο, και οι επιστήμονες που εργάζονται σ’ αυτές τις περιοχές είναι υποχρεωμένοι ν’ αναθεωρήσουν τις μεθόδους παρατήρησης, να εφεύρουν καινούργια και περισσότερο ευέλικτα πρότυπα και ν’ αναπτύξουν περισσότερο λεπτές μαθηματικές διαδικασίες για ν’ αναλύσουν τα πειραματικά δεδομένα τους.

Πράγματι, μερικοί επιστήμονες –κι ανάμεσά τους ο Fritjof Capra είναι ίσως ο πιο δημοφιλής εκπρόσωπος

 –ισχυρίζονται ότι αυτό που ονομάζουν νέα φυσική έχει εντελώς χειραφετηθεί από τη μηχανιστική κοσμοθεωρία της Καρτεσιανής και Νευτώνειας φυσικής, και στην πράξη έχει πρωχωρήσει κοντά στην κοσμοθεωρία του Ανατολικού μυστικισμού. Οι δύο βασικές θεωρίες της μοντέρνας φυσικής –η κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας– έχουν να επιδείξουν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, όλα τα κύρια χαρακτηριστικά της Ανατολικής κοσμοθεωρίας. Η κβαντική θεωρία κατήργησε την παλιά θεωρία των θεμελιακά διακεκριμένων αντικειμένων, εισήγαγε την ιδέα του συμμέτοχου στο φαινόμενο, σε αντικατάσταση της έννοιας του παρατηρητή, και κατέληξε να βλέπει το σύμπαν σαν ένα διασυνδεδεμένο πλέγμα σχέσεων, που τα μέρη του καθορίζονται μόνο μέσ’ από τους δεσμούς τους προς το σύνολο. Η σχετικότητα έκανε το κοσμικό πλέγμα ν’ αποκτήσει ζωή, αποκαλύπτοντας τον εσωτερικό, δυναμικό χαρακτήρα του, αποδεικνύοντας ότι η δραστηριότητά του είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξής του. Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, το σύμπαν αντιμετωπίζεται τώρα ως ένα δυναμικό πλέγμα αλληλεξαρτημένων γεγονότων. Καμμιά από τις ιδιότητες ενός τμήματος αυτού του πλέγματος δεν είναι θεμελιακή: η κάθε μία απορρέει από τις ιδιότητες των άλλων τμημάτων, και η συνολική αλληλουχία των αμοιβαίων αλληλεξαρτήσεών τους καθορίζει τη δομή ολόκληρου του πλέγματος.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, τίποτε από τα παραπάνω δεν αντιπροσωπεύει μια απομάκρυνση από το βασικό εννοιολογικό πλαίσιο, που αποτελεί τη βάση της σύγχρονης επιστήμης. Κι αν χρειάζεται απόδειξη γι’ αυτό, αυτή μπορεί να αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι τρεις θεωρίες που η «νέα φυσική» θεωρεί σαν αξιώματα (μολονότι εξ ορισμού δεν είναι τίποτε άλλο από υποθέσεις) κι από τις οποίες εξαρτώνται πλήρως τα πορίσματά της –συγκεκριμένα οι δύο θεωρίες που ήδη αναφέρθηκαν (η κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας), καθώς και η θεωρία της εξέλιξης που τις συνοδεύει–, δεν είναι παρά αναπόφευκτες λογικές συνέπειες των προτάσεων που αποτελούν το βασικό εννοιολογικό πλαίσιο της σύγχρονης επιστήμης. Τίποτε το θεμελιακό δεν άλλαξε αναφορικά με την αποδοχή αυτών των προτάσεων: είναι τόσο αδιαφιλονίκητες όσο ήταν πάντοτε, και η πολύ εκθειασμένη «νέα φυσική» δεν είναι παρά η παλιά φυσική με νέα αμφίεση.

Πρόσθετα, με τον δικό της τρόπο, η «νέα φυσική» δεν είναι λιγότερο ντετερμινιστική και μηχανιστική από την παλιά φυσική: δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από τον ντετερμινισμό και την μηχανικότητα, αλλάζοντας απλά τον τρόπο με τον οποίο αυτός αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στα μέρη του φυσικού κόσμου, εκτός αν αναγνωρίσει ταυτόχρονα μια μη καθορισμένη και μη καθοριζόμενη αρχή σχέσεων, η οποία να υπερβαίνει συνολικά και τον κόσμο και a fortiori το ίδιο το βασίλειο της επιστημονικής έρευνας. Και φυσικά, στην περίπτωση της «νέας φυσικής», δεν αναγνωρίστηκε τέτοια αρχή, ενώ υποτίθεται ακόμη ότι όσα συμβαίνουν στη σφαίρα των ατομικών και υπο-ατομικών γεγονότων, καθορίζονται από τους νόμους της στατιστικής, που μπορούν να εκφραστούν με μαθηματικούς όρους. Το μόνο που συνέβη ήταν, πως η αρχή της αιτιότητας της παλιάς φυσικής, που εφαρμοζόταν σε μεμονωμένα αντικείμενα και συμβάντα, αντικαταστάθηκε τώρα από μια αρχή στατιστικής αιτιότητας, στην οποία οι πιθανότητες για τα ατομικά συμβάντα καθορίζονται από τη δυναμική τού όλου συστήματος: βρισκόμαστε μέσα σ’ ένα μεγαλύτερο κλουβί.

Σε τελευταία ανάλυση, αν η «νέα φυσική» πρόσφερε κάποια θετική υπηρεσία, αυτή είναι το ότι αποδεικνύει, καθαρότερα παρά ποτέ άλλοτε, την πλήρη ανικανότητα της σύγχρονης επιστήμης να πει οτιδήποτε, που να μπορεί κανείς κάπως να το πιστέψει, σχετικά με τη φύση του σύμπαντος. Πόρισμα της αρχής ότι οι ιδιότητες κάθε μέρους αυτού του σύμπαντος, καθορίζονται από τις ιδιότητες όλων των άλλων μερών, είναι το ότι, για να γίνει κατανοητό κάθε μεμονωμένο φαινόμενο, πρέπει επίσης να κατανοηθούν όλα τα υπόλοιπα φαινόμενα. Καθώς αυτό είναι εντελώς αδύνατο, οι φυσικοί οφείλουν να δεχθούν ότι εξ αιτίας της φύσης των πραγμάτων, η γνώση τους, στην καλύτερη περίπτωση, είναι μόνο σχετική και ίσως αποδειχθεί, αν μπορέσουν να λάβουν υπόψη τους περισσότερα φαινόμενα απ’ όσα λαβαίνουν υπόψη τους στην πράξη, κατάφωρα λαθεμένη∙ επομένως μπορεί αυτή να μην είναι καθόλου γνώση, αλλ’ απλά ένας παραλογισμός.

Έτσι, η προσπάθειά τους να εξηγήσουν πολλά φαινόμενα με τη διευρεύνηση που κάνουν σε λίγα, είναι μια καθαρά αυθαίρετη μέθοδος, και δεν έχει καμμιά σχέση με τη γνώση, με τη σωστή έννοια της λέξης. Κι όμως αυτό είναι όλο κι όλο ό,τι μπορούν να κάνουν, όπως ομολογούν και οι ίδιοι: το ότι όλες οι επιστημονικές θεωρίες και τα πρότυπα είναι εξ ορισμού προσεγγίσεις, και ίσως είναι εντελώς ακατάλληλα για να μεταδόσουν μια αληθινή εικόνα της πραγματικότητας, με την οποία αυτά εμφανίζονται ότι ασχολούνται, είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταδικάστηκε ολόκληρη η επιστημονική έρευνα, από τις προϋποθέσεις εκκίνησής της.

Ίσως τίποτε δεν δείχνει τόσο το αδιέξοδο στο οποίο σύρθηκε η σύγχρονη επιστήμη, όσο το τί ισχυρίζονται οι υπέρμαχοί της σαν ένα από τα κύρια σημεία της προόδου της, και συγκεκριμένα το ότι αποδέχονται ότι η συνείδηση του παρατηρητή (ή του συμμέτοχου) αποτελεί ουσιαστική πλευρά του συμπεράσματος που αυτός συνάγει για το χαρακτήρα των φυσικών φαινομένων. Πέρα από το γεγονός ότι αυτό είναι κάτι που μποροούσε να το είχε μάθει κανένας από οποιαδήποτε πνευματική ή μεταφυσική παράδοση, άξια του ονόματος, η άποψη αυτή, αν συλλογιστεί κανένας τις αρχές από τις οποίες ξεκίνησαν, φέρνει τους ίδιους τους επιστήμονες σε μια θέση χωρίς νόημα.

Γιατί, αν η ανθρώπινη συνείδηση παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία της παρατήρησης, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η απόφασή μου για το πώς παρατηρώ ένα ηλεκτρόνιο, για παράδειγμα, να καθορίζει τις ιδιότητες που στην πραγματικότητα του αποδίδω, τότε πρέπει να βγει το συμπέρασμα, πως μέχρι να γνωρίσω τί είναι η συνείδηση και ποια είναι τα χαρακτηριστικά και τα όρια τής συνείδησης με την οποία παρατηρώ, δεν έχω τη δυνατότητα να εκτιμήσω με ποιο τρόπο η συνείδησή μουέχει προσδιορίσει τις ιδιότητες που είμαι ικανός να παρατηρήσω σ’ ένα συγκεκριμένο φαινόμενο, ή ακόμη σε ποιο βαθμό, ό,τι παρατηρώ, μπορεί βέβαια ν’ αντανακλά απλώς τη δική μου συνείδηση, αλλά από διαφορετική σκοπιά, δεν έχει παρά λίγα πράγματα ή τίποτε να κάνει με ό,τι μπορεί κανείς να ονομάσει πραγματικότητα. Πραγματικά, εάν –όπως παραδέχονται οι νέοι φυσικοί– κάθε μεταβολή της συνείδησης αλλοιώνει το παρατηρούμενο, ο σύγχρονος επιστήμονας δεν κάνει τίποτε άλλο, όταν εισηγείται θεωρίες, από το να «αντικειμενικοποιεί» απλά, στη συμβατική γλώσσα του κλάδου του, τις οριοθετήσεις της δικής του ατομικής συνείδησης. Αν κατείχε έναν υψηλότερο βαθμό συνείδησης από αυτόν που πραγματικά διαθέτει, θα έβλεπε τα πράγματα κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό φως, κι επομένως θα συμπέραινε έχοντας μια τελείως διαφορετική κατανόηση γι’ αυτά, μια κατανόηση που ίσως αυτός να εύρισκε ότι είναι αδύνατον να εκφραστεί στη γλώσσα των μαθηματικών. 

Όλ’ αυτά ξεκαθαρίζουν ακόμη περισσότερο, ότι η «νέα φυσική» είναι παγιδευμένη όσο και η παλιά φυσική, μέσα σ’ ένα εννοιολογικό πλαίσιο, από το οποίο μπορεί να ξεφύγει μόνο αν αναγνωρίσει αυτό που από τώρα θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, την απόλυτη ανεπάρκεια των αρχικών υποθέσεών της. Εν πάση περιπτώσει, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς –ωστόσο κίβδηλους– κι αν προβάλλουν τώρα οι επιστήμονες για τη «νέα φυσική», η παλιά φυσική είναι ακόμη στην πραγματικότητα η φυσική μιας εξίσου πλατειάς περιοχής φαινομένων, όλων εκείνων των φαινομένων που ανήκουν σ’ αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί τοπικό μας περιβάλλον, του κοινού χώρου και χρόνου.

Όσον αφορά στις αποκαλούμενες βιολογικές επιστήμες, εκεί η επιστημονική σκέψη είναι πραγματικά πιο χοντροκομμένα μηχανιστική απ’ οπουδήποτε αλλού. Στη βιολογία, το κύτταρο είναι ένα «χημικό εργαστάσιο», τα ριβοσώματα κατευθύνονται από μια «μηχανή προγραμματισμού», το RNA είναι όμοιο μ’ «έναν εργάτη μιας βιομηχανίας πολυγραφήσεων που αντιγράφει το πρόγραμμα μιας αυτόματης μηχανής στο πληκτρολόγιο μιας διατρήτριας», κ.ο.κ. «Για την επιστήμη», όπως δηλώνει ο Joseph Needham, «ο άνθρωπος είναι μια μηχανή, κι αν δεν είναι αυτό, τότε δεν είναι τίποτε».

 Και για να επιβεβαιώσει τα λόγια του, και να δώσει με τρόπο αποτελεσματικό μια εικόνα αυτού που ήδη είπα, ότι ο απαιτούμενος από την επιστήμη τύπος νόησης μπορεί να είναι ο πιο μέτριος και ανυπόληπτος από την άποψη της κοινής ανθρώπινης νοημοσύνης, ο Francis Crick, βραβευμένος με το βραβείο Nobel, αυτός που ανακάλυψε την διπλή ελικοειδή δομή του DNA, μπορεί και γράφει: «Εγώ ο ίδιος, όπως πολλοί επιστήμονες, πιστεύω πως η ψυχή είναι φανταστική, κι ότι αυτό που αποκαλούμε νου μας είναι απλά ένας τρόπος για να μιλήσουμε για τις λειτουργίες των εγκεφάλων μας». Και μπορεί και προσθέτει: «Από τη στιγμή που προσαρμόζεται κανείς στην ιδέα ότι βρισκόμαστε εδώ γιατί εξελιχθήκαμε από απλές χημικές ενώσεις με μια διαδικασία φυσικής επιλογής, είναι αξιοσημείωτο πόσα από τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου προσλαμβάνουν ένα εντελώς καινούργιο φως».

Η πραγματική παρ’ όλ’ αυτά αιτία που ακυρώνει τον ισχυρισμό, ότι η σύγχρονη επιστημονική νοοτροπία είναι θεμελιακά διαφορετική από εκείνη του Γαλιλαίου, του Καρτέσιου και του Νεύτωνα, άρα και πιο επιδεκτική στον εξανθρωπισμό, βρίσκεται πολύ βαθύτερα από αυτήν την συνεχιζόμενη προσκόλληση στην παρομοίωση με τη μηχανή. Οι επιστήμονες μπορούν πολύ ωραία να ζήσουν χωρίς αυτήν την παρομοίωση και να υιοθετήσουν κάποια άλλη στη θέση της. Αυτό δεν είναι θεμελιακά πολύ σημαντικό. Αλλ’ εκείνο που δεν μπορούν να κάνουν, δίχως να παραδεχθούν την ολοκληρωτική τους ανεπάρκεια, είναι ν’ αποχωριστούν εκείνες τις αρχικές υποθέσεις, ή προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες βασίζεται η ίδια η σύγχρονη επιστήμη. Και λέγοντας αρχικές υποθέσεις, εννοώ επιστημολογικές παραδοχές, δηλαδή το εννοιολογικό πλαίσιο της νόησης, μέσα στο οποίο εργάζεται ο σύγχρονος επιστήμονας, είτε αυτός το αντιλαμβάνεται, είτε όχι.

Οι σύγχρονοι επιστήμονες ίσως αναγνωρίσουν ότι οι θεωρίες τους δεν είναι παρά υποθετικά σχήματα, λίγο πολύ χρήσιμα και βολικά. Ίσως παραδεχθούν ότι η παλιά εμπειριοκρατική επιστημολογία–σύμφωνα με την οποία η γνώση μπορεί ν’ αποκτηθεί μόνο με βάση την παρατήρηση– ήταν ακατάλληλη και ίσως εσφαλμένη, κι ότι μέσα σε κάθε πράξη παρατήρησης και σε κάθε διατύπωση θεωρίας υπεισέρχονται παράγοντες –κληρονομικοί, πολιτιστικοί, υποκειμενικοί–, που ο επιστήμονας δεν μπορεί να προδιαγράψει, και για τους ίσως πραγματικά να μην είναι σχεδόν καθόλου ενήμερος. Αλλά δεν μπορούν ν’ απορρίψουν αυτές καθεαυτές τις αρχικές υποθέσεις της ίδιας της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης, εκτός εάν πρόκειται να ομολογήσουν μια πραγματική εσωτερική μεταβολή. Κι αυτές οι υποθέσεις, αυτές οι βαθύτερες αρχικές υποθέσεις, είναι σήμερα οι ίδιες μ’ εκείνες των επιστημόνων του 17ου αιώνα. Και η αιτία για την οποία οι επιστήμονες, χωρίς να υποστούν την εσωτερική μεταλλαγή για την οποία μίλησα, δεν μπορούν να εξανθρωπίσουν την επιστήμη, οφείλεται στο ότι ο απανθρωπισμός εδράζεται σ’ αυτές τις ίδιες τις αρχικές υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η σύγχρονη επιστήμη.

Εδώ φτάνουμε στο κεντρικό σημείο του ζητήματος: ίσως φανεί προπέτεια να προσπαθήσουμε να εμφανίσουμε τις αρχικές υποθέσεις τής σύγχρονης επιστημονικής γνώσης σε μερικές φράσεις. Αλλά νομίζω ότι μπορεί να γίνει. Βασικά, οι επιστημονικές θεωρίες, είτε παραδοχές είναι αυτές είτε ερμηνείες, είναι προτάσεις, που είτε μπορούν να επαληθευθούν, με αναφορά στην εμπειρική απόδειξη ή στο πείραμα, είτε, τουλάχιστον, δεν μπορούν να αποδειχθούν εσφαλμένες από την παραπάνω απόδειξη ή πείραμα. Με άλλα λόγια, η επιστημονική γνώση προϋποθέτει δύο όρους ή πόλους. Ο πρώτος είναι η ικανότητα για ουσιαστική διατύπωση επιστημονικών προτάσεων. Κι ο δεύτερος είναι ένας «αντικειμενικός» κόσμος φαινομένων που την τροφοδοτεί με ακατέργαστο υλικό για απόδειξη και πείραμα, σε αντιπαράθεση με τα οποία αυτές οι προτάσεις της μπορούν να ελεγχθούν άμεσα ή έμμεσα. Χωρίς αυτά, δεν θα υπήρχε γνώση, με την έννοια που η σύγχρονη επιστήμη αντιλαμβάνεται αυτή τη λέξη.

Στην πραγματικότητα, είναι απόλυτα σαφές ότι οι δύο όροι δεν είναι συμμετρικοί ή ίσης σπουδαιότητας. Ο πρώτος –εκείνος που ονόμασα ικανότητα για ουσιαστική διατύπωση επιστημονικών προτάσεων– είναι κι ο αποφασιστικός. Είναι αποφασιστικός όχι μόνο γιατί είναι ο παράγων που διατυπώνει, αλλ’νεπίσης γιατί ταυτίζεται με την ικανότητα για παρατήρηση και παρέχει τα κριτήρια για τον προσδιορισμό τού τί παρατηρείται, καθώς επίσης και τα κριτήρια για τη συνάφεια, ή τη μη συνάφεια, το συμβιβαστό ή το ασυμβίβαστο των πληροφοριών που συσσωρεύει σαν αποτέλεσμα των παρατηρήσεών του. Πραγματικά, αυτή και μόνον η ικανότητα είναι ο υπέρτατος διαιτητής της επιστημονικής γνώσης. Επομένως είναι κρίσιμο, αν κάποιος πρόκειται ν’ αποτιμήσει την αξία αυτής της γνώσης, να γνωρίσει τί είναι αυτή η ίδια η παραπάνω ικανότητα, καθώς επίσης και τα κριτήρια με τα οποία εκτιμά κι αξιολογεί το υλικό της. Γιατί αυτό που είναι και οι κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητά της, θα καθορίσουν τον όλο χαρακτήρα των εννοιών που αυτή διατυπώνει.

Εδώ θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε μια διάκριση ανάμεσα στα δύο όργανα της γνώσης στον άνθρωπο, τον πνευματικό νου και τη λογική διάνοια. Και θα μπορούσα να προσδιορίσω ότι το όργανο από το οποίο καθορίζεται η σύγχρονη επιστήμη, δεν είναι ο πνευματικός νους, με τη δύναμη που έχει να συλλαμβάνει και να κάνει βίωμά του μεταφυσικές και αιώνιες πραγματικότητες, αλλά η λογική διάνοια, η οποία, αυτή καθεαυτή, είναι ανίκανη να αντιληφθεί και να βιώσει τέτοιες πραγματικότητες. Επομένως, το ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι να αναγνωρισθούν τα χαρακτηριστικά της λογικής διάνοιας κι ακόμη να γίνει αντιληπτή η φύση των κανόνων στους οποίους αυτή αναφέρεται για να εκπληρώσει το ρόλο που της ανέθεσαν οι σύγχρονοι επιστήμονες. Γιατί τείνει να γίνει αξίωμα για τους επιστήμονες, το ότι ο τομέας γνώσεών τους είναι ορθολογικός ή τουλάχιστον τόσο ορθολογικός όσο άλλοι τομείς, κι ότι αντίστοιχα η μορφή γνώσης του τομέα τους έχει ορθολογικό σχήμα. Επομένως έχει σημασία να δει κανείς με ποια έννοια αληθεύει αυτό.

Η διάνοια είναι αυτή η ικανότητα να τμηματοποιεί, να αναλύει και να ταξινομεί υλικό, καθώς και να βγάζει συμπεράσματα με τη βοήθεια της αναλυτικής ή της αναλογικής λογικής, της μέτρησης και της μηχανικής σύνδεσης. Αλλά τα συμπεράσματα που βγάζει, σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητάς της δεν είναι μόνο αυθαίρετα. Εξαρτώνται από το εννοιολογικό πλαίσιο ή πλαίσιο των προϋποθέσεων μέσα στο οποίο λειτουργεί η διάνοια, γιατί ο υποθέσεις αυτές παρέχουν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία αυτή εκτιμά και ερμηνεύει το υλικό που της παρουσιάζεται. Αυτό σημαίνει ότι το πεδίο της διάνοιας περιορίζεται, από τη μια πλευρά από το υλικό που της παρέχεται κι από την άλλη από τις υποθέσεις μέσα από τις οποίες φτάνει να εκτιμήσει το παραπάνω υλικό, παρ’  όλο που οι υποθέσεις αυτές δεν απορρέουν αναγκαστικά απ’ αυτό το υλικό. Η διάνοια γνωρίζει αυτό το υλικό, μόνο σύμφωνα με το πώς αυτό εμφανίζεται στη διάνοια κι όχι όπως είναι καθεαυτό. Με τον ίδιο τρόπο η διάνοια γνωρίζει τις υποθέσεις μόνο σαν λογικές δυνατότητες, κι όχι σαν πραγματικότητες καθεαυτές.

Όσον αφορά στις υποθέσεις ή προϋποθέσεις που αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διάνοια, και που παρέχουν στη διάνοια τα κριτήρια για τις ερμηνείες της και τις αποτιμήσεις της, οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι απλώς εγγενείς στην ίδια τη διάνοια, ούτε και ορισμένες από αυτές είναι ορθολογικότερες από άλλες, αντίθετα με ότι είναι συχνά παραδεκτό. Οι προϋποθέσεις είναι οι αφετηρίες –ας τις ονομάσουμε έτσι– που η διάνοια οφείλει να αποδεχθεί ή να υιοθετήσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, a priori, ως όρο για την ίδια τη λειτουργία της. Από αυτή την άποψη είναι εξωγενείς ως προς τη διάνοια, και διαφεύγουν τον έλεγχό της, ακριβώς όπως η πραγματικότητα ή η μη-πραγματικότητά τους, η αλήθεια ή η αναλήθειά τους δεν επιδέχονται ορθολογιστική ή λογική απόδειξη. Μ’ άλλα λόγια είναι άρθρα πίστεως, αν και όχι αναγκαστικά πίστεως σε πνευματικές ή μεταφυσικές πραγματικότητες. Όλη η ικανότητα της διάνοιας αναφορικά με αυτές έγκειται το πολύ-πολύ στη δυνατότητα που έχει να δέχεται ή να απορρίπτει την προσκόλλησή της σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο προϋποθέσεων κι όχι σε κάποιο άλλο.

Αφού έχουν έτσι τα πράγματα, η διάνοια μπορεί να αντλήσει τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες λειτουργεί, είτε «άνωθεν», από τον μεταφυσικό ή πνευματικό κόσμο, περίπτωση στην οποία αυτές οι προϋποθέσεις θα της κοινοποιηθούν απ’ ευθείας, μέσω της νοητικής σύλληψης αυτού του κόσμου, ή έμμεσα, μέσω των αποκεκαλυμμένων γραφών ή μέσω μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής παράδοσης και των θεόπνευστων γραπτών κειμένων των αναγνωρισμένων πνευματικών διδασκάλων της. Αλλοιώτικα, μπορεί να τις αντλήσει μ’ ένα λίγο πολύ αυθαίρετο τρόπο, από τους συλλογισμούς ατόμων ή ομάδων ατόμων που διατυπώνουν αυτές τις αντιλήψεις, χωρίς αναφορά σε κάποια πνευματική πηγή γνώσης. Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, οι προϋποθέσεις θα είναι καθαρά υποκειμενικές, και δεν θα έχουν περισσότερη αυθεντία ή αυθεντικότητα από εκείνες που άλλα άτομα, πάλι με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια, διαλέγουν για να εναρμονισθούν μ’ αυτές ή μ’ εκείνους που τις προέβαλαν.

Όπως έχουμε ήδη αντιληφθεί, το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η σύγχρονη επιστημονική νοοτροπία, δεν προϋποθέτει προσκόλληση σ’ ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα ή σε κάποια φώτιση από μια πνευματική πηγή γνώσης. Αντίθετα, πηγάζει από τον κορμό των φιλοσοφικών ιδεών, που μπορεί να λεχθεί ότι βρήκαν τον αντιπροσωπευτικό τους εκπρόσωπο σε μορφές σαν τον Καρτέσιο και τους ομολόγους του. Είναι ένα σώμα ιδεών που ορίζει πρώτα πως η διάνοια είναι η υπέρτατη ικανότητα για γνώση, κι έπειτα ότι τα συμπεράσματα της διάνοιας μπορούν να είναι απόλυτα σωστά, χωρίς αναφορά σε οποιεσδήποτε αγιογραφικές ή αποκεκαλυμμένες αρχές γνώσης, ακόμη κι αν αυτά τα συμπεράσματα αντιφάσκουν με τις παραπάνω αρχές. Επί πλέον, σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, τα συμπεράσματα της διάνοιας, είναι δυνατό ν’ ανακηρυχθούν άκυρα, μόνο αν αντιφάσκουν είτε με την εμπειρική απόδειξη των αισθητών δεδομένων ή της αισθητής εντύπωσης είτε με το πείραμα που εκτελέστηκε σε συνάρτηση με τον κόσμο των φαινομένων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η σύγχρονη επιστημονική νοοτροπία, όχι μόνο δεν αναγνωρίζει την αυθεντία ή την αυθεντικότητα οποιουδήποτε υπερ-ατομικού συστήματος γνώσης, από το οποίο να αντλεί το πλαίσιο των προϋποθέσεών της, κι επομένως και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία συνάγει τα συμπεράσματά της, αλλά και είναι επίσης ριζικά εξαρτημένη από τις πληροφορίες που της παρέχονται μέσ’ από την παρατήρηση του κόσμου των φαινομένων. Καθώς αυτός ο κόσμος είναι εξ ορισμού ένας κόσμος μεταβολής και παροδικότητας, είναι επόμενο τα συμπεράσματα που συνάγονται με βάση την παρατήρησή του, να μην είναι αυτά τα ίδια τίποτε άλλο από σχετικά ως προς εκείνα τα πράγματα που μεταβάλλονται και δεν είναι μόνιμα, κι επομένως να έχουν τον ίδιο μ’ αυτά τα πράγματα προσωρινό χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ανάμεσα στις τρέχουσες θεωρίες της σύγχρονης επιστήμης, μια απ’ αυτές είναι εκείνη της εξέλιξης, μια άλλη είναι εκείνη της σχετικότητας, και μια τρίτη είναι εκείνη της απροσδιοριστίας.

Από τα παραπάνω θα γίνει φανερό πως αν και θα μπορούσε κανείς να πει ότι η σύγχρονη επιστήμη είναι ορθολογική, καθώς τα συμπεράσματά της έπονται λογικά από τις αρχικές υποθέσεις της, κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι είναι έστω και στο ελάχιστο ορθολογική, αναφορικά με την απόφασή της να υιοθετήσει στην πράξη αυτές τις αρχικές υποθέσεις, κι όχι οποιεσδήποτε άλλες, και να τις τοποθετήσει σε πρώτη θέση. Μ’  άλλα λόγια, η σύγχρονη επιστήμη, παρ’ όλη την προσφυγή της σε λογικές κατηγορίες, δεν είναι σε τελευταία ανάλυση ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο λογική από οποιοδήποτε άλλο σύστημα πίστης, που, από κάποιο δεδομένο πλαίσιο παραδεδεγμένων αρχικών υποθέσεων, επιτρέπει να εξαχθούν ορισμένα συμπεράσματα, μέσω της λογικής ανάλυσης και της επαγωγής. Η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι, απ’ αυτή την άποψη, περισσότερο ή λιγότερο ορθολογική από οποιαδήποτε μορφή δογματικής θρησκείας. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο ότι οι αρχικές υποθέσεις της αποκλείουν, με τόση αυστηρότητα, τις πνευματικές αξίες και αρχές, από το να καθορίζουν τις ερμηνείες της και τα συμπεράσματά της για την ανθρώπινη και την όποια άλλη ζωή.

Γιατί η σύγχρονη επιστήμη έχει την αφετηρία της σε μια επανάσταση της συνείδησης, ή ανταρσία προς τα επουράνια, που είχε σαν αποτέλεσμα η ίδια η διάνοια στην αρχή να παραβλέπει έπειτα να αρνηθεί τις πνευματικές πηγές γνώσεις και τέλος να αποκλεισθεί από αυτές. Κι αυτό σήμαινε ότι υποχρεώθηκε να υιοθετήσει αρχικές υποθέσεις μη-πνευματικού και καθαρά ατομικιστικού τύπου, και να εφαρμόσει κριτήρια που εξυπακούονται από αυτές τις υποθέσεις στην ανάλυση και την έρευνα των δεδομένων που της παρέχει ο κόσμος των φαινομένων. Εξάλλου, η διάνοια δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα ουδέτερο στοιχείο, ή tabula rasa πάνω στο οποίο τα αντικείμενα αυτού του κόσμου να μπορούν ν’ αυτοπροβάλλονται, με τέτοιο τρόπο, ώστε ν’ αποκαλύπτουν τη δική τους εσωτερική μορφή. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: αυτό που η διάνοια διακρίνει σ’ ένα αντικείμενο, αντανακλά απλά και μόνο αυτό που το δικό της εννοιολογικό πλαίσιο κι ο δικός της έμφυτος χαρακτήρας τής επιτρέπουν να διακρίνει.

Αυτό σημαίνει πως όταν η διάνοια, αφώτιστη από κάποια πνευματική ή μεταφυσική αρχή γνώσης, στρέφεται στον κόσμο των φαινομένων για πληροφόρηση, όχι μόνο αυτά που διακρίνει θα οριοθετούνται από τις δικές της παραδεδεγμένες αρχικές υποθέσεις, οποιεσδήποτε κι αν συμβαίνει να είναι αυτές, αλλ’ επίσης, με την ανάλυση και την ταξινόμηση αυτών που διακρίνει, θα παίρνει υπόψη μόνο εκείνες τις πλευρές που επιδέχονται μέτρηση και μηχανική σύνδεση. Οποιεσδήποτε πλευρές δεν επιδέχονται μέτρηση και μηχανική σύνδεση πρέπει, σύμφωνα με τη φύση των πραγμάτων, να διαφεύγουν την αρπαγή της διάνοιας, κι επομένως δεν μπορούν να υπεισέλθουν στα συμπεράσματα στα οποία αυτή καταλήγει με βάση την παρατήρηση. Με άλλα λόγια, η διάνοια δεν είναι δυνατόν ν’ αποφύγει την επιβολή των δικών της περιορισμών πάνω στο υλικό που επισκοπεί.

Στην πραγματικότητα, αυτοί οι περιορισμοί ενεργούν σαν ένας επιλογέας που καθορίζει τί διακρίνει η διάνοια και τί δεν διακρίνει. Γι’ αυτό το λόγο, αυτά που προσλαμβάνει μεσ’ από την πληροφόρηση, ανακρίνοντας τον κόσμο των φαινομένων, –ανακρίνοντας δηλαδή τα «συμβάντα της φύσης»– θα είναι, ας τα πούμε έτσι, απλά και μόνο οι αντηχήσεις της δικής της φωνής. Πραγματικά, τα συμπεράσματα που εξάγει η διάνοια, σαν αποτέλεσμα της ανάλυσης και ταξινόμησης που κάνει στα αισθητά δεδομένα, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει υιοθετήσει, και με τον έμφυτο τρόπο λειτουργία της, αντιπροσωπεύουν μόλις κάτι παραπάνω από μια επίδειξη εγγαστριμυθείας, στην οποία ο κόσμος των φαινομένων παίζει το ρόλο της κούκλας. Ούτε αλλάζει η κατάσταση με την προσθήκη οργάνων που παρεμβάλλονται ανάμεσα στη διάνοια και τα αντικείμενα που αυτή παρατηρεί: οσοδήποτε περίπλοκο κι ευαίσθητο κι αν είναι το ίδιο το όργανο, η πληροφορία που μεταφέρει δεν μπορεί να διαφύγει από τους περιορισμούς, που ισχύουν για την ίδια τη διαθέσιμη παρατηρητική ικανότητα, ή να τους υπερβεί.

Αυτή είναι η αιτία για το ότι το είδος γνώσης που είναι ικανή ν’ αποκομίσει η διάνοια δεν είναι παρά μια αντανάκλαση των δικών της εγγενών χαρακτηριστικών και των μη-πνευματικών αρχικών υποθέσεων που έχει υιοθετήσει, και δεν έχει παρά μικρή ή καμμία σχέση με το τί είναι τα αντικείμενα καθεαυτά, στην ζωντανή τους πραγματικότητα. Το μόνο που μπορεί να κάνει η διάνοια είναι να κλείσει τον άνθρωπο στον εαυτό του, να τον αλυσοδέσει με τις δικές του γνώμες και προκαταλήψεις και να τον καταδικάσει να ικανοποιείται με αυτά που, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι τίποτε άλλο από την εξωτερική εμφάνιση των αντικειμένων. Το τί είναι τα αντικείμενα καθεαυτά, στην ζωντανή τους πραγματικότητα, είναι κάτι που δεν μπορεί να συλλάβει∙ και είναι γι’ αυτό το λόγο που η σύγχρονη επιστήμη, βασισμένη καθώς είναι σ’ έναν ορθολογισμό υποταγμένο σε μη-πνευματικές κατηγορίες, ποτέ δεν θα καταφέρει να προσεγγίσει τη γνώση κάποιου αντικειμένου καθεαυτού, όσο κι αν η ίδια ασχολείται με το πείραμα και την παρατήρηση ή όσο βαθειά κι αν προχωρήσει στο έργο του τεμαχισμού και της ανάλυσης. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία καταδικάστηκε η σύγχρονη επιστήμη και στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται παγιδευμένη. Εξαναγκάζεται, από τις ίδιες τις αρχικές υποθέσεις ν’ αγνοεί ότι υπάρχουν στα πράγματα εκείνες οι ιδιότητες που ξεπερνούν την πεπερασμένη εμφάνιση αυτών των πραγμάτων, όπως ξεπερνούν την ικανότητα της διάνοιας για ανάλυση κι επαγωγή. Κι όμως, είναι κυρίως αυτές οι ιδιότητες που κάνουν ένα ανθρώπινο πλάσμα να είναι αυτός ή αυτή που είναι: ουσιαστικά η ανθρωπιά του ανθρώπινου πλάσματος εξαρτάται από τη συμμετοχή του ή τη συμμετοχή της στο θεϊκό. Επομένως, το να βασίζει κανείς μια αποτίμηση του ανθρώπου στην παραδοχή ότι αυτός πρέπει να νοείται χωριστά από αυτές τις έμφυτες θεϊκές ή πνευματικές ιδιότητες που αποτελούν την ουσιαστική του φύση και τον κάνουν ανθρώπινο ον, θα καταλήξει σε αντιλήψεις που υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε μια υπάνθρωπη ή ακόμη απάνθρωπη κατάσταση. Το αποτέλεσμα είναι ο απανθρωπισμός του ανθρώπου.

Κι όμως αυτό ακριβώς εξαναγκάζεται να κάνει η σύγχρονη επιστημονική νοοτροπία, αφού η αποτίμησή της για τον άνθρωπο βασίζεται ακριβώς σε τέτοιες παραδοχές. Πραγματικά, θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει παραπέρα και να πει ότι ολόκληρο το εννοιολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο άγεται η σύγχρονη επιστήμη, αποκλείει κάθε κατανόηση του ανθρώπου, διαφορετική από αυτή που έτσι τον εξευτελίζει. Γι’ αυτό μπορεί να λεχθεί ότι η απανθρωπία οικοδομείται σ’ αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες βασίζεται η ίδια η σύγχρονη επιστήμη. Γι’ αυτό επίσης το λόγο, οι μορφές ζωής, κοινωνικής κι άλλης, που αναπτύχθηκαν σε συμφωνία με τη σύγχρονη επιστημονική κατανόηση του ανθρώπου και νοοτροπία, στην πραγματικότητα καταλήγουν με βεβαιότητα στο να τον απανθρωπίσουν. Καθώς αυτές οι μορφές, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, κυριαρχούν στον κόσμο μας, μπορεί κανείς ν’ αρχίσει να διακρίνει το πεδίο του πιθανού ακρωτηριασμού.

Αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως η διάνοια δεν μπορεί να έχει μια θετική λειτουργία, και πως δεν μπορεί να υπάρξει επιστήμη των φαινομένων. Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου αληθινό. Αλλ’ όταν, κατά το ipse dixit κάποιου φιλοσόφου ή ομάδας φιλοσόφων, η διάνοια αναγορεύεται διαιτητής της ανθρώπινης γνώσης και διαψεύδει ή αγνοεί αρχές και ιδιότητες πνευματικής φύσης, τότε αναγκαστικά εκφυλίζεται σε μια μηχανική, απάνθρωπη κι άθεη ικανότητα. Και η εικόνα του σύμπαντος που προβάλλει η διάνοια, και ο χαρακτήρας του κόσμου που χαλκεύει, σύμφωνα με αυτή την εικόνα, θα είναι εξ ίσου μηχανικά, απάνθρωπα και άθεα.

Τίποτε από αυτά δεν θα ήταν πολύ σημαντικό, αν η σύγχρονη επιστήμη, δεν ήταν παρά η ασχολία λίγων ειδικών, όπως το σκάκι ή η σχοινοβασία. Δυστυχώς, δεν συμβαίνει αυτό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η επιστημονική στάση ουσιαστικά διαπότισε κι επηρέασε ζωτικά κάθε πλευρά της δημόσιας και ιδιωτικής σκέψης και δράσης μας. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις μας σπαταλούν τεράστια χρηματικά ποσά κάθε χρόνο για σχολεία, πανεπιστήμια, ερευνητικά προγράμματα και πολυάριθμους άλλους στόχους, με σκοπό την προώθηση και τη διάδοση αυτής της στάσης. Η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή. Η επιστημονική αντίληψη της γνώσης ουσιαστικά εξισώθηκε με το μόνο τρόπο που υπάρχει για ν’ αποκτήσει κανείς γνώσεις. Όχι μόνο καταφέρνει να κυριαρχεί στους κλάδους που είναι γεννήματά της, όπως οι κοινωνικές επιστήμες και η ανθρωπολογία, αλλά και εισέβαλε επίσης στα κλασικά πεδία των ουμανιστικών επιστημών, γεγονός που κατέστησε, για παράδειγμα, τη σωστή κατανόηση της ποίησης, σχεδόν απρόσιτη στο σημερινό φοιτητή. Ο βαθμός στον οποίο συνθηκολόγησε η φιλοσοφία, γίνεται σαφής, από την έκταση της ενασχόλησής της με διανοητική γυμναστική, όπως είναι η λογική ανάλυση ή ακόμη περισσότερο η θεωρία των πληροφοριών.

Πολύ σοβαρότερη, ωστόσο, είναι η συνθηκολόγηση της θεολογίας, εκείνου δηλαδή του κλάδου που θα έπρεπε, από την αρχή, να είχε καταδείξει ποια είναι τα όρια της σύγχρονης επιστημονικής νοοτροπίας. Καταφεύγοντας σε ένα υποθετικό λόγο, που προτάθηκε από τον Ακινάτη και επιβεβαιώθηκε ξανά από φιλοσόφους όπως ο Kant, μια υπόθεση που θεωρεί γεγονός το ότι, μολονότι η λογική μπορεί να μην έχει απ’ ευθείας αντίληψη αυτών καθεαυτών των αληθειών της θείας αποκάλυψης, παρ’ όλ’ αυτά ο τρόπος της γνώσης και των συμπερασμάτων της ισχύει απόλυτα αναφορικά με τον κόσμο των φαινομένων –τον κόσμο της φύσης–, οι θεολόγοι, τις περισσότερες φορές, αποκοιμήθηκαν από μόνοι τους μέσα σε μια τελείως ψεύτικη ασφάλεια. Ακόμη χειρότερα, ένοιωσαν αναγκασμένοι να τροποποιήσουν το δικό τους δόγμα, εκεί όπου ερχόταν σε αντίθεση με τις διάφορες θεωρίες που οι επιστήμονες κάθε τόσο πρότειναν, σχετικά με την καταγωγή του σύμπαντος, την εξέλιξη του ανθρώπου κ.ο.κ. Από τους παραπάνω λόγους, οδηγήθηκαν στην παράλογη κατάσταση να προσπαθούν είτε να εκσυγχρονίσουν το χριστιανικό δόγμα είτε να το ανασκευάσουν, σύμφωνα με το πνεύμα των καιρών ή σύμφωνα με τη διανόηση της εποχής μας, ξεχνώντας εντελώς πως αυτού του είδους ο εκσυγχρονισμός, αυτό το πνεύμα των καιρών και αυτή η σύγχρονη διανόηση, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά μιας επιστήμης, εξ ορισμού καταστροφικής για τη θρησκευτική νοημοσύνη και τους κανόνες της.

Το αποτέλεσμα είναι πως οι θεολόγοι έχουν αποτύχει, σε μεγάλη έκταση, στο να κάνουν κάποια ριζική ή αποτελεσματική κριτική της επιστημονικής επιστημολογίας, ν’ αποσαφηνίσουν τις συνέπειες του γεγονότος ότι η διάνοια γίνεται το υπέρτατο και μοναδικό όργανο γνώσης, και να εξηγήσουν γιατί αυτό το γεγονός σημαίνει μια προοδευτική διαστρέβλωση της κατανόησής μας, ταυτόχρονα για τους εαυτούς μας και για τον κόσμο γύρω μας. Μπροστά στην παραπάνω αποτυχία δεν εκπλήττει το ότι τόσοι φοιτητές των πανεπιστημίων μας καταλήγουν να μην έχουν καλύτερη ιδεολογία από κάποια μορφή Μαρξισμού – Λενινισμού, που η ίδια είναι η μετάφραση σε πολιτικούς όρους μερικών από τις πιο χυδαίες πλευρές της αστικοεπιστημονικής θεωρίας του 19ου αιώνα. Όταν αυτό το συνονθύλευμα ορθολογιστικο-υλιστικών κατασκευασμάτων το αναλαμβάνουν οι μάζες –ή μάλλον αυτό τις καταλαμβάνει–, τότε η κοινωνία μεταβάλλεται σε φυλακή, μέσα στην οποία οτιδήποτε δίνει στην ανθρώπινη ζωή την αξία της και την αξιοπρέπειά της, δέχεται συστηματική επίθεση και κουρελιάζεται.

Σ’ αυτό το σημείο –αν όχι βέβαια σε κάποιο πολύ προγενέστερο σημείο– ίσως υπάρξει η αντίρρηση πως η εικόνα που δίνει αυτό το κείμενο ειναι πολύ ζοφερή, κι ότι τα πράγματα δεν είνα τόσο άσχημα, όσο τα κάνω να φαίνονται. Πρώτ’ απ’ όλα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, ακόμα κι αν σε γενικές γραμμές η περιγραφή που έγινε εδώ για τα αποτελέσματα της υποταγής στις διάφορες κατηγορίες επιστημονικής νοοτροπίας είναι αληθινή, αναφορικά με κάποιες σφαίρες δραστηριότητας, παρ’ όλ’ αυτά, σε άλλες σφαίρες, υπήρξαν τόσο θετικά οφέλη, που αυτά αντισταθμίζουν, όταν δεν δημιουργούν μέχρι και θετικό υπέρβαρο, τα κάποια μειονεκτήματα. Κι ακόμη πως, οπωσδήποτε, αυτά τα ίδια τα μειονεκτήματα θα μπορούσαν να διορθωθούν, όταν αποκτήσουμε λίγη περισσότερη γνώση γι’ αυτά. Ειδικότερα, ίσως να ισχυριζόταν κάποιος πως τα οφέλη στο πεδίο της ιατρικής είναι τόσο απέραντα, που από μόνα τους δικαιολογούν όλο το επιστημονικό πείραμα των τελευταίων αιώνων.

Δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι τόσο απλά. Ο κόσμος της σύγχρονης επιστήμης –κι αυτός περιλαμβάνει και τον κόσμο των τεχνολογιών και των τεχνικών, που αναπτύχθηκαν μέσα σ’ αυτήν– αποτελεί ένα μοναδικό σύνολο αλληλοεξαρτήσεων και είναι αδύνατον να του αφαιρεθεί μια πλευρά του σαν να ήταν δυνατόν αυτή η πλευρά να υπάρξει ανεξάρτητα από τις άλλες πλευρές. Είναι αδύνατον να γίνει αυτό, γιατί κάθε διαδικασία, οσοδήποτε ευεργετική κι αν ίσως φαίνεται αυτή καθεαυτή, είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένη με χίλιες άλλες διαδικασίες κι εξαρτάται από αυτές. Αν επιθυμείτε ένα προϊόν, όπως το αυτοκίνητο, πρέπει να δεχθείτε επίσης όλα τα συνεπακόλουθα, από τη φθορά των στεγανοποιητικών δακτυλίων, τα διυλιστήρια, τους αυτοκινητοδρόμους, μέχρι και το δηλητήριο του μολύβδου, το μονοξείδιο του άνθρακα και το θόρυβο που καταστρέφει τη ζωή των πόλεών μας, καθώς επίσης και την θανάσιμη πλήξη εκείνων που συναρμολογούν αυτές τις μηχανές. Οπωσδήποτε, είναι σίγουρα αταίριαστο να επευφημεί κανείς, για παράδειγμα, την ιατρική, όταν ο τύπος διανόησης και σκέψης, που αυτή προϋποθέτει, είναι εκείνος που έκανε τόσα πολλά για ν’ αποστερήσει τον άνθρωπο από τα βασικά στοιχεία, από τα οποία εξαρτάται η υγεία του. Θα έπρεπε να προσθέσει κανείς πως όλο και περισσότεροι επιστήμονες συνειδητοποιούν αυτό το είδος διλήμματος, στο οποίο τους οδήγησε η απασχόληση με τον κλάδο τους. Εάν τώρα πρόκειται, αυτή η αύξουσα συνειδητοποίηση, να εγκαινιάσει μια ριζική μεταβολή της διανόησης και της κατεύθυνσής της είναι πολύ νωρίς για να το ξέρουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να ελπίσουμε ότι θα το πράξει.

Πέρ’ από αυτό, ωστόσο, ίσως ακόμη τεθεί η ερώτηση, εάν η επικράτηση της επιστήμης είναι τόσο ολοκληρωτική, όσο έχω επισημάνει. Στη σφαίρα της ευφυίας και της φαντασίας, υπήρξαν πάντοτε εκείνοι που αντιστάθηκαν στις αξιώσεις της: Ποιητές, για παράδειγμα, όπως ο Blake, που διέκρινε με σαφήνεια πού θα οδηγούσε η σκέψη του Bacon, του Locke και του Νεύτωνα. Ή ο Yeats, που μίσησε αυτή την επιστήμη και την αποκάλεσε «το όπιο των προαστείων». Ή οι Eric Gill και David Jones, που ήξεραν τόσο καλά ότι, αν η εργασία του ανθρώπου είναι μόνον ωφελιμιστική, είναι επίσης υπάνθρωπη κι ακόμη πως, μέσα στον τεχνολογικό κόσμο, η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί –η λειτουργία του σαν poeta–έχει αποκτηνωθεί πέρα από κάθε επαλήθευση.

  Η μαρτυρία και μόνον αυτών των τεσσάρων –και υπάρχουν πολλοί άλλοι– είναι αρκετή για να υποδείξει πως η δημιουργική ευφυία και η φαντασία, υποχρεωτικά αντι-επιστημονικές, δεν έχουν εξαντληθεί. Πραγματικά, το ρόδο για μας μυρίζει ακόμη ρόδο όπως και την εποχή του Πλάτωνα και, παρ’ όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η ζωή μας συνεχίζει να διακόπτεται από στιγμές χάρης, ομορφιάς και αγάπης που μας δίνουν νύξεις για αλήθειες, που βρίσκονται πολύ πέρα από όλα εκείνα για τα οποία μιλούσα. Με αυτή την έννοια, όλα παραμένουν ακόμη στη θέση τους και τίποτε δεν έχει χαθεί. Στην πραγματικότητα, αφού η κοσμοθεωρία της σύγχρονης επιστήμης είναι βασικά εσφαλμένη, αυτή δεν μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να επηρεάσει την αλήθεια των πραγμάτων, οσοδήποτε κι αν φαίνεται ίσως ότι την επηρεάζει. Ο κανόνας της ανθρώπινης και της φυσικής ύπαρξης παραμένει πάντοτε αναλλοίωτος.

Ακόμη, θα μπορούσε να σημειωθεί πως σ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας του, ο άνθρωπος πάντοτε ήταν πρόθυμος να λεηλατήσει το φυσικό του περιβάλλον, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και την απληστία του. Και μολονότι η σύγχρονη τεχνολογία μάς επέτρεψε σήμερα να το κάνουμε, σε μια κλίμακα που δεν έχει προηγούμενο, έτσι ώστε ν’ απειλούμαστε τώρα με παγκόσμιες καταστροφές, που θα εξολοθρεύσουν όλες τις παρούσες μορφές του πολιτισμού μας, καθώς επίσης και το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης φυλής, ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμήσουμε, για τον παραπάνω λόγο, τις εγγενείς δυνάμεις ανάρρωσης της φύσης. Επιπρόσθετα, η συνειδητοποίηση αυτών των προβλημάτων, που μας τοποθετούν αντιμέτωπους με μια τέτοια περιβαλλοντική υποβάθμιση, όπως είναι η καταστροφή του τροπικού δάσους, ο γρήγορα αυξανόμενος υπερπληθυσμός και η μετατροπή εκτάσεων σε έρημο, η υπερβολική χρήση και κατάχρηση ενέργειας και φυσικών πόρων, κι ακόμη η τρομακτική ποσότητα αισθητικής και φυσικής μόλυνσης μέσα στην οποία είμαστε εξαναγκασμένοι να ζούμε, προκαλεί ήδη μια επανορθωτική αντίδραση και δράση, από την πλευρά του ίδιου του ανθρώπου, η οποία έχει συχνά θετικό αποτέλεσμα.

 

Όλ’ αυτά είναι αναμφίβολα αληθινά και είναι γεγονός ότι ξεπέφτουμε κι εμείς και η δυναμικότητά μας, όταν έχουμε μια ατέλειωτα απαισιόδοξη εικόνα της μοίρας μας. Κι όμως, το ίδιο ξεπέφτουμε κι όταν τρέφουμε αυταπάτες. Η κοινωνική και πολιτιστική τάξη που έχουμε οικοδομήσει και συνεχίζουμε να οικοδομούμε γύρω μας –που είναι και το παρόν μας– είναι μια τάξη που καθορίζεται, κατά κύριο λόγο, από τις διάφορες κατηγορίες μιας εσφαλμένης φιλοσοφίας και την πρακτική τους εφαρμογή. Και η συνέπεια της συναίνεσής μας, σε τέτοια μαζική κλίμακα, σ’ αυτό που δεν είναι παρά ένα ψέμα αναφορικά μ’ εμάς κι αναφορικά με τον αληθινό χαρακτήρα του φυσικού κόσμου, δεν μπορεί παρά να είναι ένα συνεχώς διευρυνόμενο διαζύγιο ανάμεσα σ’ αυτήν την τάξη πραγμάτων κι εκείνη του ανθρώπινου και του φυσικού κανόνα. Στην πραγματικότητα, αυτό το διαζύγιο έγινε τώρα τόσο μεγάλο, που είναι ουσιαστικά αδύνατο το ένα μέλος του να καταλάβει το άλλο. Όλοι έχουμε χάσει την ικανότητα να μετρήσουμε πόσο πέσαμε, στην πραγματικότητα, κάτω από τη στάθμη του ανθρώπινου και του φυσικού κανόνα.

Γιατί η σύγχρονη επιστήμη έχει αφετηρία της μια απώλεια μνήμης, μια λησμοσύνη, από το μέρος του ανθρώπου, τού ποιος είναι. Μ’ ένα αναπόφευκτο λογικό συνειρμό, έμφυτο σ’ αυτή την αφετηρία, ο άνθρωπος προχωρεί κατά μήκος μιας τροχιάς, που κάθε βήμα της σημαδεύεται από μια μεγαλύτερη πτώση του, προχωρεί σε μια βαθύτερη άγνοια της φύσης οποιουδήποτε άλλου όντος. Σταδιακά διαζευγμένος από τις ρίζες της ύπαρξής του, εξ αιτίας αυτής της άγνοιας, ο άνθρωπος, όσο εμμένει στην τροχιά αυτή, είναι καταδικασμένος να προχωρεί τυφλά, και με ολοένα πιο γρήγορο βήμα, προς την ολοκληρωτική απώλεια της ταυτότητά του, την ολοκληρωτική απώλεια του αυτοελέγχου του, κι ενδεχόμενα την ολοκληρωτική αυτοκαταστροφή του. Τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει αυτή τη διαδικασία, μ’ εξαίρεση μια πλήρη αντιστροφή κατεύθυνσης. Και τίποτε δεν μπορεί να εγκαινιάσει μια αντιστροφή κατεύθυνσης, μ’ εξαίρεση την ανάκτηση από τον άνθρωπο της συνείδησης τού ποιος είναι: η θεραπεία πρέπει να γυρίσει πίσω, εκεί που άρχισε η αρρώστεια.

Η σύγχρονη επιστήμη δεν μπορεί να συνεισφέρει τίποτε σε μια τέτοια συνειδητοποίηση, εκτός εάν μετατοπίσει ριζικά τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται: μια επιστήμη, που οι ίδιες οι κατηγορίες της αποκλείουν μια αναγνώριση των ουσιαστικών χαρακτηριστικών της ανθρώπινης φύσης, σαφώς δεν είναι σε θέση να καταστήσει τον άνθρωπο  αντικείμενο της έρευνάς της, με κάποια ελπίδα να μας πει κάτι πολύ σπουδαίο γι’ αυτόν. Μόνο μια θρησκευτική κατανόηση του ανθρώπου – που να συνειδητοποιεί τις ουσιαστικές του ιδιότητες, είναι ικανή ν’ αποκαταστήσει αυτό που χάθηκε, άρα και να κάνει τουλάχιστον την αρχή μιας σωστής τοποθέτησης αυτού που έχει στηθεί με τόσο καταλυτικά λαθεμένο τρόπο.   

1 Πρβλ. Jacques Ellul, The Technological Society (New York, 1964), σελ. 27 κ.ο.κ.

2 Βλ. “Teilhard de Chardin and the Cristian Vision”, στο “Studies in Comparative Religion”, 1970, σελ. 150-175.

3 Βλ. Michael Polanyi, Personal Knowledge (Νέα Υόρκη, 1964), ιδιαίτερα το Κεφ. 10. Βλ. επίσης Chaim Perelman, “Polanyi’s interpretation of scientific inquiry”, στο Intellect and Hope. Essays in the Thought of Michael Polanyi,  εκδ. Τ.Α. Langford and W.H. Peteat (Duke University Press), p. 232-241.

4 Βλ. The Tao of Physics (Berkley, 1975) και The Turning Point (Λονδίνο, 1982).

5 Joseph Needham, Man a Machine (Λονδίνο, 1927), σελ. 93. Πρβλ. σελ. 184 του T. Roznak, Where the Wasteland Ends (Λονδίνο, 1973), ένα βιβλίο που χρησιμοποίησα εδώ.

6 Francis Crick, Of Molecules and Men (University of Washington Press, 1966), σελ. 87, 93. Αναφέρεται από τον T. Roznak, Where the Wasteland Ends, σελ. 184, 188.

7 Βλ. A Holy tradition of Working. Passages from the Writings of Eric Gill, εκδ. και εισαγ. από τον Brian Keeble (Ipswish, 1983) and David Jones, Epoch and Artist (Λονδίνο, 1959)

8 Αυτή είναι η θέση συγγραφέων όπως ο René Dubos στο βιβλίο του The Wooing of Earth (Νέα Υόρκη, 1980).

Δύο κείμενα περί επιστήμης, SHERRARD PHILLIP, ΓΟΥΝΕΛΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ, εκδ. ΣΥΝΑΞΗ, 1986.
Μετάφραση από τα αγγλικά Απόστολος Αποστολίδης, 

Ευχαριστίες στον Βασίλη Μ. για την πληκτρογράφηση του κειμένου.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Μάριου Βατζιά.

Η μαρτυρία του ποιητή

Ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητας μας, ἡ ἔρευνα νά ἀνακαλύψουμε ποιοί εἴμαστε, βρίσκεται στό κέντρο τῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐποχή, θά λέγαμε, τῆς ἔκπτωσης του ἀπό τόν παράδεισο.
Ἐκεῖ πού τό κυρίαρχο πρότυπο τῆς ἀνθρώπινης καί κοινωνικῆς ζωῆς τό προσδιορίζει ἡ ὑποταγή σέ μιά ὁρισμένη θρησκευτική παράδοση…ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος» δίνεται ἀπό τή διδασκαλία αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς παράδοσης. Ἀποταμιεύεται στά ἱερά της βιβλία. Στά τελετουργικά καί τίς τελετές της, στίς νουθεσίες καί τό παράδειγμα τῶν εὐσεβῶν καί τῶν ἁγίων της, στούς σοφούς καί τούς προφῆτες της, στά ἔργα τῶν ποιητῶν καί τῶν ζωγράφων της…Καί τό πρόβλημα γιά τόν ἄνθρωπο σέ κοινωνίες ὅπου μιά τέτοια διδασκαλία ἀποτελεῖ, κατά κάποιον τρόπο, τή ζωντανή πνευματική φλέβα τους, δέν εἶναι τόσο νά ἀνακαλύψει ποιός ἤ τί εἶναι, ὅσο νά πραγματώσει μέσα του αὐτό πού ὄντως εἶναι.
… «Ἐγώ καί ἡ γενιά μου», γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ἐπιχειρήσαμε νά ἀνακαλύψουμε τό ἀληθινό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδος. Αὐτό ἦταν ἀναγκαῖο γιατί μέχρι τότε τό ἀληθινό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδος παρουσιαζόνταν ὅπως τό εἶχαν δεῖ οἱ  Εὐρωπαῖοι. Γιά νά πραγματώσουμε αὐτό  τό καθῆκον ἔπρεπε νά καταστρέψουμε τήν παράδοση τοῦ ὀρθολογισμοῦ πού ἀπλώνεται βαρειά πάνω στό δυτικό κόσμο…
Ὁ ὑπερρεαλισμός, ὅπως τόν εἶδε ὁ Ἐλύτης, ἦταν μιά προσπάθεια νά ἀνατρέψει τήν τυραννία τῆς κοσμοθεωρίας πού εἶχε παραγάγει αὐτό τόν κόσμο, μιᾶς κοσμοθεωρίας πού σταδιακά εἶχε ἐγκλωβιστεῖ σέ μιά καθαρά ὑλιστική καί πραγματιστική προσέγγιση τῶν πραγμάτων καί ἡ ὁποία θεωροῦσε  ὡς πραγματικό μόνο ὅ,τι  μποροῦν νά παρατηρήσουν καί νά συλλάβουν οἱ αἰσθήσεις• πού θεωροῦσε πώς ἡ ἀλήθεια γιά τά πράγματα μπορεῖ νά ἀνακαλυφθεῖ μέσα ἀπό μιά διεργασία ὀρθολογιστικῆς καί λογικῆς  ἀνάλυσης. Τά ἴδια πράγματα, τά φυσικά πράγματα, δένδρα, λουλούδια, πουλιά, βράχια, ζῶα, ἀστέρια, ἀντιμετωπίζονταν ἁπλῶς ὡς ἀντικείμενα πού ὑπόκεινται σέ ὁρισμένους μηχανιστικούς νόμους, τούς ὁποίους οἱ ἐπιστήμονες πάσχιζαν νά διατυπώσουν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν ὑπῆρχε καμμιά θέση γιά τέτοιες ἀπαρχαιωμένες ἰδέες ὅπως ψυχή καί εἰκονοπλαστική δύναμη τῆς ψυχῆς.
…Ἀντίθετα, ὁ ὑπερρεαλισμός ἐπαναβεβαίωσε τήν πίστη, μιά ὁλοκληρωτική πίστη στίς πνευματικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Δήλωσε πώς τά πράγματα πού βλέπουμε γύρω μας ἤ βιώνουμε μέσῳ τῶν αἰσθήσεών μας οὐσιαστικά περιέχουν πολύ λίγη πραγματικότητα, καί τά πράγματα πού ἀντιλαμβανόμαστε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς εἶναι ὅσο πραγματικά ἤ ἀκόμη καί πιό πραγματικά ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουμε μέ τά σαρκικά μας μάτια. Καί ἰσχυρίστηκε πώς τά φαινόμενα τῆς φύσης εἶναι ὄντως φαινόμενα τοῦ πνεύματος. Καί πώς δουλειά τῆς τέχνης δέν εἶναι νά ἐπαναλαμβάνει τά γεγονότα καί τίς ἐμπειρίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς μέ μιά «ποιητική» γλώσσα, ἀλλά νά παρουσιάζει τά πράγματα ὅπως εἶναι ὅταν θεωροῦνται ὑπό τό φῶς τοῦ πνεύματος. Δηλαδή, ὁ ἀληθινός τεχνίτης δέν διεισδύει στά πράγματα τόσο μέ τίς αἰσθήσεις, ὅσο τά συλλαμβάνει βάση εἰκόνων πού εἶναι ἔμφυτες στήν ψυχή. Γιά αὐτό ὀ κόσμος δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἁπλῶς ὡς ἐξωτερικό ἀντικείμενο ἤ ἐξωτερικό πρότυπο γιά λίγο-πολύ ἀκριβολογικούς ὁρισμούς, ταξινομήσεις καί ἑρμηνεῖες ἐπιστημονικοῦ χαρακτήρα. Βιώνεται καί ἀποκαλύπτεται ὡς μιά διαδοχή ἐσωτερικῶν σχέσεων…
«Ὁ ἀληθινός ποιητής», γράφει ὁ Ἐλύτης, «δέν καταδέχεται νά περισσολογεῖ, νά ζωγραφίζει, νά ξαναθυμίζει. Κάνει ὁρατό τό ἀόρατο, αἰσθητό τό νοούμενο, πραγματικό τό μή πραγματικό. Στή θέση μιᾶς φτωχῆς σειρᾶς ἀπό λέξεις βάζει μιάν ἄλλη, κατάλληλη ὄχι πιά νά θυμίσει γνωστά, μά νά ἐμππνεύσει ἄγνωστα ὁράματα».
Μίλησα γιά τήν ἀποσύνθεση ἐνός πνευματικοῦ κόσμου στή Δύση πού ἔχει ἐκθέσει τήν ἀνθρώπινη ψυχή σέ μιά ἀντίστοιχη ἀποσύνθεση. Ἡ ψυχή μή μπορώντας πλέον νά ζήσει σέ μιά ἐσωτερική πνευματική διάσταση πού ἀντανακλᾶται καί στό περιβάλλον πού δημιουργεῖ γύρω της, ἀναπόφευκτα προβάλλεται πρός τά ἔξω, παραδίνεται ἀνυπεράσπιστη καί δίχως ἐπίγνωση στόν κόσμο τῶν πραγμάτων, στόν κόσμο τῶν ἐντυπώσεων καί τῶν ἀντανακλαστικῶν ἀντιδράσεων. Καί σάν ὐποκατάστατο τῆς ζωῆς πού ἔχασε, ρίχνεται μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο καί ἔτσι ἀποξενώνεται μέσα σ’ αὐτόν. Ὁ μόνος πραγματικός δρόμος γιά νά βγεῖ ἡ ψυχή ἀπ’ αὐτή τήν κατάσταση εἶναι νά πάρει τήν ἀντίθετη κατεύθυνση, νά στραφεῖ στόν ἑαυτό της καί νά προσπαθήσει νά ξανακατακτήσει ἀπό τά μέσα τόν χαμένο πνευματικό κόσμο.
Αὐτή θά πρέπει νά εἶναι, πάνω ἀπ’ὅλα, ἡ δουλειά τῶν ποιητῶν. «…Μιά ὁλόκληρη φιλολογία ἔκανε τό λάθος στά χρόνια μας νά παραβγεῖ μέ τά γεγονότα καί νά πλειοδοτήσει στή φρίκη ἐκεῖ πού θά ᾽πρεπε νά τήν ἀντισταθμίσει». Γι’ αὐτόν, τό λειτούργημα τῆς ποίησης ἔχει σκοπό νά μᾶς ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο ὅπως τόν ἔχουμε βρεῖ, τόν κόσμο τῆς φθορᾶς• ἐπειδή ἡ ποίηση «εἶναι ἠ μόνη ὀδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά τήν Ἀνάσταση».
«Νά γιατί γράφω», ἐξηγεῖ. «Γιατί ἡ Ποίηση ἀρχίζει ἀπό κεῖ πού τήν τελευταῖα λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θάνατος. Εἶναι ἡ λήξη μιᾶς ζωῆς καί ἡ ἔναρξη μιᾶς ἄλλης, πού εἶναι ἴδια μέ τήν πρώτη ἀλλά πού πάει πολύ βαθιά, ὡς τό ἀκρότατο σημεῖο πού μπόρεσε ν’ ἀνιχνεύσει ἡ ψυχή, στά σύνορα τῶν ἀντιθέτων, ἐκεῖ πού ὁ Ἥλιος καί ὁ Ἅδης ἀγγίζονται. Ἡ ἀτελεύτητη φορά πρός τό φῶς τό φυσικό πού εἶναι ὁ Λόγος, καί τό φῶς τό Ἄκτιστον πού εἶναι ὁ Θεός». Καί προσθέτει: «Θέλουμε δέ θέλουμε, εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε».
…ὁ κόσμος ἀποκαλύπτει τή βαθύτερη ἐσωτερικότητα του καί τίς πολλές του λεπτομέρειες, ὅσο ὁ ἴδιος ὁ ποιητής τόν ἐξερευνᾶ πιό βαθιά, ἀλλά πάντοτε ἀπό τίς μεταμορφώσεις αὐτῶν τῶν ἴδιων βασικῶν μορφῶν, λές καί πρόκειται γιά ἕνα ἀλφάβητο πού ἐπαναλαμβάνεται ἀδιάκοπα, πού τά γραμματά του ἔχουν ἄλλοτε τούτη τή σειρά, ἄλλοτε τή δείνα, καί πού καί πού προστίθεται ἕνα καινούργιο γράμμα. Ἤ, μέ ἄλλά λόγια, εἶναι σάν νά τελεῖται μιά λειτουργία στήν ὁποῖα δέν γίνεται ἐπίκληση τῶν ὀνομάτων τῶν ἁγίων ἤ γεγονότων τοῦ μεταφυσικοῦ κόσμου, ἀλλά τῶν πιό ταπεινῶν πραγμάτων πού μᾶς περιβάλλουν:
Ἄξιον ἐστί τό ξύλινο τραπέζι
Τό κρασί τό ξανθό μέ τήν κηλίδα τοῦ ἥλιου
Τοῦ νεροῦ τά παιχνίδια στό ταβάνι
Στή γωνιά τό φυλλόδενδρο πού ἐφημερεύει.
Ὅμως, ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί. Δέν εἶναι καί τόσο εὔκολο νά εἰσέλθουμε σ’ αὐτό τόν κόσμο. Στήν πραγματικότητα, ἀπαιτεῖ κατάλληλη μύηση. Γιατί ὁ Ἐλύτης, κατά τήν ἐπίσημη ὁμολογία του, δέν προτίθεται νά προβάλει ἁπλῶς τόν φυσικό, νατουραλιστικό κόσμο τῆς Ἑλλάδας• δέν εἶναι αὐτός ὀ κόσμος πού ἀνακαλύπτει καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀνακαλύψουμε μέ τή σειρά μας. Δέν εἶναι ποιητής τῆς φύσης. Ἀπεναντίας, γιά νά τό ἐπιβεβαιώσει αὐτό, παραθέτει τόν λόγο ἑνός πνευματικοῦ δασκάλου τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης: «Ὁ κάλλει ἀλλοτρίῳ ἐπιβάλλων τούς ὀφθαλμούς οὔκ ἔτι κόρην ἀλλά πόρνην ἔχει τήν τοῦ ὀφθαλμοῦ κόρην». Ὅπως παρατηρήσαμε…αὐτό πού ἔχει σημασία γιά τόν ποιητή εἶναι ἡ εἰκονιστική ἤ πνευματική πραγματικότητα τῶν πραγμάτων κι ὄχι ἡ ὀπτική τους ἐμφάνιση.
Εἶναι ὡσάν κάθε πράγμα τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου -κάθε πράγμα πού ἀντιλαμβανόμαστε μέσῳ τῶν αἰσθήσεων- νά ἔχει τό ἰσοδύναμο ἤ ἀνάλογό του, ὅπως προτιμάει νά τό ὀνομάζει ὁ Ἑλύτης, στόν ἐσωτερικό κόσμο• καί εἶναι ἡ θέα ἤ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμοῦ πού ἀφυπνίζει καί φέρνει στό ἐπίπεδο τῆς συνείδησης τίς ἀντίστοιχές τους εἰκόνες πού βρίσκονται πάντα παροῦσες μέσα μας σέ μιά λανθάνουσα κατάσταση. Στόν ἐσωτερικό κόσμο τά πράγματα πού συλλαμβάνουμε καί βιώνουμε μέσω τῶν αἰσθήσεων, μετατρέπονται μέσῳ αὐτῶν τῶν εἰκόνων σέ ψυχικές ἐνέργειες…Ἡ ἁπλή περιγραφή πού ἀφήνει τά πράγματα ὅπως ἐμφανίζονται στίς αἰσθήσεις μας, ἀντί νά ἀντιπροσωπεύει τήν πραγματικότητα, στήν οὐσία τή διαστρέφει. Ἀλλά βλέποντας τά πράγματα ὅπως θά μᾶς ζητοῦσε ὁ Ἐλύτης νά τά δοῦμε-ἀναφέροντάς τα ἀναγωγικά στά ἀρχέτυπά τους τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου- μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ὑψώσουμε τόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων σ’ ἕνα «ἱερό ἐπίπεδο», ὅπως τό ὀνομάζει, καί νά «ἐξαγιάσουμε τήν αἴσθηση».
Ἄν σμικραίνουν τά ὄργανα τῆς ἀντίληψής μας σμικραίνουν καί τά ἀντικείμενα. (Poetry and Prose of William Blake)
Ἤ, ὅπως γράφει ὁ Shelley: «Ὅλα τά πράγματα ὑπάρχουν μέ ἕναν τρόπο πού διαφέρεται ἀνάλογα μέ τό πρόσωπο πού τά βλέπει…». Ἤ, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ἐλύτη… «Τό μάτι πού ἀλλάζει, ἀλλάζει τά πάντα». Καί τό λάθος μας εἶναι πώς δέν μποροῦμε νά δοῦμε τά πράγματα μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας -ἀδυνατοῦμε νά ἐπιτύχουμε αὐτό πού ὀνομάζει ὁ Ἐλύτης «ὀρθή ἀντιστοιχία τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ νοητοῦ κόσμου»- καί βλέπουμε μόνο τόν φυσικό κόσμο μέ τά ὑλικά μας μάτια μέσα ἀπό παρωπίδες. Εἶναι, τελικά, ζήτημα κάποιου ἀθώου ματιοῦ, τοῦ ματιοῦ ἑνός παιδιοῦ ἤ ἑνός ἁγίου…
Καί ἐπειδή τό πῶς ἀντιλαμβανόμαστε ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐσωτερική μας κατάσταση, τό νόημα αὐτῆς τῆς φράσης εἶναι πώς ἔχουμε συσκοτίσει καί ἔχουμε κηλιδώσει τήν ψυχή, πού ἔχει χάσει ἔτσι τήν πρωταρχική μας ἁγνότητα ὅρασης. «Ὁλόκληρο τό νόημα τοῦ ὁράματος», γράφει ὁ Ἐλύτης, «…συγκεντρώνεται στήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς πού προϋποθέτει γιά νά γίνει εὐανάγνωστο καί κατανοητό»…
Ἀλλά γιά νά ἀποκτηθεῖ αὐτό τό βλέμμα πρέπει πρῶτα νά ἐξαγνίσουμε τήν ψυχή, νά καθάρουμε τά «αἰσθητήρια ὄργανα», φυσικά καί πνευματικά. Πρέπει νά καθάρουμε «ἀπό τό ἐσωτερικό μας βλέμμα τή μεμβράνη τῆς οἰκειότητας πού μᾶς συσκοτίζει τό θαῦμα τῆς ὕπαρξῆς μας» καί νά δημιουργήσουμε ἐκ νέου τό σύμπαν «πού ἔχει ἐκμηδενιστεῖ στό μυαλόμας ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν ἐντυπώσεων πού τίς ἔχει ἀμβλύνει ἡ ἵδια ἡ ἐπανάληψη».Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά δοῦμε πώς στήν πραγματικότητα τά πράγματα δέν προσδιορίζονται ἀπό τόν χρόνο καί τόν χῶρο, ἐρχόμενα ἀπό τό παρελθόν καί ἐπεκτεινόμενα στό μέλλον, ἀλλά πώς γεννιοῦνται καί ξαναγενννιοῦνται ἀπό τήν ἀρχή κάθε στιγμή, μέ ὅλη ἐκείνη τήν ἀθωότητα καί τήν ἁγνότητα πού τό συννεφιασμένο καί κουρασμένο βλέμμα μας ἀδυνατεῖ νά τήν ἀναγνωρίσει σ’ αὐτά. Κάθε στιγμή τό κάθε τι ξαναδημιουργεῖται, ὅπως γράφει ὀ Ἐλύτης, «ὄμορφος ἀπό τήν ἀρχή στά μέτρα τῆς καρδιᾶς». Ἤ, ὅπως τό τοποθετεῖ κάποιος ἀδελφός του τῆς Ἀνατολῆς, ἕνας Πέρσης ποιητής, «κάθε στιγμή ὁ Ἠγαπημένος ἀποκτᾶ ἕνα καινούργιο φόρεμα» (RUMI, Diwan- i Shams- i Tabriz). Δέν εἶναι μιά ἁπλή μεταφορά τό νά ποῦμε πώς γιά τόν Ἐλύτη ὁ «Ἠγαπημένος» εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ Ἑλλάδα…Ἀλλά γιά τόν Ἐλύτη, αὐτή ἡ Ἑλλάδα, «αὐτός ὁ κόσμος ὁ μικρός, ὁ μέγας», δέν εἶναι πρωταρχικά μιά ἱστορική ἤ μιά γεωγραφική ὀντότητα. Δέν εἶναι ἕνα χωροχρονικό συνεχές ὅπως εἶναι, παραδείγματος χάριν, στόν Παλαμᾶ. Μᾶλλον διαφεύγει καί ὑπερβαίνει τόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ἤ, μᾶλλον, εἶναι ὁ χῶρος πού δέν εἶναι χῶρος, πού ὑπάρχει σ’ ἕναν χρόνο πού δέν εἶναι χρόνος. Σ’ ἔνα ἀπό τά ποιήματά του ὁ Σεφέρης περιγράφει τόν τόπο του, τήν Ἑλλάδα, ὡς «κλειστό». Τόν κλείνουν, λέει, «οἱ δύο μαῦρες Συμπληγάδες». Γιά τόν Ἐλύτη, ἡ Ἑλλάδα δέν εἶναι κλειστή. Ἀλλά –καί τοῦτο εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς μύησης- γιά νά ἀνακαλύψεις τήν Ἑλλάδα πού δέν εἶναι κλειστή, γιά νά ἀνακαλύψεις τό πραγματικό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας, πρέπει νά περάσεις ἀπό τίς «Συμπληγάδες», γιατί αὐτή ἡ ἀληθινή Ἑλλάδα πρόκειται νά βρεθεῖ μόνο ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τῶν «Συμπληγάδων»…
Οἱ βράχοι ἀντιπροσωπεύουν ὅλες τίς ἀντιφάσεις καί τίς ἀντιθέσεις -ἐδῶ καί ἐκεῖ, δίκαιο καί ἄδικο, παρελθόν καί μέλλον- στίς ὁποῖες συνήθως εἶναι ἐγκλωβισμένη καί θρυμματισμένη ἡ ζωή μας… Ἔχει σωστά εἰπωθεῖ πώς ὁ τοῖχος τοῦ Παραδείσου -ὁ τοῖχος πού μᾶς κρατᾶ ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο- εἶναι κατασκευασμένος ἀπό αὐτές τίς ἀντιθέσεις…πρέπει νά περάσουμε πέρα ἀπό αὐτές τίς ἀντιφάσεις καί τίς ἀντιθέσεις, μέσα ἀπό τούς συγκρουόμενους βράχους. Πρέπει νά διαβοῦμε πέρα ἀπό τίς χωρικές διαστάσεις πού διαχωρίζουν τό ἐδῶ ἀπό τό ἐκεῖ γιά νά μποῦμε στόν ἀδιάστατο χῶρο πού δέν βρίσκεται πουθενά γιατί εἶναι ταυτόχρονα παντοῦ. Πρέπει νά τραβήξουμε πέρα ἀπό τίς ἀξίες τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας πού ἐφαρμόζονται στή συμπεριφορά μας σ’ αὐτό τόν κόσμο, μαθαίνοντας μιά αὐθορμησία καί μιά ἀθωότητα πού ὑπερβαίνει τή «γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ». Πάνω ἀπ’ ὄλα πρέπει νά περάσουμε πέρα ἀπό τό παρελθόν καί τό μέλλον μέ τήν εἴσοδό μας σ’ ἕνα αἰώνιο Τώρα…Ὁ Blake ταυτίζει –τήν περιοχή αὐτή- μέ τόν «κόκκο τῆς ἄμμου…πού δέν μπορεῖ νά βρεῖ ὁ Σατανάς…». Στήν  πραγματικότητα τό νά εἶσαι ἐκεῖ πέρα σημαίνει νά βλέπεις «ἕναν κόσμο σ’ ἕναν κόκκο ἄμμου καί τήν Αἰωνιότητα σέ μιά ὥρα» (Blake). «Καί αὐτό λαβαίνει χῶρα πέρα ἀπό τόν χρόνο, δηλαδή χωρίς πρίν καί μετά, σ’ ἕνα αἰώνιο Τώρα…τήν πατρίδα καί ἀφετηρία κάθε ζωῆς καί κάθε γίγνεσθαι. Καί ἔτσι ὅλα τά πλάσματα βρίσκονται ἐκεῖ μέσα, πέρα ἀπό τούς ἑαυτούς τους, μιά Ὕπαρξη καί μιά Ζωή…ὅπως στήν αἰώνια τους πηγή»(JOHN OF RUYSBROECK).
Ἐδῶ, σ’ αὐτή τήν «μεσολάβηση τῆς ἄχρονης στιγμῆς»(T.S. ELIOT) -ὁ ποιητής- μᾶς προσκαλεῖ νά ἀνακαλύψουμε κάτι ἀπό τίς ἀληθινές διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, κάτι ἀπό τήν ἀληθινή μας ταυτότητα:
Ὅ,τι ἀγαπῶ γεννιέται ἀδιάκοπα
Ὅ,τι ἀγαπῶ εἶναι στήν ἀρχή του πάντα.

                                          ————————————————————

 Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Φιλίππου Σέρραρντ: « Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ» Ἐκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ ΑΘΗΝΑΙ 1998
Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: Χρήσου Μποκόρου, “Σκιά ελιάς και καντήλι”.

Ἄγνοια τῆς φύσης λόγῳ τῆς ἄγνοιας τοῦ ἑαυτοῦ μας

Εναι πανθομολογούμενο πλέον τγεγονς τι κόσμος μας διέρχεται μία κρίση τρομακτικν διαστάσεων. Συνήθως καλομε τν ν λόγκρίση οκολογική, καδίκαια, φοοἱ ἐπιπτώσεις της κδηλώνονται κυρίως στν οκολογικσφαίρα. δτμήνυμα εναι πολύτως σαφές: τρόπος ζως μας σὲ ὅλες τς πτυχές του εναι πτν ποψη τόσο τς νθρώπινης ζως σο κατοπεριβάλλοντος, ατοκαταστροφικός, καὶ ἐὰν δν τν μεταβάλουμε ριζικά, καταστροφτο πλανήτη εναι ναπόφευκτη. Χωρς τμεταστροφατὴ ἡ περιπέτεια τοπολιτισμοθφτάσει σττέλος της, καμάρτυρες τς ξέλιξης ατς θγίνουν πολλοὶ ἀπ’ σους ζον σήμερα.

Δυστυχς δν δείχνουμε νὰ ἔχουμε κόμη συνειδητοποιήσει πόσο πιτακτικεναι ἡ ἀνάγκη γιμία τέτοια μεταστροφή, κασπεσμα λων τν σημείων ξακολουθομε νβαδίζουμε περίσκεπτα στμονοπάτι τς καταστροφς, πρόσωπα τυφλσ’ ναν φιάλτη πού, σν σὲ ἀρχαία τραγωδία, κτυλίσσεται πρς τμοιραο τέλος. Σχεδιάζουμε νὰ ἐπεκτείνουμε τστείρα καὶ ἀφύσικη ατοκρατορία μας, τν ατοκρατορία τς εδικς μεθοδολογίας, προχωρώντας κόμη πιβαθιστν ατοματοποιημένη, λεκτρονικὴ ἔρημο. Μηχανευόμαστε μεγαλύτερα κακαλύτερα τραπεζικσυστήματα, πεμβαίνουμε στς φυσικς ναπαραγωγικς διαδικασίες τν φυτν, τν ζώων κατν νθρώπινων ντων, ξαντλομε τγκατγεννήματά της μδραστικότατα χημικκαμία πληθώρα δηλητήρια τὰ ὁποα μιὰ ὑγις κοινωνία δν θὰ ἐπέτρεπε νκυκλοφορον ξω πὸ ἐργαστήρια ψίστης σφαλείας, πογυμνώνουμε τν κόσμο πτὰ ἀπομεινάρια τν δασν του μταχύτητα πίστευτη καὶ ἀκατανόητη κασυμπεριφερόμαστε ν γένει μτρόπο πού, κόμη κι ν συνειδηττν εχαμε προγραμματίσει, δν θμποροσε νὰ ἐπισπεύσει περισσότερο τν φανισμτν δικό μας λλκατοκόσμου πομς περιβάλλει. Μοιάζουμε αχμαλωτισμένοι στδόκανα μις τερατώδους συλλογικς ψύχωσης, σν νὰ ἔχει κυριευτεῖ ὁ πολιτισμένος κόσμος πμιὰ ἀκατανίκητη πιθυμία θανάτου.

Στν οκολογικσφαίρα τμήνυμα εναι, πως προανέφερα, ξεκάθαρο, σο κι ν πιμένουμε ντὸ ἀγνοομε. Μολονότι, μως, οἱ ἐπιπτώσεις τς κρίσης ποὺ ἀντιμετωπίζουμε σήμερα εναι περισσότερο ασθητς σαττσφαίρα, κρίση καθ’ αυτν δν εναι πρωτίστως οκολογική, δν φορ κατπρτο λόγο τπεριβάλλον μας, λλτν τρόπο σκέψης μας. Μεταχειριζόμαστε τν πλανήτη μας μὲ ἀπάνθρωπο, ρνησίθεο τρόπο, πειδὴ ἡ ὀπτική μας εναι πάνθρωπη καὶ ἀρνησίθεη. Βλέπουμε τπράγματα παττπρίσμα πειδὴ ἔτσι οσιαστικβλέπουμε τν αυτό μας.

Τοτο εναι τπρτο πράγμα ποπρέπει νὰ ἀποσαφηνίσουμε πλήρως πρν ποφασίσουμε νεσέλθουμε σμι διαδικασία ναζήτησης διεξόδου πτν κόλαση τς ατοεξόντωσης στν ποία καταδικάσαμε τν αυτό μας. Τπς βλέπουμε τν κόσμο συναρτται πτπς βλέπουμε τν αυτό μας. Τπρότυπό μας γιτσύμπαν – τκοσμοείδωλο ἢ ἡ κοσμοεικόνα μας – βασίζεται στπρότυπο, στν εκόνα ποὺ ἔχουμε γιτν αυτό μας. ταν θεωρομε τν κόσμο, θεωρία μας δν εναι παρὰ ἀντανάκλαση τονομας, τς κατάστασης τς συνείδησής μας. τρόπος μτν ποο ντιλαμβανόμαστε να δέντρο, να βουνό, να πρόσωπο, να ζο ἢ ἕνα πουλεναι ντανάκλαση τς δέας μας γιτποιοί νομίζουμε τι εμαστε. ,τι βιώνουμε στπράγματα ατδν εναι τόσο πραγματικότητα ἢ ἡ φύση τν πραγμάτων ατν καθ’ αυτά, σο ,τι μς πιτρέπουν νβιώσουμε οπνευματικές, ψυχολογικς καφυσικς δυνατότητές μας. Ἡ ἱκανότητά μας νὰ ἀντιλαμβανόμαστε κανβιώνουμε διαμορφώνεται σύμφωνα μτπς χουμε πλάσει τδική μας εκόνα καὶ ὁμοίωση.

Τοτο σημαίνει τι, γινὰ ἀντιμετωπίσουμε ποτελεσματικτν οκολογικκρίση, φείλουμε νὰ ἀλλάξουμε τν κοσμοεικόνα μας, καατσημαίνει μτσειρά του τι φείλουμε νὰ ἀλλάξουμε τν εκόνα γιτν αυτό μας. Ἐὰν δν λλάξουμε τκριτήρια μτὰ ὁποα ξιολογομε τόσο τν αυτό μας σο κατστοιχεο πο συνισττν ληθινφύση τς παρξής μας, τότε μετάβλητος θπαραμείνει καὶ ὁ τρόπος μτν ποο ντιμετωπίζουμε τν κόσμο πομς περιβάλλει. Καί, ν ατδν συμβε, τότε θεωρία καὶ ἡ πρακτικτς προστασίας τοφυσικοπεριβάλλοντος, σο καλοπροαίρετες καὶ ἀναγκαες κι ν εναι, δν θὰ ἀγγίξουν τν καρδιτοπροβλήματος. Στν καλύτερη περίπτωση θσυνιστον προσπάθεια ντιμετώπισης σων ν κατακλείδι εναι συμπτώματα, χι ατίες.

Δν χω τν παραμικρπρόθεση νὰ ὑποβαθμίσω τέτοιες προσπάθειες, συχνὰ ἡρωικές, μοναχικς καπαράτολμες, παρτς μεγάλες ντιξοότητες. νας πτος φοβερος πειρασμος ποὺ ἐνσκήπτουν εναι σκέψη τι τπρόβλημα χει τόσο μεγάλες διαστάσεις, στε ,τι κι ν πράξουμε σὲ ἀτομικκλίμακα θὰ ἀποβεπιθανς καρπο: πρέπει ντὸ ἀφήνουμε στς ρχές, στς κυβερνήσεις, στος εδικούς.

στάση ατεναι μοιραία. κόμη καμία πλχειρονομία, σο παθητικκι ν δείχνει, χει ξία, ν οσυνέπειές της μπορον νεναι νυπολόγιστες. σκέψη, ἐὰν δν συνοδεύεται πτν ντίστοιχη πράξη, σύντομα γίνεται στείρα. μως καὶ ἡ πράξη ποπηγάζει πσκέψη μὲ ἐσφαλμένη φετηρία καθίσταται εκολα ναποτελεσματική, καθς περιορίζεται κυρίως στσυμπτώματα. ρίζα τν ατίων βρίσκεται στν τρόπο σκέψης μας, καγι’ ατν κριβς τν λόγο κρίση μας φορπρωτίστως τν εκόνα ποὺ ἔχουμε γιτν αυτό μας κατν κοσμοθεωρία μας.

δβρίσκεται καρδιτοπροβλήματός μας. βιομηχανικκατεχνολογικκόλαση ποχτίσαμε γύρω μας δν νέκυψε τυχαα. ντιθέτως, ποτελεῖ ἄμεση συνέπεια τογεγονότος τι πιτρέψαμε σ’ μς τος διους νμς κυριαρχήσει να συγκεκριμένο πρότυπο σκέψης – τὸ ὁποο νσωματώνει μία καθορισμένη εκόνα τοκόσμου κατοῦ ἀνθρώπου – σσημεο στε νδιέπει οσιαστικκάθε θεωρητικστάση κακάθε μας πράξη, δημόσια καὶ ἰδιωτική.

Πρόκειται γιὰ ἕνα πρότυπο σκέψης πομς μποδίζει νδομε τν αυτό μας ς ντότητα ποδν εναι πλς να δίποδο ζο, τπεπρωμένο καοἱ ἀνάγκες τοῦ ὁποίου κπληρώνονται μτν πιδίωξη τοκοινωνικο, πολιτικοκαοκονομικοῦ ἀτομικοσυμφέροντος. Γινσυμβαδίσουμε μτν ν λόγεκόνα τοῦ ἑαυτομας, πινοήσαμε μία κοσμοθεωρία ποὺ ἐκλαμβάνει τφύση ς πρόσωπη λικβάση, ψυχη πηγτροφς, πρώτων λν, πλούτου, νέργειας, γιτν ποία θεωρομε τι χουμε τὸ ἀπόλυτο δικαίωμα ντν κμεταλλευόμαστε, νπειραματιζόμαστε πάνω της, νὰ ἐπεμβαίνουμε στμορφή της καί, γενικά, ντν καταχρώμαστε μέσω ποιασδήποτε πιστημονικς καμηχανικς τεχνικς μπορομε νὰ ἐπινοήσουμε κανὰ ἐφαρμόσουμε, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσουμε κανὰ ἐπεκτείνουμε τὸ ἀτομικσυμφέρον. ‘χοντας γυμνώσει, στσκέψη μας, τν αυτό μας πτν ερότητά του, πράξαμε τὸ ἴδιο καγιτφύση: τν ποκαθηλώσαμε πτβασίλειο τοθείου καθεωρήσαμε τι εμαστε πικυρίαρχοί της, τι φύση εναι πηρέτης μας, τι πόκειται στθέλησή μας. ν συντομί, δηγημένοι παττν εκόνα ποὺ ἔχουμε γιτν αυτό μας κααττν κοσμοθεωρία, καταφέραμε νγίνουμε τπιὸ ἐκφυλισμένα καὶ ἐκφυλιστικπλάσματα στγ.

Ατὴ ἡ εκόνα καατὴ ἡ κοσμοθεωρία πηγάζουν πμία πώλεια μνήμης, πτλήθη τοποιοί εμαστε, καθς καὶ ἀπτν πτώση μας σὲ ἕνα πίπεδο γνοιας καὶ ἄνοιας ποὺ ἀπειλετν πιβίωση τοεδους μας. Μβάση τν ναπόφευκτη λογικποὺ ἐνυπάρχει στν προέλευση ατή, εμαστε ναγκασμένοι νὰ ἀκολουθομε μία πορεία ποκάθε βμα της μς βυθίζει σὲ ἀκόμη μεγαλύτερη γνοια τς φύσης μας καὶ ἑπομένως σὲ ἀκόμη μεγαλύτερη γνοια ποιουδήποτε λλου στοιχείου.

σο μμένουμε στν πορεία ατή, εμαστε καταδικασμένοι νπροχωρομε τυφλκαμδιαρκς πιταχυνόμενο ρυθμπρς τν πλήρη πώλεια ταυτότητας, τν πλήρη πώλεια λέγχου καί, τελικά, στν λοκληρωτικατοκαταστροφή. Τίποτε δν μπορενδιακόψει αττν πορεία κτς πτν πλήρη λλαγκατεύθυνσης, τριζικμεταβολτοτρόπου μτν ποο ντιμετωπίζουμε τόσο τναυτό μας σο κατν κόσμο πομς περιβάλλει. Χωρς τμεταστροφατὴ ἁπλς θσυνεχίσουμε ντροφοδοτομε τδική μας νεκρικπυρά.

Εναι ραγε δυνατατὴ ἡ ἀντιστροφή, ριζικὴ ἀλλαγή; Πιστεύω τι τίποτε δν μπορενμς μποδίσει ντν πραγματοποιήσουμε κτς πὸ ἐμς τος διους. Κανες δν πορενμς μποδίσει νὰ ἀλλάξουμε τν εκόνα τοῦ ἑαυτομας, κασυνάμα τν κοσμοθεωρία μας, κτς πὸ ἐμς τος διους.

Τζήτημα – τμόνο πραγματικζήτημα – εναι ποιά εκόνα τοῦ ἑαυτομας καποιά κοσμοθεωρία θὰ ἀντικαταστήσει τχρεοκοπημένα στερεότυπα, τὰ ἄψυχα πλάσματα τς φαντασίας πομς χουν αχμαλωτίσει.

πόσπασμα πτεσαγωγικκεφάλαιο τοβιβλίου «Θάνατος καὶ Ἀνάσταση τς ερς κοσμολογίας», κδ. ν Πλ, μετάφραση Παναγιώτης Σουλτάνης.

ναδημοσιευμένο καστὸ ἀφιέρωμα «Τφυσικπεριβάλλον ς κτίση», τχ 297 (Νοέμβριος 2017) τς Πειραϊκς κκλησίας.

Πηγ ψηφιακο κειμένου: ντίφωνο

Επιστολή του Φίλιππου Σέρραρντ στον Γιώργο Σεφέρη

2.11.1966                                                                                                                             Κατούνια,

Αγαπητέ Γιώργο,

Μιλούσες σοβαρά πριν λίγες μέρες, όταν με ρωτούσες για την κόλαση; Όπως και να ‘χει, από εκείνη την ημέρα με απασχολεί αυτό το θέμα. Σκέφτηκα ότι η απάντησή μου μπορεί να ήταν συνοπτική, αλλά όχι πολύ βοηθητική και ένιωσα την ανάγκη να προσθέσω ένα δύο πράγματα. Επομένως, αν δεν μιλούσες σοβαρά, θα πρέπει τώρα να με συγχωρέσεις.

   Καταρχάς υπάρχουν δύο τινά, τα οποία φαίνεται ότι δημιουργούν σύγχυση γύρω από το ζήτημα αυτό. Το πρώτο είναι η αντίληψη πως η αιώνια κόλαση είναι κάτι που παρατείνεται συνεχώς μέσα στο χρόνο ή μάλλον που παρατείνεται αιώνια, σαν να μην ήταν δυνατό να τερματιστεί ποτέ. Αυτή η αντίληψη συνδέεται πιθανόν με το ότι η λέξη «αἰώνιος» εκλαμβάνεται εξ ολοκλήρου με την κατά γράμμα σημασία της, σαν να αφορούσε δηλαδή σε μονάδα μέτρησης χρόνου. Στην πραγματικότητα η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στη Βίβλο περισσότερο για να περιγράψει μια ποιότητα ζωής – είτε την εμπειρία της πληρότητας της ζωής είτε της απουσία της. Κατά κύριο λόγο, επομένως, η κόλαση είναι κάτι που σχετίζεται με την έλλειψη της ζωής, την έλλειψη της πραγματικότητας, τη στέρηση.

   Ύστερα, υπάρχει και η άλλη ιδέα, ότι δηλαδή η κόλαση είναι κάποιος τόπος. Αυτή η ιδέα κρύβεται πίσω από το μυαλό των Ιησουϊτών που κάνουν το σχόλιο στο οποίο αναφέρθηκες (ήταν, νομίζω, η Αγία Θηρεσία του Λιζιέ, εκείνη που το διατύπωσε: είπε κάπου: «πιστεύω ότι η κόλαση υπάρχει, αλλά δεν πιστεύω ότι βρίσκεται κανείς σε αυτήν»). Τούτη η παρατήρηση, που υποδηλώνει καθαρά ρωμαιοκαθολική αντίληψη, φαίνεται να δέχεται ότι η κόλαση είναι ένα είδος αντικειμενικού τόπου δημιουργημένου από τον Θεό για να στεγάσει καταραμένες ψυχές. Και επίσης –αυτή η ιδέα της κολάσεως ως αντικειμενικού χώρου που κατοικείται από τους κολασμένους– είναι ένα είδος προβολής εκείνης της φρικτής ηθικιστικής νοοτροπίας που διαχωρίζει την ανθρωπότητα σε δύο στρατόπεδα ή σε δύο τάξεις, τους καλούς και τους κακούς, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς, τα πρόβατα και τα ερίφια, και τοποθετεί τους μεν σ’ έναν τόπο που ονομάζεται παράδεισος και τους δε σ’ έναν τόπο που ονομάζεται κόλαση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων ή ψυχών (με αυτήν την αυστηρή, κατά γράμμα, ερμηνεία): η διαχωριστική γραμμή δεν χαράσσεται κατά τρόπο αντικειμενικό και εξωτερικό ανάμεσα σε τάξεις ανθρώπων (καλών και κακών), αλλά κυρίως εσωτερικά, μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό, μεταξύ των «θετικών» και «αρνητικών» πραγμάτων, στην ενιαία ανθρώπινη φύση). Αυτή η εξωτερική διαίρεση των ανθρώπων σε δίκαιους και αμαρτωλούς, είναι απλώς μια ηθική κρίση που βασίζεται… ο Θεός ξέρει σε τι: είναι κρίση κάποιου που ξεχνά ότι κανένας δεν μπορεί να είναι ολότελα κακός, ακριβώς όπως κανένας δεν μπορεί να είναι ολότελα καλός (ακόμα και ο Χριστός ρώτησε: «τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός»[1]). Η θεία δικαιοσύνη έχει –υποπτεύεται κανείς– εντελώς διαφορετικούς νόμους –όπως «οἱ πρῶτοι ἔσονται ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἔσονται πρῶτοι»[2] ή «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον»[3]. Δυστυχώς, όμως, αυτή η ιδέα ότι υπάρχει ένας τόπος που ονομάζεται παράδεισος, όπου οι καλοί απολαμβάνουν αιώνια μακαριότητα και ακόμα ένας άλλος τόπος που ονομάζεται κόλαση, όπου οι κακοί υποφέρουν και θα υποφέρουν για πάντα, έχει αποκτήσει βαθιές ρίζες στους ανθρώπους και περνιέται ως χριστιανική ιδέα: υπάρχει μάλιστα μια ολόκληρη παράδοση διδασκαλιών, η οποία πασχίζει να κάνει τους ανθρώπους «καλούς» τρομοκρατώντας τους με οράματα και εικόνες αιώνιας τιμωρίας για τις ενδεχόμενες αμαρτίες τους (οι αμαρτίες αυτές παρουσιάζονται με απόλυτη σαφήνεια, κατηγοριοποιημένες και λεπτομερώς). Τούτο είναι, αν μη τι άλλο, αποτρόπαιο και είναι αυτό ακριβώς το πράγμα που ο Blake πάντοτε αρνιόταν και μάχονταν. Επίσης δεν φαίνεται πολύ Ορθόδοξο, ό, τι και αν λένε, ειδικά αν κανείς θυμάται εκείνα τα λόγια από τον Όρθρο της Κυριακής του Πάσχα αναφορικά με την κόλαση ότι έχει δηλαδή συντριβεί (ή θανατωθεί που είναι το ίδιο πράγμα [4].

Κόλαση είναι το βάρος, η πνιγηρή και μουχλιασμένη ατμόσφαιρα, το ζοφερό σκοτάδι, η απουσία χαράς στη ζωή κάποιου. Υπ’ αυτήν την έννοια, μου φαίνεται απόλυτα –και τρομαχτικά– πραγματική και νομίζω ότι ο καθένας σε αυτήν τη γη βρίσκεται κυρίως «στην κόλαση», αν και υπάρχουν στιγμές που κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι βρίσκεται στον παράδεισο. Υποθέτω ότι «ο κολασμένος» θα μπορούσε να περιγραφεί κατά κάποιον τρόπο ως μια ύπαρξη κλεισμένη στον εαυτό της, χωρισμένη από κάθε «άλλον» ή «άλλους». Ο Ντοστογιέφσκι ονομάζει κόλαση τον πόνο που προέρχεται από την αδυναμία μας να αγαπήσουμε. Θα πρόσθετα, επίσης, ότι κόλαση είναι ο πόνος που προέρχεται από την αδυναμία μας να δεχθούμε αγάπη. Κάποιος από τους Ορθόδοξους αγίους λέει ότι αποτελεί ανοσιούργημα η σκέψη και μόνο ότι ο Θεός δεν αγαπά τους αμαρτωλούς, αλλά αυτή η αγάπη του Θεού γίνεται αισθητή με διαφορετικούς τρόπους: γίνεται αισθητή ως βάσανο μεν από εκείνους που την αρνούνται, ως χαρά δε από εκείνους που τη δέχονται[5].

Θα έλεγα, λοιπόν, καταρχάς, ότι η κόλαση δεν είναι ένας τόπος και δεν είναι αιώνια (με την έννοια μιας αδιάκοπης συνέχειας χωρίς τέλος). Και θα ισχυριζόμουν περαιτέρω ότι είναι κάτι που τελείται και εκτυλίσσεται στο εσωτερικό ενός ανθρώπου, υποκειμενικά και έχει να κάνει με την παρουσία ή τη στέρηση της ζωής, με την παρουσία ή τη στέρηση της χαράς. Αναφορικά, ωστόσο, με το τι συμβαίνει κατά την Κρίση (είτε κατά την προσωπική κρίση του καθενός από εμάς είτε κατά την έσχατη Κρίση), αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Αλλά ο θάνατος για τον καθέναν προσωπικά δεν θα έπρεπε, μου φαίνεται, να επηρεάζει πραγματικά, με τρόπο διαφοροποιημένο, την κρίση: κάποιος βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, «στην κόλαση» (με την παραπάνω έννοια), φερειπείν, ή όχι στην κόλαση, πάντως με την ενδιάθετη ικανότητα πάντοτε, αν βρίσκεται «στην κόλαση», να ελευθερωθεί, με την ενδιάθετη ικανότητα να αγαπήσει και να δεχθεί αγάπη: όλα εξαρτώνται από τον κάθε έναν από εμάς προσωπικά –ή όπως οι Ορθόδοξοι Πατέρες λένε: «Ο Θεός μάς δημιούργησε χωρίς τη βοήθειά μας, αλλά δεν μπορεί να μας σώσει χωρίς τη βοήθειά μας»[6]–και θα προσθέταμε εύλογα ότι δεν μπορούμε να σώσουμε τον εαυτό μας χωρίς τον Θεό.

Πραγματικά, μέσα από την Ορθόδοξη οπτική, κάθε ζωή που δεν είναι τέλεια, ακέραιη, ολοκληρωμένη, είναι σε κάποιον βαθμό «κόλαση»∙ αλλά επίσης καμία ζωή –όσο ατελής, μερική, ανολοκλήρωτη και αν είναι– δεν στερείται την ικανότητα ή τη δυνατότητα να γίνει τέλεια, ακέραιη και ολοκληρωμένη. Η αιτία που μεταξύ των Ορθοδόξων δεν συναντάται η έννοια του καθαρτηρίου και αγνοείται η ρωμαιοκαθολική διάκριση μεταξύ κολάσεως και καθαρτηρίου, δεν είναι ότι αυτοί πιστεύουν, όπως λανθασμένα νομίζεται ενίοτε, πως οι ψυχές βρίσκονται είτε στον παράδεισο είτε σε κατάσταση αιώνιας καταδίκης και χωρίς την παραμικρή ευκαιρία να μεταβούν στον παράδεισο∙ οφείλεται στην πίστη τους ότι ακόμα και η ψυχή που βρίσκεται στην πιο βαθιά κόλαση εξακολουθεί να έχει την ικανότητα να εξέλθει από αυτήν, να μετανοήσει (να αλλάξει νου/ζωή): ακόμα και ο διάβολος δεν στερείται, από αυτή την άποψη, τη δυνατότητα της μετανοίας. Κοντολογίς, δεν υπάρχει χώρος στην ορθόδοξη σκέψη (κυρίως σε αυτήν) για την ιδέα της κολάσεως στην οποία κάποιος καταδικάζεται για πάντα, όπως επίσης δεν υπάρχει χώρος για την ιδέα μιας κολάσεως διακριτής από το καθαρτήριο, καθότι ο εξαγνισμός και η απολύτρωση είναι διαδικασία στην οποία όλοι, ανεξάρτητα από την προσωπική τους κατάσταση, μπορούν να συμμετέχουν: αρκεί μόνο να το θέλουν. Έτσι εξηγείται η αδιάλειπτη και επίμονη Ορθόδοξη προσευχή για τους κεκοιμημένους –όλους τους κεκοιμημένους, αγίους ή «αμαρτωλούς»: διότι δεν υπάρχει κανένα όριο στην τελείωση που μπορεί να επιτευχθεί από έναν άγιο και κανένας περιορισμός, επίσης, στην ικανότητα ενός αμαρτωλού να γίνει τέλειος. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, ωστόσο, κάνουν τη διάκριση μεταξύ κολάσεως και καθαρτηρίου και έχουν παγιδευτεί σε τούτη τη σφαλερή έννοια της κολάσεως ως τιμωρίας και πόνου χωρίς καμία ελπίδα ή δυνατότητα απολύτρωσης. Και επειδή η αντίληψη τους αυτή δεν συνάδει με την ιδέα της άπειρης αγάπης του Θεού, αναγκάζονται να προβαίνουν σε τέτοιες ευρηματικές, πλην όμως ανούσιες, διατυπώσεις, όπως εκείνη, παραδείγματος χάριν, για την κόλαση που «υπάρχει αλλά δεν βρίσκεται κανένας μέσα σε αυτήν». Αναγκάζονται να το κάνουν αυτό, γιατί έχουν καταρχάς διαμορφώσει λανθασμένη ιδέα –ένα είδος χρονικής και χωροταξικής ιδέας– της κολάσεως.

Νομίζω ότι όσα είπα είναι αρκετά για το εσπερινό κήρυγμά μου της Τετάρτης[7]! Αν δεν μιλούσες σοβαρά όταν εξέφραζες το ερώτημά σου, μη δώσεις σημασία. Ίσως δεν χρειάζεται να δώσεις σημασία σε καμία περίπτωση.

Έκανα, όπως βλέπεις, κάμποσες αλλαγές στον Πρόλογο, και ελπίζω ότι έχω εξαλείψει τα σημεία για τα οποία είχες ορισμένες αμφιβολίες. Έστειλα μια λίστα με τις αλλαγές στον Κίλι[8] και ελπίζω ότι θα τις αποδεχθεί. Πιστεύω ότι μάλλον θα το κάνει. Η αίσθηση μου είναι –και μέχρι τώρα ήταν– ότι όσο περισσότερα μπορεί κανείς να αφαιρέσει τόσο καλύτερα.

                                                                                                   Γεια χαρά

                                                                                                   Φίλιππος

Παρακαλώ συγχώρεσέ με που έγραψα όλα τούτα στα αγγλικά. Αμφιβάλλω αν τα ελληνικά μου θα με βοηθούσαν να αντεπεξέλθω στις υψηλές απαιτήσεις των θεολογικών νοημάτων!

[1] Λουκάς 18:19
[2] Μάρκος 9:35 και Λουκάς 13:30
[3] Ματθαίος 8:11-12
[4]Υπάρχουν αρκετές αναφορές στον Χριστό, που καταλύει το κράτος του Άδη με την εκ νεκρών Ανάστασή Του, στη μεταμεσονύχτια Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα και επίσης στην Πασχαλινή ομιλία, που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η οποία διαβάζεται, εις ευήκοον όλων, αμέσως πριν αρχίσει η θεία Λειτουργία, αναφέρεται ότι ο Άδης θανατώνεται (ἐνεκρώθη).
[5] Ισαάκ της Νινευής (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος), Μυστικές Πραγματείες, μεταφρασμένο από τον Α. J. Wensinck (Άμστερνταμ, 1923), ΧΧVII, σ. 136
[6] Καβάσιλας, Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ΙΙ, 10∙ Αθανάσιος, MPG 26, 369∙ Βασίλειος, MPG 32, 117B∙ Αυγουστίνος, MPL 38, 923, κ.α.
[7] Ο Σεφέρης απαντώντας γράφει στην από 10/11/1966 επιστολή του: «Πολλές ευχαριστίες για το “εσπερινό σου κήρυγμα της Τετάρτης”, που μου προξένησε τρομερό ενδιαφέρον. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι η ευγενική απάντησή σου δημιουργεί άλλα ερωτήματα. Έτσι όταν έρθεις πάλι στην Αττική μην αμελήσεις να με συναντήσεις».                                                  [8] Πρόκειται για τον Έντμουντ Κίλι (Edmund Keeley) νεοελληνιστή φιλόλογο, δοκιμιογράφο, μεταφραστή και συγγραφέα – στενό φίλο και συνεργάτη του Σέρραρντ.

(Επιστολή του Φίλιππου Σέρραρντ στον Γιώργο Σεφέρη: από το βιβλίο “THIS DIALECTIC OF BLOOD AND LIGHT/GEORGE SEFERIS – PHILIP SHERRARD/AN EXCHANGE: 1947-1971” [DENISE HARVEY PUBLISHER, 2015] που επιμελήθηκε και εξέδωσε η Denise Sherrard)

Η απόδοση έγινε από τον Αναστάσιο Θεοφιλογιαννάκο.

πηγή: Aντίφωνο

Να ζεις ή να μη ζεις

Συνιστά ειρωνεία το γεγονός ότι τα λόγια της αγγλικής λογοτεχνίας που επικαλούμαστε ίσως πιο συχνά  –«Να ζεις ή να μη ζεις, αυτό είναι το ερώτημα»[1]– είναι ενδεχομένως τα πιο παρεξηγημένα λόγια της αγγλικής λογοτεχνίας. Και το θεατρικό έργο από το οποίο προέρχονται, ενώ αποτελεί μάλλον το πιο συζητημένο από τα έργα του Σαίξπηρ, είναι επίσης εκείνο το έργο του οποίου η ερμηνεία αναγνωρίζεται ως η πλέον δύσκολη. Τούτο το σημείωμα αποσκοπεί μόνο στο να προτείνει τον τρόπο που αυτά τα λόγια αρμόζει να κατανοούνται και να δείξει πως –όταν ορθά κατανοούνται– προϊδεάζουν για το ουσιαστικό νόημα του όλου δράματος.

Τα λόγια «Να ζεις ή να μη ζεις» συνήθως εκλαμβάνονται ότι αναφέρονται στον βασικό –όπως νομίζεται– πυρήνα της τραγικής κατάστασης του Άμλετ: του ονειροπόλου που το πνεύμα του αρρωσταίνει και θολώνει από το χλωμό φέγγος της σκέψης[2] και η ηθική του φύση όντας πολύ ευαίσθητη ή πολύ δειλή δεν του επιτρέπει να ενεργεί σωστά και με ενάργεια, όταν το καθήκον τον καλεί σε δράση. Λέγεται πως σε τούτα τα λόγια αποτυπώνεται η αποφασιστικότητα και το δίλημμά του: πρέπει να παίξει το ρόλο που νομίζει ότι έχει καθήκον να φέρει εις πέρας ή πρέπει να τον αποφύγει διαπράττοντας αυτοχειρία; Το «Να ζεις» ερμηνεύεται πως σημαίνει να επιβεβαιώνεις τον εαυτό σου στον κόσμο της δράσης, ενώ το «Να μη ζεις» ταυτίζεται με το να μένεις ηθελημένα αμέτοχος, να αυτοκτονείς και να εισέρχεσαι στο βασίλειο του θανάτου.
Ότι, όμως, αυτά τα λόγια δεν επιδέχονται, στην πραγματικότητα, τούτη την ερμηνεία, καθίσταται ολοφάνερο από τις γραμμές που αμέσως μετά ακολουθούν και οι οποίες προσδιορίζουν το νόημά τους:
Τι είναι ευγενικότερο για τον νοήμονα άνθρωπο: να πάσχει βουβά
από τις πετριές και τα βέλη της ανελέητης μοίρας·
ή με άρματα ζωσμένος να στρέφεται ενάντια σ’ ένα πέλαγος συμφορών
και, αντιπαλεύοντας, παντοτινό να δίδει τέλος;[3]
Αν κάποιος επιχειρήσει να συσχετίσει αυτές τις δύο εναλλακτικές με τις αντίστοιχες που προτάθηκαν στο προοίμιο του μονολόγου του Άμλετ, στοιχειοθετώντας το κεντρικό ερώτημα ολόκληρης της τραγωδίας —«Να ζεις ή να μη ζεις»—, τότε θα εννοήσει ότι το «Να ζεις» συνδέεται με το να υπομένεις τα χτυπήματα της αδυσώπητης μοίρας, και το «να μη ζεις» συνδέεται με το ζώνεσαι τ’ άρματά σου ενάντια σ’ ένα πέλαγος αντιξοοτήτων. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι η αυτο-επιβεβαίωση στον κόσμο της δράσης συνδέεται περισσότερο με την ανυπαρξία παρά με την ύπαρξη.
Για να καταλάβουμε ότι η ερμηνεία αυτή δεν παρεκκλίνει από την πραγματικότητα, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε ότι ο Άμλετ εντάσσεται σ’ ένα χριστιανικό περιβάλλον και περαιτέρω να θυμηθούμε ότι το συγκεκριμένο  περιβάλλον κυριαρχείται από τα νοητικά και αξιακά πρότυπα της Αυγουστινιανής-Θωμιστικής παράδοσης. Σύμφωνα με αυτήν την παράδοση, ειδικά μάλιστα με την Αυγουστινιανή, ο υλικός κόσμος –ο κόσμος των αισθήσεων κι ακόμα η ίδια η ιστορία– αποστερείται σε τέτοιο βαθμό τις ποιότητες της μορφής, ώστε να μπορεί ουσιαστικά να λεχθεί ότι λείπει απ’ αυτόν κάθε αληθινή ή εγγενής πραγματικότητα. Μόνο ό,τι έχει μορφή, έχει πραγματικότητα, ή –για να το θέσουμε με άλλο τρόπο– μόνο ό, τι έχει μορφή, έχει ύπαρξη. Ο Θεός, που είναι αυτοΰπαρξη, είναι επίσης η υπέρτατη «μορφική» αρχή. Όμως η ύλη καθεαυτή είναι ουσιαστικά το αντίθετο του Θεού. Καθεαυτήν απογυμνώνεται τόσο από κάθε μορφή, ώστε είναι δυνατό να λέγεται ότι δεν μετέχει στην αληθινή ύπαρξη και να περιγράφεται κυρίως ως μη ύπαρξη, το οποίο ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι μπορεί προσφυέστερα να υπαχθεί στη σφαίρα του διαβόλου, καθότι ο διάβολος είναι η κατ’ εξοχήν άρνηση της ύπαρξης. Γι’ αυτό το λόγο, ο κόσμος της υλικότητας –και ακόμα ο ίδιος ο άνθρωπος, στον βαθμό που δια της πτώσεως χωρίστηκε από τον Θεό, προσκολλήθηκε στον κόσμο και εκτυλίσσει εντός αυτού την ιστορία του– έχει πωληθεί και τεθεί στην αιχμαλωσία του διαβόλου. Αυτός ο κόσμος, και ο άνθρωπος εντός του κόσμου, συνιστούν πηλό «σκεύους ατιμίας»[4], νεκρό κουφάρι σε αποσύνθεση, κήπο αφανισμένο από βλάστηση τυφλή και οργιώδη, σχήμα πρόσκαιρο καταδικασμένο στη λήθη[5].
Άπαξ και γίνουν τα παραπάνω κατανοητά, τα λόγια του Άμλετ αποχτούν μια σημασία της οποίας η πρακτική ερμηνεία είναι δυναμικά αντίθετη εκείνης που συνήθως προσδίδεται σε αυτά. Το «Να ζεις», απέχοντας πολύ από το να σημαίνει ότι εισέρχεσαι στον κόσμο της δράσης, ερμηνεύεται ως υπέρβαση αυτού του κόσμου δια της πιστής τηρήσεως των θεϊκών εντολών∙ ενώ το «να μη ζεις», απέχοντας πολύ από το να σημαίνει ότι πεθαίνεις ή ότι διαπράττεις αυτοχειρία, ερμηνεύεται ως είσοδος στον κόσμο της ιστορίας και εμπλοκή στις δραστηριότητές του. Το «Να ζεις», με άλλα λόγια, είναι το να προσκολλάσαι στον Θεό, να προσκολλάσαι σ’ εκείνον τον κόσμο της Ύπαρξης που είναι η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Το «να μη ζεις» είναι το να εισέρχεσαι στην ψευδή, μη πραγματική διάσταση του χρόνου και του χώρου και να ενεργείς σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες∙ είναι το να εισέρχεσαι στον κόσμο των πραγμάτων που εξουσιάζονται και κυριαρχούνται από τον διάβολο, τουτέστιν στη σφαίρα της μη ύπαρξης, της ψευδαίσθησης και του κακού, της ρευστότητας και της παροδικότητας, του θανάτου και της διαφθοράς. Κανένας απ’ όσους έχουν –έστω και ελάχιστη– γνώση τoυ χριστιανικού πλαισίου μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η δραματική πλοκή του Άμλετ, δεν θα μπορούσε να εννοήσει ότι το «να μη ζεις» συνεπάγεται την αυτοκτονία ή ότι «θάνατος» σημαίνει είσοδο στον κόσμο της –φυσικώς νοουμένης– ανυπαρξίας. Ομοίως, κανένας απ’ αυτούς δεν θα μπορούσε να εννοήσει ότι το «Να ζεις» σημαίνει κάτι λιγότερο από ένωση με τον Θεό, την Αυτοΰπαρξη και πηγή όλων των υπάρξεων –μια ένωση που, ειδικότερα, απαιτεί ένα είδος θανάτου ή αυτό καθεαυτό το «θνήσκειν», ίσως όχι με τη φυσική έννοια του όρου, αλλά με την έννοια της θυσίας του «ιδίου» θελήματος και της «ιδίας» ψυχής, προκειμένου να τηρηθούν οι θείες εντολές και να επιτευχθεί η ομοίωση με τον Θεό.
Εδώ ακριβώς, υπό το φως της ερμηνείας αυτής της φράσης που επικαλούμαστε τόσο συχνά, μπορούμε να εγκολπωθούμε το κεντρικό ερώτημα της τραγωδίας του Άμλετ, ν’ αγγίξουμε την καρδιά, να ψηλαφίσουμε την ουσία της. Κοντολογίς, ο Άμλετ αρνείται να θυσιάσει το θέλημά του και την ψυχή του. Ως ύπαρξη που, όπως αυτοπροσδιορίζεται, κείται «μεταξύ γης και ουρανού»[6], επιλέγει, όχι τον ουρανό, αλλά τη γη· όχι την ύπαρξη, αλλά τη μη ύπαρξη· ευθυγραμμίζεται με τον κόσμο και με τον διάβολο και υποτάσσεται στους νόμους τους. Υπό μίαν έννοια, συνάπτει συμβόλαιο με τον διάβολο. Η τραγωδία του Άμλετ σχετίζεται ποικιλοτρόπως με εκείνην του Φάουστ, καθώς η τελευταία αφορά, επίσης, σε κάποια αθάνατη ψυχή που προοδευτικά παγιδεύτηκε στα δίχτυα του διαβόλου και οδηγήθηκε στην απώλεια.
Άπαξ και γίνουν τούτα κατανοητά, κάθε φάση του έργου, καθώς ξετυλίγεται, τοποθετείται στη σωστή της θέση και αναγνωρίζεται η αληθινή δραματική της αξία. Χρειάζεται, σε αυτό το σημείο, να παραθέσουμε ένα ή δύο παραδείγματα προς επίρρωση των ισχυρισμών μας. Ας πάρουμε, επί παραδείγματι, το φάντασμα, την προσταγή που αυτό απευθύνει στον Άμλετ και όλα εκείνα που η προσταγή τούτη υποδηλώνει. Το φάντασμα που προσλαμβάνει τη μορφή του «ευγενούς πατέρα», προστάζει τον Άμλετ να εκδικηθεί «τον άδικο και αποτρόπαιο θάνατο» του πατέρα του[7]. Αυτό το επιτακτικό αίτημα γίνεται δεκτό από τον Άμλετ ως ισοδύναμο θείου παραγγέλματος. Ο Άμλετ, δηλαδή, «εντέλλεται από τον Θεό» να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του. Πλην όμως τέτοια εντολή βρίσκεται σε πλήρη ασυμφωνία με τις χριστιανικές εντολές. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις» λέει ο Κύριος «ἐγὼ ἀνταποδώσω»[8]. «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε»[9]. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ευκρινές και ξεκάθαρο. Καμία αγία ή θεία ύπαρξη και βέβαια καμία χριστιανική ψυχή που εκζητεί την απολύτρωση, δεν θα ήταν δυνατό να προτρέψει τον Άμλετ να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του σκοτώνοντας τον δολοφόνο του. Τέτοια πράξη θα συνιστούσε διακωμώδηση του χριστιανικού προτάγματος και της θεμελιώδους χριστιανικής αρχής: ο Αιώνιος Κύριος έχει θεσπίσει –από καταβολής– τον απαρασάλευτο νόμο Του ενάντια στην αυτοχειρία και επίσης, με τον ίδιο αποφασιστικό και αμετάθετο τρόπο,  ενάντια στην αφαίρεση άλλων ζωών στο όνομα της προσωπικής εκδίκησης.
Εξάλλου, κανένας άγιος ή θείος απεσταλμένος δεν θα προσλάμβανε τη μορφή ενός φαντάσματος. Τα φαντάσματα στεγάζουν υπάρξεις που δεν γνωρίζουν εξομολόγηση και μετάνοια. Είναι μεταμφιέσεις του διαβόλου, των δαιμόνων που στοιχειώνουν τον κάτω κόσμο. Το φάντασμα του Άμλετ εμφανίζεται αρχικά ως κάτι ένοχο. Είναι ένα ένοχο κάτι. Είναι ο πειραστής του Άμλετ. Τον πειράζει με την προτροπή να αναλάβει τον ρόλο του εκδικητή· να τολμήσει να ξεχωρίσει, με το φως της μη αγιασμένης λογικής του, το καλό από το κακό·  να πάρει το νόμο στα χέρια του, επιχειρώντας να τον αποσπάσει από τα χέρια του Θεού. Τον παροτρύνει να εισέλθει στον κόσμο της μη ύπαρξης και της εκμηδένισης. Και ο Άμλετ συγκατατίθεται στη δαιμονική υποβολή. Παραδίδεται σε αυτήν και έτσι θέτει πλέον σε κίνηση την προσωπική του τραγωδία. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, έχει ήδη θέσει, υπό μίαν έννοια, την προσωπική του τραγωδία σε κίνηση, πριν ακόμα συναντηθεί με το φάντασμα, όταν καυχιέται πως η ψυχή του είναι άτρωτη από κάθε δαιμονική προτροπή:
Όσο για την ψυχή μου, πώς μπορεί να τη βλάψει,
Αφού είναι αθάνατη σαν εκείνο[10].
Το έργο αυτό παρουσιάζει ακριβώς τι μπορεί να κάνει ο διάβολος σε μιαν αθάνατη ψυχή, όταν έστω και μια φορά αποκτήσει πρόσβαση σε αυτήν.
Οι συνέπειες της υποχώρησης του Άμλετ στον διάβολο καθρεπτίζονται καθαρά  στη δεινή κατάσταση που περιέρχεται η Οφηλία. Η Οφηλία είναι η εικόνα της ψυχής του Άμλετ: και ό, τι συμβαίνει στην Οφηλία είναι ακριβώς εκείνο που συμβαίνει σε κάθε όμοια ψυχή όταν η ικανότητα αυτοκυριαρχίας της –η θεοειδής αυτή ικανότητα της ψυχής– χάνει την επαφή της με τον Θεό, «αποσυντονίζεται και εκπέμπει ήχους παράταιρους και τραχείς»[11], καθώς εγκαταλείπεται στις χαοτικές δυνάμεις της αταξίας και της ηθικής εξαχρείωσης. Ουσιαστικά, ο Άμλετ σκοτώνει την ίδια του την ψυχή. Και δεν είναι τυχαίο που ο θάνατος της Οφηλίας, επέρχεται μέσα στο νερό, γιατί το νερό είναι το σύμβολο του ρευστού και παροδικού κόσμου –της μη ύπαρξης– στον οποίο ο Άμλετ έχει πωλήσει την ψυχή του. Όταν η ευγενική αρχή του νου –μέσω της οποίας καθίσταται εφικτή η προσκόλληση στον Θεό– ανατρέπεται, τότε ο άνθρωπος ακολουθεί, αναπόφευκτα, κατηφορική πορεία μέχρι την τελική καταστροφή του. Ο Άμλετ, πριν την τραγική του κατάληξη, χρεώνεται, άμεσα ή έμμεσα, έξι φόνους, εκ των οποίων ο ένας είναι και πράξη βασιλοκτονίας –που στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο– ισοδυναμεί με ένα είδος θεοκτονίας, γιατί «θεϊκό στεφάνι προστατεύει το βασιλιά»[12]· έχει, ωστόσο, ήδη επισημάνει εμφατικά την παγίδευσή του στα αδίστακτα και ανελέητα πλοκάμια του εχθρού, αναφωνώντας:
Το πνεύμα που αντίκρισα
Μπορεί να είναι δαίμονας∙ κι ένας δαίμονας έχει τη δύναμη
Να μεταμφιέζεται κατάλληλα, ναι, και ίσως…
Καταχράται την εμπιστοσύνη μου για να με σύρει στην καταστροφή[13]
Με άλλα λόγια, η τραγωδία του Άμλετ είναι η αρχαία τραγωδία της ύβρεως. Είναι η τραγωδία του ανθρώπου που τοποθετεί τον εαυτό του στον θρόνο του Θεού ή επιχειρεί να γίνει Θεός βασιζόμενος στον εαυτό του και τις φυσικές του δυνατότητες. Είναι μια αναπαράσταση, με όρους ανθρώπινου δράματος, της αρχέγονης ανταρσίας του διαβόλου ενάντια στον Θεό, η προέκταση της ανθρώπινης πτώσης από την ύπαρξη στη μη ύπαρξη, από τη βαθιά στοχαστική όραση –και το είδος δράσης που αυτή συνεπάγεται– στην τυφλή, αλαζονική, ιδιοτελή δράση του ανθρώπου που διακηρύσσει την ανεξαρτησία του και αναγορεύει τον εαυτό του κύριο της μοίρας του και της μοίρας εκείνων που τον περιβάλλουν· κριτή, τιμωρό και «ιερέα» των άλλων·  επαληθεύσιμο, με τη βία, κύριο της ιστορίας. Γιατί πραγματικά κανένας δεν εξουσιάζεται από τον δαίμονα περισσότερο απ’ όσο εκείνος που μετέρχεται τέτοιους τρόπους και θαρρεί πως ζωσμένος τ’ άρματά του μπορεί ν’ αντιμετωπίσει μόνος έναν ωκεανό από αντιξοότητες· πιστεύει ότι έχει κάποιο ειδικό θεόσδοτο καθήκον ν’ αποκαταστήσει την τάξη σ’ έναν αποδιοργανωμένο κόσμο[14] ή να θεραπεύσει τα κακώς κείμενα του κόσμου, αποβάλλοντας ό, τι είναι σάπιο μέσα σ’ ένα κράτος[15]. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις» λέει ο Κύριος «ἐγὼ ἀνταποδώσω». «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε».
[1] “To be, or not to be: that is the question” (Hamlet, Act 3, Scene 1, 56).
[2] “Thus conscience does make cowards of us all,/And thus the native hue of resolution/Is sicklied o’er with the pale cast of
      thought” (Hamlet, Act 3, Scene 1, 84-86).
[3] “Whether ’tis nobler in the mind to suffer/The slings and arrows of outrageous fortune,/Or to take arms against a sea of
     troubles,/And by opposing end them?” (Hamlet, Act 3, Scene 1, 57-60).
[4]   Η έκφραση “lump of perdition” παραπέμπει στο χωρίο « ἢ οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ κεραμεὺς τοῦ πηλοῦ, ἐκτοῦ αὐτοῦ
    φυράματος ποιῆσαι ὃ μὲν εἰς τιμὴν σκεῦος, ὃ δὲ εἰς ἀτιμίαν;» (Προς Ρωμαίους, 9:21)
[5]  “Tis an unweeded garden/That grows to seed/Things rank and gross in nature/Possess it merely” (Hamlet, Act I, Scene 2, 139-
     141).
[6] “What should such fellows as I do crawling between earth and heaven? We are arrant knaves all; believe none of us. Go thy
     ways to a nunnery” (Hamlet, Act 3, Scene 1, 138-140): «Γιατί κάτι τέτοιοι τύποι σαν κι εμένα να έρπουν μεταξύ γης και
     ουρανού; Είμαστε όλοι –πέρα για πέρα– απατεώνες· κανέναν από εμάς να μην πιστεύεις. Φύγε. Ο δικός σου δρόμος σε
     μοναστήρι να σε οδηγήσει».
[7] “Revenge his foul and most unnatural murder” (Hamlet, Act 1, Scene 5, 31)
[8]  Προς Ρωμαίους, 12:19
[9]  Κατά Ματθαίον 7:1,  Κατά Λουκάν 6:37, Κατά Ιωάννην 3:17, 5:22, 8:10-11, 8:15, 12:47-48
[10]   “And for my soul, what can it do to that/Being a thing immortal as itself” (Act 1, Scene 4, 74-75).
[11] “Now see that noble and most sovereign reason/Like sweet bells jangled, out of tune and harsh;” (Act 3, Scene 1, 158-159)
[12] “There’s such divinity doth hedge a king” (Act 4, Scene 5, 138)
[13] “The spirit, that I have seen,/May be a devil; and the devil hath power/To assume a pleasing shape, yea, and perhaps/…/
       Abuses me to damn me” (Act 2, Scene 2, 627-632).
[14]  “The time is out of joint. O cursèd spite,/That ever I was born to set it right!” (Act 1, Scene 5, 190-191).
[15]  “Something is rotten in the state of Denmark” (Act 1, Scene 4, 95).
Η απόδοση έγινε το Δεκέμβρτιο του 2017 από τον Αναστάσιο Θεοφιλογιαννάκο.
Παραθέτουμε το Αγγλικό κείμενο: Source: Studies in Comparative Religion, Vol. 11, No. 4. (Autumn, 1977). © World Wisdom, Inc.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Ευγένιου Ντελακρουά.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

«Η αποκαθήλωση μιας εικόνας» Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Έτσι είχαν τα πράγματα όταν, την Παρασκευή 23 Μαρτίου 1453, ο νέος σουλτάνος ​​Μωάμεθ Β’ ξεκίνησε από την Αδριανούπολη για την Κωνσταντινούπολη με 12.000 Γενίτσαρους, αυτά τα «νέα στρατεύματα» που σχηματίστηκαν το 1326, για να αποτελέσουν μια ελίτ θρησκευτικό-στρατιωτική αδελφότητα υπείκοντας σε ένα μισογαμικό ασκητικό κανόνα που προέρχεται από εκείνον του δερβίση αγίου Χατζή Μπεκτάς, και της οποίας τα μέλη είχαν στρατολογηθεί, με μια εφευρετικότητα που θα πρέπει να λογίζεται αξιοθαύμαστη κάνοντάς τη να φαίνεται λιγότερο σατανική, όχι από Τούρκους, αλλά από τα ευρωστότερα αρσενικά παιδιά των Χριστιανών υπηκόων του Σουλτάνου. Οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Αυτοκράτορα και του Σουλτάνου είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. «Όπως είναι σαφές», έγραψε ο αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης, στον Μωάμεθ, «επιθυμείς τον πόλεμο περισσότερο από την ειρήνη, και καθώς δε μπορώ να σε ικανοποιήσω, ούτε με τις διαβεβαιώσεις μου για ειλικρίνεια, ούτε με την ετοιμότητά μου να ορκιστώ πίστη, ας γίνει σύμφωνα με την επιθυμία σου. Στρέφομαι τώρα και κοιτάζω προς το Θεό μόνο. Κι αν είναι το θέλημά του η πόλη να γίνει δική σου, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να του αντιταχθεί; Αν πρόκειται να σου εμφυσήσει την επιθυμία για ειρήνη, αυτό μόνο θα με κάνει πολύ χαρούμενο. Ωστόσο, σε απελευθερώνω από όλους τους όρκους και τις συνθήκες σου μαζί μου, και, κλείνοντας τις πύλες της πρωτεύουσας μου, θα υπερασπιστώ τον λαό μου μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός μου. Βασίλευε εν ευτυχία έως ότου ο Δικαιοκρίτης, ο Υπέρτατος Θεός, μας καλέσει και τους δυο ενώπιόν της καθέδρας της κρίσεώς του»[2]. Προετοιμασίες για πολιορκία ήταν σε εξέλιξη από το τέλος του προηγούμενου έτους· ήδη το θηριώδες κανόνι του Μωάμεθ είχε τοποθετηθεί στη θέση του, και το υπόλοιπο του στρατού του –εκτιμάται κάπου μεταξύ εβδομήντα και εκατόν σαράντα χιλιάδων πολεμιστών– είχε παραταχθεί έξω από τα τείχη της πόλης. Στις 6 Απριλίου έφτασε ο Σουλτάνος ​​και η σκηνή του, και στις 11 Απριλίου ξεκίνησε ο τουρκικός κανονιοβολισμός.

Η πολιορκία συνεχίστηκε για τις επόμενες έξι εβδομάδες, αντιστεκόμενων μέεσα στην πόλη, υπό τον αυτοκράτορα επί κεφαλής, περίπου επτά χιλιάδων πολεμιστών. Μεταξύ αυτών ήταν περίπου δύο χιλιάδες ξένα στρατεύματα συμπεριλαμβανομένου ενός αποσπάσματος από πεντακόσιους Γενουάτες υπό την αρχηγία, per benefitio de la Christianitade et per honor de lo mundo, του Ιωάννη Ιουστινιάνη ντι Λόνγκο. Αυτό το απόσπασμα κρατούσε την κρίσιμη Πύλη του Αγίου Ρωμανού απέναντι από την οποία οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει το βαρύτερο κανόνι τους και τους καλύτερους στρατιώτες και πίσω τους, επίσης, είχε πάρει τη θέση του ο Σουλτάνος, που περιβάλλονταν από τους Γενιτσάρους του με τα λευκά καπέλα. Στις αρχές Μαΐου ο Αυτοκράτορας παροτρύνθηκε από τους Συγκλητικούς και τον Πατριάρχη να φύγει, και ο Ιουστινιάνης, υπέρ του σχεδίου ο ίδιος, έθεσε τα πλοία του στην διάθεσή του. Ο Αυτοκράτορας τα άκουσε όλα αυτά με υπομονή σιωπηλός. Εν τέλει, αφού έμεινε για αρκετή ώρα σε βαθιά σκέψη, άρχισε να μιλάει: «Σας ευχαριστώ όλους για τις συμβουλές που μου δώσατε. Ξέρω ότι η φυγή μου από την πόλη θα μπορούσε να έχει κάποια ωφέλη για μένα, δεδομένου ότι όλα αυτά που προβλέπετε μπορεί να συμβούν πραγματικά. Αλλά είναι αδύνατο για μένα να φύγω: πώς θα μπορούσα να αφήσω τις εκκλησίες του Κυρίου μας, και τους διακόνους Του τους κληρικούς, και το θρόνο, και το λαό μου σε μια τέτοια δύσκολη θέση; Τι θα πει ο κόσμος για μένα; Εσάς, τους φίλους μου, παρακαλώ, στο μέλλον να μη μου λέτε τίποτα άλλο, παρά, “Όχι, Μεγαλειότατε, μη μας αφήνετε.” Ποτέ, ποτέ δεν θα σας αφήσω. Είμαι αποφασισμένος να πεθάνω εδώ μαζί σας.» Και λέγοντας αυτά, ο Αυτοκράτορας γύρισε το κεφάλι του από την άλλη, γιατί δάκρυα γέμισαν τα μάτια του· και μαζί του έκλαψαν ο Πατριάρχης και όλοι όσοι ήταν εκεί.[3]
Στις 23 Μαΐου, η τελική προσφορά της τουρκικής αντιπροσωπείας στον Αυτοκράτορα, για ένα βασίλειο στην Πελοπόννησο και ελεύθερη διαφυγή για όλους τους πολίτες, απορρίφθηκε, αν και μέχρι στιγμής η απελπισία της κατάστασης –έλλειψη ανδρών να συνεχίσουν την υπεράσπιση των δεκατεσσάρων μιλίων των τειχών, αποτυχία για οποιουδήποτε βοήθεια προερχόμενη από τη Δύση, απουσία υπερφυσικής παρέμβασης– θα μπορούσε να δώσει ένα καλό λόγο για παράδοση. Αλλά ακόμα οι Τούρκοι ήταν διστακτικοί: έπρεπε μήπως να λύσουν την πολιορκία; Αποφάσισαν να δοκιμάσουν μια τελική επίθεση και αν αυτή αποτύγχανε να εγκαταλείψουν την πόλη. Το βράδυ της 28ης Μαΐου ο Μωάμεθ περιήλθε όλο το στράτευμά του· τους μίλησε για την πόλη που επρόκειτο να πάρουν, για τους θησαυρούς στα παλάτια της και τις ιδιωτικές κατοικίες, τις εκκλησίες της με ασήμι και χρυσό και πολύτιμους λίθους, για κορίτσια νέα και όμορφα, αγόρια πολλά, σπίτια και όμορφους κήπους. Όσοι πέσουν μαχόμενοι για την πίστη θα μπουν κατ’ ευθείαν στον Παράδεισο. Όσοι ζήσουν τους δίνεται η υπόσχεση να λεηλατήσουν την πόλη για τρεις ημέρες: «όλος ο πλούτος της, το ασήμι της, ο χρυσός της, το μετάξι, τα υφάσματα και οι γυναίκες της, θα γίνουν δικά σας· μόνο τα κτίρια και τα τείχη θα κρατηθούν για το Σουλτάνο.» Και καθώς τελείωσε, από τις παρατάξεις των στρατιωτών του ξεσηκώθηκε επαναλαμβανόμενη η κραυγή, «La ilaha ill-Allah, Mohammed ressoul-Allah» (Δεν υπάρχει Θεός άλλος από το Θεό και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του).
Εν τω μεταξύ, οι πολιορκημένοι μέσα στην πόλη είχαν μάθει για την απόφασή του Σουλτάνου και την επικείμενη επίθεση. Εκείνη τη Δευτέρα το απόγευμα μια ιερή λιτανεία κινήθηκε στους δρόμους και τις πλατείες της Κωνσταντινούπολης. Όλοι, Ορθόδοξοι και Λατίνοι, επίσκοποι και ιερείς, μοναχοί και μοναχές, λαϊκοί και γυναίκες, τα παιδιά της πόλης, συμμετείχαν, σηκώνοντας τις θαυματουργές εικόνες, τα λείψανα των αγίων, χρυσούς και τα πολύτιμους σταυρούς. Σε κάθε ιερό, σε κάθε αδύναμο σημείο των τειχών, η πομπή σταματούσε, οι ιερείς διάβαζαν τις ευχές, οι επίσκοποι σήκωναν τις πατερίτσες τους και ευλογούσαν τους στρατιώτες, ραντίζοντάς τους με αγιασμό από αγιαστούρες με ξερό βασιλικό. Προς τη δύση του ηλίου, πριν τον Εσπερινό, ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους διοικητές των στρατευμάτων και τους επικεφαλής των πολιτών, Ελλήνων και ξένων. Τους μίλησε και είπε: «Αδελφοί και συμπολίτες, να είστε έτοιμοι για την αυγή. Αν ο Θεός μας δώσει τη χάρη και την ανδρεία, και η Αγία Τριάδα μας βοηθήσει, στην οποία και μόνο έχουμε πίστη, θα κάνουμε τέτοιες πράξεις που ο εχθρός θα φύγει πίσω με ντροπή κάτω από τα χέρια μας». Γύρισε προς τους Γενουάτες, τους Ενετούς, να τους απευθυνθεί ξεχωριστά: «Προσεύχομαι τώρα να μας δείξετε σε αυτή τη δύσκολη ώρα ότι είστε πράγματι σύντροφοί μας, πιστοί μας σύμμαχοι και αδελφοί μας.»… Στη συνέχεια, οι άθλιοι Ρωμαίοι αντρείωσαν τις καρδιές τους σαν λιοντάρια, ζήτησαν και έδωσαν συγγνώμη, και με δάκρυα αγκάλιασε ο ένας τον άλλον έχοντας στο νου όχι πια γυναίκα ή παιδιά ή επίγεια αγαθά, αλλά μόνο το θάνατο … τον οποίο με χαρά υποδέχονταν.» Και πήγαν στη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, «να ενισχύσουν τον εαυτό τους με την προσευχή και τη λήψη των Ιερών Μυστηρίων, να επιβεβαιώσουν τους όρκους τους να πολεμήσουν, και, εάν χρειάζεται, να παραβλέψουν όλα τα εγκόσμια, για να πεθάνουν για την τιμή του Θεού και της Χριστιανοσύνης».[4]
Ο Αυτοκράτορας εισήλθε στην ήδη γεμάτη εκκλησία. Για άλλη μια φορά, και μόνο για μια ακόμη φορά, οι μαρμάρινοι τοίχοι, οι ψηφιδωτοί θόλοι, ο άμβωνας και το εικονοστάσι, οι κρεμαστοί πολυέλαιοι, τα ιερά σκεύη, τα καντήλια, τα άμφια υπηρέτησαν μια χριστιανική λειτουργία. Πατριάρχης και Καρδινάλιος, με ένα πλήθος εκκλησιαστικών και Ορθοδόξων και Λατίνων· ο Αυτοκράτορας και ευγενείς, όλοι αυτοί όσοι είχαν απομείνει από την κάποτε περήφανη και λαμπρή βυζαντινή αριστοκρατία· στρατιώτες και πολίτες, Κωνσταντινουπολίτες, Βενετοί, Γενουάτες: όλοι ήταν παρόντες, όλοι με την επίγνωση ότι επεκρέματο πλέον η «έσχατη ώρα». Ο αυτοκράτορας προσευχήθηκε με μεγάλη θέρμη. Αφήνοντας τον αυτοκρατορικό θρόνο και πλησιάζοντας το τέμπλο, έκανε μετάνοιες μπροστά στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, ζήτησε συγνώμη από κάθε αξιωματούχο για κάθε αμάρτημα που τυχόν είχε βλάψει τον καθένα, τους αγκάλιασε όλους, και στη συνέχεια πήγε στο ιερό να μεταλάβει τα «αμόλυντα και θεία μυστήρια». Στα μάτια των ιερέων του, των στρατιωτών του, του λαού του, ετοιμάστηκε, σε αυτήν την λειτουργία των νεκρών, να εμφανιστεί ενώπιον του Θεού. Καθώς ο τελευταίος χριστιανός Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης στράφηκε και έφυγε από το ναό, όπου για τόσους πολλούς αιώνες οι προκάτοχοί του και λαός του είχαν λειτουργηθεί, το μεγάλο εκκλησίασμα έκλαιγε δυνατά.
Πίσω στο παλάτι του, ο Αυτοκράτορας, με τον τρόπο των βασιλέων, ζήτησε συγγνώμη από τους υπηκόους του για οποιαδήποτε σκληρότητα ή αδικία τυχόν τους είχε δείξει. «Ακόμα και άνθρωπος φτιαγμένος από ξύλο ή από πέτρα θα πρέπει να έχει κλάψει», έγραψε ο χρονογράφος αργότερα. Στη συνέχεια, όλοι επέστρεψαν στις θέσεις τους, και μένοντας μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους, κλείδωσαν τις πόρτες πίσω από τον τελευταίο, ώστε κάθε υποχώρηση να είναι αδύνατη. Αργά το βράδυ ο ίδιος ο Κωνσταντίνος έφυγε από το παλάτι, ιππεύοντας το αραβικό άλογό του, και με την συνοδεία του κάλπασε προς τα τείχη για τον τελική περιοδεία ελέγχου. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αποπνικτική· χοντρές σταγόνες βροχης έπεσαν, κι ύστερα σταμάτησαν· ο υπόκωφος ήχος των Τούρκων που ετοίμαζαν τις σκάλες δίπλα στην τάφρο έφτανε στο σκοτάδι. Πριν λαλήσει ο πετεινός, ο Αυτοκράτορας είχε καταλάβει τη θέση του κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Έτσι, «η κάθε πλευρά προσευχήθηκε στο Θεό της, εμείς στο δικό μας εκείνοι στο δικό τους, ο Κύριος των δυνάμεων με τη Μητέρα του στον ουρανό αποφάσισαν ότι πρέπει να πάρουν εκδίκηση στην αυριανή μάχη για όλες τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν».[6]
Με το πρώτο χάραμα της αυγής, στις 29 Μαΐου, η επίθεση ξεκίνησε. Ξανά και ξανά οι Τούρκοι επιτέθηκαν, με τον ήχο κυμβάλων και φλάουτων, τους μεταλλικούς ήχους των όπλων, την έκρηξη του κανονιού, το τρέμουλο συνταρακτικών πυροβολισμών· ξανά και ξανά απωθήθηκαν, μόνο και μόνο για να σπρωχτούν προς τα εμπρός και πάλι από τα αντίθετα κύματα των στρατευμάτων πίσω τους. Στη συνέχεια, σε μια κρίσιμη στιγμή, μια βαθιά πληγή ανάγκασε τον Ιουστινιάνη να αποσυρθεί από τη θέση του κλειδί στην άμυνα. Παρατηρώντας τη σύγχυση σε αυτό το ζωτικό σημείο, ο Μωάμεθ διέταξε τους Γενίτσαρους να επιτεθούν. Ένας από αυτούς, ένας γίγαντας, ο Χασάν Ουλουμπαλντί, κρατώντας την ασπίδα του στο αριστερό του χέρι, πάλεψε ανάμεσα στη βροχή από πέτρες και βέλη τοποθετώντας τη σκάλα του πάνω στην κορυφή του τείχους, ακολουθούμενος από περίπου τριάντα άλλους. Εξουδετερώθηκε και σκοτώθηκε, αλλά οι σύντροφοί του διέσπασαν τον κλοιό, ανέβηκαν στην κορυφή του τείχους, και βρέθηκαν μέσα στην πόλη. «Η πόλις εάλω», ξεχύθηκε η κραυγή, καθώς και άλλα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν πατώντας τις σωρούς των νεκρών και των λαβωμένων στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και οι τουρκικές σημαίες άρχισαν να εμφανίζονται στην κορυφή μερικών από τους πύργους. «Η πόλη έπεσε και είμαι ακόμα ζωντανός» –τέτοια είναι τα τελευταία καταγραμμένα λόγια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Δραγάση τη στιγμή, που κατεβαίνοντας από το άλογό του, κυρώνοντας την παραίτησή του από την Αρχή, όρμηξε και χάθηκε για πάντα μέσα στην τελική έφοδο των Γενιτσάρων.
Ως τις οκτώ το πρωί η πόλη ήταν στα χέρια των Τούρκων και το ταμένο τριήμερο κούρσος είχε αρχίσει. Δε χρειάζεται να μιλήσεις για τη σφαγή και τη λεηλασία, παρά μόνο για να πεις ότι, τρομακτική όπως ήταν, ήταν λιγότερο τρομακτική από ό, τι εκείνη των χριστιανών σταυροφόρων του 1204. Προς το μεσημέρι (ή, σύμφωνα με ορισμένους, την επόμενη μέρα) ο Πορθητής, συνοδευόμενος από τους Βεζίρηδες, τους Πασάδες και τους Ουλεμάδες του, και περιστοιχιζόμενος από τους Γενίτσαρους σωματοφύλακές του, μπήκε στην πόλη. Ίππευσε κατ’ ευθείαν προς το ναό της Αγίας Σοφίας. Αφιππεύοντας, έσκυψε κάτω στο κατώφλι, μάζεψε μια χούφτα χώμα, και το άφησε να πέσει στο τουρμπάνι του σαν μια πράξη ταπείνωσης μπροστά στον Θεό που του είχε δώσει τη νίκη. Τότε εισήλθε στην εκκλησία και διέταξε έναν από τους Ουλεμάδες της Αυλής του να ανέβει τον άμβωνα και να εκφωνήσει μια προσευχή, ενώ ο ίδιος στάθηκε όπου ήταν το ιερό και εκεί έκανε την πρώτη του Rika’at (γονυκλισία)[7] στη νέα του πρωτεύουσα. Έτσι, μετέτρεψε τη μεγάλη εκκλησία την αφιερωμένη στην Αθάνατη Σοφία του Χριστού, την καρδιά της χριστιανικής πόλης της Κωνσταντινούπολης και το σύμβολο της βαθύτερής της ελπίδας και (εσχατολογικής) υπόσχεσης[8], στο τζαμί Αγια-Σόφια της Μουσουλμανικής Σταμπούλ· και, όπως ο πιο διάσημος από τους Οθωμανούς ιστορικούς, Sa’d-ud-din επρόκειτο να γράψει έναν αιώνα περίπου αργότερα, ο ευρύς αυτός τόπος, αυτή η ισχυρή και ευγενής πόλη, από γη της εχθρότητας (dar-ul-harb), έγινε η πόλη όπου τα νομίσματα κόβονται (dar-uz-zarb) και από φωλιά της κουκουβάγιας των σφαλμάτων, μετατράπηκε σε πρωτεύουσα της δόξας και της τιμής. Μέσα από τις ευγενείς προσπάθειες του Μωαμεθανού Σουλτάνου, όταν τη σατανική κλαγή από τις καμπάνες των ξεδιάντροπων απίστων αντικατέστησε το μουσουλμανικό κάλεσμα για προσευχή, το γλυκό πεντάκις επαναλαμβανόμενο άσμα της παρακλητικής πίστης της ένδοξης τελετής· και τα αυτιά των ανθρώπων της Τζιχάντ γέμισαν με τη μελωδία του εζάν. Οι εκκλησίες που ήταν μέσα στην πόλη άδειασαν από τα άθλια είδωλά τους, και καθαρίστηκαν από τις βρώμικες και ειδωλολατρικές ακαθαρσίες τους· και με την αλλοίωση της όψης τους, και την ανέγερση του ισλαμικού μιχράμπ και του άμβωνα, πολλά μοναστήρια και παρεκκλήσια έγιναν ζηλευτά στους Κήπους του Παραδείσου[9]. Οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των ευσεβών, και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τους οικοδεσπότες του σκότους από τόπο που κατοικούνταν επί μακρόν από τους κατάπτυστους απίστους, και τα σκιρτήματα της αυγής της πίστεως διέλυσαν το μακάβριο σκοτάδι της καταπίεσης, χάριν του ονόματος, ακαταμάχητου σαν πεπρωμένο, του καλότυχου σουλτάνου που έγινε ύπατος στη διακυβέρνηση της νέας κυριαρχίας… Την πρώτη Παρασκευή (μετά την άλωση)[10] προσευχές απαγγέλλονταν στην Αγια-Σόφια, και το ένδοξο όνομα του σουλτάνου απαγγέλθηκε στην Khutba των Μωαμεθανών (στην προσευχή –khutba– της Παρασκευής αναφέρεται το όνομα του κυριάρχη). Έτσι, αυτό το αρχαίο οικοδόμημα φωτίστηκε με τις ακτίνες της Ορθοδόξου Πίστεως[11], και αρωματισμένο με την αναπνοή του αρώματος του Ιερού Νόμου· και οι καρδιές των Μουβαχιντίν (αυτών που μαρτυρούν την Ενότητα του Θεού) γέμισαν με χαρά στην ανύψωση των εμβλημάτων της Πίστης, κι έτσι αυτό το πιο επιθυμητό από τα ιερά, αυτό το υψηλό τζαμί, αυτός ο της καρδιάς τερπνός ναός, γέμισε από το λαό του Ισλάμ· και το χάρμα αντανακλάσεων εσωτερικό του, γυαλισμένο με τη Διακήρυξη της Ενότητας, έγινε λαμπερό σα γυαλισμένος καθρέφτης [12].
Μετάφραση: Κωσταντίνος Μπλάθρας
Σημειώσεις
[1] The Destruction of an Image. Είναι ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου του έργου του Φίλλιπου Σέρραρντ, Κωνσταντινούπολη, η εξεικόνιση μιας ιερής πόλης (1965), από όπου δημοσιεύουμε το σχετικό με την Άλωση απόσπασμα.  Destruction είναι η καταστροφή, το γκρέμισμα της εικόνας και των εικόνων συνολικά, όπως φαίνεται από το απόσπασμα του Οθωμανού χρονικογράφου στο τέλος του κειμένου. Θυμίζω ότι άρνηση της Αγίας Τριάδος και η εικονοκλαστική άρνηση της Ενανθρώπησης είναι βασική πίστη του Ισλάμ. (Σ.τ.Μ.)
[2] Στο M. Chedomil Mijatovich, Constantine the Last Emperor of the Greeks (London, 1892), σσ. 173-4, από το Σλαβονικό Χρονικό, The Reports of the Capture of Constantinople by the Godless Turkish Sultan.
[3] Γεώργιος Φραντζής, Chronicon minus. O Σέρραρντ αναπλάθει την αφήγηση του Φραντζή, στ. 719-867 «μετά των αγίων και σεπτών εικόνων […] οι δυστυχείς Ρωμαίοι καρδίαν ως λέοντες εποίησαν, και αλλήλοις συγχωρηθέντες ήτουν εις τω ετέρω καταλλαγήναι, και μετά κλαυθμού ενηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες ούτε γυναικών ή πλούτου φροντίζοντες, ει μη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι…». Περί Αλώσεως…, ό.π., σσ. 187-190 (Σ.τ.Μ.)
[4] Γεώργιος Φραντζής, Chronicon minus. O Σέρραρντ αναπλάθει την αφήγηση του Φραντζή, στ. 719-867 «μετά των αγίων και σεπτών εικόνων […] οι δυστυχείς Ρωμαίοι καρδίαν ως λέοντες εποίησαν, και αλλήλοις συγχωρηθέντες ήτουν εις τω ετέρω καταλλαγήναι, και μετά κλαυθμού ενηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες ούτε γυναικών ή πλούτου φροντίζοντες, ει μη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι…». Περί Αλώσεως…, ό.π., σσ. 187-190 (Σ.τ.Μ.)
[5] Φραντζής: «είτα ελθών εις τα ανάκτορα […] εν τήδε τη ώρα τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους τους εν τω παλατίω; ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι.». Η συνέχεια του κειμένου, στ. 867-874, αυτόθι, σ. 190 (Σ.τ.Μ.)
[6] Νικολό Μπάρμπαρο, Χρονικό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης. Στην ελληνική μετάφραση της Βανέσσας Α. Λάππα ως εξής: «Έχοντας παρακαλέσει η μια πλευρά και η άλλη το Θεό της να δώσει νίκη –εκείνοι το δικό τους κι εμείς τον εδικό μας– ο Κύριος και Θεός ημών όρισε στον ουρανό μαζί με τη μητέτα Του ποιοιθα έβγαιναν νικητές από τη σκληρή μάχη, της οποίας αύριο θα δούμε την κατάληξη.». Δες Γεώργιος Φραντζής, Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις εάλω, εκδ. Λιβάνη 1993, σ. 186 (Σ.τ.Μ.)
[7] Rika’at ή Rakat ονομάζεται η σε τέσσερεις φάσεις γονυκλισία των Μωαμεθανών κατά την προσευχή τους, προφέροντας φράσεις του Κορανίου –η παρένθεση του μεταφραστή. (Σ.τ.Μ)
[8]  Όπως συνάγεται από το όλο κεφάλαιο του Σέρραρντ, μέρος του οποίου παρουσιάζουμε εδώ. –η παρένθεση του μεταφραστή. (Σ.τ.Μ)
[9]  Οι Οθωμανοί ονόμαζαν Dersaadet, Πύλη της Ευδαιμονίας, Παράδεισο την Κωνσταντινούπολη, η οποία ωστόσο διατήρησε το όνομα του ιδρυτή της, Kostantiniyye, έως το 1923. Αυτή την εσχατολογική εικόνα της Πόλης άλλωστε αναλύει ο Σέρραρντ στο βιβλίο του, από την ίδρυσή της, ως Νέα Ρώμη, τη θέση της για τους Βυζαντινούς, λόγω των ιερών θησαυρών και της εσχατολογικής της μοίρας, ως Νέας Ιερουσαλήμ και τη μετάλλαξή της (καταστροφή της) από του Οθωμανούς, οι οποίοι ωστόσο συνέχισαν να αποδίδουν εσχατολογική μοίρα στην πόλη, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα του Sa’d-ud-din, που κατακλείει το βιβλίο. (Σ.τ.Μ.)
[10]   Την 1η Ιουνίου 1453, οπότε και έληξε η τριήμερη λεηλασία. (Σ.τ.Μ.)
[11] Των Μωαμεθανών εννοείται (Σ.τ.Μ)
[12] Khoja Sa’d-ud-din, The Capture of Constantinople from the Taj-ut-Tevarikh, trans. E. J. W. Gibb, Glasgow, 1879.
Βυζαντινή τοιχογραφία στον εξωτερικό τοίχο του κεντρικού ναού Μονής της Μολδαβίας (1537): Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Διακρίνεται μέσα στα τείχη η τελευταία λιτανεία της Θεοτόκου.

Συνέντευξη του Φίλιπ Σέρραρντ

Θα μπορούσατε, κ. Σέρραρντ, να μας δώσετε κάποια βιογραφικά σας στοιχεία;

Ρ.S.: Βέβαια. Γεννήθηκα στην Αγγλία, στην Οξφόρδη. Η καταγωγή μου όμως είναι από την Ιρλανδία. Ξέρετε, οι Ιρλανδέζοι είναι άλλοι, αλλιώτικοι άνθρωποι από τους Εγγλέζους. Και λίγο περίεργοι, θα έλεγα. Σπουδές έκανα στα πανεπιστήμια του Καίμπριτζ και της Οξφόρδης. Ο πατέρας μου δίδασκε στην Οξφόρδη. Αργότερα, στο δεύτερο πόλεμο, ήρθα στην Ελλάδα, για πρώτη φορά. Αρχισα τότε να μελετώ την ελληνική ποίηση. Είχα μείνει για ένα διάστημα στην Αθήνα και μετά επέστρεψα στην Αγγλία, όπου δίδαξα στα πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Οξφόρδης. Πάντα όμως αισθανόμουν πως έχω μια σχέση με την Ελλάδα… με την ιστορία, με τη θρησκεία της Ελλάδας…