Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Γιώργος Ντόκος

Γιώργος Ντόκος

Η γενεαλογία της έννοιας της επιβίωσης

Το κακό, η έριδα, ο πόνος , η αρρώστια, ο θάνατος έχουν ονομαστεί από τον μεγάλο θρησκειολόγο Μιρτσέα Ελιάντε τρόμος της ιστορίας. Όλες οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις προσπάθησαν να σταθούν και να απαντήσουν απέναντι στην τάση της φύσης προς τη φθορά, την σχάση και τον θάνατο. Οι περισσότερες παραδόσεις αναφέρονται σε μια παραδείσια κατάσταση πριν από την οποία υπήρχε το χάος. Η πτώση από τον παράδεισο έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της επιβίωσης και της επανάκτησης της χαμένης μακαριότητας.

Σύμφωνα με τον Ησίοδο: «Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων οι αθάνατοι του Ολύμπου. Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό, ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος, πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια, στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω. Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους· χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους, μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι με τα πολλά αγαθά τους» . (Ησίοδος 15, 114-125).  Στη συνέχεια σε μια πτωτική πορεία ακολουθεί το ασημένιο γένος, το χάλκινο γένος, το γένος των ηρώων, γένος δίκαιο και αντρείο, που εξολοθρεύτηκε όμως σε πολέμους και τέλος το πιο δυστυχισμένο γένος είναι το σιδερένιο γένος, το γένος των ανθρώπων.

Κατά τον Ησίοδο πάλι, οι ψυχές των ηρώων και άλλων επιφανών ανδρών μετά τον θάνατό τους μετέβαιναν στα νησιά των Μακάρων που ήταν τόπος των ευτυχισμένων ηρώων, οι οποίοι δεν πεθαίνουν, αλλά εξακολουθούν να ζουν στα νησιά αυτά. Ο παράδεισος αυτός βρισκόταν στην άκρη του κόσμου, στον «Ωκεανόν τον βαθυδίνην», όπως και άλλα μυθικά νησιά, στα πέρατα του δυτικού Ωκεανού. Επίσης Θεοί, ήρωες και Τιτάνες όπως, η Δήμητρα με τα δημητριακά, ο Διόνυσος με το κρασί, ο Προμηθέας με τη φωτιά και ο Ηρακλής με τους άθλους του είχαν ένα ρόλο εκπολιτιστικό. Ήταν οι εκπολιτιστές που ευεργέτησαν την ανθρωπότητα ώστε να μπορέσει να επιβιώσει μέσα στις δύσκολες και αντίξοες συνθήκες της τελευταίας εποχής.

Στη βιβλική διήγηση ο θάνατος και η φθορά μπαίνουν στην ιστορία, η μάλλον εκκινούν την ιστορία ύστερα από την παρακοή των πρωτοπλάστων και την βρώση του απαγορευμένου καρπού. Μετά την εξορία από τον παράδεισο ο Θεός ντύνει τον άνθρωπο με τους δερμάτινους χιτώνες όπως αναφέρει η διήγηση, που συμβολίζουν τις δυνατότητες για επιβίωση και πρόοδο. Μέσα από διάφορες ιστορικές και πολιτιστικές συγκυρίες γεννιέται στον βιβλικό κόσμο η προσδοκία για την έλευση ενός Μεσσία που στα έσχατα, το τέλος της ιστορίας θα λυτρώσει απ’ τα δεινά τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αν και αυτή η στάση αντικαθιστά την κυκλική αντίληψη της ιστορίας, ωστόσο είναι επίσης μια αντιιστορική στάση. Στους Εβραίους κάθε νέα ιστορική συμφορά ήταν μια τιμωρία, που είχε επιβάλλει ο Γιαχβέ στον αποστάτη εκλεκτό λαό του. Στον μεταγενέστερο Ιουδαϊσμό ο Θεός μετά την δημιουργία αποσύρεται από την κόσμο. Μέσα από την ενανθρώπηση, το πάθος και την ανάσταση  του Χριστού, ο Χριστιανισμός κομίζει ένα καινούργιο μήνυμα μεταμορφώνοντας τον πόνο από αρνητική κατάσταση σε μια εμπειρία με θετικό πνευματικό περιεχόμενο, την ευχαριστία.

Αντίθετα ο αρχαίος άνθρωπος προσπαθώντας να λυτρωθεί από τα δεινά της ιστορίας δημιούργησε την κοσμοθεωρία  της περιοδικής αναγέννησης της ζωής και της κυκλικής αναγέννησης του χρόνου. Με οδηγό την πορεία του ήλιου, της σελήνης και των άστρων ο αρχαίος άνθρωπος επανέφερε συνεχώς το γεγονός της δημιουργίας που αντιστρατεύεται τις δυνάμεις του κακού και του χάους. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους υπήρχε ένας αρχετυπικός παράδεισος, ενώ η ύπαρξη του ανθρώπου στον κόσμο θεωρείται ως πτώση. Μέσα από την κυκλική κίνηση η αρχαία ανθρωπότητα ακύρωνε τον χρόνο, αλλά ζούσε σε αρμονία με τους κοσμικούς ρυθμούς και προστάτευε τον εαυτό της, από οποιαδήποτε καινοτομία, η οποία θα διασάλευε αυτή την τάξη.

Πουθενά μέσα στο πλαίσιο των αρχαίων πολιτισμών η δυστυχία και ο πόνος δεν θεωρούνται ουδέτερα γεγονότα χωρίς νόημα. Οι Ινδοί αρκετά νωρίς επεξεργάστηκαν την ιδέα του κάρμα, που ερμηνεύει τα πραγματικά γεγονότα και τα δεινά της ζωής του ατόμου και ταυτόχρονα εξηγεί την αναγκαιότητα των μετεμψυχώσεων. Το κάρμα εγγυάται ότι καθετί που συμβαίνει στον κόσμο λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τον μεταβλητό νόμο της αιτίας και του αποτελέσματος. Τα δεινά σε αυτή τη ζωή είναι χρέη από σφάλματα που διαπράχθηκαν σε προηγούμενες ζωές, γι’ αυτό ο ινδουισμός και ο βουδισμός αναζήτησαν λύσεις, ώστε να απελευθερωθεί ο άνθρωπος απ’ αυτή την ατελείωτη αλυσίδα αιτίας-αποτελέσματος.

Η αρχαϊκή εποχή (8ος-6ος π.Χ. αιώνας) διακατέχεται από μια αίσθηση αισιοδοξίας. Κάτι τέτοιο αντικατοπτρίζουν τα αγάλματα της εποχής με το χαρακτηριστικό αρχαϊκό μειδίαμα. Η επόμενη περίοδος η κλασική εποχή (4ος-5ος π.Χ. αιώνας) χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία. Οι συνεχείς πόλεμοι και οι ασθένειες που ακολουθούσαν δημιούργησαν ένα κλίμα απαισιοδοξίας, τραγικότητας και ματαίωσης κάτι που εκφράζουν οι τραγωδίες. Μια άλλη τοποθέτηση θέλει ως πηγή της απαισιοδοξίας την παρακμή του τεχνικού πολιτισμού, επειδή τα τεχνικά έργα ήταν ασχολία μόνο μιας υποτιμημένης κατηγορίας ανθρώπων, αυτής των δούλων.

Κύριος εκφραστής της απαισιοδοξίας των κλασικών χρόνων ήταν ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας βέβαια είχε και προσωπικά ερείσματα για αυτή του την στάση. Η Αθηναϊκή δημοκρατία σκότωσε τον δάσκαλό του Σωκράτη, γεγονός που χαρακτήρισε το έργο του φιλοσόφου στο οποίο προσπαθεί να αποκαταστήσει την μνήμη του Σωκράτη και να ασκήσει κριτική στους λόγους και τον ρόλο τον σοφιστών.

Μέσα στην απογοήτευσή του ο Πλάτωνας οραματιζόταν μια τέλεια κοινωνία που την εξουσία θα ασκούσαν ευγενείς, που θα είχαν τα χαρακτηριστικά των φιλοσόφων. Ως εκφραστής της πατριαρχίας της εποχής του, υποτιμά τους χειρώνακτες και τις γυναίκες και αποδέχεται την δουλεία. Η κριτική βέβαια που ασκεί στους σοφιστές θα γίνει θεμέλιο για κάθε μεταγενέστερη κριτική σκέψη, ιδιαίτερα των στοχαστών που θέλουν να ελέγξουν τις αυθαιρεσίες μιας αυταρχικής εξουσίας.

Ο  Πλάτωνας προκειμένου να ερμηνεύσει την κατάπτωση της εποχή του επιστρατεύει το μύθο του αρχέγονου παραδείσου, ευδιάκριτο μέσα στις ινδικές δοξασίες. Έτσι μέσα στους διαλόγους Κριτίας και Τιμαίος γίνεται μια ερμηνεία στον μύθο της χαμένης Ατλαντίδος. Σε μια μακρινή εποχή, η οποία προσδιορίζεται 9.000 χρόνια πριν την εποχή του Πλάτωνα, τόσο η Ατλαντίδα όσο και η Αθήνα ήταν παραδεισένια νησιά πλούσια σε ορυκτό πλούτο, πανίδα και βλάστηση. Περνώντας τα χρόνια η φαυλότητα και η έριδα προξένησαν τη δυσμένεια των θεών, οι οποίοι μέσα από φυσικά φαινόμενα άλλαξαν το τοπίο. Η Ατλαντίδα χάθηκε μέσα σε ένα βάλτο, ενώ η αρχαία Αθήνα έχασε το παλιό της κάλλος.

Ο Πλάτωνας θα εντοπίσει την αιτία της πτώσης στο σώμα που αποτελείται από αντίθετους χυμούς. Το σώμα αποπροσανατολίζει και εγκλωβίζει την αθάνατη ψυχή. Οι θεοί έχουν δημιουργήσει έναν ιδεατό αρχέτυπο κόσμο, τον κόσμο των ιδεών. Όσο η ανθρωπότητα απομακρύνεται από αυτόν, τόσο δυστυχεί. Σε αυτό το ερμηνευτικό σύστημα του Πλάτωνα με τις κοσμικές παλινδρομήσεις και τις κοσμικές καταστροφές  εντοπίζουμε τον μύθο της αιώνιας κυκλικής επιστροφής, ιρανο-βαβυλωνιακής ίσως καταγωγής. Από εκεί και πέρα σκοπός του είναι να περιγράψει την ιδανική πολιτεία που θα διοικείται από τους άριστους-ευγενείς-φιλοσόφους, ενώ κάθε ένας πολίτης  θα έχει την θέση που του αρμόζει και οι συγκρούσεις θα αποφεύγονται μέσα από την τήρηση των νόμων.

Κατά τον Μεσαίωνα οι αυτοκράτορες θα προσπαθήσουν να δείξουν ότι η βασιλεία τους είναι ένα εκτύπωμα της βασιλείας του Θεού στη γη. Αντίθετα για τον απλό λαό η κόλαση και ο παράδεισος θα εξοριστούν στην άλλη ζωή, σε ένα μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον. Οι κλειστοί δρόμοι και οι δυσκολίες στις μεταφορές που θα δημιουργήσουν οι Οθωμανοί θα γεννήσουν την θεωρία για ένα επί γης κρυμμένο παράδεισο. Οι θεωρίες γύρω από το καθαρτήριο που τις βρίσκουμε και στη Θεία Κωμωδία του Δάντη θα επαναφέρουν με ένταση τον μύθο της καθολικής εκπύρωσης, ενός τέλους του κόσμου με φωτιά, από την οποία οι καλοί θα διαφύγουν αλώβητοι, ιρανικής και αυτός καταγωγής.

 

Στο τέλος του Μεσαίωνα και στην αρχή της Αναγέννησης θα δοθεί στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου η πιο υλική εικόνα του παραδείσου. Ο Βοκάκιος ανάμεσα στα χιλιάδες πτώματα από την πανώλη που είχε αποδεκατίσει την Φλωρεντία φαντάζεται την χώρα των Μακάρων ως εξής: «Κι ήταν ένα ολόκληρο βουνό από τριμμένη παρμεζάνα και στέκονταν, στην κορυφή του, άνθρωποι που έβραζαν ραβιόλια ή μακαρόνια, μέσα σε χύτρες με ζουμί από κότα. Και μόλις είχαν βράσει αρκετά, τα‘ ριχναν κάτω μέσ’ στην παρμεζάνα και, εκεί, τα έπαιρνε όποιος ήθελε κι έτρωγε ως που να χορτάσει».

Το 1492 μ.Χ. Ο Χριστόφορος Κολόμβος φτάνει στην Καραϊβική. Βαθιά πιστός έχει μια πεποίθηση ότι ο επίγειος παράδεισος βρίσκεται σε μια εύκρατη περιοχή πέρα από τον ισημερινό προφανώς επηρεασμένος από το μεσαιωνικό έργο του καρδιναλίου Πιερ ντ΄Αιγύ ImagoMundi. Σε όποιο νησί περνάει ονοματίζει τα πάντα. Μιμούμενος τον Αδάμ στον Παράδεισο δίνει όνομα στα νησιά, τις περιοχές, την πανίδα και την χλωρίδα. Ακόμη και τους ανθρώπους θα τους ονομάσει Ινδιάνους. Η ονοματοδοσία ισοδυναμεί με κατάληψη και κυριαρχία.

Τη συνέχεια στην Καραϊβική μας την δίνει ο Ισπανός ιεραπόστολος Βαρθολομαίος Ντε Λας Κάζας 50 χρόνια μετά, το 1552 στην αναφορά του προς τους βασιλείς της Ισπανίας με τίτλο: «Σύντομη ανασκόπηση της καταστροφής των Ινδιών». Στην τότε Εσπανιόλα (σήμερα άγιο Δομίνικο-Αϊτή): « Σε όλες τις χώρες των Ινδιών όπου πέρασαν οι χριστιανοί, πάντα είχαν επιβάλλει στους Ινδιάνους, σ’ αυτούς τους αθώους λαούς, όλες τις αγριότητες που ανέφερα, σφαγές, τυραννίες και φρικτή καταδυνάστευση. Πάντα πρόσθεταν νέα βασανιστήρια αγριότερα και γίνονταν ολοένα και πιο απάνθρωποι, γιατί ο Θεός τους άφηνε όλο να πέφτουν , να χώνονται σε ένοχες ιδέες και αισθήματα».

Στα νησιά Σαν Ζουάν (Πουέρτο Ρίκο) και Τζαμάικα: «Σκότωσαν, πυρπόλησαν, έψησαν, έριξαν ανθρώπους σε άγρια σκυλιά. Έπειτα καταπίεσαν, βασάνισαν και ταπείνωσαν τους επιζώντες, στα ορυχεία και σε άλλες εργασίες μέχρι την εξάντληση και τον αφανισμό όλων αυτών των δυστυχισμένων αθώων. Σε αυτά τα δυο νησιά υπήρχαν περισσότερες από διακόσιες χιλιάδες ψυχές, μάλλον νομίζω ένα εκατομμύριο, και σήμερα (1552) δεν έχουν απομείνει παρά διακόσια άτομα, στο καθένα. Στην Κούβα οι Ινδιάνοι γνώρισαν τόσο μεγάλες θηριωδίες που από την απελπισία άρχισαν να κρεμιούνται μόνοι τους άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Για την καλλιέργεια της ζάχαρης στην Καραϊβική μεταφέρθηκαν από την δυτική Αφρική εκατομμύρια νέγροι σκλάβοι μιας και ο γηγενής πληθυσμός είχε εξολοθρευθεί. Το εμπόριο των νέγρων το διεξήγαγαν οι Γενοβέζοι που είχαν εγκαταστάσεις στα περίχωρα του Παναμά και είχαν δημιουργήσει την Εταιρεία εμπορίας των Νέγρων. Έτσι κάπως δημιουργήθηκε το γνωστό τριγωνικό σύστημα εμπορικών συναλλαγών και το διατλαντικό δουλεμπόριο, που λειτούργησε από τα τέλη του 16ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα, μεταφέροντας σκλάβους από τη Δυτική Αφρική στην Καραϊβικής και τις αμερικανικές αποικίες και από εκεί  σοδειά διαφόρων ειδών, και βιομηχανικά προϊόντα στις ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις.

Οι ανταγωνιστές των Ισπανών, Άγγλοι, Γάλλοι και Ολλανδοί δημιούργησαν διάφορες μικρές βάσεις στην Καραϊβική. Οι Άγγλοι το 1665 πήραν την Τζαμάικα, ενώ οι Γάλλοι την Τορτούγκα μικρό νησί πάνω από την Αϊτή και οι Ολλανδοί το Κουρασάο. Στη συνέχεια φρόντισαν να επεκτείνουν τις κτήσεις τους με τον ακήρυχτο πόλεμο της πειρατείας. Οι Άγγλοι και Γάλλοι πειρατές άλωσαν τις ακτές της Καραϊβικής και της Αμερικής για εκατοντάδες χρόνια και κούρσευαν τα εμπορικά πλοία που μετέφεραν αγαθά στην Ευρώπη προκαλώντας οικονομικές ζημιές στους Ισπανούς. Οι Άγγλοι και Γάλλοι κυβερνήτες της Καραϊβικής ενθάρρυναν τους πειρατές ενώ όποτε έστελνε ο Ισπανός βασιλιάς πρεσβεία στον Άγγλο και τον Γάλλο τους ανακαλούσαν.

Οι πιο γνωστοί πειρατές αυτής της περιόδου είναι ο Άγγλος Χένρυ Μόργκαν (το ρούμι Captain Morgan του οφείλει το όνομα του αν και δεν υπήρχε την εποχή εκείνη ρούμι στην Καραϊβική) και ο Γάλλος Φρανσουά λ΄ Ολονναί. Ο Μόργκαν στάλθηκε σιδεροδέσμιος στην Αγγλία, ενώ ο λ΄ Ολονναί πέθανε φτωχός και εξαθλιωμένος. Οι πειρατές γνωστοί ως μπουκανιέροι από τον τρόπο που πάστωναν και κάπνιζαν το κρέας που είχαν ως προμήθειες στα καράβια τους λεηλατούσαν ξηρά και θάλασσα και υποδούλωναν αγροτικούς πληθυσμούς και στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Τα κλοπιμαία διαρκούσαν πολύ λίγο καιρό ώστε να συντηρήσουν την άσωτη ζωή τους κι έτσι πολύ γρήγορα μπάρκαραν για καινούργια κούρσα.

Οι αφηγήσεις του πληρώματος του θαλασσοπόρου Αμέριγκο Βεσπούτσι για τις χώρες και τους νόμους του νέου κόσμου και τα κείμενα του Πλάτωνα για μια ιδανική πολιτεία θα οδηγήσουν τον Τόμας Μορ το 1516  στο να γράψει την Ουτοπία. Πρόκειται για ένα φανταστικό ευνομούμενο νησί, όμοιο με την πολιτεία που περιγράφει ο Πλάτωνας, αλλά προσαρμοσμένη σε μια μεταγενέστερη εποχή. Εκεί ο Μορ Καθολικός στο θρήσκευμα καταφέρεται κατά του Προτεστάντη βασιλιά, της αριστοκρατίας και των σκληρών νόμων, και οραματίζεται μια κοινωνία δικαιοσύνης και κοινοκτημοσύνης, ενάντια στην πτώχεια και την ανισότητα και τους θρησκευτικούς πολέμους. Στον αντίποδα ο Αγγλικανός και πρόδρομος της φυσιοκρατίας και του εμπειρισμού Φράνσις Μπέικον θα γράψει τη Νέα Ατλαντίδα (1624). Μέσα σε αυτό το κείμενο ο Μπέικον προσπαθεί να στηρίξει τον θεσμό της βασιλείας και διάφορες προτεσταντικές-πουριτανικές θρησκευτικές πρακτικές. Τόσο η Ουτοπία του Μορ, όσο και η Νέα Ατλαντίδα του Μπέικον αποδέχονται την δουλεία.

Πολλές ιστορίες ναυαγών τα χρόνια των μεγάλων εξερευνήσεων θα γεννήσουν τον Ροβινσώνα Κρούσο μυθιστόρημα του Ντάνιελ Ντεφόε, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1719 και αντλεί υλικό και μοτίβα από τη Νέα Ατλαντίδα του Μπέικον. Ο Ροβινσώνας Κρούσος είναι ένας άγγλος ναυαγός που προσπαθεί να επιβιώσει ολομόναχος σε ένα νησί της Καραϊβικής. Πρόκειται για ένα σύμβολο της βρετανικής κατάκτησης και ένα κείμενο γεμάτο με θρησκευτικά θέματα. Ο Κρούσος πλησιάζει το Θεό, όχι ακούγοντας κηρύγματα σε μία εκκλησία αλλά περνώντας χρόνο μονάχος μέσα στη φύση έχοντας διαβάσει μόνο τη Βίβλο. Απέκτησε ένα δούλο που ήταν κανίβαλος και τον ονόμασε Παρασκευά. Στη συνέχεια ο Κρούσος τον δίδαξε αγγλικά και τον προσηλύτισε στον Χριστιανισμό. Κάποια άλλη στιγμή σκότωσαν, όσους κανίβαλους δεν αφομοιώθηκαν. Επτά χρόνια μετά το 1726 ο Ιρλανδός κληρικός και ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Τζόναθαν Σουίφτ θα εκδώσει το μυθιστόρημα τα ταξίδια του Γκιούλιβερ. Μια πικρή σάτιρα που προσπαθεί να αντικρούσει την απεριόριστη αισιοδοξία του Ντεφόε για τις ανθρώπινες ικανότητες. Ο Σουίφτ θα υποστηρίξει την άποψη πως το άτομο δεν προηγείται της κοινωνίας και θα προσπαθήσει να δείξει τις πολιτισμικές διαφορές των ανθρώπων, καθώς και να καυτηριάσει την πολιτισμική επιβολή του ισχυρότερου.

Μετά από πολλούς αγώνες η δουλεία καταργήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1833. Αυτό δεν σήμαινε ότι τα πράγματα για τους νέγρους θα άλλαζαν αμέσως. Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου ακολούθησε μια δεκαετία (1920) μεγάλης οικονομικής ύφεσης φτάνοντας στο γνωστό κραχ του 1929. Με την έναρξη του καπιταλισμού στη δεκαετία του 1930, πολλοί αγρότες μαύροι Τζαμαϊκανοί, επειδή η γη είχε πουληθεί ή μισθωθεί σε μεγάλες εταιρίες συνέρρεαν προς το Κίνγκστον με ελπίδες για εύρεση εργασίας και απασχόληση. Στην  πρωτεύουσα τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά. Χωρίς θέσεις εργασίας οι περισσότεροι περιθωριοποιήθηκαν σε γκέτο στα προάστια της πόλης ψάχνοντας για τροφή στα σκουπίδια. Οι για αιώνες σκλάβοι βρέθηκαν πάλι σε ένα αδιέξοδο και έτσι το έδαφος ήταν έτοιμο ώστε να αναπτυχθεί ένα μεσσιανικό-αποκαλυπτικό κίνημα με εσχατολογικές προσδοκίες στο άμεσο παρόν ή στο κοντινό μέλλον.

 

Ο Haile Selassie (=Ισχύς, δύναμη της Αγίας Τριάδας) στέφθηκε αυτοκράτορας της Αιθιοπίας το 1930, δίνοντας ελπίδα στους μαύρους αστούς της Τζαμάικα που περιθωριοποίησε ο καπιταλισμός. Χαρακτηριστικό αυτών των αγροτών είναι ότι ενώ βρίσκονται στην καρδιά του καπιταλισμού και της νεωτερικότητας, ωστόσο έχουν προνεωτερική ταυτότητα έτσι στην απόγνωσή τους δημιουργούν το πολιτικοθρησκευτικό μεσσιανικό κίνημα Ρασταφάρι. Η νεωτερικότητα γκρέμισε τα ιερά και τα όσια, αλλά ο καπιταλισμός κορύφωσε τη μυθική αγωνία. Απομυθοποιητικός και ταυτόχρονα μυθοποιητικός, από την ίδια του τη φετιχιστική δομή, μαζί με την μυθολογία της καθημερινής πεζότητας προκαλεί την επιστροφή του πιο αρχέγονου Μυθικού.

Το Νοέμβριο του 1930 το περιοδικό Timeέκανε εξώφυλλο του τη φωτογραφία του αυτοκράτορα ενώ το 1935 τον ανακήρυξε άνθρωπο της χρονιάς. Στη Τζαμάικα από το 1932 άρχισε να κυκλοφορεί το αντίγραφο ενός πορτρέτου του αυτοκράτορα της Αιθιοπίας. Μέσα από τις φωτογραφίες και τον τύπο της εποχής η εικόνα ενός μαύρου βασιλιά εντυπωσίασε τους απλούς αγρότες της Τζαμάικα και σε αυτές είδαν τις προφητείες του MarcusGarveyγια ένα Μαύρο Βασιλιά-Σωτήρα και τον επαναπατρισμό στην Αφρική να επαληθεύονται. Προφανώς εκείνη την εποχή στους αγροτικούς πληθυσμούς ο διαχωρισμός μεταξύ βωμού και θρόνου, δηλαδή πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας δεν ήταν σαφής, γι αυτό και πολύ εύκολα δόθηκε στον  HailleSelassieη μεσσιανική ιδιότητα ως φυσικό ακόλουθο της βασιλικής του ιδιότητας.  Ο ρόλος και η εικόνα επίσης του βασιλιά του Ηνωμένου Βασιλείου που είναι συνάμα και αρχηγός της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ίσως επηρέασε τους Τζαμαϊκανούς παρίες. Πραγματικό όνομα του αυτοκράτορα της Αιθιοπίας ήταν Ταφάρι Μακόνεν, ενώ το Ρας στα Αχμαρικά σημαίνει βασιλιάς,  από εκεί και η ονομασία του κινήματος Ρασταφάρι.

Η φορτισμένη στη Βίβλο με συμβολισμούς Αιθιοπία από την εποχή ακόμη του Σολομώντα και της Βασίλισσας του Σαβά έγινε για τους Ρασταφαριανούς η νέα γη της επαγγελίας. Η Αιθιοπία επίσης ήταν γενικότερα ένα αντιαποικιακό σύμβολο, αφού έχοντας μια στοιχειώδη κρατική οργάνωση και την χριστιανική πίστη απέφυγε μια μακροχρόνια κατάκτηση από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Ο επαναπατρισμός-έξοδος στην Αιθιοπία ήταν ένα από τα προτάγματα της νέας θρησκείας. Οι Τζαμαϊκανοί αγρότες απέρριψαν τον Χριστιανισμό, μιας και οι Χριστιανοί κύριοι τους, όχι μόνο τους καταδυνάστευαν, αλλά χρησιμοποιούσαν την Βίβλο ως μέσω χειραγώγησης των δούλων. Ωστόσο γαλουχημένοι με τη Βίβλο είδαν να εκπληρώνονται όλες οι μεσσιανικές προφητείες της στο πρόσωπο του  Χαιλέ Σελασιέ.

Ο δυτικός τρόπος σκέψης και ζωής θεωρήθηκε σκοτεινός και κακός και σε μια συμβολική γλώσσα ονομάστηκε Βαβυλώνα. Στη Βίβλο η Βαβυλώνα είναι φορτισμένη αρνητικά. Το 586 π.Χ. ο Ναβουχοδονόσορας καταλαμβάνει την Ιερουσαλήμ και το νότιο βασίλειο του Ιούδα και εξορίζει τους Ιουδαίους στη Βαβυλώνα. Τα γεγονότα περιγράφονται στα Βιβλία των Προφητών Ιερεμία και Δανιήλ. Ακόμη και στο βιβλίο της Αποκάλυψης πολύ αργότερα η Ρώμη που διώκει τους Χριστιανούς ονομάζεται πόρνη Βαβυλώνα.

Το κίνημα Ρασταφάρι έγινε παγκοσμίως γνωστό από τη μουσική ρέγκε (=η μουσική του βασιλιά). Κύριος εκπρόσωπος της μουσικής ρέγκε είναι ο Μπομπ Μαρλευ. Οι περισσότεροι στίχοι στα τραγούδια του έχουν ένα βιβλικό υπόβαθρο, ενώ η δυναμική της ποίησής του μπορεί να συγκριθεί με αυτή των παλιών μελωδών και υμνογράφων.

Το τραγούδι Survivorβρίσκεται στον ομώνυμο δίσκο του Μπομπ Μάρλευ που κυκλοφόρησε το 1979. Στο τραγούδι αφομοιώνεται ολόκληρη η μυθιστοριογραφία γύρω από τους ναυαγούς που προσπαθούν να επιβιώσουν στα νησιά της Καραϊβικής. Για τους νέγρους πρώην σκλάβους η Καραϊβική δεν είναι ο παράδεισος κοντά στον Ισημερινό που είχε ονειρευτεί ο Κολόμβος, αντίθετα ελπίζουν ότι ο επί γης παράδεισος βρίσκεται στην Αιθιοπία! Τα δεινά των σκλάβων εκφράζονται μέσα από το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ και τις διηγήσεις για τον Δανιήλ στον λάκκο με τα λιοντάρια και των τριών παίδων στην κάμινο που δεν προσκύνησαν τον Ναβουχοδονόσορα, που εδώ συμβολίζουν την Ρασταφαριανή Βαβυλώνα, δηλαδή τον ανεπτυγμένο κόσμο.

Η ιστορία των τριών παίδων στην κάμινο δεν είναι πρώτη φορά που θα εκφράσει τους καταπιεσμένους. Οι υμνογράφοι του 8ου μ.Χ. αιώνα θα εμπνευστούν και θα διαμορφώσουν το νόημα και το περιεχόμενο της 7ης και 8ης ωδής των κανόνων από αυτή τη διήγηση. Με αυτό τον τρόπο θα ασκήσουν υπόγεια κριτική στους αυταρχικούς εικονομάχους αυτοκράτορες, που εκείνη την εποχή προσπαθούν να μιμηθούν τα πρότυπα των αράβων χαλίφηδων. Κατά την Οθωμανική κυριαρχία θα δημιουργηθεί ένα νέο μελοποιητικό είδος οι καλοφωνικοί ειρμοί. Ο πιο παλιός  καλοφωνικός ειρμός είναι ποίημα του μοναχού Αρσενίου (αρχές 17ου αιώνα), ο οποίος  παίρνει το θέμα του από ένα παλιότερο ειρμό για τους τρεις παίδες: «Ἡ κάμινος Σωτήρ ἐδροσίζετο, οἱ Παῖδες δὲ χορεύοντες ἒψαλλον. Εὐλογητός ὁ Θεός ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν».

Τέλος στους στίχους του τραγουδιού μπορούμε να διακρίνουμε εκτός από τα αντιαποικιακά στοιχεία, ένα κλίμα φόβου  που προέρχεται από τη περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ψυχρού πολέμου των δεκαετιών ’70 & ’80. Μέσα σε αυτό το κλίμα  η επιστήμη και η τεχνολογία αντιμετωπίζονται καχύποπτα, ιδιαίτερα κάτω από το ενδεχόμενο της πυρηνικής απειλής. Υπό το πρίσμα αυτό η μουσική ρέγκε εντάσσεται στα φιλειρηνικά κινήματα εκείνης της εποχής.

Survival (Επιβίωση)

Πώς μπορείτε να καθίσετε άπραγοι
Πείτε μου τι σας νοιάζει;

Όταν κάθε φορά κοιτάζω γύρω,
οι άνθρωποι υποφέρουν από δεινά
σε κάθε περίπτωση, παντού.

Είμαστε οι επιζώντες. Ναι! Οι μαύροι επιζώντες!
Κάποιοι άνθρωποι πήραν τα πάντα.
Άλλοι δεν έχουν τίποτα.
Κάποιοι άνθρωποι έχουν ελπίδες και όνειρα.
Άλλοι  έχουν τους τρόπους και τα μέσα.

Είμαστε οι επιζώντες! Ναι! Οι μαύροι επιζώντες!
Ναι, είμαστε οι επιζώντες, όπως ο Δανιήλ στον λάκκο με τα λιοντάρια
(Μαύροι επιζώντες) Επιζώντες, επιζώντες!

Αδέρφια μου! Ποιον δρόμο θα επιλέξουμε;
Καλύτερα να βιαστούμε. Ω, βιαστείτε. Ω, βιαστείτε. Τώρα!
Γιατί δεν έχουμε χρόνο να χάσουμε.
Κάποιοι άνθρωποι υπολογίζουν σε γεγονότα και ισχυρισμούς.
Άλλοι έχουν υπερηφάνεια και ντροπή.
Κάποιοι κάνουν σχέδια και υπολογισμούς.
Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν κανένα στόχο φαίνεται!

Είμαστε οι επιζώντες, ναι: οι μαύροι επιζώντες!
Σας λέω τι είμαστε! Οι επιζώντες! Ναι! Οι μαύροι επιζώντες!
Είμαστε οι επιζώντες, όπως οι τρεις Παίδες στην φλογισμένη κάμινο

ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ
(Μαύροι επιζώντες),
Ρίχνονται στη φωτιά, αλλά ποτέ δεν καίγονται.
Λοιπόν αδέρφια μου.
Το κήρυγμα και ο λόγος πραγματοποιήθηκε.
Πρέπει να ζήσουμε, τώρα, τώρα!
Γιατί έφτασε η ώρα του Πατέρα.
Μερικοί άνθρωποι βάζουν το καλύτερο έξω.
Μερικοί άνθρωποι κρατούν το καλύτερο μέσα.
Μερικοί άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν ισχυροί.
Μερικοί άνθρωποι δεν θα περιμένουν για πολύ.

Είμαστε οι επιζώντες
Σε αυτή την εποχή της τεχνολογικής απανθρωπιάς (Μαύρη επιβίωση),
της επιστημονικής θηριωδίας (επιζώντες),
της ατομικής ψευδοφιλοσοφίας (Μαύρη επιβίωση),
της πυρηνικής παρενέργειας (επιζήσαντες):
Σε ένα  κόσμο που οδηγεί στη διαχρονική ανασφάλεια (Μαύρη επιβίωση).

Όλοι μαζί τώρα:
Είμαστε οι επιζώντες, ναι!
Είμαστε οι επιζώντες!
Ναι, οι Μαύροι επιζώντες!
Είμαστε οι επιζώντες!
Ένας καλός άνθρωπος δεν τιμάται ποτέ (επιζώντες)
στη πατρίδα του (Μαύρη επιβίωση).
Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα διαφορετικό (επιζώντες).
Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα διαφορετικό (Μαύροι επιζώντες).
Πρέπει να επιβιώσουμε! (Επιζώντες)

Βιβλιογραφία
Σημειώσεις μαθήματος η Διάδοση του Χριστιανισμού μετά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, Δημήτρης Μόσχος, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ.
Ησίοδος, Έργα και ημέρες – Θεογονία – Η ασπίδα του Ηρακλή, Μετάφραση:  Σταύρος Γκιργκένης, Ζήτρος 2001
Πλάτων Τιμαίος, μετάφραση Βασίλης Κάλφας, Πόλις 1995
Πλάτων Συμπόσιο-Κριτίας, μετάφραση Β. Δεδούσης-Γ. Κοδράτος, Δαίδαλος 1980
Δάντης Η Θεία Κωμωδία, μετάφραση Νίκος Καζαντζάκης, εκδ. Ελένης
Καζαντζάκη, 1992
Βοκάκιος, Δεκαήμερο, μετάφραση Περικλής Ροδάκης, Νέστορας 1993
Τσβέταν Τοντόροφ, Η κατάκτηση της Αμερικής-το πρόβληαμ του άλλου, μετάφραση Κική Καψαμπέλη, Νήσος 2004
Βαρθολομαίος Ντε Λας Κάζας, Η καταστροφή των Ινδιάνων, Στοχαστής 2003
Alexander O. Exquemelin, Οι πειρατές της Καραϊβικής, μετάφραση Θάνος Σακέτας, Στοχαστής 1991
Τρία κείμενα για την Ουτοπία, Thomas More: Ουτοπία, Francis Bacon: Νέα Ατλαντίς, Henry Neville: Η Νήσος των Πάιν.Μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης, Μεταίχμιο 2007
 Daniel Defoe, Ρομβισώνας Κρούσος, Αλκυών 2004
Τζόναθαν Σουιφτ, Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, μετάφραση Αθηνά Κακούρη, Πάπυρος 1996
A sketch of rastafi history, Norman Hugh Redington (1995)
Η μεσσιανική ιδέα και η μεταμορφώσεις της, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011
The Rastafari Movement:History, Culture, and Systems of Belief, Amanda Fonorow UNC-Greensboro
The Material Roots of Rastafarian Marijuana Symbolism, Akeia A. Benard
The Rastafari Movement:History, Culture, and Systems of Belief, Amanda Fonorow UNC-Greensboro
Η Θεολογία του Εικοστού Αιώνα, Rosino Gibellini, Άρτος Ζωής 2002
Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, Τσαρλς Ταίηλορ, Εκκρεμές 1991
The Routledge Companion to Anglophone Caribbean Literature, Michael A. Bucknor, 2002
Δημήτρης Μόσχος, Συνοπτική Ιστορία του Χριστιανισμού,  τόμος Β΄, εκδόσεις Αρμός 2014
Κόσμος και Ιστορία, Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής, Μιρτσέα Ελιάντε, Ελληνικά Γράμματα 1999
Έξοδος και Επανάσταση, Michael Walzer, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2015.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.
πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Φαίδρος και Σαμαρείτιδα στην κοίτη του Ιλισού

Εκεί που άλλοτε κυλούσε ο Ιλισός, κατά την αρχαιότητα μέσα σε ένα μαγευτικό τοπίο με πυκνή βλάστηση, πηγές και σπηλιές υπήρχαν πολλοί βωμοί και ιερά. Σύμφωνα με τον μύθο εκεί ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα έκτισαν το Ολυμπιείο μετά τον κατακλυσμό. Εκεί υπήρχαν βωμοί των Μουσών και τις Νυμφών. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει τον Ιπόλλυτο να τιμά εκεί την Αγροτέρα Άρτεμη θεά της αγνότητας και να της προσφέρει ένα στεφάνι, την εποχή που η πανίσχυρη Αθήνα έχει παραδοθεί στα έκλυτα ήθη.

Στην κοίτη του Ιλισού υπήρχαν και τα ιερά της Δήμητρας και Κόρης καθώς εδώ πιστευόταν ότι άρπαξε ο Πλούτωνας την Περσεφόνη και τελούνταν τα Μικρά Μυστήρια ή εν Αγραίς κατά τον  μήνα Ανθεστηρίωνα (μέσα Μαρτίου). Ήταν το προπαρασκευαστικό στάδιο για όσους επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στα Ελευσίνια Μυστήρια ή Μεγάλα Μυστήρια, που τελούνταν κατά το μήνα Βοηδρομιώνα (μέσα στο Σεπτέμβριο), αφού έπρεπε πρώτα να περάσουν ένα πρώτο τελετουργικό στάδιο κάθαρσης στα νερά του Ιλισού.

Στην Παριλίσια κοίτη υπήρχε και βωμός του Βορέα και της Ωρείθυιας (= αυτή που τρέχει σαν τρελή στο βουνό) αφού εκεί ο Βορέας θεός του ανέμου άρπαξε την κόρη του Ερεχθέα την Ωρείθυια και στη συνέχεια ενώθηκε μαζί της βίαια. Ο Πλάτων στον Φαίδρο βάζει τον Σωκράτη να αναφέρει κάπως ειρωνικά ότι ίσως υπάρχει μία λογική εξήγηση της ιστορίας: η Ωρείθυια μπορεί να έπεσε και να σκοτώθηκε στα βράχια του Ιλισού όταν φύσηξε μια δυνατή ριπή βοριά, και έτσι να ειπώθηκε ότι την πήρε ο Βορέας.

Μέσα από τέτοιους μύθους με αρπαγές όπως της Περσεφόνης και της Ωρείθυιας εκφράζεται μια η αλλαγή στην ιστορία του πολιτισμού, το πέρασμα από την μητριαρχία στην πατριαρχία. Σύμφωνα με τα ευρήματα των αρχαιολόγων φαίνεται ότι κατά την εποχή του χαλκού στις κοινωνίες του ελλαδικού χώρου, αλλά και σε άλλες περιοχές όπως στην Αίγυπτο και την Μεσοποταμία κυριαρχούσαν οι γυναικείες θεότητες της βλάστησης και ένας μητριαρχικός πολιτισμός με κέντρο την γυναίκα. Αυτό συνέβαινε επειδή οι πολιτισμοί εκείνοι ήταν γεωργικοί και έτσι θεοποιούσαν κατά κάποιο τρόπο τη γη και την γυναίκα που είναι σύμβολο της γονιμότητας. Αυτές οι θεότητες ονομάζονται επίσης και χθόνιες.

Οι νομαδικοί λαοί αντίθετα είχαν ουράνιες θεότητες και ένα πολιτισμό με κέντρο τον άνδρα. Αυτοί οι λαοί επειδή μετακινούνταν συνέχεια δεν είχαν κάποιο δέσιμο με την γη αντίθετα λάτρευαν τα ουράνια σώματα και κυρίως τον ήλιο. Έγιναν ιδιαίτερα ισχυροί κατά την εποχή του σιδήρου. Εφεύραν καινούργια όπλα από σίδερο, κατασκεύασαν τον τροχό και την άμαξα και άλλα εργαλεία και υποδούλωσαν τις αγροτικές κοινωνίες. Τέτοιος λαός ήταν και οι Δωριείς που κυριάρχησαν στον ελλαδικό χώρο μετά την γνωστή κάθοδο των Δωριέων.

Οι περιπλανώμενες φυλές επιβλήθηκαν λόγω της στρατιωτικής τους ισχύος στις αγροτικές κοινωνίες και έτσι περάσαμε από την μητριαρχία στην πατριαρχία. Όλη αυτή η αλλαγή στην ιστορία του πολιτισμού εκφράστηκε και στον θρησκευτικό τομέα. Ουράνιες και χθόνιες θεότητες άρχισαν να συνυπάρχουν και άλλοτε κάποιοι θεοί αντικατέστησαν άλλους. Όπως τα νομαδικά φύλα κυριάρχησαν πάνω στους αγροτικούς πληθυσμούς έτσι και οι ουράνιες θεότητες επισκίασαν τις χθόνιες. Έτσι σε πάρα πολλούς μύθους ένας θεός αρπάζει μια γυναίκα η οποία λέγεται συνήθως φεύγουσα και τα γεγονότα αυτά γίνονται μοτίβα˙οι γνωστές αρπαγές.

Η πιο ακραία έκφραση της πατριαρχίας κατά την αρχαιότητα είναι η ομοφυλοφιλία. Στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρος ο Λυσίας αναφέρεται στον έρωτα ως ομοφυλοφιλική σχέση, ενώ αντίθετα οι γυναίκες φαίνεται να είναι κλεισμένες στις οικίες τους και να χρησιμεύουν κυρίως για την αναπαραγωγή και διαιώνιση του είδους. Η ομοφυλοφιλία επίσης ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στα δωρικά στρατιωτικά φύλα. Με αυτό τον τρόπο οι στρατιώτες ενώνονταν συναισθηματικά μεταξύ τους και δημιουργούσαν ισχυρά και δεμένα στρατιωτικά σώματα.

Μια θερμή καλοκαιρινή μέρα ο Σωκράτης μαζί με τον Φαίδρο βρέθηκαν στην κοίτη του Ιλισού και ξεκίνησαν ένα διάλογο. Αιτία ήταν οι θέσεις του σοφιστή Λυσία, ο οποίος υποστήριζε ότι ένας άνδρας που είναι όμορφοςπρέπει να χαρίζει τον εαυτό του σε κάποιον που δεν είναι ερωτευμένος μαζί του, παρά σε έναν που είναι. Με αυτό τον τρόπο θα μπορεί να χαίρεται τις ηδονές και να αποφεύγει όλες εκείνες τις δυσκολίες που δημιουργεί το συναισθηματικό δέσιμο.

Ο Πλάτωνας παρουσιάζει τον Σωκράτη να αμφισβητεί τη θέση του Λυσία και συστηματικά να αναπτύσσει τον πλατωνικό έρωτα. Στη συνέχεια κριτικάρει τους σοφιστές οι οποίοι αναπτύσσουν τεχνικά τον λόγο και την ρητορική χωρίς όμως να ενδιαφέρονται και να ψάχνουν την αλήθεια. Μέσα σε αυτή την προοπτική ακόμη και η γραφή αποτελεί τροχοπέδη για την ανθρωπότητα, αφού από την μια αδυνατίζει την μνήμη και από την άλλη γεμίζει τους ανθρώπους με πληροφορίες για πράγματα που δεν έχουν ζήσει. Έτσι κάνει τους ανθρώπους να φαίνονται σοφοί, ενώ δεν είναι. Τι είναι όμως ο πλατωνικός έρωτας;

Ο Σωκράτης αρχίζει την επιχειρηματολογία του διακρίνοντας την σωφροσύνη από την ύβρη. Σε κάθε άνθρωπο υπάρχουν δύο αρχές που μας κυβερνούν και μας καθοδηγούν, και τις οποίες ακολουθούμε. Η μία είναι η έμφυτη επιθυμία για τις ηδονές και η άλλη είναι μια επίκτητη γνώμη, η οποία αποβλέπει στο καλύτερο. Και αυτές μέσα μας άλλοτε συμπνέουν και άλλοτε μάχονται η μια την άλλη και άλλοτε επικρατεί η μία, και άλλοτε η άλλη. Η επικράτηση της γνώμης που, διαμέσου του λόγου, οδηγεί στο καλύτερο και κυριαρχεί, ονομάζεται σωφροσύνη. Αντίθετα η επικράτηση της επιθυμίας η οποία, κυριεύοντάς μας, μας οδηγεί ασυλλόγιστα προς τις ηδονές, ονομάζεται ύβρη.

Ο Πλάτωνας προσπαθώντας να αποκαταστήσει τον έρωτα καταφεύγει στον δυισμό. Εκθειάζει την ψυχή, η οποία έχει αθάνατη ουσία και φτερά με τα οποία προσπαθεί να ανέβει ψηλά και να βρει το όντως αγαθό. Αντίθετα το σώμα στην ουσία του κάτι κακό˙είναι ένα όστρακο που εγκλωβίζει την ψυχή. Για τον Πλάτωνα η μανία-τρέλα είναι προϊόν της ανθρώπινης αρρώστιας ή θεϊκή επίσκεψη.Η θεϊκή μανία διαιρείται σε τέσσερα μέρη: τη μαντική έμπνευση που προέρχεται από τον Απόλλωνα, τη μυσταγωγική μανία από τον Διόνυσο, την ποιητική από τις  Μούσες, και την τέταρτη την καλύτερη, την ερωτική μανία, που αποδίδεται στην Αφροδίτη και τον Έρωτα.

Ο Σωκράτης παρομοιάζει την ψυχή με έναν ηνίοχο, που το άρμα του οδηγούν δύο άλογα, ένα καλό και υπάκουο (άσπρο) και ένα άσχημο και κακότροπο (μαύρο). Αυτό το κακότροπο άλογο παρασύρει και το καλό στην απόλαυση των σαρκικών ηδονών, όταν ο ηνίοχος δεν έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Έτσι είναι και η ψυχή μας, η οποία αποτελείται από τρία μέρη. Τα δύο είναι όπως τα άλογα και το τρίτο όπως ο ηνίοχος. Το μαύρο άλογο συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας (επιθυμητικό) και το άσπρο την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου (θυμοειδές). Ο ηνίοχος αγωνίζεται να μην συρθεί το άρμα εκεί που θέλει το κακότροπο άλογο, που είναι ο ξεπεσμός της ψυχής και αυτός αποτελεί το λογιστικό.

Οι ψυχές που αποκαλούνται αθάνατες, όταν φθάσουν στην άκρη της αψίδας, περνούν έξω και εγκαθίστανται στην πλάτη του ουράνιου θόλου . όταν μάλιστα σταθούν εκεί, αυτές βλέπουν τα πράγματα που είναι πέρα από τον ουρανό˙την άχρωμη, άμορφή και ανέγγιχτη ουσία γύρω από την οποία γεννιέται η αληθινή γνώση. Αυτή είναι θεατή μόνο από το νου, τον κυβερνήτη της ψυχής.

Τότε ο ηνίοχος είναι σαν να βάζει τα άλογα μπροστά στη φάτνη και να τους δίνει να φάνε αμβροσία, και μετά τα ποτίζει με νέκταρ. Αντίθετα όταν ο ηνίοχος δεν καταφέρνει να επιβληθεί στο επιθυμητικό τότε η ψυχή δεν ανάγεται από την ομορφιά του ερωμένου στο αρχέτυπο κάλλος, αλλά εγκλωβίζεται στις ηδονές, το σώμα και τον κόσμο με συνεχείς μετενσαρκώσεις.

Οι Χριστιανοί πατέρες προσέλαβαν από την διδασκαλία του Πλάτωνα την έννοια της αθανασίας της ψυχής, την τριμερή διαίρεσή της, καθώς και την έννοια της αγνότητας. Από την άλλη απέρριψαν τον δυισμό, την υποτίμηση του σώματος και της γυναίκας και την έννοια της μετενσάρκωσης. Μέσα από αυτά φαίνεται πόσο σημαντική ήταν η συζήτηση γύρω από το χριστολογικό δόγμα στην αρχαία Εκκλησία, αν δηλαδή ο Χριστός προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση ή όχι.

 Κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στην περιοχή του Ιλισού βρίσκονταν οι εκκλησίες της Παναγίας στην Πέτρα καθώς και η βασιλική και ο τάφος του αγίου μάρτυρος Λεωνίδη. Η εκκλησία της αγίας Φωτεινής χτίστηκε το 1872 μια εποχή που στο νεοελληνικό κράτος συζητιόταν έντονα το ζήτημα της συνέχειας του ελληνισμού από την Αρχαιότητα διαμέσου του Βυζαντίου στα νεότερα χρόνια.

Την διήγηση της συνάντησης του Χριστού με την Σαμαρείτιδα την συναντάμε στο 4ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη ευαγγελίου. Το ευαγγέλιο του Ιωάννη έχει χαρακτηριστεί ως πνευματικό, ωστόσο δεν του λείπει η ιστορικότητα. Μπορεί να λείπουν οι κατάλογοι, τόσο αγαπητοί στους αρχαίους συγγραφείς όπως και άλλες ιστορικές τεχνικές λεπτομέρειες, ωστόσο μετά το θαύμα στην Κανά ο Ιωάννης ξεκινάει μια πολύ ουσιαστική γνωριμία με τα γνωρίσματα και τους ανθρώπους της εποχής του Ιησού.

Ο Χριστός πριν ξεκινήσει την διδασκαλία του και τα θαύματά του κάνει ένα γρήγορο πέρασμα από όλο τον Ισραήλ. Αν και όλοι εκείνοι την εποχή μιλούν για τον νόμο του Θεού, αυτό που ισχύει είναι ο νόμος του κέρδους, ο νόμος του ισχυρού, ο νομικισμός των Φαρισαίων.

Η εποχή του Χριστού μας θυμίζει την γη την πρώτη μέρα της δημιουργίας: «η γη ήταν έρημη και ασχημάτιστη˙ήταν σκοτάδι πάνω από την άββυσο, και πάνω από τα νερά έπνεε Πνεύμα Θεού (Γεν. 1,2)». Αυτό που επικρατεί στον Ισραήλ την εποχή του Χριστού είναι η πλήρης σύγχυση, διαίρεση και διάσπαση. Ο ναός έχει γίνει οίκος εμπορίου και τυπολατρίας (Ιω 2,13-25). Πολλά κινήματα δημιουργούνται εκείνη την εποχή που θέτουν το ζήτημα της πνευματικής αναγέννησης, όπως είναι οι Εσσαίοι ή ο κύκλος των μαθητών του Προδρόμου (Ιω 3,22-36). Αυτά τα κινήματα έχουν ένα αναχωρητικό χαρακτήρα και δεν μπορούν να συμβιβάσουν την λατρεία του Γιαχβέ στον Ναό την ώρα που στην κοινωνία επικρατεί το άδικο και η δουλεία στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι στο ευαγγέλιο του Ιωάννη ο Χριστός τελικά δεν συναντά τον Πρόδρομο.

Ο νομικισμός των Φαρισαίων φαίνεται ξεκάθαρα στον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο. Ο πιο καλοπροαίρετος των Φαρισαίων δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει πνευματική αναγέννηση. Η ερώτησή του είναι απλοϊκή: «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ηλικιωμένος πια να γεννηθεί ξανά; Μήπως μπορεί να μπει στην κοιλιά της μάνας του και να γεννηθεί άλλη μια φορά;» Ο Χριστός θα κάνει μια δριμεία κριτική στους Φαρισαίους που συμπυκνώνεται στη φράση: «οι άνθρωποι παρόλο που γνώριζαν το Νόμο αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, γιατί οι πράξεις τους ήταν πονηρές» (Ιω 3,19).

Η συνάντηση του Χριστού με την Σαμαρείτιδα γίνεται στο πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιακώβ στην Παλαιά Διαθήκη λεγόταν και Ισραήλ. Ο Ισραήλ διασπάστηκε το 924 π.Χ. σε βόρειο και νότιο βασίλειο. Το βόρειο βασίλειο με πρωτεύουσα τη Σαμάρεια τις περισσότερες φορές είχε ασεβείς βασιλιάδες που συμμαχούσαν με άλλους λαούς εναντίον του νοτίου βασιλείου που είχε πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, στην οποία βρισκόταν ο Ναός. Έτσι οι βασιλιάδες του ανέπτυξαν μια θρησκευτική πολιτική που αντιπολιτευόταν τη λατρεία του Ναού των Ιεροσολύμων και επέβαλε ένα θρησκευτικό συγκρητισμό. Ο Ωσηέ προφήτης του βορείου βασιλείου παρομοιάζει την πατρίδα του με πόρνη που απιστεί στον άνδρα της, τον Γιαχβέ και λατρεύει άλλους θεούς: «Το λαό του Εφραΐμ εγώ καλά τον ξέρω˙δεν μπορεί να μου κρυφτεί ο λαός του Ισραήλ. Η φυλή Εφραΐμ έχει μολυνθεί με την πορνεία κι ο Ισραήλ με την ειδωλολατρία του. Τα έργα τους δεν τους αφήνουν να επιστρέψουν στο Θεό τους, γιατί πνεύμα πορνείας είναι μέσα τους και δεν αναγνωρίζουνε τον Κύριο (Ωσηέ 5,3-4)».

Με υπόβαθρο τα παραπάνω καταλαβαίνουμε πόσο διφορούμενη είναι η παρατήρηση του Χριστού: «πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου˙αυτό που είπες είναι αλήθεια». Η παρατήρηση ισχύει τόσο για τη Σαμαρείτιδα όσο και για τους Σαμαρείτες κατοίκους του βορείου βασιλείου που ήδη από 722 π.Χ. είχαν πέσει στην κυριαρχία των Ασσυρίων. Η Σαμαρείτιδα σε αυτό αναγνωρίζει τον Χριστό ως προφήτη. Το συναρπαστικό είναι ότι εκτός από αυτά που φανερώνονται γι’ αυτήν προσωπικά καταλαβαίνει και πολλά περισσότερα. Θέτει το ερώτημα γιατί να είναι οι άνθρωποι διηρημένοι στο ζήτημα της λατρείας του Θεού. Ύστερα από την απάντηση που παίρνει από τον Χριστό: «Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια», φανερώνεται μπροστά της η αλήθεια την οποία θα διαδώσει, ότι ο Ιησούς από την Ιουδαία είναι ο Μεσσίας.

 Η Εκκλησία τοποθετεί την διήγηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα μερικές εβδομάδες μετά το Πάσχα. Η συνομιλία του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα μοιάζει με τις μεταναστατικές εμφανίσεις του Χριστού στους μαθητές του, κατά τις οποίες τους εξηγούσε τα μυστήρια για το πάθος, την ανάσταση και την βασιλεία του. Για να κλείσουμε πάλι με τον Πλάτωνα καταλαβαίνουμε ότι η πραγματική δίψα της Σαμαρείτιδας δεν ήταν αυτή για τις ηδονές, αλλά η κρυφή της ατέλειωτη δίψα για καθαρό ουρανό.

Βιβλιογραφία

Η Αγία Γραφή, Νεοελληνική μετάφραση, Ελληνική Βιβλική Εταιρία, 2003
Πλάτων, Φαίδρος, εκδόσεις Ζήτρος 2006
Πλάτωνος,Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή, Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1934
Υπόμνημα εις το Κατά Ιωάννην Ευαγέλιον, Παναγιώτη Τρεμπέλα, Σωτήρ 1990
Το δράμα του Ιππολύτου, Κωνσταντίνος Γανωτής, Μαΐστρος 2009
Παράδοξος βασιλιάς, π. Ευάγγελος Γκανάς, Άρτος Ζωής 2016
Το πηγάδι και η πηγή, π. Αντώνιος Πινακούλας, Εν Πλω 2008
Η καταγωγή της βασιλείας, μετάβαση από την μητριαρχική στην πατριαρχική κοινωνία, Παναγής Λεκατσάς, Καστανιώτης 2006
Η μητριαρχία και η σύγκρουσή της με την ελληνική πατριαρχία, Παναγής Λεκατσάς, Καστανιώτης 2006
πηγή: Aντίφωνο

Πρωτομαγιά στον αη-Γιάννη των Σμυριδεργατών

Η λέξη εκμετάλλευση δηλώνει την χρησιμοποίηση κάποιου δούλου, εργάτη ή γενικά ανθρώπου με αθέμιτο τρόπο και σκοπό το κέρδος. Η λέξη μας πηγαίνει πολύ πίσω στα αρχαία μεταλλωρυχεία του Λαυρίου και των νησιών του Αιγαίου. Εκεί οι μεταλλωρύχοι εργάζονταν με πενιχρή αμοιβή κάτω από αντίξοες συνθήκες και με κίνδυνο τη ζωή τους που προερχόταν από την έλλειψη αέρα, τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, τις καταρρεύσεις των στοών, τις ενδεχόμενες πλημμύρες από καταιγίδα ή την παρουσία υδάτινου ορίζοντα.

Οι μεταλλωρύχοι τις περισσότερες φορές χωλοί, στραβοκάνηδες, μαυριδεροί, μικρόσωμοι ή άλλες φορές άπλυτοι, αναψοκοκκινισμένοι από την επεξεργασία των μετάλλων στη φωτιά περιθωριοποιήθηκαν και στην προφορική λαϊκή παράδοση χαρακτηρίζονταν ως τελώνια, δαίμονες, καλικάτζαροι, κατσικοπόδαροι, κατσίβελοι, καταχανάδες. Ο θεός των μεταλλουργών και της φωτιάς ο Ήφαιστος είχε αναπηρία στα πόδια, τη γνωστή νόσο των μεταλλωρύχων. Γι’ αυτό και οι θεοί τον πέταξαν από τον Όλυμπο και αυτός εγκαταστάθηκε στην Λήμνο. Πολλές φορές οι μεταλλωρύχοι και οι μεταλλουργοί αντιμετωπίστηκαν ως αποδιοπομπαίοι τράγοι σε κλειστές κοινωνίες ή άλλοτε τους αποδόθηκαν τα χαρακτηριστικά του μάντη, του μάγου, του γόητα και του φαρμακού. Μέχρι τις μέρες μας σιδηρουργοί ή συλλέκτες σιδερικών και μετάλλων είναι οι παρίες Ρομά.

Όλοι αυτοί οι κοινωνικοί αποκλεισμοί έχουν την καταγωγή τους και απηχούν την προσπάθεια των αριστοκρατικών Οίκων της αρχαιότητας να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν το προϊόν της εργασίας των μεταλλωρύχων και των συντεχνιών τους, ώστε να γίνουν οικονομικά ισχυροί δημιουργώντας μεγάλα θησαυροφυλάκια και οικονομική ισχύ. Την εξέλιξη αυτής της διαδικασίας κατά τα κλασικά χρόνια τη συναντάμε στη Δήλο, κέντρο της Δηλιακής Συμμαχίας όπου βρίσκονταν τα θησαυροφυλάκια των πόλεων-κρατών του συνασπισμού που εδραίωσε την Αθήνα του 5ο π.Χ. αιώνα. Αντίστοιχα, τα μεταλλεία Χρυσού του Παγγαίου οδήγησαν στην ακμή της την Μακεδονική Δυναστεία με τον Φίλιππο Β’ και χρηματοδότησαν τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πλούταρχος μνημονεύει τα μεταλλεία των μακεδονικών χρόνων και αναφέρει ότι επί Φιλίππου Β’ σκλάβοι εργάζονταν για την εξόρυξη των μεταλλευμάτων.

Άλλος ένας θεός προστάτης των μεταλλωρύχων και των μεταλλουργών ήταν ο Διόνυσος. Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου ο Διόνυσος διασώζεται από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να διασώσει το θείο βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής. Ο Διόνυσος επίσης είναι θεός του θανάτου. Θα κατεβεί στον Άδη για να πάρει την μάνα του Σεμέλη και να την ανεβάσει στον Όλυμπο. Ενώ ως Ζαγρέας θα συγκολλήσει τα μέρη του, αφού κατασπαραχθεί από τους Τιτάνες, οι οποίοι στη συνέχεια πέταξαν το κεφάλι του στη θάλασσα και το βρήκαν οι κάτοικοι της Μήθυμνας Λέσβου με το οποίο λάμβαναν προφητείες.

                  Το ότι ο Διόνυσος ήταν πυριγενής και το ότι πολλές φορές ανέβηκε και κατέβηκε στον Άδη ήταν οι αιτίες ο θεός των μεταμορφώσεων της φύσης να γίνει θεός των μεταμορφώσεων και της αναζήτησης των μετάλλων. Ο κορυβαντισμός και η ορειβασία της διονυσιακής θρησκείας συνδυάστηκε με την αναζήτηση νέων κοιτασμάτων μέταλλου στα βουνά. Οι μεταλλωρύχοι στην αρχαιότητα έχουν επίσης προστάτιδα και την Άρτεμη, θεά συγγενή με τον Διόνυσο και θεά του τοκετού, μιας και αυτοί ξεγεννούσαν από την μήτρα της γης τα μεταλλεύματα. Η πολύ σκληρή και επικίνδυνη εργασία ζητούσε τη στήριξη και την εύνοια των θεών, ενώ τα μέταλλα θεωρούνταν έμβρυα στην μήτρα της γης και η εκμετάλλευσή τους ήταν μια βίαιη παρέμβαση, γι’ αυτό έπρεπε να εξευμενιστεί. Οι μεταλλωρύχοι πιστευόταν ότι ήταν μάγοι, με σύμβολο το ρόδι, που τα κόκκινα σπόρια του συμβολίζουν το κόκκινο πέτρωμα (κοιτάσματα σιδήρου) στα σπλάχνα της γης, ενώ τα διάφορα λαβυρινθοειδή σχήματα εξηγούνται ως σύμβολα που οδηγούν στη μήτρα της γης και τον κάτω κόσμο μέσω των σπηλαίων και των στοών εξόρυξης.

                  Οι μεταλλωρύχοι και οι μεταλλουργοί τέλος εικάζεται ότι είναι εφευρέτες του αρχαίου προσωπείου και του αρχαίου θεάτρου. Το αρχαίο θέατρο του Λαυρίου, αρχαίου δήμου Θορικού με θέα την Μακρόνησο, θεωρείται το αρχαιότερα θέατρο του ελλαδικού χώρου. Οι μεταλλωρύχοι και οι μεταλλουργοί ήταν επίσης οι κατεξοχήν κατασκευαστές προσωπείων-μασκών, οι οποίες τους προστάτευαν είτε από την φωτιά κατά την επεξεργασία των μετάλλων, είτε από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις κατά την εξόρυξη των μεταλλευμάτων από τα έγκατα της γης.

Στη Νάξο βρίσκεται, κοντά στο χωριό Κόρωνος και Απείρανθος στα σπλάχνα του βουνού Αμμόμαξη το μοναδικό στον κόσμο ορυχείο σμύριδας. Η κονιοποιημένη σμύριδα χρησιμοποιείται για κατασκευή σμυριδόπανου ή γυαλόχαρτου. Η σμύριδα Νάξου εκτοπίστηκε από τη διεθνή αγορά, κυρίως από την τεχνητή σμύριδα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

                  Κατά την Ενετοκρατία η σμύριδα ανήκε στον φεουδάρχη στο φέουδο του οποίου υπήρχε. Από το 1699 η σμύριδα εξορυσσόταν για λογαριασμό των Ενετών τιμαριούχων Κορονέλλου και Γριμάλδου και την παραλάμβαναν οι Άγγλοι. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1719) οι κάτοικοι του κοινού των χωριών διαμαρτύρονται προς τους Καστρινούς (απόγονοι των Ενετών) για το σμυρίγλι και ζητούν να τους δίνεται η δυνατότητα να το εξορύσσουν και να το εμπορεύονται ελεύθερα. Η απάντηση ήταν αρνητική˙«δια το σμυρίγλι φανερόν πράμμα είνε από παλαόθες πως είνε δικαίωμα των αφεντοτόπων». Μόλις το 1780 δίνεται το προνόμιο από τους Οθωμανούς οι κάτοικοι των χωριών να εξορύσουν και να εκμεταλλεύονται το σμυρίγλι ελεύθερα και για λογαριασμό τους.

                  Από το 1824 τη διαχείριση του σμυριγλιού περνάει στο ελληνικό δημόσιο. Την δεκαετία του 1920 εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης σε ορυκτό πλούτο, των οικονομικών δυσχερειών αλλά και του προσφυγικού ζητήματος το ελληνικό κράτος επενδύει στη σμύριδα δημιουργώντας εναέριο σιδηρόδρομο, ώστε να μεταφέρονται τα κοιτάσματα από τα ορυχεία σε μεγάλες αποθήκες στη Μουτσούνα, το επίνειο της Απειράνθου, απ’  όπου με πλοία ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο.

                  Οι σμυριδεργάτες εκτός από το ότι έκαναν ένα πολύ δύσκολο και επικίνδυνο επάγγελμα, τις περισσότερες φορές ήταν και κακοπληρωμένοι. Τα βάσανά τους έγιναν τραγούδια και ποιήματα, μιας και η Απείρανθος είναι γνωστή ως το χωριό που στιχοπλοκεί. Πολλές φορές αυτοί που έκαναν τη διαλογή της σμύριδας ή αυτοί που εκμίσθωναν από το κράτος κάποιες εξορύξεις ή άλλα έργα αδικούσαν τους εργάτες οι οποίοι κάνουν την αδικία

τραγούδι και φτάνουν να ζητούν ανταπόδοση από τον Κριτή-Θεό

.

Από τους εκατοντάδες στίχους σταχυολογούμε κάποιους που περιγράφουν τα βάσανα και τους κόπους των σμυριδεργατών:

Τέσσερις άμα χτυπήσει το ρολόι το πρωί

Αρχινούν’ τα βάσανά μου μέσα στην παλιοζωή.

Λογοθέτης Γεωργ. Γλέζος

Η αλυσίδα να κοπεί κι η μηχανή να σπάσει

Κι ευτά που μας σε κόψασι ανάσκελα να φάσι

‘ιατί θαρρώ οι κόποι μας χαμένοι πως θα πάσι.

Βελονικόλας-Εμμανουήλ Ματθ. Πρωτονοτάριος

Πες του δυο κατοστάρικα να μας σε δώσει μόνου

‘ιατί δεν είναι σίουρο α’ ζούμε και του χρόνου.

Ιωάννης Γεωρ. Πρωτονοτάριος

Σαν απεθάνω και χρωστώ, χρωστούσι μου κι εμένα

χαλάλι ντωνε κι εκείνω, χαλάλι μου κι εμένα.

Εμμανουήλ Πετρ. Μάρκος

Έκλεψαν τα’ ασμρίγλι μας και θα ‘ελούσι τώρα

που να τσοι κρίνει ο Θεός να τα’ έβρ’ άδικη ώρα.

Στέφανος Εμμ. Γεροντής

Μαύρη ειν’ η πέτρα και σκληρή πόνος ‘ια κάθε σκλάβο

Μα όμως δόξα και χαρά μόνου στον εργολάβο

Κι όλοι πεθαίνουσι φτωχοί όσοι την πολεμούσι

‘ιατί σκληρά δουλεύγουσι και φράγκο δε θωρούσι

Λογοθέτης Γεωργ. Γλέζος

Κατεβαίνουσι-ν- οι σκλάβοι

Να φορτώσουν το καράβι.

Πε μου από είντα αραπιά τα’ έχεις κατεβασμένοι

ευτοί τσοι μαύροι αράπηδοι τσοι καθυστερημένοι;

Από ουτοί αράπηδοι τα’σασες τα παιδιά σου

Όμως ΄ια ΄φτοι το χέρι σου δε βάνεις στην καρδιά σου.

Από ουτοί τσ’ αράπηδοι τα πλούτη έχεις κάνει

Χωρίς να το σκεφτείς ποτέ του χάρου το ντραπάνι.

Λογοθέτης Γεωργ. Γλέζος

Και φτύνουμε αίμα μέχρι να βρει

η «απόπειρά μας» πέτρα μαύρη

νάρθει το Κράτος να την πάρει

με τριάντα φράγκα το καντάρι,

κι ύστερα εκείνο να τη δώσει

πέντε φορές σ’ αξία τόση.

Νίκος Εμμ. Πρωτονοτάριος ποίημα Σμυριδεργάτες

                  Οι σμυριδεργάτες από την Κόρωνο έκτιζαν κελιά και έκαναν δωρεές στην Παναγία την Αργοκοιλιώτισσα ως τάμα σε περίπτωση που η Παναγία τους βοηθούσε να βρουν φλέβα σμύριδας. Την Πρωτομαγιά του 1927 μια χρονιά μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής του εναέριου σιδηρόδρομου οι σμυριδεργάτες της Απειράνθου έκτισαν το ξωκλήσι του Προδρόμου στην Μουτσούνα, όπως μαρτυρά επιγραφή στην είσοδο της εκκλησίας. Οι αιματοβαμμένες εξεγέρσεις των εργατών του Σικάγο τον Μάιο του 1886, που καθιέρωσαν την εργατική Πρωτομαγιά, άρχισαν να γιορτάζονται και στην Ελλάδα ήδη από το 1892. Γιατί όμως οι σμυριδεργάτες της Απειράνθου διάλεξαν ως προστάτη τους τον Πρόδρομο;

                  Οι γιορτές της σύλληψης και της γέννησης του Χριστού και του Προδρόμου αντικατέστησαν παλιότερες γιορτές αφιερωμένες στον ήλιο. Ο Χριστός είναι ο ήλιος και ο Πρόδρομος ο λύχνος , μια φλόγα μέσα στο σκοτάδι (Ψαλμός 131, Ιωάννης 5,35). Έτσι οι γιορτές μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο και την εαρινή ισημερία όπου ο ήλιος αρχίζει και δυναμώνει και η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει είναι τα Χριστούγεννα και ο Ευαγγελισμός. Αντίθετα οι γιορτές μετά το θερινό ηλιοστάσιο και την φθινοπωρινή ισημερία όπου ο ήλιος απομακρύνεται από το βόρειο ημισφαίριο και η ημέρα αρχίζει να μικραίνει είναι η γέννηση (24 Ιουνίου)  και η σύλληψη του Προδρόμου(23 Σεπτεμβρίου). Γύρω από αυτό τον κύκλο στοιχίζονται και οι υπόλοιπες γιορτές του Προδρόμου, Αποτομή της κεφαλής (29 Αυγούστου),  η Α΄ και Β΄ εύρεση της κεφαλής (24 Φεβρουαρίου) και η Γ΄ εύρεση της κεφαλής του Προδρόμου(25 Μαΐου).

                  Ιδιαίτερα οι γιορτές της Αποτομής και των ευρέσεων της κεφαλής του Προδρόμου είναι αυτές που μέσα από το περιεχόμενο και την υμνολογία τους άγγιξαν του σμυριδεργάτες. Αρχικά πρέπει να δούμε την ταύτιση των αδικημένων εργατών με το θύμα-Πρόδρομο μιας ανουσιουργού, μισητής και μιαιφόνου (μιασμένης από φόνο) πράξης. Ύμνοι της Αποτομής αναφέρουνότιη κεφαλή του Προδρόμου αγίασε την γη, στην οποία δουλεύουν οι μεταλλωρύχοι «ἐκτμηθείς σου τὴν κάραν, τήν, γῆν ἡγίασας». Αλλά πιο σημαντικοί για το θέμα μας είναι οι ύμνοι των γιορτών της εύρεσης της Κεφαλής του Προδρόμου.

                  Στους ύμνους αυτών των γιορτών η κεφαλή του Προδρόμου που βρέθηκε μέσα στη γη παρομοιάζεται σαν θησαυρός «Θησαυρὸς ἐνθέων δωρεῶν, ἡ θεοφρούρητος κάρα σου Πρόδρομε, ἐκ τῶν τῆς γῆς λαγόνων ἀνέτειλεν» (Δοξαστικό Εσπερινού) ή σαν τον χρυσό «Ὥσπερ ἐκ μετάλλων ὁ χρυσός, οὕτως ἐκ τῆς γῆς τοῦ Προδρόμου, ἡ κεφαλὴ δᾳδουχεῖ» που φέγγει και τον ξεχωρίζουμε από τα άλλα μέταλλα τα οποία φανέρωσε η γη «τὸ μυστήριον Κάρα σου, ὡς ἐκ λαγόνων μητρικῶν, ἐκ τῶν ταμείων τῆς γῆς, σήμερον ἀνατέταλκεν» (Δοξαστικό αποστίχων αίνων), «Ἐκ γῆς ἀνατείλασα ἡ τοῦ Προδρόμου κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι τῆς ἀφθαρσίας» (Απολυτίκιο). Οι παραπάνω συσχετισμοί  έκαναν τους σμυριδεργάτες να συνδεθούν με τον Πρόδρομο την ημέρα της εργατικής Πρωτομαγιάς, μιας καινούργιας γιορτής˙σύμβολο των πολιτικών αγώνων και των διεκδικήσεων της νεωτερικότητας.

Βιβλιογραφία

-Η ανάδυση της αρχαίας τραγωδίας από τα ορυχεία, θέατρο και μεταλλωρύχοι-μεταλλουργοί, Χάρης Μιχ. Κουτελάκης, δρ Αρχαιολογίας-Ιστορικός, Ινστιτούτο του βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 2016.

-Ποίηση χαραγμένη στην Πέτρα, Κοινωνική μνήμη και ποιητική με θέμα το σμυρίγλι από τ’Απεράθου και την Κόρωνο της Νάξου, Μανόλης Ν. Αρχοντάκης-Γιαννούλης Γ. Γιαννούλης, Ατραπός, Αθήνα 2001

-Μηναία Αυγούστου, Φεβρουαρίου, Μαΐου, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2011.

 

Φωτογραφίες Μανώλης Στ. Πολυκρέτηςπηγή: Aντίφωνο

 

Η συνάντηση της Μήδειας του Ευριπίδη και του Αγ. Ιωάννη του Νηστευτή

Στην Περαχώρα της Κορίνθου μετά την λίμνη Βουλιαγμένης, γνωστή από την αρχαιότητα και ως Πειραίον ή Πειραία ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. το μεγάλο αρχαϊκό ιερό της Ήρας Ακραίας ή Λιμενίας και γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του τον 6ο αιώνα π.Χ. την ίδια εποχή με την περίοδο ακμής της πόλης της Κορίνθου στην οποία ανήκε.

Ο πρώτος μικρών διαστάσεων και αψιδωτός ναός της Ήρας Ακραίας είναι το πρωιμότερο οικοδόμημα στο χώρο. Το 1931 κατά την διάρκεια των ανασκαφών αποκαλύφθηκε το δυτικό άκρο της αψίδας του ναού στη θέση όπου ήταν κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Νηστευτή. Για την συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας το εκκλησάκι μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση στο μεσαίο επίπεδο του Ιερού. Από το γεωμετρικό ναό σώζεται σήμερα τμήμα της θεμελίωσης του βόρειου τοίχου.

Τον 6ο αιώνα π.Χ. νέος ναός δωρικού ρυθμού αντικατέστησε τον αψιδωτό ναό των γεωμετρικών χρόνων. Ο χαρακτηρισμός Ακραία προήλθε από τρεις επιγραφές που βρέθηκαν στην δυτική αυλή καθώς και από αγγεία όπου αναγράφεται αυτό το επίθετο της Θεάς. Στο χώρο επίσης του Ιερού υπάρχει βωμός, στοά, δεξαμενές και εστιατόριο που συνδυάζουν δωρικά και ιωνικά στοιχεία φανερώνοντας την διασταύρωση των πολιτισμών σε μια από τις πιο σημαντικές εμπορικές πόλεις της αρχαιότητας.

Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο του Ηραίου διενεργήθηκαν τα έτη 1930-1933 από τον Humphrey Payne (1902-1936) διευθυντή της Βρετανικής Σχολής Αθηνών. Τα ευρήματα του ιερού βρίσκονται προσωρινά σε κάποια από τις αποθήκες του αρχαιολογικού μουσείου Ισθμίας ύστερα από την καταστροφή του μουσείου της Περαχώρας από τον σεισμό του 1981.

Σύμφωνα με τον Ευριπίδη η Μήδεια έθαψε τα παιδιά της στο Ιερό της Ήρας. Προς το τέλος του 7ου Επεισοδίου στίχους 1377-1388 διάβαζουμε τον εξής διάλογο μεταξύ της Μήδειας και του Ιάσονα:
Ιάσονας: Άσ’ τους νεκρούς να θάψω και να κλάψω.
Μήδεια: Αμ’ όχι! Θα τους θάψω μοναχή μου,
με τούτα μου τα χέρια, θα τους φέρω
στο τέμενος της Ήρας της Ακραίας,
μην πάει κανείς εχτρός και τους ντροπιάσει,
ξεχώνοντας τους τάφους και σε τούτη
τη γη του Σίσυφου, γιορτή θα ορίσω
για καθαρμόν αυτού του ανόσιου φόνου.
Κ’ εγώ πηγαίνω στου Ερεχθέα τη χώρα,
με τον Αιγέα, το τέκνο του Πανδίονα,
να συγκαθίσω. Μα εσύ, καθώς σου πρέπει,
θα πας κακήν κακώς, το πικρό τέλος
του καινούργιου του γάμου σου αφού τόδες.
.
Η τραγωδία Μήδεια του Ευριπίδη διδάχτηκε το 431 π.Χ. ακριβώς την χρονιά που ξέσπασε ο πελοποννησιακός πόλεμος. Η Μήδεια (μέδομαι=προνοώ, φροντίζω, σκέπτομαι) είναι η κατ’εξοχήν μάγισσα-φαρμακός της αρχαιότητας ανιψιά της μάγισσας Κίρκης. Σύμφωνα με την μυθολογία, αφού ερωτεύθηκε τον Ιάσονα επιστράτευσε όλα τα μαγικά της για να τον βοηθήσει στην αργοναυτική εκστρατεία. Για να αργοπορήσει τον πατέρα της Αιήτη, ο οποίος τους καταδίωκε, τεμάχισε τον αδελφό της, Άψυρτο, και σκόρπισε στη θάλασσα τα μέλη του. Στην Ιωλκό αργότερα, ο Ιάσονας την παρακάλεσε να εκδικηθεί τον Πελία, φονιά του πατέρα και του αδελφού του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του. Η Μήδεια τότε έπεισε τις κόρες του Πελία να τεμαχίσουν το σώμα του πατέρα τους και να το βράσουν, γιατί έτσι δήθεν θα κατόρθωναν να τον κάνουν πάλι νέο.

Μετά την καταδίωξη του ζεύγους των εραστών από το γιο του Πελία, Άκαστο, κατέφυγαν στην Κόρινθο, όπου έζησαν για ένα διάστημα ευτυχισμένοι, μέχρις ότου ο Ιάσονας εγκατέλειψε τη Μήδεια για να μνηστευτεί την κόρη του βασιλιά Κρέοντα, Γλαύκη. Η Μήδεια και πάλι χρησιμοποίησε τα μαγικά της φίλτρα για να εκδικηθεί την αντίζηλή της. Της έστειλε δηλητηριασμένο χιτώνα σαν δώρο για το γάμο της, ο οποίος έβγαζε φλόγες και την έκαψε. Η εκδίκησή της όμως δε σταμάτησε εδώ, αλλά έφτασε στο πιο αποτρόπαιο έγκλημά της. Σκότωσε τα δύο της παιδιά Φέρητα και Μέρμερο, που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, ανέβηκε μετά σ’ ένα άρμα που το έσερναν φτερωτοί δράκοντες και έφτασε στην Αθήνα, όπου ενώθηκε με τον Αιγέα και απέκτησε το Μήδο. Προσπάθησε όμως να δηλητηριάσει το Θησέα κι έτσι ο Αιγέας την έδιωξε κι εκείνη κατέφυγε κοντά στο γιο της, Μήδο, στην Ασία, στη χώρα που από το όνομά της ονομάστηκε Μηδία.

Μέσα από αυτό τον μύθο γίνεται μια προσπάθεια να ερμηνευθεί η καταγωγή του κακού που προκάλεσαν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο οι Πέρσες με την εκστρατεία τους. Η Μήδεια είναι ένα καταγωγικός μύθος για τους Πέρσες. Ακόμη και τα κίτρα με την πικρή και σχεδόν φαρμακερή γεύση στην αρχαιότητα είχαν το όνομα μηδικά μήλα. Στο σημείο αυτό ο Ευριπίδης επιστρατεύει τον μύθο για να κάνει κριτική στους Αθηναίους και την αλαζονεία τους τη στιγμή που είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν τον πελοποννησιακό πόλεμο. Αφορμή του πολέμου ήταν η έριδα μεταξύ Κορίνθου και Κερκύρας. Ο Ευριπίδης σταματάει την Μήδειά του τη στιγμή που είναι έτοιμη να φύγει και να πάει στην Αθήνα για να γίνει γυναίκα του Αιγέα, όπου θα προσπαθήσει να δηλητηριάσει τον Θησέα.

Ο Ευριπίδης μέσα από την Μήδεια κριτικάρει την πατριαρχική και πολεμοχαρή αρχαία ελληνική κοινωνία. Αυτό το κατορθώνει παρουσιάζοντας τα κατά τ’ άλλα ειδεχθή εγκλήματα της Μήδειας με συμπόνια και κατανόηση και προβάλλοντας την περιθωριακή θέση της γυναίκας κατά την αρχαιότητα. Ενώ με την κίνηση να βάλλει την Μήδεια να θάψει τα παιδιά της στο Ιερό της Ήρας ερχόμαστε στον χώρο της ειρωνείας και της θεοδικίας, αφού η Ήρα ήταν εκείνη την εποχή η προστάτιδα της οικογένειας. Μια από τις εξουσίες που είχε η Ήρα ήταν να εκδικείται τα παιδιά των αντίζηλών της ρίχνοντάς τους μανία, όπως στον Ηρακλή και τον Διόνυσο.

Ο Ευριπίδης μαθητής του Αναξαγόρα, του Προδίκου, του Πρωταγόρα, του Σωκράτη και θαυμαστής των φιλοσόφων Δημόκριτου και Ηράκλειτου υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αμφισβητίες και απομυθοποιητές του αρχαίου κόσμου. Γι’ αυτό και ο Λουκιανός τον επιστρατεύει ως απομυθοποιητή του Ομήρου και του Ησιόδου στα έργα του με θέμα τη Σάτιρα του θανάτου και του κάτω κόσμου. Τριάντα χρόνια σχεδόν αργότερα αφού ο πελοποννησιακός πόλεμος έχει εξαθλιώσει τους Αθηναίους βλέπουμε μια στροφή σε ένα θρησκευτικό μυστικισμό (της εποχής ή και δικό του) που αντικατοπτρίζεται στις Βάκχες.

Στο Ιερό της Ήρας Ακραίας-Λιμενίας, όπου ο Ευριπίδης έβαλε τη Μήδεια να θάψει τα παιδιά της χτίστηκε το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου του νηστευτή Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ο Άγιος Ιωάννης ο νηστευτής (582-595) είναι γνωστός για το έργο του «Τακτικόν», το οποίο είναι μια συλλογή από εκκλησιαστικούς κανόνες, και με το οποίο εισήγαγε την άσκηση (νηστεία και γονυκλισίες) αντισταθμίζοντας τη μείωση του χρόνου της αποχής από την Θεία Κοινωνία (Θεόδωρος Γιάγκου, Κανονική Παράδοση και Λατρεία). Το έργο αυτό όπως δείχνει η έρευνα είναι πολύ προγενέστερο από τον 6ο αιώνα, πιθανόν κάποιου Ιωάννη μαθητή του Μ. Βασιλείου (Θεόδωρος Γιάγκου Το γνήσιο και νόθο στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση). Ο Χρήστος Γιανναράς στο έργο του Ενάντια στη Θρησκεία θεωρεί ότι κανόνες όπως αυτοί που βρίσκονται στο Τακτικό και παρόμοιες συλλογές φανερώνουν έναν εκνομικισμό και μια αλλοτρίωση του πραγματικού εκκλησιαστικού ήθους (Ενάντια στη θρησκεία, σελ. 106 και εξής).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτών των συλλογών είναι ο μισογυνισμός. Στους κανόνες αυτούς οι γυναίκες που αποβάλλουν κατά την κύηση αναγορεύονται και κανονίζονται ως φόνισσες όπως οι φαρμακοί που με διάφορα δηλητήρια προξενούσαν τεχνητή αποβολή. Η άποψη αυτή έχει διαμορφώσει και το περιεχόμενο ευχής για την γυναίκα που έχει αποβάλλει, που προσπαθεί να την “ενισχύσει” αναφέροντας πως αυτό που της συνέβη ήταν φόνος. Σημαντικό είναι ότι η συγκεκριμένη μακροσκελής ευχή είναι νεότερο δημιούργημα και δεν απαντά στα παλιά ευχολόγια (Βαρβερινός Κώδικας, Ευχολόγιο Κωνσταντινουπόλεως).

Ωστόσο η σύνδεση της Ιστορίας της Μήδειας του Ευριπίδη με τους κανόνες του Αγίου Ιωάννη του νηστευτή φωτίζει όλες αυτές τις διατάξεις για τις φαρμακούς και δείχνει την προσπάθεια για πρόνοια και προστασία της γυναίκας και του βρέφους κατά την ύστερη αρχαιότητα. Τέλος οι διατάξεις αυτές προστατεύουν και τις φαρμακούς αν σκεφτούμε ότι μέχρι την εποχή του Περικλή μεταχειρίζονταν αυτούς τους ασήμαντους κατά τ’ άλλα ανθρώπους με ωμό και βίαιο τρόπο, ως αποδιοπομπιαίους τράγους, ενώ σε ορισμένες περιοχές τις έριχναν στη θάλασσα (H. Jeanmaire, Διόνυσος).

 

Βιβλιογραφία

Η μυθολογία των Ελλήνων, Σοφία Ν. Σφυρόερα, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003

Διόνυσος, H. Jeanmarie, Βιβλιοπωλείον Κλειώ, 1985

Το γνήσιο και νόθο στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, Θεόδωρος Γιάγκου, Βόλος 2014 https://www.youtube.com/watch?v=9zsVfIo_1yE

Κανονική Παράδοση και Λατρεία, Θεόδωρος Γιάγκου, http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/liturgical/ib_1_11.pdf

Πηδάλιον, Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, εν Αθήναις 1886

Ενάντια στη θρησκεία, Χρήστος Γιανναράς, Ίκαρος 2010

L’ Eucologio Costantinopolitano, Miguel Arranz, EPUEG, Roma 1996

L’ Eucologio Barberini gr. 336, Edizioni Liturgiche, Roma 2000

Μήδεια Ευριπίδη, μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη,εκδόσεις “ΣΚΟΡΠΙΟΣ”, Αθήνα, Ιούνιος 1956

Μήδεια, Στέλλα Πρόβολου, εκδόσεις Περίπλους 2005

Τα αρχέτυπα της γυναίκας, Αγγελική Κοτταρίδη, http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/07/68-1.pdf

https://el.wikipedia.org/Μήδεια Ευριπίδης

Το Ιερό της  Ήρας Ακραίας-Λιμενίας, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ΛΖ΄ Εφορία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων

Αρχαιολογικό μουσείο Περαχώρας: Αναξιοποίητο ιστορικό κειμήλιοhttp://loutrakiodusseas.blogspot.gr/2016/05/video_94.html

 

www.antifono.gr

Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου

Στο 11,5 χιλιόμετρο της Ιεράς Οδού από την αρχαία αγορά με τον βωμό των 12 Θεών προς το ιερό της Ελευσίνας βρίσκεται το ιερό της Αφροδίτης[1]. Στο συγκεκριμένο σημείο συγκλίνουν το όρος Αιγάλεω και το όρος Στεφάνι δημιουργώντας ένα στρατηγικής σημασίας πέρασμα μιας και ο συγκεκριμένος δρόμος ενώνει την πόλη των Αθηνών με την Πελοπόννησο. Σε μικρή απόσταση από το ιερό της Αφροδίτης συναντούμε τη Μονή Δαφνίου. Η ονομασία της δόθηκε από παρακείμενο άλσος με δάφνες, ενώ στη θέση της μονής υπήρχε ιερό του Απόλλωνα.
Οι περισσότεροι περιηγητές μαρτυρούν ότι το συγκεκριμένο πέρασμα είχε ιδιαίτερη ομορφιά, άξια είσοδος μιας σπουδαίας πόλης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι διάλεξαν τα ιερά των Θεών του κάλλους, της ομορφιάς και του έρωτα για να φανερώνουν στον επισκέπτη ότι κατοικούν στην πιο όμορφη πόλη. Επιπλέον ο συγκεκριμένος δρόμος ενώνει την Αθήνα με μια άλλη σημαντική για την αρχαιότητα πόλη την Κόρινθο.
Η Κόρινθος ιδιαίτερα τιμούσε την Πάνδημο Αφροδίτη[2]. Σύμφωνα με τον Στράβωνα ο περίφημος ναός στην Ακροκόρινθο αριθμούσε 1000 ιερόδουλες. Μια εμπορική πόλη με δυο λιμάνια σε ανατολή και δύση και πολύ πλούτο ήταν επόμενο να έχει χαλαρά ήθη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατανοείται καλύτερα και η στάση του Απ. Παύλου στις δυο προς Κορινθίους επιστολές του με τις συνεχείς ηθικές προτροπές. Από την Κόρινθο λοιπόν η λατρεία της Αφροδίτης μεταφέρθηκε και στην Αθήνα.
Τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα γύρω από το ιερό της Αφροδίτης χτίστηκε οικισμός και χριστιανική εκκλησία στο όνομα του αγίου Αντωνίου. Η εκκλησία του αγίου Αντωνίου δίπλα στο ιερό της Αφροδίτης δεν είναι επίσης κάτι αδιάφορο, αλλά δηλώνει ότι η συνάντηση και ο διάλογος μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού (κατασκευασμένος ή αυθόρμητος) διαρκεί μέχρι τις μέρες μας.
Ο άγιος Αντώνιος θεωρείται ο ιδρυτής του αναχωρητισμού. Έζησε τον 3ο – 4ο μ.Χ. αιώνα στην Αίγυπτο και έγινε πολύ γρήγορα ξακουστός σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Τον βίο του καταγράφει ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας στο Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Αντωνίου,[3] ενώ σε συλλογές-γεροντικά μπορεί να εντοπίσει κανείς διάφορα αποσπάσματα από τον βίο του αγίου Αντωνίου καθώς και γνωμικά που αποδίδονται σε αυτόν[4]. Ο βίος του αγίου Αντωνίου ίσως και να μην είναι έργο του αγίου Αθανασίου[5], ωστόσο άσκησε τρομερή επιρροή κατά τον 4ο αιώνα σε ανατολή και δύση. Το κείμενο του Αγίου Αθανασίου δεν έχει σημαντικές διαφορές σε σχέση με το γεροντικό από όπου έχουμε λίγα μόνο περιστατικά. Στον Βίο ο άγιος Αντώνιος έχει κύρος και αυθεντία, αντίθετα στο γεροντικό είναι πιο απλός, λιγότερο εντυπωσιακός, περισσότερο ανθρώπινος. Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα δυο κείμενα διαφέρουν στο ύφος και τον σκοπό τους.
Το έργο του αγίου Αθανασίου φαίνεται να έχει ποιμαντικό σκοπό ή αλλιώς ο άγιος Αθανάσιος χρησιμοποιεί τον βίο του αγίου Αντωνίου και την αυθεντία που είχε στην εποχή του ώστε να ποιμάνει την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις με ανεπτυγμένο εμπόριο και πλούτο. Ως επακόλουθο ήταν η ανάπτυξη της πορνείας όπως στην παλιότερη μεγάλη και πλούσια εμπορική πόλη την Κόρινθο. Έτσι βλέπουμε ότι ο πρώτος μεγάλος πειρασμός του αγίου Αντωνίου είναι ο δαίμονας της πορνείας που τον εμποδίζει να αναχωρήσει από τον κόσμο[6].
Ο άγιος Αντώνιος αρχικά κλείστηκε σε ένα τάφο στην απομακρυσμένη περιοχή της Μέμφιδος. Οι τάφοι τότε ήταν μεγάλα κλειστά δωμάτια, κάτι σαν του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες[7]. Στη συνέχεια άλλαξε αρκετά μέρη αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων και τους πειρασμούς από τους δαίμονες. Οι αναφορές των πειρασμών από τους δαίμονες είναι μακροσκελείς και ίσως παραξενεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Με αυτό τον τρόπο όμως πλήττεται η πίστη των ανθρώπων του 2ου μ.Χ. αιώνα και εξής ότι ο κόσμος κυριαρχείται από πνεύματα και σκοτεινές δυνάμεις[8], αφού ο Αντώνιος με τη χάρη του Θεού νικά όλες αυτές τις δυνάμεις. Ταυτόχρονα δέχεται πλήγμα και ο δυαλισμός που θεωρούσε ότι τον κόσμο δημιούργησαν καλές και κακές επουράνιες δυνάμεις και παράλληλα υποτιμούσε την ύλη και τον κόσμο. Επίσης ο αγώνας κατά του κακού-πειρασμού μεταφέρεται σε ένα εσωτερικό επίπεδο, πράγμα που αποτρέπει ή περιορίζει την άσκηση βίας προς τα έξω.
Σε αρκετά σημεία ο άγιος Αντώνιος φαίνεται ότι υποτιμά ή ότι δεν θεωρεί απαραίτητη την μόρφωση[9]. Αρχικά ο ίδιος στην αρχή του βίου δεν θεωρεί σημαντικό να σπουδάσει διότι η μόρφωση δεν θα του προσέφερε τίποτα καινούργιο. Αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο αν λάβει κανείς υπόψη του την προφορικότητα[10] του πολιτισμού της εποχής εκείνης. Οι άνθρωποι γνώριζαν πολλά κείμενα απέξω μιας και τα βιβλία ήταν σπάνια. Γι αυτό και αναφέρει ο άγιος Αντώνιος ότι στην εποχή του οι έξυπνοι άνθρωποι μαθαίνουν από μόνοι τους και δεν χρειάζονται τα γράμματα. Επιπροσθέτως την εποχή εκείνη και λίγο πιο νωρίτερα η «γνώση» και μαζί με αυτή οι γνωστικοί ήταν διάφορα θρησκειοφιλοσοφικά συστήματα συγκρητιστικού χαρακτήρα, όπου τα μέλη τους ισχυρίζονταν ότι είχαν μια ιδιαίτερη ξεχωριστή σχέση με το Θείο που τους χάριζε αυτή τη γνώση. Παράλληλα οι φιλόσοφοι ήταν συνήθως ειδωλολάτρες και η λέξη Έλληνας ταυτόσημη του ειδωλολάτρη εκείνο τον καιρό. Κυρίαρχο φιλοσοφικό σύστημα είναι ο Νεοπλατωνισμός όπου με συγκροτημένες σκέψεις, έννοιες και λογικές αποδείξεις μιλούσε για έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και ένωση με το Θείο[11]. Γι αυτούς τους λόγους ο Αντώνιος μιλώντας στους φιλοσόφους προτάσσει την δύναμη της πίστης από τους διαλεκτικούς συλλογισμούς για την απόδειξη του Θεού.
Ο άγιος Αθανάσιος δια μέσου του αγίου Αντωνίου στηλιτεύει τους αιρετικούς αρειανούς και μελιτιανούς, διάφορες συνήθειες μαντικές και μαγικές της εποχής εκείνης καθώς επίσης και μια δεισιδαιμονική πρακτική, το να μην θάβουν τους νεκρούς αλλά να τους κρατούν σαν φυλακτό βαλσαμωμένους στα σπίτια. Σε ένα πολιτικό επίπεδο ο άγιος Αθανάσιος εντάσσει μέσα στην Εκκλησία το μοναχικό κίνημα και τις διάφορες πρακτικές του, το οποίο κίνημα δημιουργείται τον 4ο μ.Χ. αιώνα ως αντίδραση στη ραγδαία αύξηση του αριθμού των χριστιανών και στην χαλάρωση των ηθών και της πίστης τους. Στο 67ο κεφάλαιο (μετά το κεφάλαιο 66 όπου ανεβαίνει στους ουρανούς) του Βίου ο Αντώνιος τονίζεται ότι ήταν ταπεινός επειδή τιμούσε τους κανόνες της Εκκλησίας τους επισκόπους και τους ιερείς. Παράλληλα σέβεται τον χριστιανό αυτοκράτορα (κεφάλαιο 80ο ), ενώ προλέγει τον θάνατο του διώκτη των Χριστιανών Βαλακίου (κεφάλαιο 85ο ).
Ο μέγας Αντώνιος μεταβάλλει την άσκηση από μέσο προχριστιανικό καθάρσεως σε μέσον χριστιανικό δηλαδή εσωτερικής αλλαγής[12]. Η αναπτυγμένη εσωτερικότητα πηγάζει από την εντός του ανθρώπου επουράνιο βασιλεία (Λουκ. ιζ΄ 21). Στα κείμενα για τον άγιο Αντώνιο φαίνεται ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη αντίληψη του χρόνου[13]. Το παρελθόν μένει πίσω μαζί με τον κόσμο, ενώ εγκαινιάζεται ένα νέο παρόν χωρίς τέλος και θάνατο (εσχατολογία)[14] όπου κυρίαρχη θέση έχει ο πλησίον, ο πτωχός, ο ασθενής και ο αναγκεμένος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται όλες οι θαυματουργίες, οι θεραπείες και οι προοράσεις που παραχωρεί ο Χριστός στον άγιο Αντώνιο.
Κατά τον μεσαίωνα ο βίος του αγίου Αντωνίου μπαίνει μέσα στη συλλογή αγιολογικών κειμένων του Jacopo da Voragine «Χρυσός Θρύλος»[15]. Συνάμα ο Πειρασμός του αγίου Αντωνίου γίνεται ένα από τα αγαπημένα λαϊκά θεατρικά έργα, όπου άλλοτε διακωμωδούν και άλλοτε δραματοποιούν τους πειρασμούς του αγίου.
Ο «Χρυσός θρύλος» του Jacopo da Voragine περιγράφει τους διαβόλους, σαν άγρια ζώα που επιτέθηκαν στον άγιο με τα κέρατα, τα νύχια και τα δόντια τους. Συνήθως ομορφαίνει και δραματοποιεί την βιογραφία με υπερφυσικές ιστορίες και μυθικές διηγήσεις. Το κείμενο του είναι σε απλή λατινική γλώσσα και σκοπό έχει με διάφορες εικόνες να εμπλουτίσει τα κηρύγματα της εποχής. Η συλλογή θα αντιγραφεί σε χιλιάδες αντίτυπα, θα είναι απ’ τα πρώτα βιβλία που θα τυπωθούν και στη συνέχεια θα μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Αργότερα θα παρακμάσει τότε που αρχίζουν οι κριτικές εκδόσεις κατά τον 16ο αιώνα.
Οι βίοι αγίων με τις συχνές επαναλήψεις είχαν αρχίσει να κουράζουν τους ανθρώπους του Μεσαίωνα. Η Εκκλησία αρχικά προσπαθεί να διώξει το μαγικό και τις δεισιδαιμονίες από την κοινωνία. Τον 12ο-13ο αιώνα δημιουργείται μια καινούργια λογοτεχνία συνδεδεμένη με τα ταξικά συμφέροντα ενός νέου κοινωνικού στρώματος της ιπποσύνης που αντιμάχεται την παλιά αριστοκρατία. Η ιπποσύνη θα δημιουργήσει τους δικούς της μύθους μέσα στο θαυμαστό και το μαγικό αντιτάσσοντας μια διαφορετική κουλτούρα απέναντι στην παλιά αριστοκρατία και την εκκλησιαστική γραμματεία. Μέσα σε αυτό το ανταγωνιστικό κλίμα το υπερφυσικό θα ενταχθεί διογκωμένο στις διηγήσεις των αγιολογικών κειμένων[16]. Είναι η εποχή που ο Jacopo da Voragine συντάσσει τον «Χρυσό Θρύλο».
H συλλογή του  Jacopo da Voragine θα επηρεάσει πολλούς χαράκτες και ζωγράφους τα κατοπινά χρόνια και το θέμα ο Πειρασμός του αγίου Αντωνίου ή τα πάθη του Αγίου Αντωνίου θα γίνει ένα από τα πλέον δημοφιλή εικαστικά θέματα κατά την Αναγέννηση και την νεότερη εποχή. Τη χαλκογραφία  του χαράκτη Martin Schongauer με θέμα τον Πειρασμό θα ζωγραφίζει και θα παραλλάξει ο Μιχαήλ Άγγελος. Είναι το πρώτο του έργο σε ηλικία 12 ετών. Στον πίνακα αυτό ο άγιος Αντώνιος πειράζεται από τους δαίμονες που έχουν μορφές άγριων θηρίων στον αέρα και πρόκειται για συνένωση δυο διαφορετικών πειρασμών από τα κεφάλαια 55 και 62  του Βίου.
Ο Hieronymus Bosch (1450-1516), ζωγραφίσει δυο έργα με θέμα τον πειρασμό του αγίου Αντωνίου. Ο Ιερώνυμος έζησε μεταξύ του εκατονταετούς και του τριακονταετή πολέμου, την εποχή που ο μαύρος πυρετός τερμάτιζε τον Μεσαίωνα και τον Φεουδαλισμό, οι Οθωμανοί ήταν έξω από την Βιέννη, στις κάτω χώρες γεννιόταν ο καπιταλισμός και πολλοί περίμεναν ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει. Όλη αυτή η αντιφατική και γεμάτη πόνο εποχή αντικατοπτρίζεται στο έργο του.
Θα ακολουθήσουν και άλλοι ζωγράφοι όπως ο Matthias Grünewald, ο Pieter Huys, ο Bruegel the Elder (που είχε επηρεαστεί από τον Ιερώνυμο Μπος), ο  David Teniers the Younger, ο Mattheus van Helmont, ο Joos van Craesbeeck, ο Paul Cézanne, ο Lovis Corinth, ο Arthur Szyk, ο Max Ernst, η Leonora Carrington μέχρι και τον Salvador Dalí ο οποίος το 1946 θα εμπνευστεί από την ατομική βόμβα για να ζωγραφίσει τον Πειρασμό του αγίου Αντωνίου[17].
To 1845 ο Γκυστάβ Φλωμπέρ θα ταξιδέψει στη Γένοβα. Εκεί θα εντυπωσιαστεί από τον πίκανα του Μπρύγκελ για τον Πειρασμό και θα του γεννηθεί η ιδέα να γράψει το δικό του έργο «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου[18].  Ο στόχος του Φλωμπέρ είναι πολύ υψηλός. Θα προσπαθήσει να εκφράσει όλους τους πειρασμούς της εποχής του. Το έργο θα συμπληρωθεί μετά από 20 χρόνια το 1874, ενώ το προσχέδιό του είχε ξεκινήσει από το 1839.
Ο Φλωμπέρ είναι επίγονος του Διαφωτισμού και του Εγκυκλοπαιδισμού[19] και κουβαλάει αυτές τις παραδόσεις. Στην προσπάθειά του να γράψει τον άγιο Αντώνιο θα διαβάσει επί δεκαετίες τεράστια έργα για την εκκλησιαστική ιστορία, την ιστορία των αιρέσεων, την ιστορία των θρησκειών, βίους αγίων και ογκωδέστατες μελέτες. Προσπαθεί να δαμάσει όλη αυτή τη συσσωρευμένη γνώση πράγμα επίπονο και κουραστικό. Το έργο του για τον άγιο Αντώνιο δεν θα γίνει αποδεκτό ούτε από τους φίλους του. Πρόκειται για μια πολύ περίπλοκη και μακροχρόνια δημιουργία, που δύσκολα θα είχε επιτυχία. Με αυτό το έργο ο Φλωμπέρ φεύγει από τον ρεαλισμό και γίνεται πρόδρομος του μοντερνισμού.  Ο συγγραφέας ζει σε μια περίοδο με πολέμους, επαναστάσεις, αστάθεια. Σε κάθε κοινωνική αναστάτωση ή προσωπικό του πρόβλημα βυθίζεται στις εκκλησιαστικές ιστορίες, τις ιστορίες θρησκειών και στο γράψιμο.
Στα έργα Μαντάμ Μποβαρύ, Αισθηματική Αγωγή, Μπουβάρ και Πεκυσέ ο Φλωμπέρ ακολουθεί τον ρεαλισμό. Με τα μυθιστορήματα αυτά περιγράφει την πραγματικότητα της εποχής του, αν και αυτό στην αρχή σοκάρει. Τα νέα ήθη, ο καινούργιος τρόπος ζωής, η ανάπτυξη της επιστήμης και οι συγκρούσεις με τις παλιές παραδόσεις και αντιστάσεις είναι αυτά που διατρέχουν το έργο του, όπου σκιαγραφείται η εποχή που εδραιώνεται ο Καπιταλισμός και το Κεφάλαιο[20]. Τα ήθη αλλάζουν και μαζί τους και η σεξουαλικότητα. Ο πλούτος που συσσωρεύεται από τις αποικίες και από την βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί την αστική τάξη που έχει ήδη εξοβελίσει την παλιά αριστοκρατία, καταπιέζει την εργατική τάξη και δημιουργεί μια καινούργια κοινωνία, ένα καινούργιο πολιτισμό, καινούργιες τάσεις στην τέχνη.
Ο Φλωμπέρ μέσα από τον άγιο Αντώνιο περιγράφει όλους αυτούς τους πειρασμούς. Ο καταναλωτισμός αντιπροσωπεύεται από τον πειρασμό με τον Ναβουχοδονόσωρ. Η σεξουαλικότητα βρίσκεται πίσω από τον πειρασμό με την βασίλισσα του Σαββά. Όλοι οι αιρετικοί των πρώτων χριστιανικών χρόνων εκφράζουν τάσεις εναντίον της ύλης και του σώματος. Η ακαταμάχητη γοητεία του Απολλώνιου του Τυανέα θαμπώνει τον ασκητή. Η συσσωρευμένη γνώση από φιλοσοφίες αρχαίες και νέες, η επαφή με νέους κόσμους και καινούργια θρησκεύματα, η ανάπτυξη της επιστήμης ταρακουνούν την πίστη του Αντωνίου. Κάποιες στιγμές φαίνεται ότι έχει χάσει τη μάχη, μοιάζει αποκαμωμένος και αλλόφρων. Στο τέλος τα σύννεφα φεύγουν και πάνω στο δίσκο του ήλιου αχτινοβολά το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Αντώνιος κάνει το σταυρό του και αρχίζει πάλι να προσεύχεται.
Την ίδια εποχή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεσπίζει το δόγμα της Ασπίλου Συλλήψεως της Θεοτόκου και του Αλάθητου του Πάπα. Αυτές είναι οι δυο αντιδράσεις του Πάπα Πίου του Θ΄ απέναντι στην εξάπλωση του υλισμού και την δύναμη της επιστήμης. Αντίθετα στον άγιο Αντώνιο ο Φλωμπέρ υπερθεματίζει την αξία της ύλης στην παράδοση του αρχαίου Χριστιανισμού, ενώ ο ένας πειρασμός διαδέχεται τον άλλο σαν βουνά που πέφτουν και γκρεμίζουν κάθε σιγουριά και σταθερότητα. Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου δημοσιεύεται τέσσερα χρόνια μετά τη θέσπιση του δόγματος του Αλάθητου.
Το 1910 ο Κώστας Βάρναλης θα μεταφράσει από τα γαλλικά στα ελληνικά τον Πειρασμό του αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Το συγκεκριμένο έργο θα διαπλάσσει το ύφος του σε πολλά κατοπινά ποιήματα και πεζά του έργα. Ο Βάρναλης, Έλληνας από τον Πύργο της Βουλγαρίας θα σπουδάσει στην Αθήνα και θα γίνει καθηγητής. Αρχικά είναι ένας αστός που εμπνέεται από τον ρομαντισμό και την Μεγάλη ιδέα. Προέρχεται από μια χριστιανική οικογένεια, η μητέρα του έχει μια ιδιαίτερα βαθιά πίστη και του δίνει τέτοια παιδεία. Επίσης η κοινότητα του Πύργου με πρωτοστάτες τον επίσκοπο και τον θεολόγο του δίνουν υποτροφία για να σπουδάσει θεολογία ή φιλολογία[21].
Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Ά παγκόσμιος πόλεμος, ο ξεριζωμός από τη Μικρά Ασία αλλά και νωρίτερα ο ξεριζωμός των Ελλήνων από τον Πύργο θα είναι οι πειρασμοί που θα αλλάξουν τον Βάρναλη. Το 1919 φεύγει με υποτροφία στο Παρίσι και εκεί γίνεται Κουμουνιστής. Η μεταστροφή του πηγάζει από την συνειδητοποίηση ότι ο ιμπεριαλισμός και τα συμφέροντα των κεφαλαιούχων χωρών ρήμαξαν τη βαλκανική χερσόνησο και τους λαούς της με δούρειο ίππο τον εθνικισμό.
Το 1923 ο Βάρναλης θα κυκλοφορήσει την τριλογία διηγημάτων του ο λαός των Μουνούχων. Το δεύτερο από τα τρία διηγήματά του έχει τίτλο «Ιστορία του Αγίου Παχωμίου»[22]. Το κείμενο δίνει την αίσθηση ότι ο Βάρναλης επεκτείνει την αφήγηση του Φλωμπέρ και τη ντύνει με τις καινούργιες δικές του αμφισβητήσεις.
Ο άγιος Παχώμιος του Βάρναλη στην αρχή μονολογεί : « Μη με κάνεις, Κύριε, να χαρώ μια στιγμή πάνου σ’ αυτή τη Γης. Ας μη  μπούνε τα  καλά του κόσμου τούτου μπροστά στα μάτια μου. Γέμιζέ τα δάκρυα και σύντριβε την καρδιά μου σαν το σπειρί του σιταριού. Πλήθαινέ μου τα δεινά και τους πόνους, για να’ ναι η σωτηρία μεγαλύτερη[23]».  Κάπως έτσι καταγράφει τον Χριστιανό της εποχή του ο Βάρναλης. Κάποιος ο οποίος δεν μπορεί να χαρεί τη ζωή επειδή περιμένει ανταλλάγματα στην επόμενη ζωή.
Και συνεχίζει: «Αλλά, με το να λέει και να σκέφτεται χρόνια τώρα το ίδιο πράμα, το μυαλό του Παχωμίου έπαθε τέλειαν ακινησία. Ούτε να προσέξει, ούτε να κρίνει, ούτε να θυμηθεί μπορούσε τίποτε άλλο απ’ την επίμονην αυτή του λαχτάρα. Με τον καιρό κατάντησε ούτε κι αυτή να τηνε σκέφτεται˙ την έλεγε μονάχα»[24]. Με τα παραπάνω ο Βάρναλης εντοπίζει την απουσία κριτικής και πολιτικής σκέψης στον καιρό του. Ο Παχώμιος θα βγει προς τον κόσμο δημιουργώντας ένα κοινόβιο. Αρχικά τα πράγματα κυλούν ρόδινα μέχρι να ξεκινήσουν οι πειρασμοί. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος του Παχωμίου με την Θυγατέρα του Διαβόλου που φανερώνει δυο διαφορετικές στάσεις ζωής.
Παχώμιος: «…Κακός είναι ο εαυτός μου. Παλεύω λοιπόν με τον εαυτό μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη από τη νίκη των επιθυμιών. Όσο λιγότερα θέλεις, τόσο περισσότερο πλησιάζεις το Θεό. Τα’ χεις όλα σα δεν επιθυμάς τίποτα!»[25].
Θυγατέρα του Διαβόλου: «…Ο άνθρωπος γεννιέται και καλός και κακός. Γίνεται κακός γιατί τον αδικούνε. Αμέτρητες μυριάδες άνθρωποι σβηούνε αυτή τη στιγμή σκοτεινοί, εξευτελισμένοι, ίδια ζώα. Η ευτυχία των πολλών τρέφεται με το θάνατο των πολλών…»[26].
Στο τέλος ύστερα από πειρασμούς το Κοινόβιο διαλύεται. Ο Παχώμιος μένει μόνος και οι μοναχοί του γυρίζουν στον κόσμο. «Πολλοί απ’ αυτούς καταντήσανε στις φυλακές ˙ πολλές από δαύτες στα πορνεία. Περάσανε δεκάξι αιώνες από τότες, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα. Η σκλαβιά τους πήρε διάφορες μορφές, μα έμεινε πάντα σκλαβιά. Πότε πάλι θα’ ρθει ο Διάβολος να τους ξεσηκώσει, όχι για να σκορπίσουνε, μα για να ενωθούνε, κι όχι για να κρυφτούνε μέσα στο Σκοτάδι, μα για να γκρεμίσουνε με τα πελέκια τις σιδερένιες Πόρτες και να μπούνε με τη βία και με το δίκιο τους μέσα στο παγκόσμιο Φως; Πότε;[27].
Επίλογος
Στο Χριστιανικό εορτολόγιο κεντρική θέση έχει η γιορτή των Χριστουγέννων. Είναι η γιορτή της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου ή αλλιώς το γεγονός ότι ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την σώσει. Οι ημέρες πριν τα Χριστούγεννα είναι αφιερωμένες στους προφήτες που ανέμεναν την έλευση του Μεσσία. Οι ημέρες μετά τα Χριστούγεννα είναι αφιερωμένες στους θεολόγους και νηπτικούς Πατέρες που έζησαν και έγραψαν για την σχέση Θεού και ανθρώπου και τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος οικειοποιείται την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός στην ανθρώπινη φύση. Η άσκηση είναι ένα από τα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος κάνει προσωπική τη σωτηρία της φύσης του χωρίς να εκμηδενίζεται. Ο Βίος του αγίου Αντωνίου αναφέρει ότι παρ’ όλη την άσκησή του αυτός δεν έχασε την σωματική και ψυχική του υγεία.
Λίγους αιώνες πριν τον Βάρναλη είχαν αμφισβητήσει την αξία του μοναχισμού οι πρωτεργάτες της Διαμαρτύρησης Λούθηρος και Καλβίνος[28]. Σε αυτούς η άρνηση του αναχωρητισμού ήταν μια προέκταση της ερμηνείας της προς Ρωμαίους επιστολής και απόρριψης της θεολογίας της επιστολής του Ιακώβου. Ο άνθρωπος σώζεται μόνον εκ πίστεως και όχι από τα έργα του. Αυτή η στάση είναι μια αντίδραση στην μεσαιωνική ρωμαιοκαθολική θεολογία για την διδασκαλία περί αξιομισθίας των έργων που γέννησε περίεργες πρακτικές όπως τα συγχωροχάρτια και μια αντίληψη για την άσκηση που καταφέρεται ενάντια στο σώμα. Η απόρριψη της άσκησης θα είναι η αρχή της μετέπειτα εξορίας του Θεού από τα καθημερινά ανθρώπινα πράγματα.
Ο Βάρναλης κριτικάρει τις θρησκευτικές τάσεις της εποχής του, οι οποίες εμποδίζουν τον άνθρωπο να αναμετρηθεί με τη ζωή.  Ο Παχώμιος του Βάρναλη δεν μπορεί να χαρεί την παρούσα ζωή. Προτιμά να βασανίζεται μεταθέτοντας τις ελπίδες του στο μακρινό μέλλον. Προσπαθεί να εξοντώσει το σώμα και τις επιθυμίες του, ενώ αδυνατεί να σκεφτεί πολιτικά και να ερμηνεύσει τον κόσμο. Το τέλος του κειμένου μοιάζει βλάσφημο, σκοτεινό, πλημμυρισμένο από το κακό, τη βία και την παράδοση στον Διάβολο, όπως ακριβώς παράλογες και παραδομένες στο κακό ήταν οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.
Σημειώσεις
[1]  Για το ιερό της Αφροδίτης. Το Ιερό Αφροδίτης και Έρωτος στην Ιερά Οδό, Βασιλικής Μαχαίρα, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Αρ. 253 Αθήναι 2008
[2]  Για την αρχαία Κόρινθο και την λατρεία της Αφροδίτης. Η Κόρινθος την εποχή του Αποστόλου Παύλου, Γαλίτη Γεωργίου, Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου Απόστολος Παύλος και Κόρινθος, τόμος Α, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2009
[3]  ΒΕΠΕΣ, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Αθήναι 1963, τόμος 33, σελ. 11-57. Kατά την έκδοση του Migne, Patrologiae Cursus Completus, τόμος 26, στ. 835-976 και αναδημοσίευση Άγιοι , οι Φίλοι του Θεού. Π.Β. Πάσχου, σελ.212-258 εκδόσεις Αρμός. Επίσης ο Βίος του αγίου Αντωνίου σε δημώδη μετάφραση του 17ου αιώνα στο Απλά τη φράσει, Εισαγωγή-Κριτική έκδοση-Σχόλια-Γλωσσάρι: Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013
[4]  Είπε γέρων..το «Γεροντικόν» σε νεοελληνική απόδοση, εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αθήνα 2002
[5]  Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες, Γεωργίου Φλωρόφσκυ, , εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1992
[6]  Βίος αγίου Αντωνίου κεφάλαια 5-6
[7]  Πελεκάνοι Ερημικοί, Στέλιου Ράμφου, Εκδόσεις Αρμός, Αθήναι 1994
[8]  Εσχατολογία, ιστορική πρόοδος και άσκηση κατά τους Μέγα Αθανάσιο και Μέγα Βασίλειο, Δημητρίου Μόσχου, περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, Άνοιξη 2000 σελ. 137
[9]  Βίος αγίου Αντωνίου κεφάλαια 1 και 72-80
[10] Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες, Γεωργίου Φλωρόφσκυ, σελ. 176
[11] Εσχατολογία, ιστορική πρόοδος και άσκηση κατά τους Μέγα Αθανάσιο και Μέγα Βασίλειο, Δημητρίου Μόσχου, περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, Άνοιξη 2000 σελ. 138
[12] Πελεκάνοι Ερημικοί, Στέλιου Ράμφου, σελ. 75
[13] Στο ίδιο σελ. 87
[14] Εσχατολογία, ιστορική πρόοδος και άσκηση κατά τους Μέγα Αθανάσιο και Μέγα Βασίλειο, Δημητρίου Μόσχου, σελ. 138
[15] Το Φαντασιακό στο Μεσαίωνα, Ζακ Λε Γκοφ, εκδόσεις Κέδρος 2008 σελ. 55-85
[16] Το Φαντασιακό στο Μεσαίωνα, Ζακ Λε Γκοφ, εκδόσεις Κέδρος 2008 σελ. 55-85
[17] https://en.wikipedia.org/wiki/The Temptation of St Anthony
[18] Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, Γκυστάβ Φλωμπέρ, μετάφραση Κώστας Βάρναλης, εκδόσεις Ηριδανός, 1997
[19] Περισσότερα για τον Γκυστάβ Φλωμπέρ: Φλωμπέρ ένα πνεύμα αντιλογίας, Φρέντερικ Μπράουν, εκδόσεις Μεταίχμιο 2007
[20] Η εποχή του Κεφαλαίου, E.J. Hossbawm, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2006
[21] Φιλολογικά Απομνημονεύματα, Κώστα Βάρναλη, εκδόσεις Κέδρος 1981
 [22] Ο λαός των Μουνούχων, Κώστα Βάρναλη, εκδόσεις Κέδρος 2010
 [23] Στο ίδιο σελ. 47
 [24] Στο ίδιο σελ. 48
 [25] Στο ίδιο σελ. 65
 [26] Στο ίδιο σελ. 65
 [27] Στο ίδιο σελ. 92
 [28] Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες, Γεωργίου Φλωρόφσκυ
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Σαλβαντόρ Νταλί.
πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Οι μορφές της προσευχής Από τον βερμπαλισμό του Ρωμανού στον αποφατισμό του Κουκουζέλη

Την 1η Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά μαζί την μνήμη του αγίου Ρωμανού του Μελωδού και του αγίου Ιωάννη του Κουκουζέλη. Οι δυο αυτοί άγιοι έζησαν σε διαφορετικές περιόδους, ωστόσο υπήρξαν σταθμοί στην διαμόρφωση και εξέλιξη της λατρείας στον τομέα της μουσικής και της υμνογραφίας. Ο Ρωμανός έζησε τον 6ο μ.Χ. αιώνα στα χρόνια του Ιουστινιανού, ενώ ο Κουκουζέλης τον 13ο-14ο μ.Χ. αιώνα στα χρόνια που είχε ξεκινήσει χωρίς γυρισμό η πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Χαρακτηριστικό της ποίησης του Ρωμανού (Κοντάκια) είναι ο βερμπαλισμός. Το έργο του είναι σε μέγεθος τεράστιο (1000 μακροσκελή ποιήματα)[1]. Ο Ρωμανός αφήνει την πατρίδα του Συρία και πηγαίνει στην πρωτεύουσα της ισχυρής αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, όπου θα πραγματοποιήσει μια λαμπρή καριέρα. Ο Κουκουζέλης επτά αιώνες αργότερα κινείται αντίθετα. Εγκαταλείπει απογοητευμένος την σταδιοδρομία του μουσικού στο παλάτι και εμφανίζεται σύμφωνα με τον θρύλο στη Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους ως βοσκός. Μετά την αναγνώρισή του ξεκινάει το έργο του, που το χαρακτηρίζει ο αποφατισμός. Στο έργο του Κουκουζέλη ίσως για πρώτη φορά ο λόγος παίρνει διαζύγιο από το μέλος-μουσική. Είναι η εποχή κατά την οποία η εκκλησιαστική ποίηση αρχίζει να φθίνει και αρχίζουν να δημιουργούνται τα αργά μουσικά μέλη. 

Ο Ρωμανός ο μελωδός γράφει για την γιορτή των Χριστουγέννων δυο μεγάλα Κοντάκια γεμάτα λυρισμό, θεατρικότητα, υψηλή θεολογία[2]. Αντίθετα στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας αναπτύσσεται το κράτημα (τεριρεμ) που σύμφωνα με μια λαϊκή ερμηνευτική προσέγγιση πρόκειται για το νανούρισμα της Παναγίας στον γεννηθέντα Χριστό. Πατέρας επίσης των κρατημάτων ήταν ο Κουκουζέλης. Έτσι, από το πανηγύρι των λόγων περνάμε σε ένα έντεχνο πλην αμήχανο μοιρολόι. Από την Χριστολογία μεταβαίνουμε στον μυστικισμό.

Όταν αναφερόμαστε στη Βυζαντινή ποιητική τέχνη αυτό που έρχεται αρχικά στο μυαλό μας είναι η μίμηση και η επανάληψη και κάτι τέτοιο ισχύει πράγματι μετά τον 13ο αιώνα. Ωστόσο το να περάσουμε ιστορικά από τα Κοντάκια και τους Κανόνες στα αργά μέλη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής μελοποιίας είναι κάτι που δημιούργησαν ποικίλες ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις στο διάβα αρκετών αιώνων.

Τα θέματα των ρωμανικών κοντακίων είναι κυρίως βιβλικά. Ο Ρωμανός μέσα από βιβλικές ιστορίες, θαύματα και παραβολές αναπτύσσει την θεολογία της εποχής του, μια θεολογία με κέντρο το χριστολογικό δόγμα. Ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος προσέλαβε και θεράπευσε την ανθρώπινη φύση. Όλο αυτό βέβαια λαμβάνει και ένα πολιτικό περιεχόμενο. Η εκχριστιανισμένη αυτοκρατορία είναι αυτή που συνεχίζει το σωτήριο έργο του Χριστού στη γη και ο αυτοκράτορας ένα όργανό του. 

Τον έκτο αιώνα ο Ιουστινιανός εδραιώνει ένα τεράστιο κράτος από την δύση μέχρι την ανατολή και η μεγάλη ρωμαϊκή ιδέα γίνεται πάλι πραγματικότητα μόνο που αυτή τη φορά έχει χριστιανική ταυτότητα[3]. Ο αυτοκράτορας και το κράτος του είχε ευνοηθεί από τον ίδιο τον Θεό και προστατευόταν απ’ αυτόν. Η κατάκτηση όλου του κόσμου από την αυτοκρατορία συνδυάζεται σε ένα θεωρητικό επίπεδο με το Χριστολογικό δόγμα, δηλαδή την πρόσληψη του κόσμου από τον Θεό.

Τα κοντάκια του Ρωμανού περιέχουν πολλά στοιχεία από την συριακή ποίηση του Αγίου Εφραίμ, έχουν εμποτιστεί από τη ρητορική της εποχής και κρύβουν μέσα τους τη δραματικότητα, τη διαλεκτική και τον λυρισμό μιας θεατρικής παράδοσης αιώνων που είχε για ηθικούς-θρησκευτικούς λόγους διακοπεί[4]. Μέσα σε όλα αυτά εμπλέκεται η θεολογία με την πολιτική. Ο Ρωμανός μέσα από την ποίηση του θα εξάρει τον Ιουστινιανό ως ελέω Θεού αυτοκράτορα, αλλά θα τον ελέγξει ύστερα από την αιματηρή καταστολή της στάσης του Νίκα στον Ιππόδρομο[5]. Στο Κοντάκιο του για την Δευτέρα Παρουσία[6] θα είναι από τους πρώτους που θα εισαγάγουν τον τρόμο[7] ως μέσο για την απόκτηση της αρετής βοηθώντας έτσι τις κατασταλτικές λειτουργίες της εξουσίας, παράλληλα όμως θα γράψει Κοντάκια που μιλούν για την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού[8].

Σε πολλά σημεία η ποίηση του Ρωμανού μοιάζει να εκφράζει μια εκκοσμικευμένη εσχατολογία, ωστόσο ιστορικές συγκυρίες τελικά θα κάνουν το έργο του να απομακρυνθεί από αυτό το δρόμο. Μετά την στάση του Νίκα πολλές συμφορές διαδέχονται η μια την άλλη. Οι σεισμοί, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και κυρίως η φονική πανώλη που αφάνισε εκατομμύρια κόσμου μοιάζουν με σημεία, γεννούν ερωτήματα και αλλάζουν ρότα  στην ποίηση του Ρωμανού. Το μέλλον αφήνεται στον Χριστό που είναι ο μόνος που μπορεί να φροντίσει για την ειρήνη, την υγεία των ανθρώπων, του αέρα και των καρπών της γης. Η θεία τιμωρία έρχεται με βίαια μέσα, φυσικές καταστροφές και συμφορές για να καλέσει σε μετάνοια τους ανθρώπους.

Κάποιοι ερευνητές εντοπίζουν στη γέννηση του κοντακίου, του κανόνα, των ιδιόμελων τροπαρίων μια τάση εσωτερίκευσης της πίστης και ατομικισμού[9]. Αυτή η στάση όμως εκφράζει μια βαθύτερη ανάγκη για αυτονομία από την κεντρική εξουσία που με τη σειρά της αντλεί σε αυτή την εποχή νομιμοποίηση από τον Θεό. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά τα είδη γεννιούνται σε εποχές κατά τις οποίες ισχυρές βυζαντινές οικογένειες αντιμάχονται τον αυτοκράτορα και αυτός με μεταρρυθμίσεις προσπαθεί να τις υποτάξει. 

Αργότερα την εποχή του Κουκουζέλη αλλά και πιο νωρίς αρχίζει να επικρατεί σιγά-σιγά ο μυστικισμός, η απόσυρση από τα πολιτικά και ιστορικά πράγματα ως πολιτική στάση. Αυτή η στάση εκφράζεται στην λειτουργική τέχνη, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, που σηματοδοτείται από την μορφή του Κουκουζέλη, από τα αργά ψαλτικά μέλη. Τι άραγε δημιούργησε τον αργό τρόπο ψαλσίματος; Κάποιοι ομιλούν για ένα κλίμα μεγαλείου και προσευχής που προκαλούν αυτές οι συνθέσεις. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι με αυτή τη μορφή της τέχνης οι μοναχοί παρέμεναν περισσότερες ώρες στο ναό για προσευχή προσεγγίζοντας πρακτικά το ζήτημα. Ενώ άλλοι θα πουν ότι η θεολογία εκφράζει με αυτό τον τρόπο πρακτικά τις μυστικές τάσεις που τονίζουν το αδύνατο της γνώσεως της ουσίας του Θεού από τον άνθρωπο, αλλά της μετοχής του στις άκτιστες θείες ενέργειες. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις ευσταθούν, ωστόσο τις δημιούργησαν ή μάλλον καλύτερα τις γενίκευσαν κάποιες συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες.

Η ζωή του αγίου Ιωάννη του Κουκουζέλη έχει όλους εκείνους τους γρίφους, τις συγκινησιακές φορτίσεις και τα θαυμαστά γεγονότα που είναι χαρακτηριστικά των θρύλων. Ο ίδιος είναι ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής και στην εποχή του γεννιούνται τα αργά ψαλτικά μέλη[10], ενώ ο λόγος, το νόημα του κειμένου περνάει σε δεύτερη μοίρα. Η απογοήτευση από την παρακμή δημιουργούν ένα μοναδικής έμπνευσης μουσικό σύστημα που νομίζει κανείς ότι έχει πλατωνικές καταβολές. Είναι ένας τέλειος διαμορφωμένα κόσμος ως αντίδραση απέναντι στην παρακμή.

Ο Κουκουζέλης και η εποχή του, με τον τροχό του και τα σημαδόφωνά του διαμόρφωσε ένα μουσικό σύστημα μαθηματικά δομημένο, με περίπλοκες και μεγάλες σε διάρκεια μουσικές φόρμες που διαδέχονται η μια την άλλη σε διάφορες τονικότητες και σε οκτώ διαφορετικούς ήχους. Οι λέξεις χάθηκαν πίσω από τα μουσικά τόξα όπως τα λόγια χάνονται όταν οι ανθρώπινες πράξεις αδυνατούν να αλλάξουν και να καταλάβουν τον ρου της ιστορίας. Ταυτόχρονα κυριάρχησαν τα δυο κυριότερα χαρακτηριστικά της θεολογίας των μέσων χρόνων που είναι ο μυστικισμός, δηλαδή η προσωπική σχέση με τον Θεό από την μια μεριά, ενώ από την άλλη η Βασιλεία του Θεού μετατίθεται στο μακρινό μέλλον.

Κατά την Οθωμανική περίοδο η οθωμανική μουσική συνδιαμορφώνεται μαζί με την εκκλησιαστική[11]. Πολλοί το άκουσμα το κατατάσσουν άκριτα στον αυτοσχεδιασμό και το ονομάζουν αμανέ, παρ’ όλα αυτά έχουμε μια συνέχιση της αντίληψης του Κουκουζέλη με άλλες θέσεις, κλίμακες, ρυθμούς και μοτίβα. Η μουσική της περιόδου αυτής σου δίνει την αίσθηση μιας αυτοπαράδοσης σε ένα πεπρωμένο που δεν μπορείς να αλλάξεις. Παράλληλα την ίδια περίπου περίοδο στην Δύση ο Μπαχ με το συγκερασμό των κλιμάκων θέτει τις βάσεις για την συμφωνική μουσική. 

Μετά τον Διαφωτισμό ξεκινάει μια προσπάθεια συντμήσεως των αργών μουσικών φράσεων[12]. Υπάρχει πλέον διάχυτη η πεποίθηση ότι κάποια πράγματα πρέπει να απλοποιηθούν προκειμένου να συμμετέχουν περισσότεροι σε αυτά, ενώ ο λόγος αρχίζει πλέον να έχει θετικό πρόσημο και οι άνθρωποι νιώθουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή στο σήμερα.

Ο θρύλος γράφει ότι ο άγιος Ρωμανός δέχθηκε στον ύπνο του ένα βιβλίο από την Παναγία και τον προέτρεπε να το φάει, ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης αποκοιμήθηκε και αυτός την ώρα που έψελνε και η Παναγία του χάρισε ένα νόμισμα. Και όλα αυτά είναι τα βραβεία σε αυτούς που παρ’ όλες τις αντίξοες ιστορικές συνθήκες δεν παραδόθηκαν στον μηδενισμό και το κακό, αλλά συνέχισαν να ζουν δημιουργώντας.

Σημειώσεις

[1] Για τον Ρωμανό τον Μελωδό βλέπε: Θεοχάρη Δετοράκη, Βυζαντινή Υμνογραφία, Ηράκλειο 1997. Μετάφραση των Κοντακίων του αγίου Ρωμανού: Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, Ρωμανού Μελωδού Υμνοι, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2011

[2] Για τη θεολογία της ποίησης του αγίου Ρωμανού: Κουρεμπελέ Ιωάννη, Η Χριστολογία του Ρωμανού του Μελωδού και η σωτηριολογική σημασία της, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Σχολή Θεολογική, Τμήμα Θεολογίας, 1998
[3] Βλέπε: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Τα Οικουμενικά Ονειρα σελ. 28 και εξής, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013
[4] Για τη σχέση Θεάτρου και Εκκλησίας: Ιωσήφ Βιβιλάκη Το κήρυγμα ως performance. Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2013.
[5] Κοντάκιον Εις έκαστον σεισμόν και εμπρησμόν.
[6] Δημητρίου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Σωτηρία και τιμωρία: Η εικαστική πλευρά της Δευτέρας
Παρουσίας, Περιοδικό Σύναξη, τόμος 121, σελ.28
[7] Εδώ ίσως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ίχνη της θεολογίας του αγίου Εφραίμ του Σύρου…
[8] Κοντάκιον Εις τον Ασωτον Υιόν
[9] Βλέπε: Δημητρίου Μόσχου, Συλλογικό χάρισμα, σύνοδοι και ενότητα κατά τη μέση και ύστερη περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, Περιοδικό Σύναξη, τόμος 134, σελ.26-27. π. Αντωνίου Πινακούλα, Η επιστροφή του ενοριακού τυπικού, Περιοδικό Σύναξη, τόμος 105, σελ.14
[10] Τα αργά μέλη έχουν προκαλέσει μεγάλο προβληματισμό και αίσθηση. Ο Σίμων Καρράς υπέθεσε ότι η συγκεκριμένη γραφή θα μπορούσε να διαβαστεί και με σύντομο τρόπο σε παλιότερες εποχές πρακτική η οποία χάθηκε. Αυτή υπόθεση απετέλεσε και το θέμα της πολυσέλιδης διατριβής του Ιωάννη Αρβανίτη, Ο ρυθμός των εκκλησιαστικών μελών μέσα από τη παλαιογραφική έρευνα και την εξήγηση της παλαιάς σημειογραφίας. Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Μουσικών Σπουδών 2010.
[11]Για την σχέση Οθωμανικής μουσικής και Εκκλησιαστικής μουσικής: Νίκου Ανδρίκου, Η εκκλησιαστική μουσική της Σμύρνης (1800-1922), εκδόσεις Μέθεξις, 2012
[12] Για το ζήτημα των συντμήσεων: Δημητρίου Mπαλαγεώργου, Ο Θεόδουλος μοναχός και το έργο των συντμήσεων, Αθήνα 2003. Γρηγορίου Στάθη, Αφιερωματικός τόμος: Τιμή προς τον διδάσκαλο… Αθήνα 2001, σ. 588-612

πηγή: Aντίφωνο

Δήμητρα και Ζαχαρίας

Η Ελευσίνα κρατά πάντα κάτι κρυφό

 γι΄ αυτούς που θα την επισκεφθούν ξανά.

Σενέκας

Σύμφωνα με τον μύθο όταν η Δήμητρα έχασε την κόρη της την Περσεφόνη έφυγε από τον Όλυμπο και άρχισε να την ψάχνει παντού. Στον ομηρικό ύμνο της Δήμητρας (7ος αιώνας π.Χ.), ένα μοιρολόι για την αρπαγή της Περσεφόνης, η Δήμητρα πληροφορείται από την χθόνια Θεά Εκάτη, ότι ο Πλούτωνας πήρε την Περσεφόνη στον Άδη. Η Δήμητρα πηγαίνει στην Ελευσίνα στις πύλες του Άδη και κάθεται απαρηγόρητη πάνω σε ένα βράχο που ονομάστηκε αγέλαστος πέτρα. Μόνο τα αστεία της Ιάμβης την έκαναν να γελάσει λίγο. Τότε γεννήθηκε το ιαμβικό μέτρο. Στη συνέχεια η Δήμητρα  έκανε την γη να ξεραθεί και λιμός άρχισε να μαστίζει την ανθρωπότητα. Ο Δίας αποφάσισε να επέμβει. Έστειλε τον Ερμή στον κάτω κόσμο να φέρει την Περσεφόνη. Ο Πλούτωνας υπάκουσε αφού πρώτα έδωσε στην Περσεφόνη να φάει έξι σπυριά ροδιού για να τη δέσει για πάντα με τον Κάτω Κόσμο. Η Περσεφόνη γύρισε στη Δήμητρα και η θεά άφησε τη γη να βλαστήσει. Από τότε η Περσεφόνη περνούσε στον Άδη έξι μήνες και τους υπόλοιπους με τη μητέρα της στον Όλυμπο.

Ο μύθος γύρω από την Δήμητρα και την αρπαγή της κόρης της Περσεφόνης προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κύκλο της γονιμότητας, την ζωή , τον θάνατο, τα μετά τον θάνατο. Στην Ελευσίνα δημιουργήθηκε Ιερό με την λατρεία της Δήμητρας, αλλά επειδή οι μυημένοι δεν αποκάλυπταν τα τελούμενα λίγα πράγματα σε εμάς είναι γνωστά από αυτή την λατρεία. Η κύρια γιορτή ήταν τα Μεγάλα Ελευσίνια ή Μεγάλα Μυστήρια που ξεκινούσαν την 15η ημέρα του μήνα Βοηδρομιώνα (15 Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίου) και διαρκούσαν εννιά ημέρες, δηλαδή 1η με 9η Σεπτεμβρίου. Πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες μυήθηκαν στα Ελευσίνια μυστήρια και έστησαν τα αγάλματά τους στο ιερό, γι’ αυτό και ο Βησιγότθος Αλάριχος το ισοπέδωσε σταματώντας μια παράδοση που είχε ξεκινήσει από την εποχή του Χαλκού.

Τον 5ο αιώνα μ.Χ. στην Ελευσίνα χτίζεται η παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Ζαχαρία λίγο πριν το ιερό της Δήμητρας, στο τέλος της Ιεράς Οδού. Η βασιλική καταστράφηκε και αυτή από βαρβαρικές επιδρομές και στη θέση της έχει χτιστεί ένα μικρό αλλά επιβλητικό εκκλησάκι που εκτός των άλλων το δάπεδό του κοσμούσε μια παράσταση με την Δήμητρα να δίνει στάχυα στον Τριπτόλεμο, ενώ η Περσεφόνη τον στεφάνωνε. Στην είσοδο του ναού συναντά κανείς και την αναθηματική επιγραφή της μυημένης στη λατρεία Δήμητρας και Κόρης, Νικοστράτης.

Μια σειρά από συσχετισμούς, συμβολισμούς και μια γενικότερη διαλεκτική μεταξύ παλαιού και καινούργιου, δηλαδή παλαιάς θρησκείας και χριστιανισμού έδωσαν το όνομα Ζαχαρίας στην Βασιλική του 5ου αιώνα μ. Χ. Ο άγιος Ζαχαρίας, που σημαίνει από τα εβραϊκά Θεοδόξαστος γιορτάζει την 5η Σεπτεμβρίου. Συνεπώς μέσα στις μέρες κατά τις οποίες παλιότερα τελούνταν τα Μεγάλα Μυστήρια. Ο Ζαχαρίας ήταν ιερέας στα Ιεροσόλυμα και ανήκε στην ιερατική τάξη Αβιά, ενώ η γυναίκα του η Ελισάβετ καταγόταν από τον Ααρών (επίσης ιερατική καταγωγή). Παράλληλα σε μια παλαιότερη εποχή δυο ιερατικές τάξεις τελούσαν για αιώνες τα Ελευσίνια Μυστήρια οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδες.

Όπως περιγράφει το κατά Λουκάν ευαγγέλιο στο πρώτο του κεφάλαιο όταν ο Ζαχαρίας έτυχε να είναι εφημέριος του ναού και μπήκε να θυμιάσει στα Άγια είδε μια οπτασία, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ του ανακοίνωσε ότι η γριά και στείρα γυναίκα του θα γεννήσει παιδί που θα ονομαστεί Ιωάννης. Από τότε μέχρι και την όγδοη ημέρα του παιδιού, ο Ζαχαρίας έμεινε κωφάλαλος.  Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με τους μύστες στα αρχαία μυστήρια, καθώς μετά την μύησή τους δεν απεκάλυπταν σε κανένα το τι έζησαν. Ο Θεοφάνης ο Γραπτός (Γραπτός επειδή ο αυτοκράτορας του χάραξε το πρόσωπο) στον κανόνα που έγραψε για τον Άγιο Ζαχαρία τον προσφωνεί ως ἱεροφάντωρ, θεοφάντωρ, ἱερομύστα και έτσι η συσχέτιση τόσο με τους μύστες, όσο και με τον Ιεροφάντορα-Ιερέα της Δήμητρας που έμπαινε στο Ιερό και έβγαινε λίγο αργότερα με τα Ιερά αντικείμενα των δυο θεοτήτων, τα οποία πρόβαλλε στους μυημένους, γίνεται πιο έντονη.

Έξι μήνες μετά την σιωπή του Ζαχαρία ένας άλλος χαρούμενος αυτή τη φορά ύμνος ακούστηκε μεταξύ δυο γυναικών της Ελισάβετ και της Μαρίας, όπως παλιότερα το μοιρολόι μεταξύ Δήμητρας και Εκάτης. Το βρέφος της Ελισάβετ σκιρτά από χαρά όταν συνάντησε το βρέφος της Μαρίας. Η Ελισάβετ επλήσθη εκ Πνεύματος Αγίου και αναγνώρισε τον καρπό της Μαρίας. Και είπε Μαριάμ:

«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σ’ εμένα έργα θαυμαστά. Άγιο είναι τ’ όνομά του, και το έλεός του υπάρχει από γενιά σε γενιά, σ’ όσους με δέος τον υπακούνε.
Έδειξε έμπρακτα τη δύναμή του: διασκόρπισε τους περήφανους και χάλασε τα σχέδια που είχανε στο νου τους. Καθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους και ταπεινούς ανύψωσε.
Ανθρώπους που πεινούσαν τους γέμισε με αγαθά και πλούσιους τους έδιωξε με χέρια αδειανά… (Λουκάς 1, 46-55)». Η συχνή και δίκαιη εμμονή του Λουκά ενάντια στον Πλούτο, που σύμφωνα πάλι με τον μύθο ήταν ο τυφλός γιός της Δήμητρας…

Περσεφόνη είναι αυτή που θα φέρει αφθονία, όταν όμως η Δήμητρα την χάνει, χάνει τα πάντα. Ιωάννης είναι αυτός που θα φέρει την χαρά. Κατά την όγδοη ημέρα από την γέννηση του, η σιωπή του Ζαχαρία λύνεται σε αντίθεση με τους μύστες του παρελθόντος. Ο Ζαχαρίας σαν τους παλιούς Ευμολπίδες αναφωνεί μια προφητεία-ευαγγέλιο: «…ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης».

Ο Ζαχαρίας φονεύθηκε μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου (Ματθ.23,35), διότι συνέχισε να αποκαλεί Παρθένο την Μαρία και μετά την γέννηση του γιού της όπως αναφέρει ο Συναξαριστής. Στην Ελευσίνα είναι ο προστάτης άγιος  των αρτοποιών. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Σεπτεμβρίου.

Σκέψεις εμπνευσμένες από την ποιητική ματιά του Φίλιππου Κουτσαφτή

πηγή: Aντίφωνο

Η σαλάτα του Καίσαρα

Στις 4 Ιουλίου του 1924, εκατόν πενήντα περίπου χρόνια μετά την Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας ο Caesar Gardini δημιούργησε την περίφημη σαλάτα του Καίσαρα. Πρόκειται για μια σαλάτα που αποτελείται από μαρούλι, κρουτόν, μπέικον και κοτόπουλο καθώς και μια σάλτσα που έχει βάση την μαγιονέζα με ελαιόλαδο και αρτύματα το σκόρδο και την αντζούγια. Η σαλάτα του Καίσαρα είναι ίσως η πιο διάσημη σαλάτα αλλά και αυτή που αν και έχει ως βάση της την μαγιονέζα, που θεωρείται ανθυγιεινή, ωστόσο συνεχίζει να βρίσκεται στα μενού των καλύτερων εστιατορίων.

Η σαλάτα του Καίσαρα δεν έχει άμεση σχέση με τον Ιούλιο Καίσαρα, ωστόσο έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την πορεία αυτού του ονόματος μέσα στην ιστορία καθώς και τις μορφές που αλλάζει η εξουσία.

Καίσαρας  ήταν επώνυμο του Γάιου Ιούλιου Καίσαρα, του Ρωμαίου δικτάτορα. Καίσαρας αρχικά σήμαινε “τριχωτός”, που σημαίνει ότι οι Ιούλιοι Καίσαρες, ένα παρακλάδι του γένους των Ιουλίων, πιθανότατα να είχαν πλούσιο μαλλί εναλλακτικά, παίρνοντας υπ’ όψιν τη Ρωμαϊκή αίσθηση του χιούμορ, μπορεί οι Ιούλιοι Καίσαρες να ήταν φαλακροί. 

Ο Καίσαρας παίρνει την εξουσία στη Ρώμη, ονομάζεται δικτάτορας για δέκα χρόνια, και μετά ισόβιος. Προβαίνει σε αρκετά φιλολαϊκά μέτρα και τριπλασιάζει τον αριθμό των μελών της Συγκλήτου, ούτως ώστε να εξασφαλίζει τη συναίνεσή της για όλα τα θέματα. Κάποιοι συγκλητικοί, όμως, που φοβούνταν τη δύναμή του με επικεφαλής το θετό γιο του, Βρούτο, τον δολοφονούν το 44 π.Χ. Αργότερα η Σύγκλητος θα δώσει το όνομα της οικογένειάς του σε ένα μήνα του χρόνου, δηλαδή τον Ιούλιο.

Στη συνέχεια ένας από τους διαδόχους του ο Οκταβιανός επέλεξε να τονίσει την συγγένειά του με τον Καίσαρα με την χρήση του τίτλου του (Αυτοκράτωρ Καίσαρας) το ίδιο και ο διάδοχός του, ο θετός γιος του Τιβέριος. Την εποχή του Τιβερίου γίνονται και οι γνωστές συζητήσεις μεταξύ Χριστού και Φαρισαίων: «Ἀπόδοτε οὖν τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι…». Την ίδια εποχή επίσης ακούγεται μέσα στις αρένες και η προσφώνηση Ave Caesar morituri te salutant” (Χαίρε Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν) όπως μαρτυρεί στους “βίους των Καισάρων” ο ιστορικός Σουητώνιος.

Επί Διοκλητιανού (284-305) και μετέπειτα, καίσαρας αναγορευόταν ο νεαρός συναυτοκράτορας. Στα Βυζαντινά χρόνια ήταν ο υψηλότερος τίτλος στην ιεραρχία της βυζαντινής αυλής, με διάσημα ένα στέμμα και ένα σταυρό. Τον 8ο αιώνα το αξίωμα του καίσαρα αποδιδόταν συνήθως στο διάδοχο του θρόνου.

Η γερμανική λέξη Κάιζερ είναι αυτοκρατορικός τίτλος εκ του λατινικού Καίσαρ (caesar). Στον γερμανόφωνο χώρο η λέξη Κάιζερ ως τίτλος αποκτά έννοια για πρώτη φορά το έτος 800 αναφορικά με τον βασιλιά των Φράγκων Κάρολο τον Μέγα ή Καρλομάγνο και τη στέψη που έγινε από τον Πάπα Λέοντα Γ’ τα Χριστούγεννα του 800 στην Ρώμη. Η Ανατολική Αυτοκρατορία θα αντιδράσει μετά από κάποιους αιώνες με τη μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), σύμφωνα με την οποία ο καίσαρας υποβαθμίστηκε, έγινε ο τρίτος στην ιεραρχία μετά τον αυτοκράτορα και το σεβαστοκράτορα. 

Η Ζωή Παλαιολογίνα Μεγάλη Δούκισσα της Μόσχας, ήταν ανηψιά του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου. Όταν πέθανε ο πατέρας της Θωμάς, ο Βησσαρίων την πάντρεψε με τον Ιβάν Γ’ της Ρωσίας, παππού του Ιβάν του Δ΄ του Τρομερού. Η Ζωή έδωσε στη Ρωσία τα βυζαντινά έθιμα και στον Ιβάν τον τίτλο του Καίσαρα, στα σλαβικά Τσάρος. Τα αδέλφια της κινήθηκαν διαφορετικά, για να ζήσουν πουλούσαν τους τίτλους τους σε πρίγκιπες της Ευρώπης.

Για την ακρίβεια, η πραγματική ιστορία της σαλάτας του Καίσαρα είναι μάλλον ταπεινή σε σχέση με το μεγαλείο των Ρωμαϊκών εδεσμάτων.

Ο Ceasar (Καίσαρας) Cardini ήταν ένας Ιταλός σεφ, ο οποίος μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μετανάστευσε στις Η.Π.Α, όπου η οικογένεια Cardini άνοιξε ένα εστιατόριο ζούσε στο Σαν Ντιέγκο αλλά εργαζόταν και στη Τιχουάνα του Μεξικό λόγω της ποταπαγόρευσης που ίσχυε τότε στην Αμερική.

Κατά την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης από το 1920 έως το 1933 στις ΗΠΑ, είχε κηρύχθηκε παράνομη με συνταγματική πρόνοια η παρασκευή, διακίνηση, εισαγωγή, εξαγωγή και πώληση αλκοολούχων ποτών. Το κίνημα της ποτοαπαγόρευσης είχε ξεκινήσει στις αρχές του 19ου αιώνα και ήδη ως το 1850 αρκετές πολιτείες, κυρίως του νότου, είχαν ψηφίσει νόμους που περιόριζαν ή απαγόρευαν τη διάθεση αλκοολούχων ποτών. 

Η πρωτοβουλία ανήκε σε θρησκευτικές προτεσταντικές οργανώσεις, κυρίως του Μεθοδιστικού δόγματος. Πολλά ενθουσιαστικά-μεσσιανικά χριστιανικά κινήματα στην προσπάθειά τους να εγκαθιδρύσουν την Βασιλεία του Θεού στον επίγειο βίο οδηγήθηκαν σε πουριτανικές-ευσεβιστικές τακτικές, που με την σειρά τους έφεραν άλλες αντιδράσεις.  Το κρασί απαγόρευαν τα πρώτα χριστιανικά χρόνια και οι Αρτοτυρίτες, αίρεση που τελούσε την Λειτουργία όχι με τον «ακάθαρτο» και «ακόλαστο» οίνο αλλά με ψωμί και τυρί.

Δεν πέρασε μεγάλο διάστημα και η μαύρη αγορά άρχισε να ανθίζει, το έγκλημα να κινείται ανοδικά και οι οργανωμένες συμμορίες να ευημερούν και να κερδίζουν πολιτική επιρροή. Η μαφία αυτή την φορά, μια έκφραση ενός άκρατου φιλελευθερισμού που ζει στη σκιά ενός διεφθαρμένου κράτους πήρε την εξουσία.

Οι παράνομοι διακινητές έγιναν λαϊκοί ήρωες, καθώς πρόσφεραν δουλειά σε περίοδο μεγάλης ανεργίας, όπως ήταν η εποχή της Μεγάλης Ύφεσης («Κραχ»).  Αργότερα μόνο, η αύξηση της εγκληματικότητας και της διαφθοράς άλλαξε τη διάθεση της κοινής γνώμης. Και η άρση της ποτοαπαγόρευσης σήμανε και τον περιορισμό του εγκλήματος.

Κατά την ιστορία, στις 4 Ιουλίου του 1924, Ημέρα Ανεξαρτησίας και εθνική γιορτή των Αμερικανών, το εστιατόριο της οικογένειας είχε τόσους πολλούς πελάτες που τελείωσαν οι περισσότερες προμήθειες της κουζίνας. Έτσι, ανέλαβε δράση ο Caesar και με τα λιγοστά υλικά που είχαν περισσέψει δημιούργησε μία σαλάτα. 

 

Την εποχή εκείνη της ποτοαπαγόρευσης πολλοί μαγαζάτορες προσπαθώντας να καμουφλάρουν το αλκοόλ άρχισαν να δημιουργούν τα περίφημα κοκτέιλ. Με κάποιο τέτοιο περίεργο ανακάτεμα δημιούργησε  και ο Caesar την σαλάτα του. Εξάλλου στην πατρίδα του ήταν συνηθισμένο να συνδυάζει κανείς ανόμοια υλικά όπως κρέας με αντζούγιες (=παστός γαύρος).

Αλλά εκείνη την εποχή του εγκλήματος όταν έρχονται κάποιοι πολύ αργά στο μαγαζί σου και δεν έχεις να τους προσφέρεις τίποτα, σίγουρα πρέπει μαζί με όλη την τέχνη σου να επικαλεστείς και την βοήθεια του κάποιου αγίου για να μην χάσεις την δουλειά σου ή και την ζωή σου.

Ο άγιος Καισάριος της Τερασίνα στην ακτή του Λάτζιο ήταν δημοφιλής στον ιταλικό λαό και πολύ έπαιρναν το όνομά του. Το όνομα αυτού του Αγίου είχε και ο Caesar Gardini. Αυτό που κυρίως συγκινούσε ήταν ότι η ζωή του, η τιμή του στο παλιό Παλάτι του Ρωμαίου αυτοκράτορα αλλά ακόμη και το όνομά του αποτέλεσαν σύμβολο της θυσίας απέναντι σε οποιαδήποτε καταπιεστική εξουσία. 

Ο άγιος Καισάριος καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια τα Καρχηδόνας. Οι γονείς του του έδωσαν το όνομα του Καίσαρα για να επιδείξουν την ευγνωμοσύνη και την αφοσίωσή τους, ο οποίος ανακατένειμε τα αφρικανικά εδάφη.

Η οικογένεια προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό εξαιτίας του παθιασμένου  κηρύγματος τον αποστόλων του Ιησού. Μετά την εφηβεία του ο Καισάριος αποφασίζει να απαρνηθεί την περιουσία του, να αφιερωθεί στο Θεό και να φύγει για τη Ρώμη.

Το πλοίο ναυάγησε στην Τερασίνα και ο Καισάριος αποφάσισε να μείνει σε αυτή την περιοχή γοητευμένος από την ομορφιά της, αλλά πάνω απ’ όλα επειδή του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το μεγάλο χάσμα μεταξύ πλούσιων και πτωχών. Αποφασίζει λοιπόν να αφοσιωθεί μαζί με τον φίλο και δάσκαλό του Ιουλιανό στους αναγκεμένους της περιοχής. Τα ονόματα Ιουλιανός και Καισάριος μας παραπέμπουν στο όνομα του Ιούλιου Καίσαρα. Ίσως να μην ήταν τα πραγματικά ονόματα των αγίων αλλά να δόθηκαν σε αυτούς για συμβολικούς λόγους.

Εκείνη την εποχή αυτοκράτορας ήταν ο Τραιανός και στην περιοχή της Τερασίνα υπήρχε το έθιμο να θυσιάζεται ένας όμορφος νέος ώστε να εξευμενίζονται οι Θεότητες. Ο Καισάριος έκανε μια ομιλία που άλλαξε για πάντα την νοοτροπία των Τερασινίων: «Συμφορά θα έρθει στους πρίγκιπες και στην δημοκρατία που χαροποιούνται από βασανιστήρια και τρέφονται από αίμα. Η ζωή είναι ιερή και μοναδική και δεν πρέπει να αφαιρείται ούτε στο όνομα ενός Θεού, ούτε της αγάπης, των χρημάτων και της δικαιοσύνης. Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να σκοτώσει και να σκοτωθεί επειδή κανένας Θεός δεν δώρισε την ζωή για να ζητηθεί στην συνέχεια στον ίδιο. Όλοι οι ζωντανοί υπάρχοντες χωρίς καμία διάκριση αξίζουν σεβασμό και αξιοπρέπεια και είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του αληθινού Θεού της γης, ο οποίος κατέχει μια καρδιά ζωντανή και όχι μαρμάρινη όπως το δικό σας άγαλμα του Απόλλωνα. Ο Θεός μου έχει αυτιά για να μπορεί να ακούει τον λαό του και δίνει προστασία και αιώνια ελευθερία».

Στη συνέχεια ο Καισάριος συλλήφθηκε, φυλακίσθηκε και ρίχθηκε στη θάλασσα μέσα σε ένα σάκο γεμάτο με πέτρες όπως και ο φίλος του Ιουλιανός. Ήταν σε ηλικία μεταξύ 18 και 22 ετών.

Βίος Αγίου Καισαρίου της Τερασίνα, μετάφραση από τα Ιταλικά Ελένη Πολυκρέτη.

 

πηγή: Aντίφωνο

 

Η ξενητεία ως πράξη πολιτική

Η Χρονική συγγραφή του Γεωργίου Ακροπολίτη κλείνει ως εξής: «ἤδη γὰρ μεσεμβρινὰς τὰς ἀκτῖνας ὁ ἥλιος ἔβαλλε καὶ ὁ τοῦ ἀρίστου παρῄει καιρός». Ο βασιλιάς Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος κάθεται μαζί με ευγενείς και αξιωματούχους, έτοιμοι να γευματίσουν μέσα σε ένα ιλαρό κλίμα ενώ ο ήλιος καταυγάζει την σκηνή με τις μεσημεριανές του ακτίνες. Είναι το πρώτο γεύμα στην ελεύθερη Κωνσταντινούπολη τον 15Αύγουστο του 1261 μετά από 57 χρόνια κατάληψής της από τους Φράγκους. Η Χρονική συγγραφή κλείνει αφήνοντας μας την αίσθηση, ότι με το που ανακατέλαβε ο αυτοκράτορας την βασιλεύουσα, αρχίζει πάλι το γεύμα της βασιλείας του Θεού στη γη, που είχε για χρόνια σταματήσει.

Αντίθετα το επιτάφιο ποίημα του Μεγάλου Σαββάτου έργο και αυτό του Ακροπολίτη «Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας…[1]» θα μπορούσε να είναι προοίμιο της Χρονικής του συγγραφής και η Χρονική συγγραφή το καλύτερο ερμηνευτικό υπόμνημα στο ποίημα. Εδώ ό ήλιος κρύβει τις ακτίνες του και ακολουθεί η καταστροφή του καταπετάσματος του Ναού “τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ”. Προφανώς το ποίημα σε ένα δεύτερο επίπεδο αναφέρεται στα 58 χρόνια ξενητειάς από την Κωνσταντινούπολη, χρόνια κατά τα οποία το όραμα για μια χριστιανική  αυτοκρατορία που εργάζεται τη βασιλεία του Θεού στη γη χανόταν.

 Πολύ ωραία έχει διατυπωθεί ότι ο Βυζαντινός Μεσσιανισμός είναι η συνείδηση των κατοίκων του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους ότι η αυτοκρατορία ήταν η πραγμάτωση του χριστιανικού ιδεώδους από τη στιγμή που την κυβέρνησή της την ανέλαβαν χριστιανοί[2]. Ο Ακροπολίτης εμπνεόμενος από παλαιότερο εγκωμιαστικό λόγο εις την Θεόσωμον ταφήν του Κυρίου, έργο του Αγίου Επιφανίου Κύπρου εκφράζει τους δικούς του καημούς, τα δικά του οράματα. Ο ίδιος είναι ξένος σε έναν κόσμο όπου το όραμα της αυτοκρατορίας που ενσαρκώνει τη βασιλεία του Θεού στη γη έχει χαθεί προσωρινά.

Ο συγγραφέας συνθέτει το έργο του μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρωμαίους-Βυζαντινούς και προσπαθεί να ανασυνθέσει ως άλλος Ευσέβιος Καισαρείας την ιδεολογία που θα βοηθήσει την ανασύσταση της ουτοπίας του νέου κράτους. Παράλληλα είναι και ένας μεσσιανικός προφήτης που βλέπει στο πρόσωπο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, τον ελέω Θεού εγγυητή της Βασιλείας. Αν θα είχε διασωθεί και ο πανηγυρικός λόγος του, κατά την είσοδο του αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη θα μπορούσε καλύτερα να παραλληλιστεί το πορτραίτο του με αυτό του Ευσεβίου Καισαρείας.

Σκοπός του Ακροπολίτη είναι να σφυρηλατήσει μια ενωτική ιδεολογία απέναντι στα διάφορα αντιφατικά ρεύματα, που κινδύνευαν να εξουδετερώσουν την προσπάθεια για την ανανέωση των οραμάτων για την αυτοκρατορία[3]. Σε πρώτο πλάνο ο ξένος του ποιήματος είναι ο Χριστός που ξενιτεύτηκε από τον Ουράνιο Πατέρα και ήρθε να σώσει τον κόσμο και έπαθε ως ξένος στον κόσμο που έπλασε. Ωστόσο σε ένα δεύτερο επίπεδο ξένος είναι ο ξενιτεμένος Βυζαντινός αυτοκράτορας, η αυτοκρατορία που αναζητά τα εδάφη της, την ενότητα και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ακροπολίτης βλέπει ότι πίσω από κάθε κακό κρύβονται τα εμφύλια μίση και πάθη «ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον». Οι πολίτες της αυτοκρατορίας δεν έχουν ομόνοια μεταξύ τους. Τα μίση είναι αυτά που οδηγούν στην πτώση της Βασιλεύουσας και αυτά διαιωνίζουν το κακό. Η δε ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης είναι ένα θαύμα, μια παρέμβαση του Θεού και σε καμία περίπτωση ανθρώπινη κατάκτηση. Πίσω από τον ίδιο στίχο μπορούμε να πούμε ότι πιθανόν βρίσκονται τα βασίλεια της Ηπείρου και του Πόντου που υπονομεύουν την ενότητα της αυτοκρατορίας και την ανταγωνίζονται. Ο ίδιος ο Ακροπολίτης πολέμησε το Δεσποτάτο της Ηπείρου και φυλακίστηκε ως αιχμάλωτος από τους ομοεθνείς του.

Αν από τα χρονικά της Άλωσης δεν είχε σωθεί τίποτα παρά μόνο η Χρονική συγγραφή του Ακροπολίτη δεν θα είχαμε τις αποτρόπαιες εικόνες και σκηνές που προκάλεσαν οι Φράγκοι (Χριστιανοί επίσης) στην Δ΄ Σταυροφορία τους. Η Χρονική Συγγραφή προσπερνά τις καταστροφές και τις θηριωδίες των αλλοφύλων-ξένων με μια κυνικότητα που ξαφνιάζει. Αναφέρει: το τι έγινε μπορεί να το φανταστεί ο καθένας σκεπτόμενος το τι γίνεται σε μια πόλη που λεηλατείται. Αντίθετα εκεί που δίδεται βαρύτητα είναι η αιτία της Άλωσης, δηλαδή οι εσωτερικές αντιζηλίες και ο φθόνος μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογενείας. Σε αυτό το σημείο ο Ακροπολίτης εστιάζει το κακό μεταξύ των Ρωμαίων-Χριστιανών. Ο Αλέξιος Κομνηνός ανέτρεψε από τον θρόνο τον αδελφό του Ισαάκιο και τον τύφλωσε. Σε αντίποινα ο γιός του Ισαάκιου στράφηκε στους Φράγκους και στην προσπάθειά του να ανακαταλάβει τον θρόνο τους παρέδωσε την Πόλη.

Ίσως βέβαια το πνεύμα της Χρονικής Συγγραφής εξυπηρετούσε  την φιλοδυτική πολιτική του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου[4]. Αυτό που αποκρύπτει ή δεν εντοπίζει ο Ακροπολίτης είναι ότι η παρακμή των Ρωμαίων ήταν απότοκος της ισχύoς και της δύναμης που έχτισαν οι δυναστείες των Κομνηνών και των Αγγέλων. Λίγο πριν εκπνεύσει ο 12ος μ.Χ. αιώνας το Βυζάντιο ήταν πανίσχυρο, γεγονός που οδήγησε σε έναν τρυφηλό τρόπο ζωής των ευγενών, οι οποίοι πιέζοντας τους αγροτικούς πληθυσμούς διέλυσαν κάθε ενότητα και την ίδια την αυτοκρατορία[5].

Η Χρονική Συγγραφή  με πολύ γλαφυρά και τραγικά παραδείγματα εξιστορεί πως κυριαρχεί το κακό. Δολοφονίες, τυφλώσεις, γάμοι και διαζύγια με πολιτική σκοπιμότητα και συμφέρον, εξορίες σε μοναστήρια. Αν και πολλοί αυτοκράτορες αντάλλαξαν τη βασιλική πορφύρα με το ράσο του μοναχού, συνήθως τα μοναστήρια ήταν τόπος όπου εξόριζαν τους αντικαθεστωτικούς.  Άλλοι πάλι υπήκοοι ψάχνουν να βρουν καταφύγιο στους Σελτζούκους ή στους Βενετούς φοβούμενοι ότι ο αυτοκράτορας θα τους θανατώσει ή στην καλύτερη θα τους τυφλώσει. Μέσα στη Χρονική Συγγραφή φανερώνεται ότι όλοι αυτοί που μυστικά εικόνιζαν στη λατρεία τους τα Χερουβίμ, συγκροτούσαν μια όχι και τόσο  αγγελική πολιτεία.

Ο Ακροπολίτης μένει πιστός στην αυτοκρατορία και ότι αυτή συμβόλιζε ακόμη και όταν απογοητεύεται από τον βασιλιά Θεοδώρο Β΄ Λάσκαρη, ο οποίος για λόγους γοήτρου τον μαστιγώνει μπροστά στο πλήθος και απομακρύνει από τα αξιώματα τους ευγενείς και προαγάγει μη ικανούς ανθρώπους. Μάλιστα απέφυγε να κάνει Πατριάρχη τον λόγιο μοναχό Νικηφόρο Βλεμμύδη και διάλεξε κάποιον αγράμματο. Και σχολιάζει ο Ακροπολίτης: «Οι βασιλείς θέλουν οι πατριάρχες να διαθέτουν αδύνατο χαρακτήρα και να υποκύπτουν με ευκολία στις επιθυμίες τους, σαν σε διαταγές. Και αυτό συμβαίνει ιδίως  με τους πιο άξεστους πατριάρχες, γιατί δεν μπορούν να έχουν πεποίθηση στη δύναμη του λόγου τους˙ αντίθετα οι πιο μορφωμένοι αποδεικνύονται πιο ασυμβίβαστοι και αντιτάσσονται στις προσταγές των βασιλιάδων». Από την άλλη ο Πατριάρχης Αρσένιος που προώθησε ο Θεόδωρος Β΄ Ο Λάσκαρης είναι αυτός που θα αντιδράσει και θα ξεσηκώσει τον λαό εναντίον του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου για τον σφετερισμό του θρόνου και την τύφλωση του ανήλικου Ιωάννη Λάσκαρη, γιού του Θεοδώρου.

Κατά την ολονυκτία του νεκρού βασιλιά Θεοδώρου, όσοι ευγενείς είχαν τυφλωθεί, αδικηθεί και τιμωρηθεί από αυτόν συγκεντρώθηκαν ενάντια στον Γεώργιο Μουζάλωνα και τα αδέρφια του που είχαν προσωρινά την εξουσία. Αν και αυτοί σφιχταγκάλιασαν την αγία τράπεζα στο ιερό του ναού για να σωθούν οι φονιάδες τους (Χριστιανοί) τους έσφαξαν εκεί, τους τεμάχισαν κόβοντας τις αρθρώσεις τους σε μικρά κομμάτια κρατώντας ο καθένας το δικό του. Στη συνέχεια στάθηκαν γύρω από το σκήνωμα του βασιλιά Θεοδώρου βρίζοντάς τον.

Σκληρό τέλος  για τον αυτοκράτορα ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα στη Θεοτόκο. Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης με μεγάλη παιδεία ανάλωσε τη ζωή του σε μάχες για να προφυλάξει και να μεγαλώσει τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η φιλολαϊκή  πολιτική καθώς και ο νευρωτικός χαρακτήρας του, τον έκαναν να αποκτήσει πολλούς εχθρούς. Χρόνια έπασχε από επιληψία και κατάθλιψη ύστερα από το χαμό της μητέρας του. Πέθανε από ασθένεια που τον καθήλωσε για καιρό. Ήταν επόμενο ένας τόσο πονεμένος άνθρωπος και πτοημένος από τις κοινές και προσωπικές αποτυχίες να συνθέσει ένα ποίημα που εκφράζει τον πιο βαθύ ανθρώπινο στεναγμό.

Ένα τέτοιο ποίημα είναι ο Μεγάλος Παρακλητικός  Κανόνας στη Θεοτόκο του Λάσκαρη. Ο άνθρωπος παντελώς αδύναμος και αποκαμωμένος ζητά να βρει καταφυγή στην αγκαλιά της Θεοτόκου. Η ζωή είναι γεμάτη νέφη, ζάλες, μπόρες, τρικυμίες και σκοτάδι και ο ποιητής αναρωτιέται:

«Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνὴ; Ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; Ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν; Ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν; Ποῖον ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρῶν κατέφυγον».

Με το ποίημα αυτό του Θεόδωρου απομακρυνόμαστε από το πρότυπο της Θεοτόκου ως Υπερμάχου Στρατηγού μιας ισχυρής ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας και εγκαινιάζεται η μορφή της Θεοτόκου ως καταφύγιο των κατατρεγμένων ραγιάδων στους μετέπειτα δύσκολους αιώνες.

Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες οποιασδήποτε Βυζαντινής χρονογραφίας γίνεται έντονα αισθητό  αυτό που έγραφε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Η “Ιερά αυτοκρατορία” του Μεσαίωνα ήταν καθαρή αποτυχία, και στην ανατολική και στη δυτική της μορφή. Ήταν ταυτόχρονα ουτοπία και συμβιβασμός…Το Βυζάντιο απέτυχε, λυπηρά απέτυχε, να θεμελιώσει αναμφίβολη και ανάλογη σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και της ευρύτερης κοινοπολιτείας. Δεν πέτυχε να ξεκλειδώσει την πύλη του χαμένου παραδείσου»[6].

Η δυσφορία μεταξύ ουτοπίας και συμβιβασμού είναι αυτό που γέννησε την αναχώρηση, την ξενητεία. Οι ευαίσθητοι και πληγωμένοι από την αδικία και το κακό πολίτες μιας αυτοκρατορίας που αυτοπροσδιοριζόταν ως επι γης του Θεού βασιλεία αναζητούσαν απογοητευμένοι να βρουν ένα πιο δίκαιο κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα κεφάλαια των ασκητικών κειμένων τιτλοφορούνται περί αποταγής και ξενητείας του κόσμου. Αποταγή και φυγή από την αδικία και το κακό που υπήρχε στον κόσμο, ο οποίος καυχιόταν ότι ήταν η επί γης Βασιλεία του Θεού[7].

Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος κάποιους αιώνες νωρίτερα κλείνει κάπως έτσι τα ασκητικά του κείμενα τουλάχιστον στην ελληνική μετάφραση: «Ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει τελειότης˙ καὶ ποῦ ἐφάνη τελειότης εἰς τοῦτον τὸν κόσμον; Ὅπου ὁ ἥλιος τῆς ψυχῆς ἀνατέλων καὶ δύνων εὐρίσκεται ἐν μέσω τῶν νεφελῶν τῶν παθῶν. Καὶ ὅπου ἄλλοτε εἶναι καιρὸς εὔδιος καὶ καλοσύνη, καὶ ἄλλοτε συννεφία. Καὶ πότε μὲν χαρά, πότε δὲ λύπη καὶ κατήφεια… Εἴθε ο Πανάγαθος Θεὸς να στηρίξῃ τὸ θεμέλιον τῆς ἡμετέρας πολιτείας εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ὑπόσχεσιν, καὶ εἰς τὴν ἁγίαν αὐτοῦ διδασκαλίαν» [8]. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι τα ασκητικά κείμενα μιλούν για μια πολιτεία ή για ένα πολίτευμα που προσδιορίζεται ως αγγελικό και υπόγεια αντιδιαστέλλεται από τον «κόσμο». Όμως, ποῦ ἐφάνη τελειότης εἰς τοῦτον τὸν κόσμον; Ειδικά όταν τα σύννεφα των παθών κρύβουν τον ήλιο!

 Πηγές:

Χρονική Συγγραφή, Γεωργίου Ακροπολίτη, εκδόσεις Ζήτρος, Αθήνα 2004

Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, Ἑκδόσεις Αποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2002

Ὡρολόγιον τὸ Μέγα, Ἑκδόσεις Αποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2002

Σημειώσεις

[1] Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας, καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ, ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·  δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·  δός μοι τοῦτον τὸν  ένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·  δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι  τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·  δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα· Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,  καὶ καρδίαν  σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα, ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.  Καὶ   τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ  σῶμα, ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ  τὸν παρέχοντα πᾶσι  τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

[2] π. Αντώνιος Πινακούλας, Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της, Βυζαντινός Μεσσιανισμός, Η περίοδος της Ουτοπίας, σελ. 130, εκδόσεις Άρτος Ζωής

[3] Ελένη Γλυκατζή -Αρβελέρ, Η πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορία, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 133

[4] Ελένη Γλυκατζή -Αρβελέρ, Η πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορία, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 143

[5] Αρβελέρ, ο.π., σελ. 124-132

[6] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Αντινομίες της Χριστιανικής Ιστορίας, Αυτοκρατορία και Έρημος στο Χριστιανισμός και Πολιτισμός, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 86-127] Περισσότερα για την γέννηση και την εξέλιξη του αναχωρητισμού στα κείμενα του Δημητρίου Μόσχου, Τό ορθόδοξο ασκητικό ήθος ως συνιστώσα του πολιτικού φαινομένου, περ. Σύναξη 55 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1995) 63-71. Η εσχατολογία στον αιγυπτιακό μοναχισμό επί τη βάσει της Ιστορίας των κατ’ Αίγυπτον μοναχών και της Λαυσαϊκής Ιστορίας, στο Ι. Μ. Δημητριάδος-Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών (επιμ.), Εκκλησία και Εσχατολογία, Χειμερινό Πρόγραμμα 2000-2001, Αθήνα 2003, 191-221. Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας, Τόμος Ά, Εκδόσεις Ακρίτας σελ. 133-138

[7] Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Τὰ Σωζώμενα

 πηγή: Aντίφωνο