Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Γιώργος Μπάρλας

Γιώργος Μπάρλας

O άγιος Νεκτάριος και οι νόμοι του κράτους

O άγιος Νεκτάριος εκοιμήθη το 1920, στον εικοστό αιώνα. Δεν έζησε σε πολύ περασμένους αιώνες και ασφαλώς είχε μια ιδέα για αυτό που ονομάζουμε μοντέρνα ζωή. Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν ήδη παρών από τα μέσα του 18ου αιώνα αλλά δεν είχε επηρεάσει την ελληνική κοινωνία[1]. Έτσι κι αλλιώς ο άγιος έζησε στην Ελλάδα κυρίως και πάντως όχι στη Γαλλία όπου αυτό που ονομάζουμε νεωτερικότητα είχε ήδη προχωρήσει πολύ, η Γαλλική Επανάσταση είχε καταφέρει βαρύ πλήγμα στην εκκλησία[2], αν και δεν είχαν συμβεί ακόμη τα γεγονότα του Μάη του ΄68. Οι απόψεις του λοιπόν για την ηθική ζωή ήταν παραδοσιακές, αυτές κυριαρχούσαν στην Ελλάδα τότε, και δεν παρέστη ανάγκη να ασχοληθεί διεξοδικά με την αμφισβήτηση αυτών των αρχών. Όπου ξεφύτρωναν τάσεις που έρχονταν σε αντίθεση με τη χριστιανική ηθική (που ήταν και ηθική της κοινωνίας), στην προσωπική δηλαδή ζωή των ανθρώπων της εποχής του, αυτές τακτοποιούνταν με την εξομολόγηση και τα στάδια της συγχώρησης. Η κοινωνία, λοιπόν, στο σύνολό της ακολουθούσε λίγο πολύ τη χριστιανική ηθική. Η δε πολιτεία δεν μπορούσε παρά να συμβαδίζει με αυτή την ηθική και οι νόμοι παρομοίως τη στήριζαν.

Έναν αιώνα μετά την κοίμηση του αγίου Νεκταρίου τα πράγματα έχουν αλλάξει στον τομέα της κοινωνικής ηθικής ριζικά. Οι έλληνες, ενώ θεωρητικά δέχονται ότι ακόμη πιστεύουν στον Θεό, ωστόσο απέχουν από την εκκλησιαστική ζωή, ενώ και η προσωπική τους ηθική είναι ρευστή όσο ποτέ άλλοτε. Η πολιτεία, και οι προοδευτικές ελίτ, βρήκαν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν μια νοοτροπία αντιθρησκευτική και πολλοί από τους νόμους που ψηφίζονται είναι σαφώς αντιχριστιανικοί. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η προϊούσα αποχριστιανοποίηση των Ελλήνων προηγήθηκε των αντιχριστιανικών νόμων ή οι τελευταίοι, και οι εμπνευστές τους μαζί με μια ελίτ διανοουμένων, καλλιέργησαν τη θρησκευτική αδιαφορία ή και εχθρότητα και μέσω της εκκοσμικευμένης παιδείας και των ΜΜΕ; Πάντως δεν είναι φαινόμενο σημερινό, η εκκοσμίκευση ξεκίνησε ήδη με τον Διαφωτισμό και ολοκληρώθηκε στις μέρες μας. Στην Ελλάδα τα φαινόμενα αυτά ήρθαν κάπως καθυστερημένα και προκαλούν οδυνηρή έκπληξη, ενστικτώδεις αντιδράσεις, αμηχανία και φόβο στους περισσότερους πιστούς.

Ο άγιος Νεκτάριος λ.χ. δεν θα μπορούσε όσο ζούσε όχι μόνο να διαβάσει αλλά ούτε να φανταστεί δημοσιεύματα σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα όπως αυτό ενός έλληνα λογοτέχνη στις μέρες μας, που ασφαλώς δεν είναι το μόνο: «Υπάρχουν ομοφυλόφιλοι άνδρες και γυναίκες που απολαμβάνουν και τιμούν τη θαλπωρή των μακρόπνοων σχέσεων. Που ολοκληρώνονται δίπλα στο ταίρι τους. Που μπορούν να γίνουν εξαιρετικοί γονείς… Χρέος του νόμου είναι να προσφέρει στον κάθε πολίτη τις προϋποθέσεις για να ανθήσει, για να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα, διαφυλάσσοντας παράλληλα την κοινωνική ειρήνη… Αλίμονο εάν ο νομοθέτης στέκεται εμπόδιο στο σμίξιμο των ανθρώπων, στον έρωτα, στη χαρά της οικογένειας όπως την αντιλαμβάνεται ο καθείς!» (Χρ. Χωμενίδης, Τα Νέα, 12/5/18)

Ας δούμε όμως, στο βιβλίο του Μάθημα Ποιμαντικής, πώς έβλεπε ο άγιος τη σχέση εκκλησίας και πολιτείας στην εποχή του. «Η εκκλησία, λέει, είναι ανεξάρτητη από την πολιτεία. Αυτό διότι είναι καθαρά θρησκευτικό καθίδρυμα και το πολίτευμά του είναι καθαρά πνευματικό… Η εκκλησία, ως βασιλεία Θεού, δεν έχει τίποτα κοινό με τα έργα της βασιλείας του κόσμου… Η πνευματική εξουσία της εκκλησίας δεν παρεμβαίνει καθόλου στις ενέργειες της πολιτικής εξουσίας. Δεν αντίκειται και δεν φέρνει αντιρρήσεις προς την πολιτεία και την πλήρη εξάσκηση της εξουσίας της τελευταίας. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν και φύσει αδύνατο. Διότι η μεν εξουσία της εκκλησίας εκτείνεται μόνο στο πνευματικό πεδίο της ζωής του ανθρώπου, η δε εξουσία της πολιτείας αφορά όλη τη ζωή των πολιτών. Η μεν εκκλησία διακυβερνά τον χριστιανό άνθρωπο, η δε πολιτεία τον πολίτη άνθρωπο».

Ο άγιος Νεκτάριος μιλάει για μια σαφή διάκριση των ρόλων εκκλησίας και πολιτείας, οι οποίοι όμως ταυτίζονταν τότε στον τομέα της ηθικής… Δεν υπήρχαν νόμοι αντιχριστιανικοί (λ.χ. άμβλωση, γάμος ομόφυλων ζευγαριών, αναδοχή παιδιών εκ μέρους ομόφυλων ζευγαριών, νόμοι που σχετίζονται με τη βιοηθική, π.χ. ευθανασία κλπ). Δεν τέθηκε λοιπόν προς σκέψη αν η πολιτεία ως ανεξάρτητη αρχή έχει το δικαίωμα να ψηφίζει τέτοιους νόμους. Δεν περνούσε καν από το μυαλό του μια τέτοια αντιχριστιανική νομοθεσία.

Για να επιβεβαιώσουμε τα παραπάνω, ας δούμε τι γράφει για τη συνεργασία εκκλησίας και πολιτείας: «Επειδή όμως ο πολίτης και ο χριστιανός είναι ένας και ο αυτός άνθρωπος, οι ενέργειες της πολιτείας και της εκκλησίας απλώς συναντιούνται στο υποκείμενο των ενεργειών και των δύο. Οι ενέργειες αυτές αφού συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο, έτσι και συμφωνούν στο σκοπό και το αποτέλεσμα της ενέργειας. Έτσι κι αλλιώς οι ενέργειες αυτές δεν θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικές ή και εχθρικές, διότι και η εκκλησία και η πολιτεία επιδιώκουν την ηθική διάπλαση του υποκειμένου στο οποίο απευθύνονται. Η εκκλησία δεν μπορεί από τη φύση της να συγκρουστεί με την πολιτεία, εφόσον οι νόμοι της πολιτείας είναι θεμελιωμένοι στον έμφυτο ηθικό και φυσικό νόμο και είναι νόμοι ηθικοί, που συμφωνούν προς τον ηθικό νόμο και τις ηθικές αρχές της εκκλησίας. Οι νόμοι της εκκλησίας μόνο τότε αντίκεινται προς τους νόμους της πολιτείας, όταν οι τελευταίοι δεν στηρίζονται στον έμφυτο ηθικό και τον αντίστοιχο φυσικό νόμο, αλλά θεσμοθετήθηκαν αυθαίρετα. Τέτοιοι όμως νόμοι αντιτίθενται όχι μόνο προς τους νόμους της εκκλησίας αλλά και ως προς τους καθαρά ανθρώπινους νόμους, γι’ αυτό και αποκρούονται και από τους ίδιους τους πολίτες… Η εκκλησία, αφού έχει τέκνα της τους πολίτες, έχει κοινά συμφέροντα με την πολιτεία. Η κοινότητα αυτή των καθηκόντων αποτελεί το σύνδεσμο της ενέργειας και των δύο… και επιβάλλει τη σύμφωνη και από κοινού συνεργασία τους, με σκοπό την ηθική και πνευματική ανάπτυξη και πρόοδο των χριστιανών πολιτών… Η κοινή συνεργασία παράγει αμοιβαία καθήκοντα και δικαιώματα. Ο κοινά επιδιωκόμενος σκοπός απαιτεί αμοιβαία υποστήριξη και ενίσχυση… Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εκκλησία αναλαμβάνει να αναδείξει ευσεβείς και ηθικούς πολίτες, και η πολιτεία αναλαμβάνει να υποστηρίξει το έργο της εκκλησίας».

Σήμερα όμως εκκλησία και πολιτεία έχουν πάρει διαφορετικούς δρόμους… Δεν υπάρχει καθόλου αυτό που υπήρχε στην εποχή του αγίου Νεκταρίου. Η ταύτιση δηλαδή της ηθικής της εκκλησίας με αυτή της κοινωνίας.

Μπορούμε να πούμε ότι ο άγιος Νεκτάριος στα παραπάνω δείχνει ότι, όσον αφορά την ηθική, δεν φαίνεται να έχει αντιρρήσεις με τα προτάγματα του διαφωτισμού: υπάρχει ηθικός νόμος και αυτός βασίζεται στη λογική και την έμφυτη συνείδηση του ανθρώπου η οποία υπακούει στα κελεύσματα του φυσικού νόμου. Και ο άγιος δέχεται τη λογική και τη συνείδηση ως αρωγούς στην ηθική διαμόρφωση του ανθρώπου, καθώς αυτά είναι εμφυτευμένα στον άνθρωπο από τον Θεό. Λίγο πολύ αυτό πρέσβευε και ο Καντ. Βέβαια οι διαφωτιστές δεν ήταν χριστιανοί[3]. Καμώνονταν περισσότερο τους χριστιανούς διότι ακόμη φοβούνταν την εξουσία της καθολικής εκκλησίας. Εκείνο το οποίο επιδίωκαν ήταν η σταδιακή αποδέσμευση της ηθικής ζωής των ανθρώπων από τη χριστιανική ηθική και το λόγο του ευαγγελίου. Έπρεπε όμως κάπου να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους. Και αυτό ήταν ο ορθός λόγος και το φυσικό δίκαιο[4]. Καμιά φορά, κατ’ εξαίρεση, και ο Θεός ακόμα στηρίζει την ηθική στον διαφωτιστικό λόγο… «Εκείνοι που αρνούνται την ύπαρξη της θεότητας με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να γίνονται ανεκτοί. Οι υποσχέσεις, τα συμβόλαια και οι όρκοι, που αποτελούν τους συνεκτικούς δεσμούς της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν είναι δυνατόν να έχουν ισχύ και ιερότητα για έναν άθεο. Γιατί όταν παραμερίζεται ο Θεός, ακόμη και με τη σκέψη, όλα καταρρέουν[5]». Ωστόσο, η γενική τάση των διαφωτιστών είναι ότι ο διαχωρισμός της ηθικής από την εκκλησία είναι όχι μόνο εφικτός αλλά και επιθυμητός. Σήμερα μάλιστα ο χριστιανισμός στον δυτικό κόσμο γίνεται ανεκτός αν κατορθώσει να μεταφράζει[6] τα μηνύματά του με όρους κοσμικούς ή αν θεωρηθεί ότι απλώς εμπλουτίζει τον πολιτισμό.

Αλλά σήμερα δεν ζούμε πια στην εποχή του Διαφωτισμού και τη λεγόμενη νεωτερικότητα. Η ηθική του Διαφωτισμού, που πρέσβευε τη διαρκή πρόοδο του ανθρώπου η οποία θα ήταν εξασφαλισμένη αφού θα στηριζόταν στον ορθό λόγο, συντρίφτηκε πάνω στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους του 20ού αιώνα, τα ναζιστικά στρατόπεδα και τα γκούλαγκ. Σήμερα ζούμε στην εποχή τη μετά τη νεωτερικότητα (μετανεωτερικότητα), κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα και κυρίως στον τομέα της ηθικής, του καλού και του κακού, του τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται.

Αν στις μεσαιωνικές κοινωνίες η ηθική της κοινωνίας ταυτιζόταν με την ηθική του χριστιανισμού, στο διαφωτισμό περάσαμε σε ένα σταδιακό χωρισμό αυτών των δύο για να φτάσουμε στη σημερινή εποχή της σύγκρουσης της χριστιανικής ηθικής με την ηθική της πολιτείας και λίγο πολύ και της κοινωνίας που απέχει από την εκκλησία. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έγραφε: «Όλη η δομή της χριστιανικής ύπαρξης είναι κοινωνική και ομαδική. Όλα τα χριστιανικά μυστήρια είναι από τη φύση τους “κοινωνικά μυστήρια”, δηλαδή μυστήρια ενσωμάτωσης. Η χριστιανική λατρεία είναι επίσης λατρεία ομαδική… Άρα, το να οικοδομηθεί η εκκλησία του Χριστού, σημαίνει να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνία και κατά προέκταση, να οικοδομηθεί η ανθρώπινη κοινωνία πάνω σε νέα βάση[7]». Αν αυτό επιχειρήθηκε ως ένα βαθμό στο βυζάντιο, κάτι που δεν κράτησε για πάντα, σήμερα βρισκόμαστε στην αντίπερα όχθη. Το ιδεώδες αυτό δεν είναι μόνο απραγματοποίητο αλλά ούτε καν επιδιώκεται. Η ορθολογικότητα αρχικά θέλησε να αντικαταστήσει, στα πλαίσια του Διαφωτισμού, την αναφορά στον ένα και μόνο Θεό, ενώ η μετανεωτερικότητα υποστηρίζει ότι η ηθική ορθολογικότητα και το λογικό συμφέρον της πολιτείας δεν είναι σταθερά αλλά πλουραλιστικά και πάντως δεν έχουν καμιά σχέση με τον Θεό. Αν και ο Διαφωτισμός έφερε σταδιακά την εκκοσμίκευση, η τελευταία σήμερα είναι καθεστώς παντού στον δυτικό κόσμο.

Ο άγιος Νεκτάριος, όπως είπαμε, ζούσε σε μια εποχή όπου η κοινωνική ηθική ταυτιζόταν ακόμα με την ηθική της εκκλησίας. Σίγουρα θα ήταν ριζικά αντίθετος με την ηθική της μετανεωτερικότητας, η οποία δεν είναι σταθερή, δεν πηγάζει από τον Θεό και αλλάζει διαρκώς, προσαρμοζόμενη στα ατομικά δικαιώματα και τη θέληση του καθενός. Όταν κήρυττε ο άγιος απευθυνόταν στην ελληνική κοινωνία που ήταν κοινωνία χριστιανική. Ομοίως και οι πολιτικοί άρχοντες. Η θρησκεία αποτελούσε εγγύηση για τη συνοχή της κοινότητας. Σήμερα άραγε, με δεδομένη τη διαφωνία του σε θέματα που δεν ανήκουν στη σφαίρα της χριστιανικής ηθικής, τι θα έκανε, πώς θα αντιδρούσε;

Δεν θέλουμε να απαντήσουμε εκ μέρους του αγίου. Ωστόσο, βασιζόμενοι στα έργα του και το ήθος του μπορούμε να εικάσουμε με αρκετή βεβαιότητα μερικά πράγματα. Ο άγιος Νεκτάριος δεν ήταν φανατικός. Αντιθέτως καταδίκαζε το φανατισμό από όπου κι αν προερχόταν. Προφανώς και από τους χριστιανούς. Άλλωστε όταν μιλούσε εναντίον τού μη κατ’ επίγνωσιν ζήλου, ήγουν του φανατισμού, σε χριστιανούς απευθυνόταν.

Aπαντώντας στην ερώτηση, πότε μιλάμε για ανεπίγνωστο ζήλο, απαντά: “Όταν ο ένθερμος χριστιανός, εκδηλώνοντας το ζήλο του, πράττει αντίθετα προς τον θείο Νόμο και προς το θέλημα του Θεού. Και όταν ενεργώντας για τη δόξα του Θεού, παραβαίνει την πρωταρχική εντολή του θείου αυτού Νόμου που είναι η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, αναδεικνύοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του αντίπαλο του Θεού… Tα χαρακτηριστικά του έχοντος επίγνωση ζηλωτού είναι αγάπη θερμή προς τον Θεό και τον πλησίον, πραότητα, ανεξιθρησκία, ευεργεσία και ευγενικοί τρόποι. Ενώ τα χαρακτηριστικά του μη κατ΄ επίγνωση ζηλωτού είναι ο φθόνος, επίμονος θυμός… παράλογο πάθος… φιλοτάραχη και φιλόνικη διάθεση για όλα τα θρησκευτικά ζητήματα.”

Φανατικός δεν είναι όποιος διατυπώνει, ακόμα και με αυστηρότητα, τη διαφωνία του επί ενός ζητήματος, αλλά αυτός που μισεί αυτόν με τον οποίο διαφωνεί και προσπαθεί να τον φιμώσει με κάθε τρόπο. Ο άγιος λοιπόν δεν θα δίσταζε να πει την άποψή του, να την πει και με λόγο αυστηρό, και μπορεί να ήταν αντίθετος με τους σημερινούς αντιχριστιανικούς νόμους -πώς αλλιώς;- ωστόσο δεν θα μισούσε τους αντιπάλους του.

Ο άγιος, βέβαια, δεν θα ήταν καθόλου αδιάφορος απέναντι στην κοινωνία ακόμα και τη μεταχριστιανική, την αδιάφορη ή και εχθρική απέναντι στον Θεό. Θα προσπαθούσε να επηρεάσει θετικά τους ανθρώπους και τους πολιτικούς άρχοντες, οι οποίοι θα ήταν ασφαλώς αντίπαλοί του αλλά όχι αντικείμενα μίσους. Ο άγιος Νεκτάριος ως γνωστόν είχε εχθρούς αλλά δεν εχθρευόταν κανέναν. Αν η κοινωνία θέλει να απομακρυνθεί από τον Θεό, δεν μπορεί να εξαναγκαστεί με νόμο να επιστρέψει σ’ αυτόν. Στην Ορθοδοξία δεν καίμε ανθρώπους για να αλλάξουν την πίστη τους, αλλά αντίθετα οι μάρτυρες ανέβαιναν στην πυρά για την πίστη τους. Η διαφορά είναι τεράστια. Δεν θα έπαυε λοιπόν να λέει τη γνώμη του καθότι η χριστιανική ηθική απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, δεν μπορεί όμως να επιβληθεί αναγκαστικά στον κόσμο και ακόμη περισσότερο δεν επιβάλλεται με φωνές και με την καταδίκη του κόσμου. Ο άγιος δεν θα πρόσταζε να πιστέψουν οι άνθρωποι, αλλά θα έπειθε. Δεν θα χρησιμοποιούσε απειλές και διατάγματα αλλά την πειθώ που προέρχεται από το παράδειγμα κυρίως και κατόπιν το λόγο. Θα διαφωνούσε με τις απόψεις περί ηθικής του κοσμικού κράτους, δεν θα έκανε βήμα πίσω από την χριστιανική ηθική[8], δεν θα αδιαφορούσε για την αλήθεια. Έτσι τον μάθαμε τον άγιο Νεκτάριο, έναν άνθρωπο ακέραιας ευαγγελικής ηθικής που καθοδηγούσε με το ήθος του και όχι με τον καταναγκασμό. Θα επέλεγε το δρόμο της μαρτυρίας, τον δύσκολο δρόμο και όχι τον εύκολο, αυτόν δηλαδή της λεκτικής καταδίκης της ηθικής της κοινωνίας. Η επίθεση και η καταδίκη όσων δεν συμμερίζονται την ηθική της εκκλησίας απλώς απομακρύνει περισσότερο τους ανθρώπους από τον Θεό.

Παρόμοια στάση είδαμε πρόσφατα (14/5/18) και στην ανακοίνωση της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους για την αναδοχή τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια. Αφού διατυπώνεται η κάθετη διαφωνία των αγιορειτών με τους τελευταίους αντιχριστιανικούς νόμους, η ανακοίνωση καταλήγει: «Απευθυνόμενοι πλέον εις τον Ορθόδοξον πιστόν λαόν, παρακαλούμεν θερμώς να μείνωμεν στερροί εις τας Ορθοδόξους Παραδόσεις μας. Ο ιερός θεσμός της οικογενείας, όπως τον βιώνομεν κοντά εις τον Χριστόν και την Εκκλησίαν, δεν είναι «αναχρονισμός» και «συντήρησις», αλλά πρόοδος και ελπίδα. Τηρούντες τας Παραδόσεις μας, ουσιαστικώς μένουν ανενεργά και άκυρα όλα τα άνομα νομοθετήματα». Ο κόσμος μπορεί, παρά τις νουθεσίες της εκκλησίας, να πορεύεται όπως επιθυμεί. Οι χριστιανοί ωστόσο καλούνται το δίχως άλλο να παραμένουν πιστοί στην ηθική της Εκκλησίας. Κι έτσι να γίνουν παράδειγμα προς τον κόσμο. Η μαρτυρία ακριβώς των πρώτων χριστιανών ήταν αυτή που άλλαξε την ειδωλολατρική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ενώ τότε κανένας της νόμος δεν ήταν χριστιανικός.

Και κάτι ακόμα. Αν ο άγιος ζούσε και έλεγε την άποψή του καθαρά, θα αντιμετωπιζόταν ως ενάντιος στα ατομικά δικαιώματα – συνήθως όλοι είναι ανεκτοί σήμερα εκτός από τους παραδοσιακούς χριστιανούς… Αίφνης, αν κάποιος πει ότι είναι αντίθετος στο γάμο των ομόφυλων κατηγορείται ότι καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων. Αν μιλήσει κανείς εναντίον της έκτρωσης ομοίως καταφέρεται εναντίον των δικαιωμάτων των γυναικών και πάει λέγοντας. Όλα είναι ανεκτά και η ανεκτικότητα έχει γίνει η υπέρτατη ηθική αξία. Η ανεκτικότητα από μόνη της είναι αξία, ανεξαρτήτως του τι ανέχεται κανείς[9]. Υπάρχουν τόσες διαφορές στην ηθική ζωή σήμερα, και όλες σχεδόν είναι ανεκτές που στο τέλος όλες οι επιλογές καταντούν αδιάφορες. Αν όλα είναι ανεκτά, αν όλα είναι νόμιμα, τότε αλήθεια δεν υπάρχει πουθενά και επομένως άσε τον κόσμο να πορεύεται όπως θέλει… Το κράτος, εγκρίνοντας τις ηθικές αξίες του καθενός (πλην ίσως των χριστιανών…) και νομιμοποιώντας τες, ενδιαφέρεται, λέει, για την ειρηνική συνύπαρξη και την ήρεμη ζωή των κυβερνωμένων. Αν στο τέλος δεν υπάρχει καμιά ηθική αρχή, αν οδηγηθούμε σε μια τυφλότητα απέναντι στις ηθικές αρχές, πώς θα διατηρηθεί η ειρήνη; Το μέλλον θα δείξει…

Όσο για τη μεταχριστιανική κοινωνία; Αυτή επέλεξε να δοκιμάσει στην πράξη πόσο η ηθική των αθέων είναι πιο αξιοσήμαντη, αξιέπαινη και αποτελεσματική από την ηθική των χριστιανών[10]. Γιατί κακά τα ψέματα: το ουδετερόθρησκο κράτος δεν τηρεί τόσο ίσες αποστάσεις απέναντι στις θρησκείες, όσο υπονομεύει τις θρησκείες, τουλάχιστον όσον αφορά ζητήματα ηθικής και βιοηθικής. Αν οι πολιτικοί μας δεν ακούνε σήμερα την εκκλησία και τον άγιο Νεκτάριο ας ακούσουν έστω έναν ιδεολογικό συγγενή τους διαφωτιστή: «Ο αθεϊσμός είναι ολέθριος για όσους διοικούν[11]». Αλλά είπαμε: χριστιανοί και διαφωτιστές τελούν στις μέρες μας εν αχρησία…

Σημειώσεις

[1]«Ο Διαφωτισμός, στον οποίο τόσο σφοδρά είχε αντιταχθεί η Εκκλησία, είχε αποτύχει στην Ελλάδα. Οι προοδευτικές πρωτοβουλίες κάποιων εκπαιδευτικών παραμερίστηκαν πολύ φυσικά στη διάρκεια της Επανάστασης και κατόπιν, ουσιαστικά, ξεχάστηκαν», David Brewer, Ελλάδα 1453-1821, Οι άγνωστοι αιώνες, εκδ. Πατάκη 2017 .

[2] «Η Γαλλική Επανάσταση ήταν βίαια αντιθρησκευτική και αντιεκκλησιαστική. Η θρησκεία απορριπτόταν ως δεισιδαιμονία, εκκλησίες έκλειναν, όλη η εκκλησιαστική περιουσία πέρασε στο κράτος, ενώ οι κληρικοί αποκηρύχθηκαν ως εχθροί της δημοκρατίας», ό.π. 

[3] [«Οι ελεύθεροι στοχαστές κατέληγαν] στο συμπέρασμα ότι ο βιβλικός χριστιανισμός αποτυγχάνει πλήρως όταν υποβληθεί στη βάσανο του ορθού λόγου και της ιστορίας… Η σύγχρονη επιστήμη θα αποκάλυπτε την απάτη ή θα απομυθοποιούσε τα “μυστήρια” εξηγώντας τα… Οι μορφωμένοι άνθρωποι πρέπει να παραδεχθούν με ειλικρίνεια ότι ο χριστιανισμός είναι εγγενώς ανορθολογικός και πρέπει να εγκαταλειφθεί για χάρη μιας ορθολογικής εναλλακτικής θρησκείας, γνωστής ως“Ντεϊσμός”», Roy Porter, O διαφωτισμός, εκδ. Οκτώ 2-14.

[4] «Στη θέση του χριστιανικού δόγματος και της εκκλησίας, ο Βολταίρος έλπιζε να εγκαταστήσει έναν νεωτερικό παγανισμό. Ο τελευταίος θα είχε τη μορφή μιας “φυσικής θρησκείας”, μιας μη δογματικής πίστης σε έναν έλλογο, φιλάγαθο Θεό, ο οποίος θα θεωρούνταν δημιουργός του νευτώνειου σύμπαντος και θα ήταν ο εγγυητής της δικαιοσύνης και της ηθικής μεταξύ των ανθρώπων. Δίχως έναν τέτοιο Θεό, σκεφτόταν ο Βολταίρος, τι θα εμπόδιζε τους ανθρώπους να κάνουν κακό ατιμωρητί;», βλ. υποσημ. [3]

[5] Τζον Λοκ, Επιστολή για την ανεξιθρησκία, Ζήτρος 1998.

[6] Γ. Χάμπερμας, πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ ́, Διαλεκτική της εκκοσμίκευσης, Εστία 2010.

[7] π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Η Ορθοδοξία ως πολιτική διακονία, Λευκωσία 1984.

[8] «Έπαρχε, μπορεί κατά τα άλλα να είμαστε διαλλακτικοί και πιο ταπεινοί από οποιονδήποτε άλλον, επειδή αυτό μας ορίζει η εντολή (του Χριστού)• και να μη σηκώνουμε τα μάτια από ταπείνωση όχι μόνο μπροστά σε τέτοια ισχυρή εξουσία αλλά ούτε και σε οποιονδήποτε τυχαίον άνθρωπο. Όταν, όμως, διακινδυνεύεται και τίθεται ως θέμα ο ίδιος ο Θεός, τότε περιφρονούμε τα υπόλοιπα και κοιτάμε μόνο αυτό. Και φωτιά, ξίφος ή θηρία ή νύχια που σκίζουν τις σάρκες μάς είναι μάλλον διασκέδαση παρά φόβος. Γι’ αυτό βρίσε, απείλησέ μας, κάνε ό,τι θέλεις κι ό,τι επιτρέπει η εξουσία σου. Ας τ’ ακούσει, όμως, κι ο βασιλιάς ότι δεν πρόκειται ούτε να μας υποχρεώσεις ούτε να μας πείσεις να συγκατατεθούμε στην ασέβεια, ακόμη κι αν απειλείς χειρότερα», απάντηση του Μεγάλου Βασιλείου στον έπαρχο Μόδεστο, όταν ο τελευταίος του ζήτησε να ασπαστεί το κρατικό θρησκευτικό δόγμα που ήταν η αίρεση του Αρειανισμού,Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγοι 43, 50, P.G. 36, 557C.

[9] Ο Χ. Μαρκούζε μιλούσε για «καταπιεστική ανεκτικότητα».

[10] «Οι Χριστιανοί ευεργετούν τις πατρίδες τους περισσότερο απ’ ό,τι οι υπόλοιποι άνθρωποι, επειδή διαπαιδαγωγούν τους πολίτες και τους διδάσκουν να σέβονται τον προστάτη της πόλης Θεό, μεταφέροντας σε μια θεία και ουράνια πόλη όσους ζουν σωστά στις μικρές πολιτείες», Ωριγένους, Κατά Κέλσου, Η ‘ 74, ΒΕΠΕΣ 10.

[11] Βολταίρος, Φιλοσοφικό Λεξικό, εκδ. Στάχυ 2001.

Ο κ. Γιώργος Μπάρλας είναι θεολόγος-φιλόλογος και ραδιοφωνικός παραγωγός στον Ρ/Σ της Πειραϊκής Εκκλησίας.

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει την ανάρτηση είναι δημιουργία του Ξάνθου Χατζησωτηρίου.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Ο γάμος σε αποσύνθεση

Γιώργος Μπάρλας

 

Όλο και περισσότεροι Έλληνες και Ελληνίδες παντρεύονται πια κοντά στα σαράντα τους χρόνια. Πολλές γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί σ’αυτή την ηλικία, ενώ είναι κοινός τόπος ότι πολλοί δεν θέλουν καν να παντρευτούν, και αν τελικά προχωρήσουν στον γάμο, στην πρώτη δυσκολία δεν διστάζουν να καταφύγουν και στο διαζύγιο.

Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος για τις σχέσεις. Ίσως ποτέ δεν υπήρξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για την αγάπη και τον έρωτα μεταξύ των δύο φύλων. Η λογοτεχνία, το τραγούδι, η ψυχολογία, περιοδικά, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές ασχολούνται – σε βαθμό που προδίδει ακόμη και εμμονή – με τον έρωτα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες θα περίμενε κανείς οι σχέσειςνα έχουν γίνει ακόμη πιο σταθερές και μόνιμες σε σχέση με το παρελθόν. Όχι μόνο δεν συνέβη κάτι τέτοιο αλλά η σχέση με το άλλο φύλο είναι περισσότερο ένα είδος πειραματισμού των προσδοκιών που κάθε φορά καλλιεργούνται και που συνήθως καταλήγουν σε πλήρη αποτυχία.

Στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν η διάλυση μιας σχέσης, και προ του γάμου, ήταν κάτι σπάνιο και πάντως δεν περνούσε απαρατήρητη από την τοπική κοινωνία. Σήμερα,η διακοπή της σχέσηςκατανοείται με όρους ανανέωσης και αλλαγής και σίγουρα όχι σαν αποτυχία, γι’ αυτό και δεν προκαλεί καμιά δυσαρέσκεια στον κοινωνικό περίγυρο. Θα έλεγε κανείς ότι η κοινωνία σήμερα παρέχει μεν ελευθερία στην προσωπική ζωή του καθενός, αλλά ταυτόχρονα δείχνει και την αδιαφορία της απέναντι σε πρακτικές που κάποτε θα χαρακτηρίζονταν ως ηθικά καταδικαστέες. Η διακοπή μιας σχέσης, επομένως και το διαζύγιο, είναι σήμερα μια πράξη ηθικά ουδέτερη. Η αξιολόγησή της δεν γίνεται με κριτήρια ηθικά, αλλά με τα κριτήρια που θέσπισε η μοντέρνα εποχή και που έχουν να κάνουν με τα ατομικά δικαιώματα και τη χειραφέτηση.

Η αγάπη και ο έρωτας, κατά την αντίληψη αυτή, είναι δυνατό να επιδιώκονται μέσω απανωτών σχέσεων, δίχως καμιά αναφορά στο ηθικό πεδίο. Μάλιστα οι σχέσειςαυτές καθιστούν τον άνθρωπο πιο επιδέξιο στο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας επόμενης σχέσης ή ακόμη και να τον κάνουν πιο ικανό για τον γάμο.[…].Είναι προφανές ότι οι αιτίες για την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βλέπουν οι άνθρωποι σήμερα τη σχέση με το άλλο φύλο έχουν να κάνουν με τη συνολική θέαση της ζωής και των προσδοκιών που έχουν από αυτή. Ο μοντέρνος άνθρωπος συχνά όχι μόνο δεν βλέπει τον άλλον ως πλησίον αλλά ως εχθρό, ο οποίος, αν μη τι άλλο, μπορεί «να μου χαλάσει την ησυχία». Και, ασφαλώς, ο γάμος ως μόνιμη σχέση με όλα τα παρεπόμενά του χαλάει – κατά τον πλέον ριζικό τρόπο – την ησυχία του ανθρώπου. Αντιθέτως, η σχέση εκτός γάμου παρέχει την ευκολία τής – ανά πάσα στιγμή – διάλυσής της, όταν δεν φέρει πλέον τις ικανοποιήσεις που μέχρι χτες υποσχόταν. Οι άνθρωποι σήμερα αναζητούν στις σχέσεις τους «πώς να έχουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, πώς να απομυζήσουν τους γλυκούς χυμούς μιας σχέσης αποφεύγοντας συνάμα τα πικρά και σκληρότερα μέρη της. Πώς να κάνουν τη σχέση να εκπληρώνει χωρίς να υποχρεώνει»1.

Το τελευταίο αναφέρεται και στην εντονότερη όσο ποτέ επιθυμία του σημερινού ανθρώπου να μην πονέσει. Η ευθύνη έναντι του άλλου αναλαμβάνεται με τον πλέον καθοριστικό τρόπο μέσω του γάμου και η ευθύνη αυτή σημαίνει ότι «απέναντι στον Άλλον το είναι μου πια δεν μου ανήκει,δεν είμαι κύριος του κόσμου μου, μια υποχρέωση έχει παρεισφρήσει που βάζει, σε δεύτερη μοίρα το γλυκό καθήκον της αυτοσυντήρησης και της αυτοανάπτυξης. Η ύπαρξή μου καταδικάζεται να μη βρίσκει πια τη δικαίωση της στον εαυτό της»2. Τα λόγια αυτά αφορούν γενικά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά στον γάμο η ευθύνη αυτή είναι αναπόφευκτη. Η ευθύνη σημαίνει και πόνο, ο οποίος όμως δεν δικαιολογείται με τίποτα σήμερα.

 

Αν και η λέξη «έρωτας» χρησιμοποιείται στις μέρες μας ποικιλοτρόπως, η αναφορά του στη σεξουαλική λειτουργία παραμένει το βασικό του περιεχόμενο. Σήμερα το σεξ και η συζήτηση γύρω από αυτό όχι μόνο δεν αποκρύπτεται αλλά βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Η σεξουαλική συμπεριφορά μάλιστα του μεταμοντέρνου ανθρώπου είναι βασικότατο στοιχείο της ταυτότητάς του, η οποία συμπεριφορά διερευνάται συνεχώς και, επομένως, αλλάζει.

Ο γάμος υποτίθεται ότι περιορίζει δραματικά αυτήν τη δυνατότητα. Η καταναλωτική νοοτροπία του σύγχρονου πολιτισμού μειώνει, επίσης, τις πιθανότητες να δει θετικά κάποιος τη δέσμευση ενός γάμου. Ο καταναλωτικός τρόπος ζωής ευνοεί ασφαλώς την αέναη αλλαγή των σχέσεων όταν αυτές δεν ικανοποιούν πια τον χρήστη. Η «αγάπη» συγχέεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις με τα αποτελέσματα που υπόσχεται και η διαφήμιση για διάφορα προϊόντα και υπηρεσίες. Όσο ο άλλος μάς προσφέρει ηδονή, ασφάλεια και συντροφικότητα, τον κρατάμε. Όταν πάψει να προσφέρει και μάλιστα άμεσα και γρήγορα όλα τούτα, τότε έχουμε τη δυνατότητα να αφήσουμε το «προϊόν» ως αναποτελεσματικό και να το αντικαταστήσουμε. Αξιοσημείωτη εδώ είναι και η ικανότητα λήθης – ιδιαίτερο γνώρισμα του καταναλωτή – με την οποία εύκολα ξεχνιέται μια παλιά σχέση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το παλιό μας αυτοκίνητο κ.ο.κ. Η ενασχόληση με τον έρωτα εδώ δεν έχει να κάνει με ό,τι σχετικά μ’ αυτόν υμνήθηκε στην παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά με έναν στυγνό ορθολογισμό που λαμβάνει υπόψη του μόνο τη μεγιστοποίηση της παρεχόμενης από τον άλλον ηδονής με την αντίστοιχη ελαχιστοποίηση του κόστους, δηλαδή της δέσμευσης3.

 

Από το βιβλίο «Φύλακας του αδελφού μου – κείμενα για την αγάπη και την πίστη σήμερα», εκδ. Αρχονταρίκι, Αθήνα 2011

 
1 Αλαίν Φίνκελκροτ, Η Σοφία της Αγάπης, σ. 132, εκδ. Αρσενίδη.
2. Φίνκελκροτ, ό.π. σ. 135.
3. βλ. περισσότερα στό Ζ. Μπάουμαν, Ρευστή αγάπη, σσ. 36-43.
 
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Βασίλη Σπεράντζα.
πηγή ψηφιακού κειμένου: Αντίφωνο

Γ. Μπάρλας: Η ανθρωπολογία του κακού

Στο βιβλίο επιχειρείται μία φιλοσοφική προσέγγιση στη θεολογική έννοια του κακού, στη σκέψη του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, τόσο σε επίπεδο υπερβατικό όσο και σε επίπεδο ενδοκοσμικό. Το πρόβλημα του κακού, για τον συγγραφέα, έχει νόημα για έναν άνθρωπο που πιστεύει σε έναν Θεό στον οποίο αποδίδει τα κατηγορήματα της παντοδυναμίας, της παντογνωσίας και της παναγαθότητας. Αν ο Θεός κατέχει αυτές τις ιδιότητες τότε η αντικειμενική ύπαρξη του κακού στον κόσμο θέτει εν αμφιβόλω ή την ίδια την ύπαρξη του Θεού ή κάποιες από αυτές τις ιδιότητές του. Με άλλα λόγια, η παρουσία του κακού στον κόσμο έρχεται σε σαφή αντίθεση με τα κατηγορήματα που αποδίδονται στον Θεό. Ούτως ή άλλως, για όλους τους βυζαντινούς συγγραφείς η ενδοκοσμική φανέρωση του κακού συναρτάται πάντα με το υπερβατικό.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (335/40 μ.Χ. – 394 μ.Χ.) ήταν ένας από τους πρώτους βυζαντινούς συγγραφείς που επιχείρησαν μια συστηματική θεώρηση του προβλήματος του κακού. Ο Νύσσης προσπάθησε, μάλιστα, να εξηγήσει την αντινομική συμπαρουσία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου Θεού και την ύπαρξη του κακού στον κόσμο και σε αυτό τον βοήθησε η θεολογική αλλά και φιλοσοφική προσέγγιση του ακανθώδους προβλήματος, η οποία του έδωσε και μεγαλύτερη ελευθερία στη διαπραγμάτευσή του. Άλλωστε στην εποχή του δεν υπήρχε η σημερινή διάκριση μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας. Παρότι ασφαλώς εκκινεί από την πίστη στον Θεό, στρέφεται στην αναζήτηση της αλήθειας μέσα από το στοχασμό και τη χρήση της θύραθεν παιδείας, διευρύνοντας την ανεξαρτηρία της σκέψης του και προσαρμόζοντάς τη, όποτε χρειάζεται, στη δική του χριστιανική προοπτική. Η ανοιχτότητα της σκέψης δεν τον φοβίζει και, ως εκ τούτου, τολμά να αναμετρηθεί με ένα τέτοιο πρόβλημα προγνωρίζοντας ότι η κατοχή της γνώσης -ειδικά σε τέτοιου είδους ζητήματα- δεν είναι τελεσίδικη και τετελεσμένη αλλά βρίσκεται σε διαρκή πορεία. Στην πορεία αυτή προφανώς στρέφεται προς τον Θεό, αλλά ως άνθρωπος που δεν κατέχει την απόλυτη γνώση μπορεί και αμφιβάλλει για τα δεδομένα. Δεν εγκλωβίζεται σε μια άκαμπτη και δογματική θέση, που απλώς κουκουλώνει τα προβλήματα θεωρώντας τα ήδη λυμένα ή παραπέμποντας απλώς τη λύση τους στα έσχατα.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας στρέφεται στο χώρο του επέκεινα, θέτοντας το ενδεχόμενο της ύπαρξης του κακού σαν κατηγόρημα, από τη μια, του ίδιου του θεϊκού τρόπου ύπαρξης και, από την άλλη, ως αυτόνομης παρουσίας που υπάρχει παράλληλα και σε σύγκρουση με τον αγαθό Θεό. Απορρίπτεται κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να υφίσταται το κακό ως κατηγόρημα του Θεού. Αφού ιδιότητες του Θεού είναι, μεταξύ άλλων, η ατρεψία και η απλότητα, δεν υπάρχει υπαρξιακός χώρος και δυνατότητα φιλοξενίας ή γέννησης του κακού εντός του Θεού. Ο Θεός είναι αγαθός, ταυτίζεται με το αγαθό, το οποίο αποτελεί γι’ Αυτόν ουσιακό γνώρισμα που δεν μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται. Άρα ο Θεός δεν μπορεί να τραπεί προς το κακό. Ταυτόχρονα επειδή ο Θεός δεν είναι σύνθετος (σε αυτή την περίπτωση θα μεταβαλλόταν), αλλά απλός -ο Γρηγόριος αρνείται την παρουσία των συμβεβηκότων στην τριαδική θεότητα-, δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε αγαθός. Η αγαθότητα, μάλιστα, δεν υπάρχει στον Θεό ως ποιότητα ή κάποιο άλλο από τα συμβεβηκότα, αλλά αναφέρεται στην υποστατική πραγματικότητα του Θεού. Ο Θεός δεν έχει το αγαθό, αλλά είναι το αγαθό, αυτό υπάρχει στον Θεό φύσει. Ο Θεός εντέλει είναι, για τον Γρηγόριο, παντελώς αθώος για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο. Το κακό βρίσκεται εκτός της θεϊκής πραγματικότητας. Ωστόσο, ο συγγραφέας διατυπώνει τις ενστάσεις του διερωτώμενος τι σημαίνει αυτό το εκτός; Υπάρχει στη δημιουργία χώρος εκτός του Θεού; Από πού θα μπορούσε να προέλθει το κακό αν η πρόνοια του θεού συνέχει τα πάντα;

Ο Νύσσης, ομοίως με τα παραπάνω, απορρίπτει και την περίπτωση της ύπαρξης μιας αντίθεης-ισόθεης πραγματικότητας, που δρα ανεξέλεγκτα και αντίθετα προς το θέλημα του Θεού. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε δυαρχία και διθεΐα, η οποία αντίκειται στη χριστιανική θεϊκή μοναρχία. Αλλά, μέχρι εδώ, το ερώτημα «Πόθεν τα κακά;» παραμένει αναπάντητο. Αν το κακό αποκλείεται ως κατηγόρημα του Θεού αλλά και ως κάποια άλλη μεταφυσική αρχή, τότε πού υπάρχει τελικά;

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο, καθίσταται δημιουργός του κακού. Ο Νύσσης δεν προχωρά σε θεοδικία αλλά σε ανθρωποδικία. Εγκαταλείποντας το υπερβατικό στρέφεται στο χώρο της εμμένειας, αναδεικνύοντας τον άνθρωπο ως την αιτία του κακού. Για τον Νύσσης, ο άνθρωπος, όντας ελεύθερος, είναι η αιτιώδης αρχή του κακού, εκείνος που φέρνει το κακό στην αγαθή θεϊκή δημιουργία. Ο μόνος δημιουργός και φορέας του κακού είναι ο άνθρωπος. Σημασία, ισχυρίζεται, δεν έχει τόσο τι είναι το κακό, αλλά γιατί πράττουμε το κακό. Το κακό είναι ανούσιο και ανυπόστατο, καθαυτό δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος μην πράττοντας το αγαθό, δίνει προσωρινή-παρασιτική έστω ύπαρξη στο κακό. Το κακό, δηλαδή, δεν υφίσταται ως υπερβατική πραγματικότητα, ούτε και ως ενδοκόσμιο ον. Δεν αποτελεί κάποιο ον του κόσμου, είναι ανύπαρκτο. Ανύπαρκτο όχι με την έννοια ότι δεν υπάρχει διόλου, ότι αποτελεί κάποια φαντασία, αλλά ότι δεν ανήκει στην τάξη που όρισε ο Θεός μέσα στον κόσμο, δεν ταυτίζεται με τα πράγματα του κόσμου, δεν δόθηκε από τον Θεό. Εμφανίζεται όταν το αγαθό χάνεται ή αλλοιώνεται. Το κακό είναι απουσία και στέρηση του αγαθού. 

Ο άνθρωπος, ως ελεύθερη ύπαρξη,  δεν είναι μόνο φορέας του κακού αλλά και δημιουργός του και ο μόνος υπεύθυνος για τα δεινά της ανθρωπότητας. Παρόλα αυτά ο άνθρωπος δεν πράττει το κακό επειδή είναι από τη φύση του κακός, αλλά επειδή αδυνατεί να διακρίνει και να επιλέξει μεταξύ κακού και καλού. Τα ηθικώς ουδετεροποιημένα ανθρώπινα πάθη παίρνουν θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο αναλόγως της χρήσης τους από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ καλού και κακού, η μήτρα των δυνατοτήτων για την παρουσία του καλού ή του κακού στον κόσμο. 

Ωστόσο, ο Νύσσης δεν μας λέει γιατί ο άνθρωπος αδυνατεί να κάνει αυτή τη διάκριση. Συχνά μάλιστα πράττει το κακό διότι το θεωρεί ως αγαθό. Και μάλιστα δεν μας εξηγεί γιατί ο άνθρωπος δεν διέκρινε μεταξύ καλού και κακού στην προπτωτική πραγματικότητα. Αν και δεν ερμηνεύει ικανοποιητικά τον τρόπο μετάδοσης της αμαρτίας, ο Νύσσης οδηγείται στην παραδοχή της κληρονομικότητας των συνεπειών της αμαρτίας. Αν όμως η αμαρτία είναι άρνηση της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Δημιουργό του, αυτή η άρνηση πώς μεταβιβάζεται σε όλους τους ανθρώπους; Μια άρνηση σχέσης, πολύ απλά, δεν μεταβιβάζεται. Διάφοροι σύγχρονοι στοχαστές, διαπιστώνουν εδώ την ύπαρξη μιας ηθικής αδικίας, καθώς ο άνθρωπος κάθε εποχής υφίσταται τις συνέπειες μιας τιμωρίας την οποία δεν διέπραξε. Η καθολίκευση των συνεπειών της πτώσης των πρωτοπλάστων δημιουργεί αναπάντητα ερωτήματα. Πάντως ο Γρηγόριος, προτιμώντας να βρίσκεται εντός του δόγματος της Εκκλησίας, δεν προχωρά στην προοπτική να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της αμαρτίας. Να υπάρχει δηλαδή ο άνθρωπος χωρίς να πράξει το κακό, χωρίς την ανάγκη να γνωρίσει το κακό και έτσι να προοδεύει απρόσκοπτα μέσα στην απειρία της θεϊκής αγαθότητας. Με άλλα λόγια: δεν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές από το να πάρει η ιστορία του ανθρώπου το γνωστό δρόμο; Θα μπορούσε ο Θεός να δημιουργήσει ανθρώπους ελεύθερους που να επιλέγουν ελεύθερα το αγαθό; Αν το κακό βρίσκεται έξω από τον έλεγχο του Θεού, τότε ο Θεός δημιούργησε ελεύθερα όντα που αδυνατεί να ελέγξει; 

Κάνοντας μια σύντομη παρέκβαση θα συμπληρώναμε εδώ, πολύ σύντομα, ότι η ηθική αδικία που προκύπτει από το γεγονός ότι κληρονομούνται οι συνέπειες της αμαρτίας του Αδάμ αίρεται από τη θυσία του Χριστού, η οποία σώζει όλο το ανθρώπινο γένος – “ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνῄσκουσιν, οὕτως καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζῳοποιηθήσονται” (Α΄ Κορ. 15, 22) . Η αμαρτία δεν είναι τόσο παράβαση ενός ηθικού κώδικα, για την οποία τιμωρούνται όλοι οι άνθρωποι, αλλά μια πραγματικότητα το μέγεθος της οποίας αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και επηρεάζει τη βαθύτερη ύπαρξη του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη νομοθεσία των ανθρώπων αν κάποιος παραβεί το νόμο θα τιμωρηθεί ο ίδιος. Οι υπόλοιποι θεωρούνται αθώοι από οποιαδήποτε κατηγορία. Στην περίπτωση της αμαρτίας τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι έχουν μια πνευματική συγγένεια, που συνιστά έναν οντολογικό σύνδεσμο. Όχι μόνο η αμαρτία του ενός επηρεάζει όλο τον κόσμο αλλά και η μετάνοια του ενός είναι γεγονός παγκόσμιο. Ο πιστός δεν μετανοεί μόνο για τον εαυτό του αλλά για ολόκληρο τον κόσμο. Οι άνθρωποι, κοντολογίς, είναι υπεύθυνοι για όλα, μέσα από τη ζωή του καθενός περνά όλη η ζωή του κόσμου. Υπάρχει μια βαθύτερη ενότητα μεταξύ του ανθρωπίνου γένους. Οι άνθρωποι είναι σαν τα φύλλα που ανήκουν στο ίδιο δέντρο. Ο καθένας είναι μεν διαφορετικός αλλά όλοι ανήκουμε στο ίδιο γένος, για το οποίο είμαστε συνυπεύθυνοι. Δεν κληρονομείται μια ήδη οριστικά διαμορφωμένη και παγιωμένη σχέση αλλά μια κατάσταση στην οποία γεννιέται κάθε άνθρωπος και η οποία είναι ήδη διαμορφωμένη από τους άλλους αλλά όχι τετελεσμένη και κλειστή. Έτσι, η προσοχή δεν πρέπει να στρέφεται τόσο στο τι έκανε ο πρώτος Αδάμ, αλλά τι έκανε ο Χριστός. Ο νέος Αδάμ είναι η βάση και το θεμέλιο του ανθρώπινου γένους.

Ο Νύσσης, επιπροσθέτως, θεωρεί ότι το κακό είναι συνέπεια της ελευθερίας ως ηθικής επιλογής που δόθηκε στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος δεν έχει οντολογική ελευθερία, η οποία θα τον καθιστούσε ελεύθερο από την ύπαρξη καθαυτή και τις φυσικές αναγκαιότητες της τελευταίας. Ο άνθρωπος έχει μόνο ηθική ελευθερία και αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Έτσι ο άνθρωπος έχει μια ελλειπτικότητα ως δημιούργημα, μια οντολογική απόσταση που δίνει στα δημιουργήματα τη δυνατότητα να αποκλίνουν από τον Θεό και να κλίνουν προς το μηδέν. Σε αντίθεση με τον Θεό, ο άνθρωπος είναι τρεπτός, αλλοιώνεται. Σε αντίθεση με το άτρεπτο άκτιστο, η δημιουργία από αυτό του κτιστού όντος συνεπάγεται τη νομοτελειακή κατάσταση της τροπής, εξού και ο μεταβλητός χαρακτήρας της ανθρώπινης προαίρεσης. Η τροπή συνεπάγεται και την εγγενή τρεπτότητα της ανθρώπινης ελευθερίας. Στο Περί κατασκευής του ανθρώπου άλλωστε ο Νύσσης θεωρεί ότι το γεγονός της τροπής ορίζει και την οντολογική διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, αλλά όχι απαράλλακτη εικόνα, πρόκειται για ομοίωμα και δεν ταυτίζεται απολύτως με το πρωτότυπο. Το ότι το κτιστό, ακριβώς για τη δημιουργία του προϋποθέτει αναγκαστικά κάποια κίνηση, αυτή η μετάβαση από το μη ον στο ον συνεπάγεται την ουσιώδη τρεπτότητά του. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι το κτιστό ον αλλοιώνεται και αυτό καθαυτό αλλά και σαν ηθική υπόσταση, στην προαίρεσή του δηλαδή. Εδώ έγκειται και η αδυναμία του κτιστού, αφού από τη φύση του δεν κατέχει το τέλειο και επιδιώκοντάς το δεν μπορεί παρά να κινείται προς αυτό και, επομένως, να μεταβάλλεται. Η κτιστή πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι τρεπτή. Βέβαια η έλευση του κακού στον κόσμο δεν ταυτίζεται με την τρεπτότητα του ανθρώπου, είναι όμως συνέπειά της. Αυτό δεν συνεπάγεται φυσικό αλλά μόνο ηθικό μολυσμό της ύπαρξης. Ο άνθρωπος παραμένει φύσει αγαθός, αν και οι αγαθές δυνάμεις βρίσκονται εν υπνώσει. Βέβαια,  θα μπορούσε κανείς -και άλλωστε προκύπτει από τα συμφραζόμενα του βιβλίου-, να αναρωτηθεί γιατί αυτή η τρεπτότητα έπρεπε να οδηγήσει εντέλει στο κακό, αφού εννοείται ότι η τρεπτότητα καταρχάς είναι μια έφεση στο αγαθό. Αφού πάντως η ανθρώπινη φύση δεν κατέχει το αγαθό κατ’ ουσίαν, μπορεί να το απολέσει επιδιώκοντας το κακό. Όλα τούτα, ωστόσο, κατά τον συγγραφέα του βιβλίου, δεν αίρουν την αδικία που υπάρχει στη χριστιανική διδασκαλία για το ηθικό κακό, σύμφωνα με το οποίο οι πράξεις των προπατόρων μας καθορίζουν την κατάσταση της ύπαρξής μας. Ο Γρηγόριος δεν δίνει επαρκείς εξηγήσεις για αυτό που προκάλεσε την άγνοια των πρωτοπλάστων και την αδυναμία τους να διακρίνουν την παγίδα του διαβόλου.

Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται το παράδοξο της ανύπαρκτης ύπαρξης του κακού και επιχειρείται η προσέγγισή του μέσω τριών εκφάνσεών του: της ύλης, του ανθρωπίνου σώματος και του θανάτου. Ο Νύσσης επιχειρηματολογεί περί της ανυπαρξίας της ύλης (θεωρία που θυμίζει την αντίστοιχη του George Berkeley για την ανυπαρξία του υλικού υποστρώματος των όντων), ενώ καταφάσκει τη σωματικότητα, ο άνθρωπος, λέει, νοείται σωματοψύχως –διακρίνοντας ωστόσο τη σάρκα από το σώμα, αφού η πρώτη αποκτά περιεχόμενο κατεξοχήν αρνητικό και έχει να κάνει όχι τόσο με το σώμα καθαυτό, αλλά με την ανθρώπινη προαίρεση, απ’ όπου ξεκινά και η αμαρτία. Το σώμα, απλώς, ενσαρκώνει τις επιθυμίες της προαίρεσης. Η ψυχή δεν είναι ανώτερη του σώματος, δεν υφίσταται προτεραιότητα του πνευματικού έναντι του σωματικού στοιχείου και ο άνθρωπος δεν έχει απλώς αλλά είναι σώμα και ψυχή. Άλλο διάκριση σώματος και ψυχής και άλλο διάσταση των δύο. Η ύλη είναι δημιούργημα του αγαθού Θεού και μπορεί να γίνει μέσο θεογνωσίας. Αν αρνείται κάτι ο Γρηγόριος δεν είναι ο κόσμος καθαυτόν αλλά ο κόσμος ως μεταπτωτική πραγματικότητα, ο υποταγμένος στην αμαρτία κόσμος.

Ο θάνατος, τέλος, έχει διπλή σημασία για τον Νύσσης, αφού ναι μεν προκαλεί τον αφανισμό του ανθρώπου αλλά, ταυτόχρονα, τον ελευθερώνει από τα δεινά της ζωής αυτής και αποτελεί αφορμή ενεργοποίησης του ανθρώπου (μνήμη θανάτου) σε αυτήν εδώ τη ζωή –ασφαλώς αυτά δεν του δίνουν αξιολογική προτεραιότητα έναντι της ζωής. Ωστόσο, ο θάνατος δεν ανήκει στην τάξη που όρισε ο Θεός για τον κόσμο, δεν ανήκει στο είναι της ζωής. Είναι μια δυσλειτουργία, μια ανωμαλία της φύσης και αποτελεί συνέπεια της άρνησης του ανθρώπου να είναι σε κοινωνία με τον Θεό. Ο άνθρωπος μπροστά σε έναν νεκρό δεν θρηνεί την απώλεια της ψυχής αλλά του σώματος, το οποίο, όπως και η ψυχή, εικονίζει τη θεότητα. Το ανθρώπινο πρόσωπο έχει βάση υλική. Πάντως η παρουσία του είναι πρόσκαιρη, γι’ αυτό και ονομάζεται κοίμησις.

Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στον οριστικό αφανισμό του κακού, στη θεωρία του Νύσσης για την αποκατάσταση των πάντων, θεωρία την οποία δανείστηκε από τον Ωριγένη. Τη μετασχημάτισε όμως για να την προσαρμόσει, όσο γινόταν, στα βιβλικά δεδομένα. Η κόλαση για τον Νύσσης έχει χαρακτήρα ιατρευτικό και θεραπευτικό, ικανώνοντας τον άνθρωπο να μετάσχει στην αιώνια ζωή του Θεού. Δεν υφίσταται ως αιώνια τιμωρία, αλλά στοχεύει στο φωτισμό του ανθρώπου και τον αμετάκλητο αφανισμό του κακού. Μόνη αιώνια θα είναι η θεϊκή μακαριότητα. Αυτό διότι, σύμφωνα με τη σκέψη του Γρηγορίου, το κακό είναι κτιστό δημιούργημα και άρα έχει όρια και είναι καταδικασμένο να αφανιστεί. Το κακό δεν είναι άναρχο και γι’ αυτό θα έχει και τέλος. Επειδή, ακόμη, η επιλογή του κακού από τον άνθρωπο δεν γίνεται σκόπιμα αλλά είναι συνέπεια της εσφαλμένης κρίσης του, δεν μπορεί αυτός να τιμωρείται αιώνια. Η αποκατάσταση θα είναι ολοποιητική, θα συμμετέχει σε αυτήν ολόκληρη η κτίση. Ακόμη και ο διάβολος θα αποκατασταθεί αφού δεν είναι από τη φύση του, αλλά από την προαίρεσή του κακός. Επομένως το κακό θα αφανιστεί οριστικά και όλα τα όντα θα μετάσχουν της θεϊκής μακαριότητας. Διαφορετικά ο Θεός δεν θα ήταν παντοδύναμος. Η θεωρία περί αποκατάστασης του Νύσσης διαφέρει από την αντίστοιχη του Ωριγένη, αφού έχει έναν δυναμικό χαρακτήρα και δεν είναι απλώς επιστροφή στη χαμένη παραδείσια πατρίδα. Ο άνθρωπος θα ανανεώνεται διαρκώς, η μεταμόρφωσή του σε κάτι ανώτερο και πληρέστερο θα είναι συνεχής. Θα υπάρχει μια μόνιμη κίνηση, ένα ατέλειωτο άπλωμα της ύπαρξης, το οποίο δεν θα γνωρίζει την έννοια του κορεσμού και της πλήρωσης.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο βιβλίο -και ειδικά για το θέμα περί αποκατάστασης των πάντων-, συνοψίζονται και παρουσιάζονται οι θέσεις του Γρηγορίου, χωρίς να αλλοιώνονται ή να σχολιάζονται με κριτήριο τις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα ή όσα θεωρούνται σήμερα αποδεκτά από την εκκλησία.

Η προσπάθειά του συγγραφέα του υπό παρουσίαση βιβλίου, τέλος, χαρακτηρίζεται από μία προτεραιότητα στη χρήση του πηγαίου υλικού, επιτρέποντας στο κείμενο να προτάξει τη δική του αλήθεια, η οποία με τον τρόπο αυτό μένει ανεπηρέαστη από προσχηματισμένες πεποιθήσεις, αν και δεν λείπουν οι προσωπικές του εκτιμήσεις και η διατύπωση αποριών και μερικών κρίσεων. Σε αυτή την προοπτική νοείται και η προσπάθεια να εκτυλιχθούν και να φωτιστούν ερωτήματα που ο ίδιος ο Νύσσης θέτει, αλλά και να τεθούν νέα ερωτήματα που συμπληρώνουν την προβληματική του —με τη βοήθεια φιλοσόφων όπως ο Ricoeur, ο Derrida, ο Merleau Ponty και ο Heidegger

πρώτη έντυπη δημοσίευση στο περιοδικό Θεολογία 1/2014 σελ. 391-396)

πηγή: Aντίφωνο

Η «ηθική της ευθύνης» και η οικονομική κρίση

Η οικονομική κρίση έχει επιφέρει μια πρωτοφανή σύγχυση. Τρία χρόνια τώρα  διατυπώνονται όλες οι πιθανές αιτίες για τη σημερινή κακοδαιμονία μας. Αιτίες που άλλοτε επικεντρώνονται σε εξωγενείς παράγοντες και άλλοτε στα δικά μας λάθη. Αναμφίβολα αληθεύουν και τα δύο. Η διεθνής οικονομική συγκυρία είναι αρνητική, τα λάθη στα σχέδια και τις προβλέψεις των εταίρων καθώς και οι σοβαρές δικές μας αδυναμίες έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που μας βασανίζει ολοένα και πιο οδυνηρά.  Η κοινωνία διαλύεται.

Η συνειδητοποίηση

Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες σκεφτόμαστε συλλογικά το μέλλον και τις προοπτικές μας. Μπορεί να το σκεφτόμαστε με έναν τρόπο απαισιόδοξο και μελαγχολικό, αλλά βλέπουμε πάντως προς το μέλλον. Αυτό είναι σημαντικό διότι αναγκαστικά θα προσπαθήσουμε να το διαμορφώσουμε, έστω, όσο το δυνατόν λιγότερο οδυνηρό. Μέχρι το 2009 πιστεύαμε, σχεδόν όλοι, ότι η ευτυχία μας δεν διατρέχει κινδύνους. Θεωρούσαμε ότι οι υλικές συνθήκες της ζωής μας θα καλυτέρευαν συνεχώς. Το μόνο που μας ενοχλούσε περιστασιακά ήταν ότι η πρόοδος δεν θα συνεχιζόταν ίσως επ’  άπειρον εξαιτίας κάποιας ατομικής αναποδιάς και όχι εξαιτίας της αλλαγής των ιστορικών συνθηκών. Στη σκέψη μας κυριαρχούσε ότι βρήκαμε την τέλεια λύση για τα βιοτικά μας προβλήματα. Απεδείχθη ότι κάναμε τραγικό λάθος. Πάντως, η αρχική ενστικτώδης μαζική αντίδραση να διατηρηθεί το «παλαιό καθεστώς» σε όλα τα επίπεδα, δίνει σιγά-σιγά τη θέση της στην περίσκεψη για το τι μας έφερε μέχρις εδώ και στο τι κάνουμε από δω και στο εξής και/ή στην μελαγχολική αποδοχή τού «ό,τι είναι να γίνει ας γίνει».

Ένα δεύτερο θετικό στοιχείο είναι ακριβώς ότι στοχαζόμαστε τα αίτια της σημερινής μας κατάστασης. Για να τα στοχαζόμαστε σημαίνει ότι θέλουμε να τα διορθώσουμε και, επομένως, δεν έχουμε φτάσει, ακόμη, στην απόγνωση. Μένει βέβαια να δούμε και τι περιθώρια υπάρχουν για να έχει και ο αναστοχασμός προοπτικές. Κατά τον Βιτγκενστάιν, άλλωστε, «να κατανοούμε σημαίνει να γνωρίζουμε πώς να προχωρήσουμε».  Όταν, βέβαια, ένας ολόκληρος λαός πιέζεται ασφυκτικά, δύσκολα βρίσκει τον τρόπο να εφαρμόσει αυτά που πιθανώς σκέφτεται ως ορθά κι έτσι παύει να κατανοεί τι του συμβαίνει, μένοντας στάσιμος. Είναι πάντως ευκαιρία, όπως συχνά λέγεται, οι Έλληνες να προσδώσουν στην εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση διαστάσεις ιστορικής στιγμής, στην περίπτωση που δεν δέχονται παθητικοποιημένα και αδρανώς όσα τους συμβαίνουν. Είναι σημαντικό εκεί ακριβώς που δεν φαίνεται μέλλον, ο άνθρωπος να το ονειρεύεται.

Θα σταθούμε στην άποψη που αποδίδει τις αιτίες για τη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση στους Έλληνες και τη νοοτροπία τους και θα προσπαθήσουμε να υποπτευθούμε αν έτσι μπορούμε όντως να ονειρευτούμε το μέλλον. Πρέπει ασφαλώς να έχουμε πάντα στο νου μας ότι εμείς είμαστε κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη ζωή μας και τη χώρα μας. Και πρέπει να δεχτούμε ότι πολλοί από μας φαινόταν ότι ζούσαμε απαλλαγμένοι από κάθε τυπική ή ηθική υποχρεώση απέναντι στόν άλλον και απέναντι στο κράτος. Είχαμε περισσότερο απαιτήσεις και όχι καθήκοντα.

Η ανάληψη της ευθύνης και η πραγματικότητα

Αυτά, και άλλα χειρότερα, είναι χιλιοειπωμένα και ακριβώς γι’ αυτό -πια- επικίνδυνα. Δεν είναι εύκολα παραδεκτό τρία χρόνια να αυτομαστιγώνεται κανείς ανελέητα, να αποδέχεται την ευθύνη του σχεδόν για όλα όσα του συμβαίνουν, να αναλαμβάνει πρωτοφανείς υποχρεώσεις [όπως η Ελλάδα λ.χ. την υποχρέωση να παίρνει μέτρα περαιτέρω αυτόματων περικοπών στην περίπτωση απόκλισης από τους μνημονιακούς στόχους είτε αυτή οφείλεται σε λάθη δικά της είτε σε εξωγενείς(!) παράγοντες], και η κατάστασή του να χειροτερεύει διαρκώς. Αν εντελώς αυτονόητα διατυπώνονταν αυτές και άλλες παρόμοιες κατηγορίες εναντίον των Ελλήνων στην αρχή της κρίσης, το να επαναλαμβάνονται τα ίδια τρία χρόνια μετά, κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι. Αν, από τη μια μεριά, σκεφθούμε την πραγματική ευθύνη των Ελλήνων και, από την άλλη, την εν εξελίξει καταστροφή της χώρας, δεν μπορεί παρά να βρεθούμε μπροστά σε λογικό αδιέξοδο. Η καταστροφή μιας χώρας παραπέμπει μόνο σε συνθήκες πολέμου, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα κι ο ηττημένος τίποτα[1].

Σκοπός μας δεν είναι καθόλου να αποτινάξουμε την ευθύνη από πάνω μας και να τη φορτώσουμε κάπου αλλού. Ούτε νομίζουμε ότι ο Έλληνας των τελευταίων δεκαετιών είναι ο κατεξοχήν ενάρετος που, αίφνης, δοκιμάζεται σαν άλλος Ιώβ. Κάθε άλλο. Εκείνο που θέλουμε να πούμε είναι ότι η αποδοχή της ευθύνης πρέπει να είναι ρεαλιστική και να έχει έστω κάποια θετικά αποτελέσματα. Aνάληψη της ευθύνης σημαίνει και έναρξη θεραπείας.

Παρότι, λοιπόν, η Ελλάδα κάνει ό,τι μπορεί και είναι ήδη αρκετά (και κυβέρνηση συναίνεσης συγκροτήθηκε κατά ρητή επιθυμία των εταίρων), πολλοί στοχαστές μας επιμένουν ότι οι Έλληνες είναι αυτοί που εξακολουθούν να φταίνε για όλα[2]. Και πολλοί από όσους  τους ακούνε, δέχονται σχεδόν χαρωπά αυτή την τοποθέτηση. Έχουμε άραγε μπροστά μας μια εικόνα αληθινής αυτογνωσίας; Ή μήπως οι Έλληνες, στην προσπάθειά τους, να ξεδιαλύνουν τη σύγχυση για τα αίτια της κρίσης, δέχονται να σηκώσουν όλο το βάρος μόνοι τους -εν πάση περιπτώσει αυτοί που το δέχονται και μάλιστα προσπαθούν να το μοιραστούν και με τους άλλους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το σηκώσουν… Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να δεχόμαστε τέτοιου είδους ευθύνες όχι γιατί τις αναλαμβάνουμε οι ίδιοι προσωπικά και συλλογικά, αλλά επειδή τις βλέπουμε ή τις φορτώνουμε στον διπλανό. Αν μάλιστα τις συνέπειες της κρίσης τις υφίσταται μόνο ή κατεξοχήν ο διπλανός, τότε πλειοδοτούμε στην επίρριψη της ευθύνης στον κακό, ανεύθυνο και ασυνεπή Έλληνα. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Οι ερμηνείες και οι προοπτικές τους

Ποιες είναι οι επικρατέστερες ερμηνείες για την εν εξελίξει καταστροφή της χώρας; Σε γενικές γραμμές, οι εξής: η διεθνής οικονομική κρίση, η αρνητική παγκοσμιοποίηση, οι διάφορες συνωμοσίες, τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα, η ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους και εν γένει η συμπεριφορά των Ελλήνων. Όλες, πλην της τελευταίας ερμηνείας –της, για πολλούς, πιο ρεαλιστικής αλλά και της πιο ηθικολογικής-, δικαιολογούν το θύμα, εν προκειμένω τους Έλληνες. Οι αλλαγές στη διεθνή οικονομική σκηνή, οι πανίσχυροι ανταγωνιστές, τα κρυφά σχέδια των ισχυρών δικαιολογούν ότι οι Έλληνες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Η καταστροφή δεν είναι δικό τους σφάλμα. Καλά κάνουν και διαμαρτύρονται. Αν κι αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο να υιοθετηθεί συλλογικά ως δικαιολογία, και όντως δεν συνέβη, αρκετοί Έλληνες, λοιπόν,  δεν βλέπουν τίποτε άλλο παρά μόνο την ευθύνη στις δομικές αδυναμίες του ελληνικού κράτους και την ελληνική νοοτροπία γενικότερα.

Το κάνουν πιθανόν για τους εξής λόγους:

  1. Ο άνθρωπος ενδέχεται να αναλαμβάνει όλη την ευθύνη διότι έτσι αποδέχεται ευκολότερα τη μοίρα του, επειδή την κατανοεί και ευκολότερα. Δεν κοπιάζει να ψάχνει και να αναλύει –δεν είναι δα και εύκολο να βρει συγκεκριμένες απλές απαντήσεις όσο η ακόλουθη: εγώ φταίω για ό,τι κακό μού συμβαίνει. Εγώ είμαι ανεπαρκής, τεμπέλης,  εσωστρεφής, διεφθαρμένος –Ελληνίδα ήταν, επιτέλους, και η περιβόητη ταβερνιάρισσα της Ύδρας, η επιτομή όλου του ελληνικού έθνους, που έκανε φανερή παντού την επανάσταση εναντίον της φοροεισπρακτικής μηχανής του κράτους και που ήταν γραφτό μ’ αυτή της την ενέργεια να συμπυκνώσει σε μια ώρα τις αιώνιες αδυναμίες μας κοκ. Η ανεπάρκεια είναι μάλιστα συλλογική, όλη η κοινωνία είναι διεφθαρμένη και εκφυλισμένη, και δεν μπορεί σε μια τέτοια κοινωνία να υπάρχουν απρόσμενα υγιείς ομάδες. Η προσπάθεια κατανόησης όσων μας συμβαίνουν «αξιοποιείται» μάλιστα από κάποιους στοχαστές μας για  μια συνολική (μετα)αφήγηση της νεότερης ιστορίας μας στο φως της σημερινής κρίσης: δεν έχουν ευθύνη μόνο οι σημερινοί Έλληνες αλλά συνολικά όλες οι γενιές, ήδη από τον ΙΔ΄ αιώνα του Ησυχασμού κοκ. Η σημερινή κρίση ήρθε για να αποσαφηνίσει, επιτέλους, λάθη  αιώνων… Όντως, οι πρόγονοί μας  δεν φαντάζονταν (κακώς)  ότι  οι προτεραιότητες που έθεταν στη ζωή τους δεν θα ταίριαζαν με την οικονομία της αγοράς σήμερα. Τηρουμένων των αναλογιών, οι Έλληνες έκαναν παρόμοια λάθη με αυτά που φορτώνουμε συνήθως στους αφρικανούς[3], προσπαθώντας να κατανοήσουμε την καθυστέρησή τους. Άλλωστε, τίποτα δεν επιτρέπεται και τίποτα δεν δικαιολογείται σήμερα, παρά μόνο όσα προάγουν τη (νεοφιλελεύθερη) οικονομία. Όλα τα άλλα στον νεοφιλελεύθερο κόσμο απλώς θα χρησιμοποιηθούν για να ερμηνευθεί η παταγώδης οικονομική και, ως εκ τούτου, υπαρξιακή αποτυχία σου.
  2. Ένας δεύτερος λόγος για την ανάληψη όλης της ευθύνης είναι, ίσως, ότι όλα τα άλλα ενδεχόμενα για τη σημερινή κρίση καθιστούν τον άνθρωπο παθητικό δέκτη όσων συμβαίνουν στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Οι παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις δρουν, κρυφά ή φανερά, και αφαιρούν κάθε δυνατότητα αντίδρασης από τους ανθρώπους. Αναλαμβάνουμε λοιπόν την ευθύνη της ζωής μας, αποδεχόμενοι ότι εμείς φταίμε για την καταστροφή. Εμείς και όχι οι άλλοι κατευθύνουμε τη ζωή μας. Κι έτσι όπως την οδηγήσαμε μέχρι τώρα στην καταστροφή, έτσι από δω και στο εξής μπορούμε να τη σώσουμε…

Μένει να εξηγηθεί πότε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, το θύμα μπορεί να πάρει τη ζωή του στα σοβαρά, να μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να βγει απ’ τον βούρκο. Σύμφωνα με την πρώτη (1) περίπτωση, η απάντηση είναι εύκολη: ποτέ. Ποτέ διότι δεν έχει βαθιά επίγνωση και των άλλων εξωγενών παραγόντων που τον έφεραν στη θέση του θύματος και, επίσης, επειδή ένας λαός με τέτοια χαρακτηριστικά μάλλον στην απόγνωση φτάνει παρά στην αναγέννηση. Ένας λαός που έχει τη συνείδηση παράσιτου δεν έχει καμμία δυνατότητα. Ένας λαός, ακόμη, που έχει μια τέτοια εικόνα για το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν του, είναι απίθανο να έχει καλύτερη ιδέα για το μέλλον του. Οι Έλληνες, θυμίζουμε, επικρίνονται όχι μόνο για τα λάθη και τις ανεπάρκειες της πολιτικής τους ηγεσίας, αλλά συλλήβδην για τη νοοτροπία τους. Ωθούνται στο να συνειδητοποιήσουν πως είναι οι οι μόνοι(;) στην Ε.Ε. που δεν τα κατάφεραν. Βρίσκονται διαρκώς στην πόρτα της εξόδου. Οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα κατάφεραν πολύ καλύτερα· μόνοι οι Έλληνες απέτυχαν οικτρά. Δεν φτάνουν τα υλικά δεινά, προστίθεται και η  προσβολή της ταπείνωσης. Ο βάναυσος τρόπος που πολλοί εταίροι μάς υποδεικνύουν -με συγκεκριμένα μέτρα- για ποιο λόγο πρέπει να ντρεπόμαστε, συμπληρώνεται από την εγχώρια κριτική που αποδεικνύει πως δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι είμαστε (συνολικά) κάτι άλλο από αυτό που η κρίση φανέρωσε. Ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας. Έτσι απλά.

Αν, μαζί με αυτά, σκεφτούμε τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, τα παιχνίδια εξουσίας και τον τρόπο λειτουργίας της ελεύθερης οικονομίας, τότε η ηθική της ανάληψης όλης της ευθύνης από ένα κράτος σαν το ελληνικό, μπορεί να μεταφραστεί σήμερα ως πολιτική αυτοκτονίας. Οι εξωγενείς παράγοντες, άλλωστε, έχουν τέτοια δυναμική που ακόμα κι αν μπορούσαμε να καλύψουμε όλο τον μακρύ κατάλογο των ελλείψεών μας και των καθηκόντων μας (προσπάθεια που δύσκολα μπορεί να γίνει σε συνθήκες εντεινόμενης δυσφορίας ή απελπισίας), γρήγορα θα υποψιαζόμασταν ότι δεν έχουμε όλα τα μέσα που θα χρειαζόμασταν για να βγούμε αλώβητοι από τη σημερινή συνθήκη. Και η αίσθηση της ανεπάρκειας τότε θα είναι συγκλονιστική.

Οι Έλληνες ακριβώς εδώ βρισκόμαστε σήμερα: στον οδυνηρό συνδυασμό αβεβαιότητας, ταπείνωσης και αδυναμίας. Κατάσταση που δεν απέχει από την αίσθηση ότι πρέπει και να ντρεπόμαστε που καταντήσαμε έτσι. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, τι απάντηση δίνεται στην ερώτηση «τι και ποιοι είμαστε» από μεγάλη μερίδα διανοητών και απλών ανθρώπων στον τόπο μας, θα αντικρίσουμε μια εικόνα συνολικής παθογένειας σε επίπεδο δομών αλλά και νοοτροπίας. Η εικόνα αυτή, με τις φιλότιμες προσπάθειες πολλών, συνοδεύει την Ελλάδα παγκοσμίως και η εικόνα αυτή, λέγεται, πρέπει να διορθωθεί εσπευσμένα μέσα σε συνθήκες μιας γενικότερης αίσθησης ανικανότητας, αβεβαιότητας, διαφθοράς κλπ. Οι Έλληνες, όντας εξαχρειωμένοι και εξαιτίας του ότι είναι τέτοιοι πρέπει να αναζητήσουν προοπτικές ανασυγκρότησης, κουβαλώντας, επί σειρά ετών ήδη, την εικόνα της αχρειότητάς τους και τρώγοντας τις σάρκες τους. Ξεχνάμε ότι η ιστορία που λέμε στους άλλους και κυρίως στον εαυτό μας και στα παιδιά μας για τη ζωή μας έχει πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη σημασία για το μέλλον μας.

Την ίδια ώρα, η άλλη όψη του νομίσματος δεν εξετάζεται: το ότι οι Έλληνες και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη, δεν είναι «παραδοσιακά» ανίκανοι αλλά κρίνονται -τώρα- ως τέτοιοι διότι δεν μπορούν να μετέχουν στο παιχνίδι των αγορών, που όμως μέχρι πρότινος -με την ίδια ασφαλώς νοοτροπία και παράδοση αιώνων- μετείχαν ακωλύτως και μετά πολλών επαίνων. Τιμωρούνται ακριβώς διότι οι κανόνες(;) του οικονομικού παιχνιδιού άλλαξαν, και αυτοί, κυρίως, είναι που επιβάλλουν την τιμωρία και όχι, τόσο, οι εγγενείς μας αδυναμίες.

Ας δούμε και τις προοπτικές μας αν υιοθετούσαμε τη δεύτερη (2) περίπτωση. Ακούγεται πραγματικά ωραίο: αντί να εγκλωβιστείς σε μια έμμονη ιδέα ότι φταίνε οι άλλοι, αναλαμβάνεις όλες τις ευθύνες παίρνοντας στα χέρια σου τη ζωή και την ιστορία σου. Μένει να αποδειχθεί πόσοι, στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο, θα το πάρουν χαμπάρι αυτό και πόσοι θα το εκτιμήσουν… Ίσως όσο εκτιμούν οι πολυεθνικές ένα οποιοδήποτε πρώην στέλεχό τους, που όταν απολύθηκε ανέλαβε όλες τις ευθύνες που τον οδήγησαν στην απόλυσή του και παρέμεινε με αυτές στη μόνιμη ανεργία. Πήρε όντως την ευθύνη. Πήρε έτσι και τη ζωή του στα χέρια του. Αλλά, σήμερα ειδικά, δεν ξέρει τι να την κάνει. Απ’ ό,τι λένε οι ερευνητές[4], ένας τέτοιος άνθρωπος συνήθως απογοητεύεται από τον ανεπαρκή εαυτό του και καταβάλλεται από μια διαρκή κόπωση. Στο τέλος αποσύρεται από τη ζωή, περιθωριοποιημένος και άβουλος. Δεν αποκλείεται την ίδια τύχη να έχει και μια ολόκληρη χώρα. Μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί περιττή, άχρηστη ή και επικίνδυνη στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο. Είτε αναλάβει τις ευθύνες της είτε όχι, δεν θα ξαναμπεί στο παιχνίδι. Θα πεταχτεί στην κατηγορία «σκουπίδια»[5]. Άλλωστε, όπως λένε και οι σώφρονες αυτού του κόσμου, για να κάνεις ομελέτα χρειάζεται να σπάσεις αυγά. Των άλλων ασφαλώς, όχι τα δικά σου –όπως συμπληρώνει ένας στοχαστής[6]. Στην περίπτωση αυτή -η πλέον πιθανή στην τροπή που έχει πάρει η παγκόσμια οικονομία σήμερα- η ανάληψη της ευθύνης για όλα όσα μας έτυχαν θα έχει απλώς την αξία μιας επιθανάτιας εξομολόγησης, χωρίς αντίκρισμα. Ο θάνατος θα επέλθει μέσα σε ένα νέφος σύγχυσης, άγνοιας, ενοχής, αίσθησης αδυναμίας και αυτομαστιγώματος.

Αλλά για να μην είσαι παθητικός δέκτης, πρέπει όντως να  έχεις τις δυνατότητες συμμετοχής στην ιστορία. Δεν φτάνει να θες να αλλάξεις, αλλά πρέπει να υπάρχουν και οι αντικειμενικές δυνατότητες γι’ αυτό, πράγμα ιδιαιτέρως περίπλοκο στο πλαίσοο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Λέγεται βέβαια, ανάμεσα στα τόσα άλλα, ότι οι Έλληνες αδρανούν διότι φοβούνται την αλλαγή και ότι δεν τολμούν να πάρουν την τύχη τους στα δικά τους χέρια, συμμετέχοντας ενεργά στην ιστορία. Αλλά αυτό δεν οφείλεται απλώς στο φόβο των Ελλήνων απέναντι στην αλλαγή, ότι οι Έλληνες δηλαδή αδρανούν ή αντιδρούν θέλοντας να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Η όποια αντίδραση έχει να κάνει όμως με το ότι υπάρχει δισταγμός απέναντι στο άγνωστο[7], αλλά και φόβος απέναντι στο τυχαίο –κύριο γνώρισμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Μαζί με αυτά, δεν υπάρχει και ο απώτερος στόχος, χάριν του οποίου αναβάλλεις την ικανοποίηση των επιθυμιών σου, αφού δεν μπορεί απώτερος στόχος ενός έθνους να είναι ούτε η αποπληρωμή των τοκοχρεωλυσίων ούτε ο έλεγχος των ανεξέλεγκτων δυνάμεων της «αγοράς». Για να υπάρξει όραμα, απώτερος στόχος, ενεργητικότητα και ανάληψη ευθύνης απαιτείται, τελικά, μια αίσθηση κανονικότητας στον κόσμο γύρω σου, και η οικονομία της αγοράς δεν βασίζεται καθόλου στην κανονικότητα[8]. Μπροστά στο άγνωστο και στο τυχαίο ο άνθρωπος απλώς προσπαθεί όπως μπορεί να αμβλύνει την αίσθηση της αβεβαιότητας και της αδυναμίας. Όταν δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει, δεν καταστρώνεις σχέδια για το μέλλον.

Συμπεράσματα

Φαίνεται ότι -καμιά φορά- η ηθική της ευθύνης καθιστά τον άνθρωπο και ολόκληρους λαούς πολύ ευάλωτους…  Στην αυθυπερβατική προσπάθειά μας να αναλάβουμε όλες τις ευθύνες για τη σημερινή κρίση, ας μην νομίζουμε τουλάχιστον ότι, έτσι, φωτίζουμε και το σύνολο αυτής. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τρία χρόνια μετά την απότομη βύθισή μας στην κρίση, το να φορτωνόμαστε με ατέλειωτες ενοχές, αποδεικνύεται ατελέσφορο, μοιάζει αφελές και θα οδηγήσει τον ελληνικό λαό σε παράλυση. Οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι η ευθύνη που αναλαμβάνει κανείς πρέπει να σχετίζεται με την πραγματικότητα, να είναι ρεαλιστική, αποσαφηνισμένη και περιορισμένη -όχι άπειρη. Ο Χριστός ανέλαβε την ευθύνη στο Σταυρό χάριν όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φυσικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών, σήκωσε στους ώμους του την αμαρτία του κόσμου. Ο άνθρωπος -όπως έχουν τονίσει σημαντικοί στοχαστές- δεν μπορεί να αναλάβει άπειρη ευθύνη, έστω κι αν καλείται να ανανεώνει συνεχώς την ευθύνη του έναντι των άλλων. Η ευθύνη του είναι συγκεκριμένη και εντός ορίων. Τηρουμένων των αναλογιών, η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να σηκώσει όλο το βάρος της κρίσης αλλά οφείλει να αναζητήσει την ευθύνη που της αναλογεί σε μια Ευρώπη που καλεί σε κοινή μοίρα όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και πρέπει να πετύχει, καταρχάς, δύο στόχους, δεδομένου ότι η μάταιη νοσταλγία για το πρόσφατο υπερκαταναλωτικό παρελθόν έχει πλέον ξεπεραστεί:

  • τη διόρθωση των πραγμάτων εκείνων που έχουν λεπτομερώς επισημανθεί από πολλούς, χάριν των μελλοντικών γενεών έτσι ώστε  αυτές να μην κληρονομήσουν δυσβάστακτες υποχρεώσεις. Η πολύ απαιτητική προσπάθεια διόρθωσης πρέπει να γίνει με τρόπο υπεύθυνο, τολμηρό αλλά παράλληλα με την επίγνωση ότι τα τοπικά προβλήματα μιας χώρας σε οικονομικό επίπεδο συναρτώνται ευθέως με τα αντίστοιχα παγκόσμια προβλήματα και ότι ενδέχεται η διόρθωση σε τοπικό επίπεδο των προβλημάτων που είναι παγκόσμια να έχει γι’ αυτό το λόγο σχετική αξία και να μην επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στην πορεία της συγκεκριμένης χώρας, και ταυτόχρονα
  • τη  μη εγκατάλειψη των, πολλών πια, ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε ευάλωτοι και πεπερασμένοι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας ο τρόπος λειτουργίας της οικονομίας μπορεί να εκβάλλει στο περιθώριο μεγάλες ομάδες πληθυσμού αποτιμώντας τούς εργαζόμενους ως άχρηστο και πλεονάζων προσωπικό εξαιτίας της δήθεν ανικανότητάς τους, ενώ σιγά σιγά θα θεωρούνται και επικίνδυνοι για την ασφάλεια και περαιτέρω προκοπή των -προσωρινά- «ικανών».  Κοντολογίς, η ανθρώπινη αλλά και η εθνική-συλλογική αξιοπρέπεια πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη. Αν η χώρα έχει υιοθετήσει την εικόνα του μαύρου πρόβατου, ας έχει και την υποψία ότι κάπου κοντά θα είναι και οι λυσσασμένοι λύκοι. Και ας φροντίσει να προστατευθεί.

Η Ελλάδα πρέπει επομένως να ανασυγκροτηθεί στην προοπτική μιας χώρας που δεν θα αυταπατάται ούτε ως αναπτυγμένη (χάριν των δανεικών) ευρωπαϊκή χώρα, ούτε ως θύμα. Η διπλή αυτή επίγνωση θα διαυγάζει τις μελλοντικές πράξεις των Ελλήνων και θα οδηγήσει με ασφάλεια στην υπέρβαση της κρίσης.

Σημειώσεις

1 Σύμφωνα με την Καθημερινή (16/12/12) “οι μη απασχολούμενοι στην Ελλάδα υπερέχουν ήδη κατά 992.000 άτομα έναντι των απασχολουμένων. Αυτή η μοναδική σχέση παρατηρείται μόνο σε ακραίες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, όπως αυτές που χαρακτήριζαν τις βαλτικές και βαλκανικές χώρες μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Μέσα σε μια τετραετία καταστράφηκαν 800.000 θέσεις εργασίας”.
2 Οι Έλληνες εγκαλούνται ακόμη και διότι αντικρίζουν εξαρχής το κράτος ως προστάτη τους (ανεξαρτήτως της κακής σχέσης τους με αυτό), ως εάν το νεωτερικό κράτος δεν συγκροτήθηκε ακριβώς για να προσφέρει μια κάποια αίσθηση ασφάλειας, αποτελεσματική προστασία απέναντι στο τυχαίο και γενικά ως ασφαλιστική δικλίδα απέναντι στην αδυναμία του ανθρώπου ως ατόμου.
3 Η άλλη πλευρά έχει, ακροθιγώς, ως εξής: “Η εκμετάλλευση έχει αναδειχθεί τόσο συστηματικά ως η κεφαλαιώδης διάσταση του αποικιακού προβλήματος, ώστε αξίζει να την προσέξουμε ιδιαίτερα. Εξάλλου, εκμετάλλευση…έχει ασκηθεί τόσο συχνά και τόσο συστηματικά, αλλά και τόσο αμείλικτα σε βάρος των πρωτόγονων λαών του κόσμου, ώστε θα ήμασταν τελείως αναίσθητοι αν δεν της παραχωρούσαμε την κεντρική θέση σε οποιαδήποτε εξέταση του αποικιακού προβλήματος…Η καταστροφή των κοινοτήτων των ιθαγενών ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της ραγδαίας και βίαιης κατάλυσης των βασικών τους θεσμών. Οι θεσμοί αυτοί διαταράσσονται από το γεγονός ότι μια οικονομία της αγοράς επιβάλλεται σε μια κοινότητα που είναι οργανωμένη εντελώς διαφορετικά…”. Καρλ Πολυάνι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, εκδ. Νησίδες, σ. 157.
4 Βλ. Ρ. Σένετ, Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος, εκδ. Σαββάλας, απ’ όπου και οι αφορμές για μερικές από τις σκέψεις που κάνουμε εδώ.
5 Βλ. ενδεικτικά τα βιβλία του Ζ. Μπάουμαν, Σπαταλημένες ζωές, οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, εκδ. Κατάρτι και Ρευστοί καιροί, η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, εκδ. Μεταίχμιο.
6 Ζ. Μπάουμαν, στο πρόσφατο (Νοέμβριος 2012) Παράπλευρες απώλειες, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
7 Στ. Ράμφος, Ο “άλλος” του καθρέφτη, ψυχογραφία της αγωνίας μας, εκδ. Αρμός 2012, βλ. ενδεικτικά σ. 84: “Εμπιστευόμαστε τυφλά παραδομένοι στην προοπτική του αγνώστου. Το άγνωστο σαν προοπτική είναι ο χρόνος της προσδοκίας ήδη στο παρόν.”
8 Την ίδια ώρα που στην Ελλάδα γινόταν μια προσπάθεια “νοικοκυρέματος” των δημοσιονομικών οι μεγάλοι ξένοι επενδυτές πόνταραν(!) δισεκατομμύρια ευρώ στην έξοδο της χώρας από την ΕΕ.

 πηγή: Aντίφωνο, Περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 4/2012

Η ηθική της ευθύνης και η οικονομική κρίση

Γιώργος Μπάρλας

Η οικονομική κρίση έχει επιφέρει μια πρωτοφανή σύγχυση. Τρία χρόνια τώρα διατυπώνονται όλες οι πιθανές αιτίες για τη σημερινή κακοδαιμονία μας. Αιτίες που άλλοτε επικεντρώνονται σε εξωγενείς παράγοντες και άλλοτε στα δικά μας λάθη. Αναμφίβολα συμβαίνουν και τα δύο. Η διεθνής οικονομική συγκυρία είναι αρνητική, τα λάθη στα σχέδια και τις προβλέψεις των εταίρων καθώς και οι σοβαρές δικές μας αδυναμίες έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που μας βασανίζει ολοένα και πιο οδυνηρά.  Η κοινωνία διαλύεται.

Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι οι περισσότεροι Έλληνες για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες σκεφτόμαστε συλλογικά το μέλλον και τις προοπτικές μας. Μπορεί να το σκεφτόμαστε με έναν τρόπο απαισιόδοξο και μελαγχολικό, αλλά βλέπουμε πάντως προς το μέλλον. Αυτό είναι σημαντικό διότι αναγκαστικά θα προσπαθήσουμε να το διαμορφώσουμε, έστω, όσο το δυνατόν λιγότερο οδυνηρό. Μέχρι το 2009 πιστεύαμε οι περισσότεροι ότι η ευτυχία μας δεν διατρέχει κινδύνους. Θεωρούσαμε ότι οι υλικές συνθήκες της ζωής μας θα καλυτέρευαν συνεχώς. Το μόνο που μας ενοχλούσε περιστασιακά ήταν ότι η πρόοδος δεν θα συνεχιζόταν ίσως επ’  άπειρον εξαιτίας κάποιας ατομικής αναποδιάς και όχι της αλλαγής των ιστορικών συνθηκών. Στη σκέψη μας κυριαρχούσε ότι βρήκαμε την τέλεια λύση για τα βιοτικά μας προβλήματα. Απεδείχθη ότι κάναμε τραγικό λάθος.

Η δύση του παρελθόντος και η Χρυσή Αυγή

Γιώργος Μπάρλας

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής στις εκλογές της 5ης Μαΐου θεωρήθηκε ως φαινόμενο ολωσδιόλου παροδικό, το οποίο επρόκειτο να πάψει να μας απασχολεί μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Οι τελευταίες έδειξαν ότι τα ποσοστά της Χ.Α. σταθεροποιήθηκαν και σε σφυγμομέτρηση του Οκτωβρίου ήδη η Χ.Α ήταν τρίτο κόμμα με 14%. Επομένως πρόκειται για μια ιδεολογία που ήρθε για να μείνει και να καλύψει κάποιο κενό. Είναι μάλιστα προφανές ότι όσοι ψηφίζουν Χ.Α. δεν είναι όλοι, προς το παρόν, φασίστες ούτε κυνηγούν μετανάστες. Όσο κι αν θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί όσον αφορά τις προτιμήσεις τους στην ψήφο, έτσι ώστε να μη βρεθούν στη δύσκολη θέση να ντρέπονται κάποτε γι’ αυτήν, πολλοί από όσους στήριξαν ή στηρίζουν τη Χ.Α., προσδοκούν και κάτι άλλο από το συγκεκριμένο κόμμα.

Πρέπει, επομένως, να αναζητήσουμε τις αιτίες που τους έκαναν να στραφούν προς τα εκεί. Πέραν των πλέον αυτονόητων αιτίων (όξυνση μεταναστευτικού ρεύματος, οικονομική κρίση, άγνοια περί του τι πρεσβεύει ιδεολογικά η Χ.Α.), οι οποίες έχουν αναδειχθεί δεόντως, το γεγονός πως οι έννοιες του έθνους, της παράδοσης και της πατρίδας, τις τελευταίες δεκαετίες στον τόπο μας απαξιώθηκαν, αν δεν γελοιοποιήθηκαν, από την κυρίαρχη ιδεολογία, αποτελεί μια ακόμη αιτία της ανόδου της Χ.Α.

Η αποφυγή του θανάτου

Δύο πρόσφατα γεγονότα μας κάνουν να σκεφτούμε το πώς αντιμετωπίζουν σήμερα οι άνθρωποι στον δυτικό κόσμο το γεγονός του θανάτου. Το πρώτο είναι η λεγόμενη γρίππη των χοίρων (Α/Η1Ν1) που με τη συνήθη κινδυνολογία των ΜΜΕ ήρθε να υπενθυμίσει με έναν σαφή τρόπο ότι η ανθρώπινη ζωή κινδυνεύει και από αυτόν τον νέο παράγοντα, ο οποίος χρήζει ειδικής αντιμετώπισης. Η αντιμετώπιση έγκειται στις προσπάθειες των επιστημόνων να περιορίσουν ή και να καταστήσουν ακίνδυνο τον ιό και επίσης στην ενημέρωση των ανθρώπων για το τι πρέπει να κάνουν έτσι ώστε να μην κινδυνεύσουν αλλά και να προστατεύσουν και τους συνανθρώπους τους. Το δεύτερο είναι ο νέος αντικαπνιστικός νόμος και η επικείμενη απαγόρευση του καπνίσματος σε όλους τους δημόσιους χώρους. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς και άλλα στοιχεία της σύγχρονης ζωής (η λατρεία της νεότητας, η προσοχή στις διατροφικές συνήθειες, η έμφαση που δίνεται στη γυμναστική, η συνεχής ιατρική πρόληψη κλπ.) για να διαπιστωθεί η τάση του σημερινού ανθρώπου αλλά και του πολιτισμού γενικότερα να διατηρηθεί με κάθε τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερο σε κατάσταση υγείας και ταυτόχρονα να παρατείνει τη ζωή.

Σ’ όλα τούτα δεν θα υπήρχε κατ’ ανάγκη κάποιο κακό αν δεν δήλωναν ταυτόχρονα ότι ο σημερινός άνθρωπος, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, δείχνει με τρόπο απόλυτο την κατάφασή του σε τούτη τη ζωή, η οποία πρέπει να βιώνεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις υγείας, μακροημέρευσης και ευημερίας. Η προσοχή του ανθρώπου περιορίζεται υπαρξιακά εδώ, σε τούτον τον κόσμο. Η ζωή τελειώνει οριστικά με την έλευση του θανάτου και επομένως το πώς θα παρατείνουμε τη ζωή και το πώς θα απομακρύνουμε τους κινδύνους που την απειλούν αποτελούν παράγοντες κορυφαίας σημασίας.
Η επιστήμη υπόσχεται αιώνες τώρα στον άνθρωπο ότι η πρόοδός του θα είναι συνεχής -δεν μπορεί, ισχυρίζεται, να γίνει κι αλλιώς- και άρα, ανάμεσα στα άλλα, η ζωή θα παρατείνεται διαρκώς αφού οι κίνδυνοι που απειλούν τον άνθρωπο θα περιορίζονται ολοένα και περισσότερο. Και όντως η ιατρική έχει σημειώσει αλματώδη πρόοδο, η ανακάλυψη νέων φαρμάκων και η θεραπεία σοβαρών ασθενειών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν, όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και ότι ο άνθρωπος εξακολουθεί παρόλα αυτά να αρρωσταίνει και να πεθαίνει.
Ενώ λοιπόν, από τη μια, ο καθένας μας έρχεται αντιμέτωπος με ειδήσεις που έχουν να κάνουν με την πρόοδο της επιστήμης σε θέματα που αφορούν την υγεία και όλα όσα μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για να την προστατεύσει (συχνά με περισσό άγχος ή και ενοχές για το τι θα μπορούσε να κάνει και δεν έκανε), η αρρώστια και ο θάνατος, από την άλλη, είναι σχεδόν σα να μην υπάρχουν στο δημόσιο χώρο. Αυτά τα τελευταία φέρνουν σε αμηχανία τους ανθρώπους, αφού παρά τη διάχυτη αισιοδοξία περί υπερνίκησης κάθε είδους δυσκολιών και διαρκούς προόδου, ο άνθρωπος αρρωσταίνει, γερνάει και πεθαίνει. Αφού μάλιστα ο πολιτισμός μας δεν πιστεύει τόσο στη μετά θάνατον ζωή, δεν μπορεί παρά η αρρώστια και ο θάνατος να αποτελούν θέμα ταμπού, ένα άλυτο πρόβλημα που διαψεύδει οικτρά αυτή την αισιοδοξία. Δε μένει λοιπόν παρά να μη συζητάμε γι΄ αυτά τα δυσάρεστα θέματα και να απομακρυνόμαστε, όσο γίνεται, από τη θέα ανθρώπων άρρωστων ή νεκρών. Στα νοσοκομεία επισκεπτόμαστε μόνο τους πολύ στενούς συγγενείς, στα γηροκομεία κρύβεται από τα μάτια των “αισιόδοξων” και “δυναμικών” ανθρώπων το γήρας και η φθορά, η φροντίδα των νεκρών αφήνεται στα έμπειρα χέρια επαγγελματιών που φροντίζουν να περάσει όσο είναι δυνατόν απαρατήρητος ο θάνατος του αγαπημένου. Για τα παιδιά μάλιστα ο θάνατος του παππού ή της γιαγιάς, ίσως και των γονιών, είναι μάλλον μια αναπάντεχη εξαφάνιση, παρά θάνατος του μέχρι πρότινος αγαπημένου δικού μας ανθρώπου. Ακόμη και όταν προβάλλεται στην τηλεόραση η είδηση για τη σοβαρή ασθένεια ενός διάσημου συνήθως προσώπου, πέραν της πιθανότητας ικανοποίησης της θανατολαγνείας ορισμένων, δίδεται συνήθως η δικαιολογία, σε όσους διαμαρτύρονται για τέτοιου είδους θεάματα, ότι η δημοσιοποίηση θα ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους σε θέματα που σχετίζονται με την προσωπική τους υγεία έτσι ώστε να μην πάθουν τα ίδια με αυτά που είδαν.
Πέραν λοιπόν της απομάκρυνσης της αρρώστιας και του θανάτου από τον χώρο της κοινότητας και τον περιορισμό τους στον αντίστοιχο ιδιωτικό χώρο, μια άλλη παρόμοια προσπάθεια απόκρυψης της θνητότητας έγκειται και στην πρόοδο της επιστήμης και μάλιστα της ιατρικής, αλλά και της προσπάθειας βελτίωσης της ατομικής υγιεινής. Πολλοί στοχαστές (βλ. συλλ. τόμο “Περί θανάτου”, εκδ. Νήσος 2008) επισημαίνουν ότι στις νεωτερικές κοινωνίες ο θάνατος εννοιολογείται ως ασθένεια που επιδέχεται επέμβαση. Ο θάνατος λοιπόν δεν είναι η οντολογική συνέπεια της απομάκρυνσης από τον Θεό, δεν έχει καν τίποτα μεταφυσικό, είναι ένα φυσικό γεγονός που συμβαίνει εξαιτίας συγκεκριμένων αιτιών-ασθενειών οι οποίες όμως μπορούν με την πρόοδο της επιστήμης να εντοπιστούν και να θεραπευθούν. Ταυτόχρονα κάθε άνθρωπος μέσω της προσωπικής του υγιεινής απομακρύνει τους μολυσματικούς παράγοντες και συμμετέχει ενεργά στην καταπολέμηση των αιτιών του θανάτου. Έτσι όμως ο άνθρωπος πιστεύει σιγά σιγά ότι θα αποφύγει και τον ίδιο τον θάνατο. Σκέφτεται και ζει σαν να μην υπάρχει η θνητότητα, σαν κάποιον που μπορεί με επιδέξιο τρόπο και προσέχοντας συνεχώς την υγεία του να παρατείνει τη ζωή και, ίσως, να αποφύγει και τον ίδιο τον θάνατο. Ο θάνατος σύμφωνα με αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα έρθει, μιλάμε λοιπόν για “ενδεχομενικότητα του θανάτου”. Αν ο άνθρωπος αντιμετωπίσει σωστά τα αίτια που οδηγούν στο θάνατο μπορεί να τον αποφεύγει μονίμως. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η διαρκής ενασχόληση και ενημέρωση σχετικά με την υγεία. Ας σκεφτούμε πόσες ειδήσεις και εκπομπές σχετικές με θέματα υγείας προβάλλονται στη τηλεόραση, τα ένθετα υγείας των καθημερινών εφημερίδων, τα αντίστοιχα περιοδικά και πάει λέγοντας… Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η απαγόρευση του καπνίσματος, η ενημέρωση για τους κινδύνους από το αλκοόλ, από την επικίνδυνη οδήγηση κλπ. Όλα τούτα δεν παύουν ασφαλώς να είναι χρήσιμα και για την αποφυγή τους δεν τίθεται θέμα και κυρίως από άποψη πνευματική. Αν όμως ο άνθρωπος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του μόνο εξαιτίας του καπνίσματος ή του αλκοόλ, ή της έλλειψης υγιεινής κλπ., τότε απλά ξεχνάει ότι είναι θνητός και ότι αργά ή γρήγορα θα πεθάνει. Το τι συνεπάγεται μια τέτοια θεώρηση της ζωής από άποψη χριστιανική είναι ίσως περιττό να σημειωθεί. Κάθε τσιγάρο λένε ότι αφαιρεί από τον άνθρωπο 5΄ από τη ζωή του. Τούτο όμως καθόλου δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος που δεν καπνίζει θα ζήσει εξάπαντος τόσα πεντάλεπτα περισσότερα από όσα τσιγάρα απέφυγε να καπνίσει, αφού υπάρχουν χιλιάδες άλλες αιτίες που οδηγούν στο θάνατο και πάνω απ’ όλα το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι θνητός.
Συμπερασματικά, ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τον Θεό, την πίστη στη μετά θάνατον ζωή και την ανάσταση των νεκρών και αυτό που του απέμεινε είναι η θνητότητα την οποία είτε προσπαθεί να ξεχάσει είτε να την πολεμήσει μέσω κυρίως της επιστήμης. Το τελευταίο δείχνει ότι ο άνθρωπος -σωστά- δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου, τον πολεμάει όμως με τρόπο αναποτελεσματικό. Ο χριστιανισμός με την υπενθύμιση της θνητότητας θέλει να τονίσει ότι ούτε πρέπει να συμβιβαστούμε με τον θάνατο, να τον φυσικοποιήσουμε και να τον αποδεχθούμε, ούτε να τον επιθυμούμε σαν την απελευθέρωση από τα βάσανα της ζωής. Ο Θεός είναι δημιουργός της ζωής και εγγυητής της. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο Θεός είναι η αυτοζωή και δωρίζει τη ζωή στον άνθρωπο που τη δέχεται ως δώρο. Άρα ο άνθρωπος εξαρτάται από τον Θεό, όπως και από τη φύση, για να διατηρηθεί στη ζωή. Επειδή όμως και η ίδια η φύση φέρει μέσα της το θάνατο, η προσπάθεια του ανθρώπου να αντλήσει τη ζωή μόνο μέσω αυτής είναι ατελέσφορη. Τελικά, ο Θεός και η εκούσια εξάρτηση του ανθρώπου απ’ Αυτόν είναι η λύση του προβλήματος.

πηγή: “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 207, Σεπτέμβριος 2009

Η απόρριψη της ενοχής ως αποδοχή της αμαρτίας

Γιώργος Μπάρλας

Η ενοχή στην πλέον ύποπτη εκδοχή της παραπέμπει σε ασθένεια ψυχική, αδυναμία να χαρείς τη ζωή, θρησκευτικού τύπου αγκυλώσεις που έχουν να κάνουν κυρίως με τον δυτικό χριστιανισμό που βλέπει τον Θεό ως κυρίαρχο σαδιστή και όχι ως στοργικό Πατέρα. Όντως η εμπειρία των αγίων πιστοποιεί για την αγάπη του Θεού που η πίστη μας τη βλέπει σε όλο της το μεγαλείο στη Σταυρική θυσία του Χριστού. Όπως και η ανθρώπινη εμπειρία φανερώνει την κόλαση που ζουν άνθρωποι ενοχικοί, μην ξέροντας πώς να υπερβούν – αν θέλουν να υπερβούν όντως – την ενοχή. Στον θρησκευτικό χώρο ιδιαίτερα, η ενοχή συνδέεται με την πουριτανική σκληρότητα, όπου ο τιμωρός Θεός εξοντώνει τον αμαρτωλό άνθρωπο (βλ. λ.χ. την ταινία του Bergman Φάννυ και Αλέξανδρος).

Είναι, όμως, εντελώς άχρηστη ή επικίνδυνη η ενοχή; Εξαρτάται από το πώς αντιμετωπίζει κανείς την ενοχή ή είναι προγραμματικά εξοβελιστέα; Εδώ θα σταθούμε σε ένα κυρίαρχο επιχείρημα σχετικό με το θέμα μας. Λέγεται συχνά ότι η αμαρτία πρέπει να συνειδητοποιηθεί ως έλλειμμα αγάπης εκ μέρους μας και όχι ως ενοχή. Η συνειδητοποίηση αυτή, προφανώς, θα μας οδηγήσει σε μία νηφαλιότερη ψυχολογική κατάσταση και σε μία πιο ορθή εκτίμηση του ίδιου του Θεού.