O άστεγος της Αθηναϊκής ερήμου

0
97

Βασιλική Νευροκοπλή

“Δεν ήτο φαινόμενον, ήτο πλάσμα, δεν ήτο άψυχον, ήτο έμψυχον, δεν ήτο λογικόν, ήτο άλογον, δεν ήτο αμφίβιον, ήτο τετράποδον. Ήτο ελαφρόπους Αραβική ίππος, ήτο ταχεία και θερμή, ως ο Σιμούμ, φορβάς.”
Έτσι ξεκινά το διήγημα που διαβάζει ο άστεγος της Αθηναϊκής ερήμου και χωρίς να μετακινηθεί ποσώς από τις κρύες πλάκες του πεζοδρομίου, δίχως να ξοδέψει για το ταξίδι του ένα κέρμα απ’ αυτά που ούτως ή άλλως δεν διαθέτει, μεταβαίνει αστραπιαία ως άνεμος από την έρημο της Σταδίου, έξω από τις σκηνές των Δελφί, των Βεδουίνων της Αραβικής ερήμου.

Σηκώνει συνεσταλμένα το κεφάλι να περιεργαστεί λίγο κι αυτός το τέταρτο πόδι της Μόχρας, της φορβάδας που ζήλεψε ο αιμοσταγής και πλεονέκτης Χασάν Κουλί Χαν από τα γειτονικά όρη της Περσίας, που δεν του αρκεί ωστόσο το ένα της πόδι που ευχαρίστως του πουλά ο κύριος της φορφάδας. Αυτός αξίώνει να έχει το μεγαλύτερο ιπποστάσιο της Ανατολής, θα περιοριστεί στο ένα πόδι της Μόχρας για την οποία όλοι μιλούν; Μα ο Βενδέρ το είπε καθαρά, δεν την πουλά τη Μόχρα του. Την αγαπάει περισσότερο κι από τον μονογενή του Αλή, οπότε ο Σατράπης μόνο με δόλο μπορεί τώρα να την αποκτήσει.

Σαν σκιά παρακολουθεί ο άστεγος της Σταδίου τον Σααδούν, τον Βεδουίνο που υπόσχεται να κλέψει τη Μόχρα για χάρη του Χασάν. Η καρδιά του χτυπά σαν τρελή. Αυτός δεν αγαπά την αδικία, ούτε την κλεψιά. Αγαπά τη ζωή, όπως κι αν έρχεται στον καθένα. Τα άλογα, σε όποιον κι αν ανήκουν. Μα ο πονηρός Βεδουίνος καταφέρνει μέσα στη νύχτα να την κλέψει και ήδη απομακρύνεται με τους συντρόφους του για να την παραδώσει στον αφέντη του που του έχει υποσχεθεί τη συστατική επιστολή που χρειάζεται.

Ο άστεγος βουρκώνει καθώς βλέπει το περήφανο άλογο να χάνεται μέσα στο πυκνό σκοτάδι, αλλά ελπίζει πως αυτό δεν θα είναιτο τέλος, γιατί η νύχτα κρατά κι η διήγηση δεν τελείωσε ακόμα, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν, όλα να ανατραπούν, όπως συμβαίνει πολλές φορές στη ζωή, όπως συνέβη και στη δική του.

Μέσα στον άγριο καλπασμό τους οι ληστές διακρίνουν τις σκηνές τους. Χαράζει. Και διαβάζει ο άστεγος της ερήμου της Σταδίου, γεμάτος αγωνία.

” Μόλις δ’ επλησίασαν τας σκηνάς εφάνησαν προ αυτών είκοσι άνδρες μετά γυναικών και παιδίων κραυγάζοντες εν αλαλαγμοίς:

– Η Μόχρα! Η Μόχρα!…

Ες τας φωνάς ταύτας ατίθασος, κάθιδρως, και αδάμαστος η Μόχρα επήδησεν υπερφυσικόν άλμα εις τον αέρα και έρριψε προ του πλήθους τον παραζαλισμένον Σααδούν, ως πεπόνιον, χρεμετίσασα δε ηχηρώς, ύψωσε την χαίτην και την ουράν της εις τον αέρα, ηνωρθώθη επί των τεσσάρων ονύχων της και προσήλωσε τους φλογερούς οφθαλμούς της επί του Σααδούν, όστις εκτάδην κείμενος εξέπεμπεν υπόκωφον μυκηθμόν.

Αλλά ταυτοχρόνως δύο στιβαροί βραχίονες περιέβαλον τον λαιμόν της Μόχρας και δύο φιλήματα εναπετέθησαν επί των οφθαλμών αυτής. Και οι βραχίονες και τα φιλήματα ήσαν του Βενδέρ εμπίν Μανσούρ, του κυρίου της!!!

Ήταν δικαιότατα. Διότι χάρις εις την θυμοσοφία της Μόχρας, οι άρπαγες Βενί-λαμ, διατρέξαντες ημικύκλιον περί τους Δελφί, ενώ ενόμιζον ότι εβάδιζον προς τας ιδίας των σκηνάς, επανέκαμψαν εκ των όπισθεν εις αυτάς τας σκηνάς των Δελφί, προς μεγίστην αμφοτέρων έκπληξιν.”

Χαίρεται ο άστεγος της αθηναϊκής ερήμου σαν παιδί. Του έρχεται να χτυπήσει τα χέρια παλαμάκια, αλλά δεν θέλει ν’ αφήσει κάτω το βιβλίο. Αυτός μπορεί να κάθεται κάτω, δεν τον νοιάζει για τον εαυτό του. Όχι όμως ν’ αφήσει το βιβλίο στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Αυτό ποτέ. Υπάρχει δικαιοσύνη, σκέφτεται περιχαρής. Ακόμα κι αν αυτή προέρχεται από ένα άλογο στη μέση της Αραβικής ερήμου.

“Ο Σααδούν, μετά πολλάς περιποιήσεις του κυρίου της Μόχρας, εθεραπεύθη, οι σύντροφοί του αιτήσαντες άσυλον παρά τινί Δημογέροντα της φυλής, συνεχωρήθησαν διά την πράξιν των, αλλ’ ο Βενδέρ εμπίν Μανσούρ δεν κοιμάται πλέον ήσυχος, ειμή όταν δένη τον πόδα του με τον πόδα της Μόχρας και το σχοινίον της κεφαλής της εις την ιδίαν του κεφαλήν. Εις τους ερωτώντας αυτόν περί του αιτίου, απαντά μετά πονηρού μειδιάματος:
– Που αν την ξανακλέψουνε, να κλέψουνε κι εμένα μαζί της!”

Κι ενώ τελειώνει την ανάγνωση του διηγήματος ο άστεγος, κι ενώ τελειώνει το μακρινό του ταξίδι κι επιστρέφει πάλι ως άνεμος χωρίς αποσκευές και εισητήριο, χωρίς μεταφορικό μέσο στην έρημο της Σταδίου, εκεί στο πεζοδρόμιο που συνορεύουν τα λιλιπούτεια κρατίδια δύο υπερπολυτελών μαγαζιών, χαμογελά ευτυχής για το αίσιο τέλος της Μόχρας και του κυρίου της. Χαμογελά διότι μέσα στην καρδιά του χειμώνα βρέθηκε κάτω από τον πυρωμένο ήλιο της Αραβικής ερήμου και ζεστάθηκε το κακαλάκι του. Χαμογελά για την δικαίωση που καμιά φορά έρχεται απροσδόκητα στον κόσμο. Και τέλος χαμογελά ακόμη περισσότερο που δεν έχει ευτυχώς μία Μόχρα, γιατί πώς θα την έτρεφε και πού θα την έβαζε; Άσε που δεν θα είχε και καμία όρεξη να δένει το πόδι του με το πόδι της, το κεφάλι του με το δικό της και να μην μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος, παρά να έχει την έννοια μην του κλέψουν το ζωντανό. Έτσι όπως είναι τώρα δεν έχει έννοιες. Δεν έχει τίποτα που αν του το κλέψουν θα λυπηθεί, εκτός απ’ αυτό το βιβλίο, τα διηγήματα του Κωνσταντίνου Μεταξά Βοσπορίτη που γράφτηκαν έναν αιώνα πριν και τα εξέδωσε πάλι η Νεφέλη για να του χαρίσει όνειρα που τον θρέφουν, ζέστη, παρηγοριά νεφελώδους ηδονής που καμιά αγκαλιά δεν θα ήταν δυνατόν να του χαρίσει, κανένα σπίτι, κανένα κρεβάτι…

Κι ενώ τον παίρνει γλυκά ο ύπνος τολμά αυτό που δεν τόλμησε διαβάζοντας. Καβαλικεύει την Μόχρα και καλπάζει μέσα στην έρημο της Σταδίου και της Αθήνας όλης. Είναι τέτοιος ο καλπασμός που εξαφανίζονται μέσα στο πυκνό καυσαέριο, κανείς δεν τους βλέπει. Οι περαστικοί προσπερνούν αδιάφοροι, ο Βενδέρ αμέριμνος κοιμάται, κι εκείνος καλπάζει, καλπάζει μεθυσμένος πάνω στην αραβική φορφάδα. Στο κάτω κάτω ποιος είπε πως πειράζει να κλέψεις για λίγο ένα άλογο μέσα στον ύπνο σου;

ΥΓ. Καμιά φορά ο νους του ανθρώπου κάνει παράτολμους συσχετισμούς. Συσχετισμούς που άλλοτε οδηγεί ο ίδιος κι άλλοτε η ζωή, χωρίς να μπορούμε να της αντισταθούμε, όσο παράλογο κι αν μας φαίνεται. Τράβηξα αυτές τις φωτογραφίες στην Αθήνα τις μέρες που διάβαζα το βιβλίο του Βοσπορίτη. Το βιβλίο που διάβαζε ο άστεγος άνθρωπος, -ένα άλλο βιβλίο βέβαια-, ήταν αυτό που ωστόσο μ’ ένωσε μαζί του με τρόπο τέτοιο ώστε να παραχθεί σχεδόν ερήμην μου αυτό το κείμενο, όλως αυθαίρετο προς την προσωπικότητα και τις σκέψεις του συμπαθέστατου καθ’ όλα ανθρώπου της Αθηναϊκής ερήμου που με το δικό του βιβλίο ποιος άραγε να ξέρει πού ταξίδευε…

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here