“MIND MYTHS”

0
143

Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι στις μέ­ρες μας, πα­ρά το υ­ψη­λό­τε­ρο, υ­πο­τί­θε­ται, μορ­φω­τι­κό μας ε­πί­πε­δο, η ευ­πι­στί­α (το να πι­στεύ­ου­με ά­κρι­τα ο­τι­δή­πο­τε βλέ­που­με ή α­κού­με α­πό τα ΜΜΕ) βρίσκε­ται στο ζε­νίθ. Σύμ­φω­να με τον Ψυ­χο­λό­γο Lee Rossi, οι άν­θρω­ποι συ­νή­θως ρέ­πουν προς τον λε­γό­με­νο «α­φε­λή ρε­α­λι­σμό» (naive realism), δηλ. την ι­δέ­α ό­τι δια­θέ­τουν την ι­κα­νό­τη­τα να α­ντι­λαμ­βά­νο­νται και να κα­τα­νο­ούν τον κό­σμο γύ­ρω τους, έ­τσι ό­πως αυ­τός πραγ­μα­τι­κά εί­ναι.
Ε­ντού­τοις, η τε­χνο­κρα­τι­κή, εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη, ορ­θο­λο­γι­στι­κή και θε­τι­κι­στι­κή αυ­τή ε­πο­χή μας φαί­νε­ται ό­τι τρέ­φε­ται με χυ­δαιό­τε­ρα εί­δω­λα α­πό ό,τι οι «α­πο­λί­τι­στοι» πρό­γο­νοί μας, ό­πως και με χει­ρό­τε­ρους μύ­θους και προ­κα­τα­λή­ψεις (δει­σι­δαι­μο­νί­ες). Μά­λι­στα δε, κα­τά τους P. Kowalski και A. Taylorii, οι έ­φη­βοι ε­πη­ρε­ά­ζο­νται πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό αυ­τές. Τέ­τοια υ­λι­κά εί­δω­λα και «δια­νο­η­τι­κούς μύ­θους» (mind myths), με προ­έ­λευ­ση α­στι­κή, που α­γκα­λιά­ζουν ό­λα σχε­δόν τα πε­δί­α τού ε­πι­στη­τού, μπο­ρού­με να βρού­με ά­φθονα. Α­πό τα α­κρι­βά και πο­λυ­τε­λή αυ­το­κί­νη­τα, τα κρις-κρα­φτ, τις βί­λες, τα τα­ξίδια, τους επιστημονισμούς και τα ινδάλματα «γεροντάδων», ποδοσφαιριστών και τραγουδιστών μέ­χρι τις πί­στεις στην Α­στρο­λο­γί­α, στους Ε­ξω­γή­ι­νους κ.λπ.

Ι­διαί­τε­ρα, ό­σο α­φο­ρά στους μύ­θους, που σχε­τί­ζο­νται με την αν­θρώ­πι­νη συ­μπε­ρι­φο­ρά, α­κού­με σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νά α­πό δια­φό­ρους ει­δι­κούς ή μη να ε­πα­να­λαμ­βά­νουν ως ε­πι­στη­μο­νι­κά α­ξιώ­μα­τα (θέ­σφα­τα) σε διά­φο­ρα επι­στη­μο­νι­κο­φανή τη­λε­ο­πτι­κά panels ό­τι, για πα­ρά­δειγ­μα:

  • οι πε­ρισσό­τε­ροι άν­θρω­ποι χρη­σι­μο­ποιούν μό­νο το 10% της ι­κα­νό­τη­τας του ε­γκε­φά­λου τους.
  • υ­φί­στα­ται ι­σχυ­ρή ε­πι­στη­μο­νι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση για την ύ­παρ­ξη της ε­ξω-αι­σθη­τή­ριας α­ντί­λη­ψης.
  • εί­ναι σχε­δόν πά­ντο­τε κα­λύ­τε­ρα να εκ­δη­λώ­νου­με ά­με­σα το θυ­μό μας πα­ρά να τον κρα­τά­με μέ­σα μας.
  • στις δια­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις οι α­ντί­θε­τοι χα­ρα­κτή­ρες έλ­κο­νται με­τα­ξύ τους.
  • η υ­ψη­λή αυ­το­ε­κτί­μη­ση εί­ναι α­να­γκαί­α για μια κα­λή ψυ­χο­λο­γι­κή προ­σαρ­μο­γή.
  • τα παι­διά που κα­κο­ποι­ή­θη­καν κα­τά την παι­δι­κή τους η­λι­κί­α, γί­νο­νται συ­νή­θως, ό­ταν με­γα­λώ­σουν, ε­γκλη­μα­τί­ες.
  • οι σχι­ζο­φρε­νείς έ­χουν πολ­λα­πλές προ­σω­πι­κό­τη­τες κ.λπ.

Ό­λα αυτά γί­νο­νται οι «χρυ­σοί μό­σχοι» (φε­τίχ) τού σύγ­χρονου αν­θρώ­που, που μά­ταια πα­σχί­ζει μέ­σα ακριβώς α­πό αυ­τά να βρει νό­η­μα στη ζω­ή του. Πρό­κει­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα για πα­ρα­νο­ή­σεις, που α­να­φέ­ρο­νται στη Φυσι­κή (βλ. π.χ. α­έ­να­η κί­νη­ση), τη Βιο­λο­γί­α (βλ. π.χ. με­τεμ­ψύ­χω­ση, μο­δά­τες δί­αι­τες), την Ι­στο­ρί­α (βλ. π.χ. διά­ψευ­ση του ε­βρα­ϊ­κού ο­λο­καυ­τώ­μα­τος)v, τη Θεολογία, την Κοι­νω­νιο­λο­γί­α, την Ψυ­χο­λο­γί­α κ.ο.κ. Ο Μ. Βασίλειος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πᾶς δέ ὁ φιλήδονος, ᾧπερ ἄν ᾗ δεδουλωμένος τῶν ἀπηγορευμένων, τοῦτο θεοποιήσας, οἷον εἴδωλόν τι ἔχει ἐν ναῷ βεβήλῳ, τῇ ἑαυτοῦ καρδίᾳ, καθιδρυμένον, ἀεί συνών αὐτῷ διά τῆς φαντασίας καί τάς εἰκόνας τοῦ ἐπιθυμητοῦ ἐν ἑαυτῷ περιφέρων»vi. Η λειτουργία τού μύθου είναι ψυχολογικά αναγκαία, ωστόσο, όταν αυτή αυτονομείται, τότε ο μύθος μεταβάλλεται σε ένα (νοητικό) είδωλο (ειδωλοποίηση), που κατ-αναγκάζει για ολοκληρωτική υποταγή και λατρεία.
Αν, εν ο­λί­γοις, θε­λή­σου­με να διε­ρευ­νή­σου­με τα αί­τια γέν­νη­σης και διά­δο­σης αυ­τών των σύγχρονων μύ­θων, θα δια­πι­στώ­σου­με ό­τι αυ­τοί, αν και ξε­κι­νούν βα­σι­κά α­πό κά­ποιες, τυ­χαί­ες (βλ. πο­λι­τι­σμι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα) ή και σκό­πι­μες, δια­στρε­βλώ­σεις (βλ. ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα) και (ε­πι­στη­μο­νι­κές) πα­ρε­ξη­γή­σεις (βλ. ψευδο­ε­πι­στή­μη), ι­κα­νο­ποιούν ο­ρι­σμέ­νες ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κές α­νά­γκες. Για πα­ρά­δειγ­μα, η πο­λύ δια­δε­δο­μέ­νη πί­στη ό­τι η Α­στρο­λο­γί­α μπο­ρεί να προ­βλέ­ψει το μέλ­λον, πα­ρέ­χει στους αν­θρώ­πους την αί­σθη­ση ε­νός ε­λέγ­χου πά­νω σε α­νε­ξέ­λε­γκτα γε­γο­νό­τα τής ζω­ής τους. Ε­πι­πλέ­ον, οι λα­ϊ­κές πα­ρα­νο­ή­σεις σχε­τι­κά με τις ε­ξω-σω­μα­τι­κές ε­μπει­ρί­ες και τα πα­ρα­φυ­σι­κά φαι­νό­με­να συμ­βάλ­λουν στην ι­κα­νο­ποί­η­ση βα­θιά ρι­ζω­μέ­νων α­να­γκών των α­τό­μων για θαύ­μα και τρό­μο.
Στα πλαί­σια μιας ορ­θό­δο­ξης χρι­στια­νι­κής Θε­ρα­πευ­τι­κής θα ε­πι­ση­μαί­ναμε το α­φε­λές και υ­πο­κα­τε­στη­μέ­νο ψυ­χο­λο­γι­κά τής ό­λης αυ­τής ως ά­νω υ­πό­θε­σης, το ε­σφαλ­μέ­νο τής «λα­τρεί­ας» τής κτί­σης έ­να­ντι τού Κτί­σα­ντα (Ρωμ. 1, 25), το ε­πικίν­δυ­νο της προ­σκόλ­λη­σης του νου σε υ­λι­κά ή νο­η­τι­κάviii «εί­δω­λα» (πραγ­μα­το­φι­λί­α και πραγ­μο­ποί­η­ση), το φί­λαυ­το και α­νάλ­γη­το έ­να­ντι των συ­ναν­θρώ­πων (κοι­νω­νίας) background μιας τέτοιας τα­κτι­κής και, εν τέ­λει, το μά­ταιο της ανεύ­ρε­σης α­λη­θι­νού νο­ή­μα­τος ζω­ής μέ­σω παρόμοιων δια­δι­κα­σιών.
Με τη βο­ή­θεια της (αυ­το)κρι­τι­κής αυ­το­γνω­σί­ας, την α­να­ζή­τη­ση ε­νί­σχυ­σης από τον Θε­ό και την ε­μπέ­δω­ση σύμπασας της χρι­στια­νι­κής (η­θι­κής) δι­δα­σκα­λί­ας τέ­τοιοι μύ­θοι και εί­δω­λα εί­ναι δυ­να­τό να δια­λυ­θούν και ο άν­θρω­πος να α­πο­βεί ώ­ριμη πνευ­μα­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα, όπως αρχικά πλάστηκε <κατ’ εικόνα> τού Δημιουργού του.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here