Άγιος Μάξιμος και Αριστοτέλης

Ένας διάλογος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (π. 580-662) με τον Αριστοτελισμό στην κατεύθυνση μιας εσχατολογικής μεταμόρφωσης της αριστοτελικής τελεολογίας.

2
720

Στην εργασία μας θα προσπαθήσουμε να δείξουμε μια ιδιάζουσα πρόσληψη της σκέψης του Αριστοτέλους από την πατερική παράδοση στην περίπτωση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (π. 580-662). Το αφετηριακό ερώτημα που τίθεται είναι πόσο επέδρασε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος στη σκέψη του εκκλησιαστικού συγγραφέα του 7ου αιώνα και εδώ οι απαντήσεις που έχουν δοθεί από τους ειδικούς ποικίλουν συχνά με ακραίο τρόπο. Μπορούμε συνοψίσουμε τα εξής σημεία:

1) Ο Μάξιμος Ομολογητής είναι ένας μεγάλος μεταφυσικός στοχαστής, και ως προς αυτό ακολουθεί τρόπον τινά τον Αριστοτέλη στο να δομήσει μία συνολική μεταφυσική θεώρηση του υπαρκτού γύρω από ορισμένες κομβικές έννοιες, τις οποίες μοιράζεται μαζί του, όπως είναι η δύναμις, η ἐνέργεια, η κίνησις, η ἕξις, η στάσις, το τέλος και πολλές άλλες που στην κατανόησή τους διατηρούν εμφανώς στοιχεία από την αριστοτελική σημασία τους. Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τις εξής σημαντικές ομοιότητες: α) Και στον Μάξιμο έχουμε τελεολογία με την έννοια ότι ένα τέλος- σκοπός προκαλεί την κίνηση ως τελικό αίτιο με έλξη (και όχι απλώς ως ποιητικό αίτιο ή με ώθηση κ.ο.κ.). β) Αυτή η κίνησις κατανοείται ως ένα πέρασμα από την δύναμιν– δυνατότητα στην ἐνέργειαν- ενεργοποίηση. γ) Το πέρασμα αυτό το  μετράει ο χρόνος. Συνηθέστατα η λειτουργία των αριστοτελικών αυτών επιρροών είναι το να διορθώσουν υπερβολές και αστοχίες πλατωνιζουσών επιδράσεων στον Χριστιανισμό, όπως αυτές του Ωριγένους και των Ωριγενιστών. Ο Μάξιμος, δηλαδή, αντλεί αριστοτελικά στοιχεία κυρίως για να καταξιώσει την κίνηση την οποία εκδέχεται (μεταξύ άλλων) ως μια πραγμάτωση της φύσης μέσα από ένα πέρασμα από το δυνάμει στο ενεργείᾳ και όχι ως μια έκπτωση, όπως στον Ωριγενισμό.

2) Από την άλλη, το όνομα του Αριστοτέλους εμφανίζεται μόνο μία φορά στο Μαξιμιανό corpus, και αυτή είναι επικριτικά, όταν στην Έβδομη Επιστολή (PG 91,437B) ο Μάξιμος αναφέρεται στη «ματαιοπονίαν» του Αριστοτέλους και του Επικούρου να αρνηθούν την αθανασία της ψυχής με την οποία ματαιοπονία συντάσσονται ατυχώς ορισμένοι «σεμνυνόμενοι γεννάδες» πλην «ανοηταίνοντες». Ενδεχομένως, μάλιστα, να αδικεί εδώ ο άγιος Μάξιμος τον Σταγειρίτη, ο οποίος δεχόταν ένα είδος αθανασίας ειδικά για τον ποιητικόν νοῦν, αν και όχι για την παθητή ψυχή. Σε άλλα χωρία, βλέπουμε αριστοτελικές ιδέες, των οποίων όμως η πατρότητα αποσιωπάται, όπως λ.χ. στο Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν 10,39[i], όπου έχουμε μία απαρίθμηση των αριστοτελικών κατηγοριών, ή αποδίδεται γενικά και αφηρημένα στους «Έλληνες», όπως στο 3,28 των Περί Αγάπης Κεφαλαίων για το αντίθετο της ουσίας το οποίο θα αναπτύξουμε. Ένας λόγος για αυτήν την πιθανόν σκανδαλώδη αποσιώπηση μπορεί να είναι ότι ορισμένες από τις βασικές θέσεις του Αριστοτέλους δεν θεωρούντο ευσεβείς και συμβατές με τη χριστιανική πίστη. Εννοούμε κυρίως: α) την αιωνιότητα του κόσμου, β) τη θέση ότι η πρόνοια του Θεού δεν περιλαμβάνει τα επιμέρους όντα, γ) την αμφισβήτηση, όπως είδαμε, μιας, ας πούμε, «προσωπικής» ψυχικής αθανασίας, καθώς αθάνατος είναι μόνο ο ποιητικός νους που δεν σχετίζεται με τον συγκεκριμένο άνθρωπο κ.ο.κ.

3) Η χρήση από τον Μάξιμο αριστοτελικών εννοιών αλλά χωρίς παραπομπή στην πηγή τους δημιουργεί το ερώτημα αν ο άγιος Μάξιμος είχε επαρκή άμεση γνώση των αριστοτελικών έργων στο πρωτότυπο ή αν γνώριζε την αριστοτελική σκέψη εμμέσως διά ενδιαμέσων ερμηνευτών του και ανθολογίων (florilegia). Στην τρέχουσα συνθήκη της Μαξιμιανής βιβλιογραφίας, η κυρίαρχη άποψη φαίνεται να είναι ότι ο Αριστοτέλης δεν αποτελεί με άμεσο τρόπο πηγή για τον Μάξιμο, όμως είναι μία θετική επίδραση, πιθανότατα μέσω νεοπλατωνικών σχολιαστών του, ανθολογίων ή άλλων ενδιαμέσων[ii]. Η κυριότερη άμεση πηγή του Μαξίμου είναι εν προκειμένω ο Νεμέσιος Εμέσης, στοχαστής του 4ου αιώνα, από τον οποίο προσλαμβάνει πολλές αριστοτελικές έννοιες και δη στην ψυχολογία. Ο άγιος Μάξιμος, εξάλλου, φαίνεται να καθορίζεται από Χριστιανούς σχολιαστές του περιβάλλοντος της Αλεξάνδρειας του 6ου αιώνα, όπως ο Ηλίας, ο Δαυίδ, ο ψ.-Ηλίας και ο Στέφανος, ενώ αναμένεται μία στενότερη μελέτη της πιθανής εξάρτησης του Μαξίμου από τον Ιωάννη Φιλόπονο. Έχει αναπτυχθεί η θέση ότι ο Μάξιμος μπορεί να γνώριζε το Υπόμνημα στις Κατηγορίες του Αριστοτέλους από τον Σιμπλίκιο (490-π. 560). Σε κάθε περίπτωση, αριστοτελικές έννοιες μπορεί να έφτασαν στον Μάξιμο μέσω των Αρεοπαγιτικών συγγραμάτων, που βασίζονται στον Πρόκλο, ο οποίος έχει με τη σειρά του ενσωματώσει στο έργο του αριστοτελικά στοιχεία, και εννοούμε εδώ κυρίως την τριάδα οὐσία- δύναμις- ἐνέργεια που βρίσκουμε στον άγιο Μάξιμο[iii], ή και μέσω παλαιότερων Πατέρων, όπως οι Καππαδόκες και δη ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι οποίοι γνωρίζουν τον Αριστοτέλη. Επίσης, ο Μάξιμος θα μπορούσε να έχει γνώση της αριστοτελικής σκέψης μέσα από ανθολόγια που ήταν δημοφιλή στην εποχή. Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε αφενός ότι υπάρχουν κάποιοι μεσάζοντες από τους οποίους ο Μάξιμος αντλεί την αριστοτελική σκέψη με σημαντικότερο τον Νεμέσιον Εμέσης. Οι μεσάζοντες αυτοί συχνά έχουν πραγματοποιήσει μία σύνθεση Αριστοτελισμού και Νεοπλατωνισμού, και ο Μάξιμος ακολουθεί έναν παρόμοιο εκλεκτικό συνδυασμό αριστοτελικών και πλατωνικών στοιχείων. Από την άλλη, μια άμεση γνώση του Αριστοτέλους από τον Μάξιμο δεν μπορεί παρ’ όλα αυτά να αποκλειστεί, για τον λόγο ότι γενικά ο Μάξιμος, όπως και άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της εποχής του, παραπέμπει ονομαστικά κυρίως στους Πατέρες. Δεν συνηθίζει να παραπέμπει ονομαστικά στους θύραθεν φιλοσόφους παρά μόνο όταν είναι για να τους ψέξει επί κακοδοξία, πράγμα που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν τους γνώριζε.

Θεωρούμε σημαντική μια εξέταση της σχέσης Μαξίμου και Αριστοτέλους παρ’ όλο που περιέχει αυτές τις αμφισημίες και αβεβαιότητες ή, μάλλον, ακριβώς επειδή περιέχει αυτές τις αμφισημίες. Ο λόγος είναι ότι αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας «παραδοσιακής» αξιοποίησης του Αριστοτέλους (και μάλιστα σε μία εποχή, όπου η γνώση του συγκριτικά έφθινε). Ο Μάξιμος διηθεί μια πληθώρα σημαντικών αριστοτελικών στοιχείων κυρίως μέσα από την παράδοση των Πατέρων και των νεοπλατωνικών ερμηνευτών και με αυτά χτίζει ένα νέο οικοδόμημα, χωρίς να νιώθει την ανάγκη πάντα να κατονομάζει τα αριστοτελικά υλικά του. Θα μπορούσαμε να κάνουμε εδώ μία παρομοίωση με το χτίσιμο μιας χριστιανικής εκκλησίας από τα υλικά ενός αρχαιοελληνικού ναού. Στη βυζαντινή εκκλησία τα υλικά του αρχαίου ναού θα πάρουν μία καινούργια θέση, συχνά μια τελείως αναπάντεχη τροπή, ενδεχομένως αντίθετη από την αρχική χρήση τους. Ο χριστιανός αρχιτέκτονας δεν θα αναγνωρίσει τα ελληνικά υλικά ως τέτοια, αλλά ενδέχεται να ακυρώσει τα πιο εμφανή από τα παγανιστικά τους ιδιώματα. Ή και να θεωρεί ότι έτσι δίνει μια λυτρωτική τροπή σε μία βέβηλη ή και δαιμονική απειλή. Και όμως, θα πρόκειται ακριβώς για τα ίδια υλικά του αρχαίου ναού που θα συνιστούν εντέλει και παρά τις προθέσεις του βυζαντινού αρχιτέκτονα, μια συνέχεια μέσα στην ασυνέχεια. Η ελληνική ύλη, για να το θέσουμε αριστοτελικώς, συχνά θα αντισταθεί στον χριστιανό τεχνίτη. Ή και θα τον αναγκάσει να προσαρμοστεί ενίοτε αυτός σε αυτήν, καθιστώντας τον έναν μεταφορέα της μέσα στη σκυταλοδρομία της παράδοσης διά της οποίας βρίσκει τον τρόπο να επιβιώσει.

Θα ασχοληθούμε, λοιπόν, στο υπόλοιπο της εργασίας μας με το νέο οικοδόμημα που έχτισε ο Μάξιμος από τα αριστοτελικά υλικά σαν μία νέα χριστιανική εκκλησία που χτίζεται με τα υλικά ενός αρχαίου ναού. Το κυρίως θέμα μας θα είναι πώς ο Μάξιμος αρθρώνει τη μεταφυσική του γύρω από μια ορισμένη έννοια του τι σημαίνει το ἐναντίον και η ἐναντίωσις σε σχέση με το ζήτημα του όντος και της ουσίας.  Η κύρια μας στάση θα είναι ένα κείμενο, όπου ο Μάξιμος αναμετράται κατά μέτωπον με τον Αριστοτελισμό, ή, για να ακολουθήσουμε τη μεταφορά μας, προσπαθεί να καθαγιάσει έναν παγανιστικό τόπο με το να αφαιρέσει χειρουργικά το κέντρο όπου «ναίει», δηλαδή κατοικεί (αυτή είναι η ετυμολογία του αρχαίου ναού) ο δαίμων της ειδωλολατρείας. Το κείμενο αυτό είναι το κεφάλαιο ΙΙΙ,28 των Περὶ Ἀγάπης Κεφαλαίων, όπου ο Μάξιμος γράφει:

«Οἱ μὲν Ἕλληνες ἐξ ἀϊδίου λέγοντες συνυπάρχειν τῷ Θεῷ τὴν τῶν ὄντων οὐσίαν, τὰς δὲ περὶ αὐτὴν ποιότητας μόνον ἐξ αὐτοῦ ἐσχηκέναι· τῇ μὲν οὐσίᾳ οὐδὲν λέγουσιν ἐναντίον· ἐν δὲ ταῖς ποιότησι μόναις τὴν ἐναντίωσιν εἶναι. Ἡμεῖς δὲ μόνην λέγομεν τὴν θείαν οὐσίαν μὴ ἔχειν τι ἐναντίον, ὡς ἀΐδιόν τε οὖσαν καὶ ἄπειρον καὶ ἀϊδιότητος ἀλλήλαις χαριστικήν· τῇ δὲ τῶν ὄντων οὐσίᾳ εἶναι μὲν τὸ μὴ ὂν ἐναντίον· καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ κυρίως ὄντος ὑπάρχειν τὸ ἀεὶ εἶναι αὐτὴν ἢ μὴ εἶναι, ἀμεταμέλητα δὲ εἶναι τὰ χαρίσματα αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐστὶν ἀεὶ καὶ ἔσται τῇ παντοκρατορικῇ δυνάμει διακρατουμένη, εἰ καὶ ἔχει τὸ μὴ ὂν ἐναντίον, ὡς εἴρηται, ὡς ἐκ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραχθεῖσα καὶ ἐν τῇ βουλήσει αὐτοῦ ἔχουσα τὸ εἶναι αὐτὴν ἢ μὴ εἶναι.» (PG 90,1025B).

Εδώ αναφέρεται σε μία διάκριση που κάνουν οι λεγόμενοι «Ἕλληνες» ανάμεσα αφενός στην οὐσίαν, και, αφετέρου στις ποιότητες. Κατά τη λογική αυτή, που είναι αυτή του Αριστοτέλους στις «Κατηγορίες», οι «ποιότητες» επιδέχονται «ἐναντίωσιν», ενώ η ουσία όχι. Λ.χ. μπορεί ο Σωκράτης να υποδεχτεί ποιότητες που είναι ἐναντίες μεταξύ τους, να είναι όμορφος ή άσχημος, ψηλός ή κοντός, ωχρός ή μελανός. Η ουσία, όμως, που υποβαστάζει αυτές τις δυνάμει ενάντιες ποιότητες δεν γνωρίζει η ίδια ἐναντίον. Δεν υπάρχει αντίθετο του ίδιου του Σωκράτους ως πρώτης ουσίας, ούτε αντίθετο της ανθρωπότητας του Σωκράτους ως αυτού που κάνει τον Σωκράτη να είναι Σωκράτης. Η λογική αυτή μοιάζει να υπαινίσσεται ότι η ἐναντίωσις αφορά μόνο σε συμβεβηκυίες ποιότητες οι οποίες όμως υποβαστάζονται από μία υποκείμενη ουσία, η οποία καθ’ εαυτήν δεν επιδέχεται ἐναντίωσιν. Αυτό, όμως, θα σήμαινε ότι η πάλη ανάμεσα στο ον και το μη ον αφορά μόνο σε μία επιφάνεια του υπαρκτού, ενώ η οὐσία ως αυτό που υποβαστάζει αυτή τη δυνατότητα ἐναντιώσεως μεταξύ αντιτιθεμένων ποιοτήτων που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν είναι καθ’ εαυτήν επέκεινα της απειλής του μη όντος. Ο Μάξιμος διαγιγνώσκει ότι μια παρόμοια θέση είναι το φιλοσοφικό αντίστοιχο της ελληνικής ειδωλολατρείας, διότι ανάγει την οὐσίαν σε ένα είδωλο, καθώς την εξάγει από το υπαρκτικό δράμα μεταξύ της ύπαρξης και της ανυπαρξίας και την τοποθετεί εντέλει δίπλα στον Θεό σε μία συναιώνιο συνύπαρξη. Πρόκειται, δηλαδή, για το μεταφυσικό αντίστοιχο της αριστοτελικής θέσης για την αιωνιότητα του κόσμου, που συνιστά έναν φιλοσοφικό παγανισμό. Η προσπάθεια του Μαξίμου για μια χριστιανική διόρθωση αυτών των αριστοτελικών προϋποθέσεων έχει μία σειρά από βήματα: Το πρώτο από αυτά τα βήματα είναι, σε αυτό το κείμενο, η βεβαίωση ότι η ἐναντίωσις περιλαμβάνει στο βεληνεκές της και την ίδια την οὐσίαν και όχι μόνο τις ποιότητες, καθώς η οὐσία έχει ως ἐναντίον της το μὴ ὂν. Πρόκειται για μια θέση του Μαξίμου μεταφυσική που έχει συνέπειες τόσο για τη λογική του, όσο και για την οντολογία ή ακόμη και την κοσμολογία του. Συνδέεται δηλαδή με την ιουδαιοχριστιανική νέα πίστη για την εκ του μηδενός δημιουργία του κτιστού κόσμου, η οποία σημαίνει οντολογικώς ότι η κτιστή ουσία παλεύει εσαεί με το μη ον και τελεί διαρκώς υπό την απειλή του ως μια απειλή πλήρους ανυπαρξίας. Αν η κτιστή ουσία συνεχίζει να υπάρχει, αυτό δεν συμβαίνει λόγω μιας αυτοδίκαιης τοποθέτησής της επέκεινα της ἐναντιώσεως, το οποίο θα συνιστούσε μεταφυσική ειδωλολατρεία, αλλά επειδή είναι στην «ἐξουσίαν», την «παντοκρατορικὴν δύναμιν», και εντέλει στη «βούλησιν» του Θεού να συνεχίσει να υπάρχει. Το ἀεὶ εἶναι, επομένως, η αειπαρξία είναι ένα «χάρισμα», είναι «χάρις» και όχι «φύσις». Και μπορεί μεν να είναι ένα χάρισμα «ἀμεταμέλητον», πλην σε ένα μεταφυσικό, λογικό και οντολογικό επίπεδο το μη ον παρακολουθεί διαρκώς την κτιστή ουσία, ακόμη κι αν αυτή κατά χάριν αθανατίζεται, ως ἐναντίον και ως απειλή που διαρκώς αποτρέπεται στο επίπεδο της βουλήσεως του Θεού.

Αυτό είναι ένα πρώτο βήμα της μαξιμιανής μεταφυσικής, το οποίο οδηγεί, όμως, και σε μία αντίστροφη θέση: Ο Θεός είναι Αυτός που δεν έχει «ἐναντίον» ούτε «ἀντικείμενον»[iv], καθώς δεν μπορεί τίποτα να συνθεωρηθεί μαζί Του, ούτε καν το «μὴ ὂν» σε μία αφηρημένη καθ’ υπόθεση οντολογία. Ο Μάξιμος δεν σταματά εδώ αλλά εξάγει από αυτή τη θέση τις πλέον ριζοσπαστικές συνέπειες στην κατεύθυνση ενός ακραίου αποφατισμού, στον οποίο θα μπορούσαμε επίσης να δώσουμε το όνομα της «υπεροντολογίας». Η λογική του αγίου Μαξίμου είναι ότι ο,τιδήποτε έχει ἀντικείμενον ή ἐναντίον δεν μπορεί να είναι ο Θεός καθ’ Εαυτόν, γιατί δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα η οποία να μπορεί να τεθεί δίπλα στον Θεό. Ο,τιδήποτε έχει ἀντικείμενον ή ἐναντίον ανήκει στα περὶ τὸν Θεὸν και δεν ταυτίζεται με τον Θεό καθ’ Εαυτόν. Τα περὶ τὸν Θεὸν, ένας όρος καππαδοκικής εμπνεύσεως, ονομάζονται από τον Μάξιμο και «οὐκ ἠργμένα ἔργα» του Θεού, πρόκειται δηλαδή για αυτό που θα παγιωθεί αργότερα να ονομάζεται «άκτιστες ενέργειες του Θεού», ενώ υπάρχει ήδη στον Μάξιμο και μπορεί να γενεαλογηθεί και ακόμη πρωτύτερα ως τους Καππαδόκες ή και τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα. Ο Μάξιμος εντάσσει στα περὶ τὸν Θεὸν όχι μόνο ενέργειες όπως η δημιουργική, αλλά ακόμη και οποιαδήποτε θα λέγαμε «ιδιότητα» έχει αντίθετο, όπως είναι λ.χ. η αλήθεια που έχει ως αντίθετο το ψεύδος, ή απλότητα που έχει ως αντίθετο την πολλαπλότητα κ.ο.κ. Η έμφαση του Μαξίμου στον αποφατισμό τον κάνει να προτιμά να τα ονομάζει «ἔργα» και όχι «ἰδιότητες», ίσως για να μην υποτεθεί ότι μπορούμε να γνωρίσουμε ιδιότητες ουσιώδεις του Θεού. Σε κάθε περίπτωση, η επιμονή του Μαξίμου είναι ότι δεν υπάρχει κανένα «ἀντικείμενον συνθεωρούμενον» στον Θεό[v]. Με αυτήν την έννοια ο Θεός είναι «ὑπὲρ τὴν ἀλήθειαν», διότι «ἀντίκειται τῇ ἀληθείᾳ τὸ ψεῦδος»[vi] και «ὑπεράγαθος». Και ενώ όλη η μέριμνα αυτού του σκεπτικού είναι να εξαρθεί η απόλυτη απλότητα του Θεού που Τον κάνει να είναι ένα Ένα τόσο απόλυτο, ώστε να μην μπορεί να υποτεθεί καμία άλλη πολλαπλότητα δίπλα Του[vii], εντούτοις ο Θεός είναι και επέκεινα της απλότητος, κατά την έκφραση του Μαξίμου είναι «ὑπερηπλωμένος ἁπλότητος»[viii]. Κατά μία τυπικά μαξιμιανή παραδοξολογία ο Θεός ονομάζεται και «ὑπέρθεος», αφού και η ίδια η Θεότητα μάλλον θεωρείται ως «περὶ τὸν Θεὸν» και, ως προς το κυρίως οντολογικό θέμα που μας απασχολεί, ο Θεός ονομάζεται «ὑπερούσιος»[ix]. Οδηγούμαστε έτσι σε μία παραδοξότητα ότι η ουσία ή και εν γένει η οντολογία δεν εντοπίζονται ούτε στον κόσμο ούτε στον Θεό. Δεν εντοπίζονται στον κτιστό κόσμο, διότι ο κόσμος τελεί υπό τη συνεχή απειλή του μη όντος και δεν έχει αιώνια αλήθεια από μόνος του. Αλλά δεν εντοπίζεται ούτε και στον Θεό «καθ’ Εαυτόν», διότι η ουσία ως έχουσα αντίθετο το μη ον δεν μπορεί να αποδοθεί στον υπερούσιο Θεό. Ο Θεός κατηγορείται περισσότερο το μη είναι παρά το είναι λόγω της υπερουσιότητάς του. Αν μπορούμε να το θέσουμε επιγραμματικά με κίνδυνο κάποιας σχηματοποίησης, η οὐσία και η οντολογία τίθενται στα «ἔργα περὶ τὸν Θεὸν», τα οποία, όμως, είναι Θεός, όπως αργότερα και στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά Θεσσαλονίκης οι ενέργειες είναι Θεός, χωρίς όμως να εξαντλούν τον Θεό, ο Οποίος είναι υπερούσιος. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ουσία και η οντολογία κοινωνούνται στον κόσμο διά του Χριστού, ο οποίος με την υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου προσφέρει την ουσία και την οντολογία ως αεί είναι στον κόσμο, μία προσφορά που θα εκδηλωθεί σε όλη την οντολογική της ενάργεια μόνο στα έσχατα.

Και εδώ ύστερα από αυτήν την πτήση στον αποφατισμό της Θεότητας επιστρέφουμε στη μεταφυσική, δηλαδή στο πώς τα «μετὰ τὴν φύσιν» εξηγούν τη φύση. Ο Μάξιμος ακολουθεί τον Αριστοτελισμό σε μία βασική μέριμνα του μεταφυσικού τρόπου του σκέπτεσθαι. Αφορμάται, δηλαδή, στον στοχασμό του από τη φύση και την εμπειρία της, ώστε από αυτήν να αναχθεί σε μία ερμηνεία της που υπερβαίνει τη φύση με την οποία φιλοδοξεί μία καθολικότερη εξήγηση του υπαρκτού. Επειδή, όμως, όπως είδαμε, η ουσία έχει ως αντίθετο το μὴ ὂν και άρα δεν είναι πράγματι ουσία, υπάρχει ένα φυσικό χάσμα ανάμεσα στην μη εισέτι ολοκληρωμένη ουσία και τον σκοπό της, το τέλος της που αποτελεί αντικείμενο της δίψας της. Επομένως, ενώ έχουμε στον Μάξιμο και τελεολογία και μεταφυσική, όπως στον Αριστοτέλη, το χάσμα μεταξύ του απειλούμενου από το μηδέν κτιστού και του υπέρ φύσιν ακτίστου που γεφυρώνεται κατά χάριν από τον Χριστό, οδηγεί σε έναν τρόπο σκέψης που θα ήταν ακριβέστερο να περιγράψουμε με τους αντινομικούς όρους εσχατολογική τελεολογία και σταυραναστάσιμη μεταφυσική.

Η γενναία χριστιανική ερμηνεία που κάνει ο άγιος Μάξιμος στον Αριστοτελισμό είναι να εκλάβει την Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου ως έναν μεταφυσικό σκοπό με την αριστοτελική έννοια. Το ότι όμως η Ενσάρκωση αποτελεί σκοπόν, σημαίνει ότι το χριστιανικό ιστορικό δράμα της σωτηρίας μπορεί να διατυπωθεί μέσα από ελληνικούς όρους, χρησιμοποιούμενους και από τον Αριστοτέλη, όπως είναι η δύναμις, η ἕξις[x], η ἐνέργεια[xi], η ἀργία και η στάσις. Αξίζει να δούμε το θεμελιώδες χωρίο στο οποίο η ενσάρκωση θεωρείται ως σκοπός από το έργο Πρὸς Θαλάσσιον[xii]:

«Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστιν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπὸς, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκεν· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων πέρας, καθ᾿ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας περιγράφον τοὺς αἰῶνας καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον, ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾿ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ Λόγος, γενόμενος ἄνθρωπος καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας καὶ τὸ τέλος ἐν ἑαυτῷ δείξας, δι᾿ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες  οἱ αἰῶνες καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προεπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως· ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθεῖσα γέγονεν, πλήρωσιν δοῦσα τῇ προγνώσει τοῦ Θεοῦ δι᾿ ἑαυτῆς, ἵνα περὶ τὸ πάντῃ κατ᾿ οὐσίαν ἀκίνητον στῇ τὰ κατὰ φύσιν κινούμενα, τῆς πρός τε ἑαυτὰ καὶ πρὸς ἄλληλα παντελῶς ἐκβεβηκότα κινήσεως, καὶ λάβῃ τῇ πείρᾳ τὴν κατ᾿ ἐνέργειαν γνῶσιν τοῦ ἐν ᾧ στῆναι κατηξιώθησαν ἀναλλοίωτον καὶ ὡσαύτως ἔχουσαν τὴν τοῦ γνωσθέντος αὐτοῖς παρεχομένην ἀπόλαυσιν.»

Στο χωρίο αυτό[xiii] βλέπουμε ότι η Ενσάρκωση ασκεί ἕλξιν στα όντα, παραπέμποντας σε μία αριστοτελίζουσα τελεολογία, όπου ο Θεός ως «πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον» κινεί όχι με μηχανική ώθηση ή με ποιητική δημιουργία, αλλά με έλξη τελεολογικού τύπου[xiv]. Προϋποτίθεται, βεβαίως, στο χωρίο και η θεολογία του αποστόλου Παύλου στην Πρὸς Ἐφεσίους επιστολή, αλλά η ιουδαιοχριστιανική αυτή Θεολογία λαμβάνει τον χαρακτήρα μιας ελληνικής αριστοτελίζουσας μεταφυσικής. Η τελευταία, ωστόσο, μεταμορφώνεται, καθώς δεν υπάρχει φυσική συνέχεια μεταξύ του όντος και του τέλους του, καθώς τα όντα είναι κτιστά, ενώ το τέλος είναι η ένωσή τους με το άκτιστο. Η Ενσάρκωση ως τέλος υπερβαίνει τη φύση και κατ’ επέκταση και τη μεταφυσική. Πρόκειται για μια βιβλική μεταφυσική της Ενσαρκώσεως, που ως τέτοια παύει να είναι ακριβώς μεταφυσική με την κλασική έννοια. Αν εξακολουθούμε να κάνουμε λόγο για ένα είδος μεταφυσικής στον άγιο Μάξιμο, είναι επειδή η Ενσάρκωση εξηγεί τα όντα, τα ερμηνεύει, οπότε κατά κάποιο τρόπο έχει και μια γνωσιολογική αξία[xv]. Ο σκοπός όλων των όντων ή ακόμη και ιδιοτήτων της κτίσης είναι να ενσωματωθούν στον Χριστό. Με αυτήν την έννοια έχουμε και μια ιδιότυπη ανθρωπική αρχή στον άγιο Μάξιμο, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι ο μικρόκοσμος της κτίσεως που περιέχει εντός του όλες τις ιδιότητες του κόσμου και για αυτό έρχεται «ἔσχατος» στη δημιουργία, προκειμένου να προσληφθεί στη συνέχεια από τον Θεό εν Χριστώ[xvi]. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε φυσική ιδιότητα, όπως λ.χ. η σωματικότητα, ή ψυχολογική, όπως λ.χ. το νοερόν, το λογικόν, το θυμικόν και η επιθυμία έχουν τέλη, που συνίστανται στον τρόπο με τον οποίο ο Χρίστος τα αναλαμβάνει κατά την Ενσάρκωση. Επειδή, όμως, δεν υπάρχει φυσική συνέχεια ανάμεσα στη φυσική ιδιότητα και τον υπερφυσικό εν Χριστώ τρόπο της, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για ἐντελέχειαν αριστοτελικού τύπου, αλλά περισσότερο για μια μετατοπισμένη «εσχατολογική τελεολογία». Σύμφωνα με την τελευταία, τα όντα και οι ιδιότητες διανύουν μία διαδρομή από το αριστοτελικό δυνάμει στο ἐνεργείᾳ, η ενέργεια, όμως, δεν έχει τον τελευταίο λόγο, καθώς ακολουθεί η χριστολογική αυτοπαράδοση των όντων στον θάνατο που αναλαμβάνει ο Χριστός με τη σταύρωση, θεωρούμενη στον άγιο Μάξιμο με τον όρο «ἀργία». Η τελική «στάσις», δηλαδή ανάπαυση του όντος στο νόημά του, συμβαίνει με την εσχατολογική ανάσταση, μόνο μετά τον θάνατο. Η κίνηση, επομένως, της σκέψης του αγίου Μαξίμου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εσχατολογική τελεολογία ή ως σταυραναστάσιμη μεταφυσική είναι αντινομική καθώς η φύση βρίσκει το τέλος της μόνο στο ὑπέρ φύσιν, περνώντας μέσα από τη Σταύρωση, δηλαδή τη διακοπή της, την ἀργίαν της και την Ανάσταση, δηλαδή μια δευτέρωση σε έναν άλλο τρόπο της. Σκοπός, συναφώς, του χριστιανού φιλόσοφου είναι να διαγνώσει τον έτερον αυτόν τρόπον των όντων και των ιδιοτήτων τους ήδη μέσα στην Ιστορία.

Ο λόγος που επιμένουμε ότι παρ’ όλα αυτά ένα είδος αριστοτελισμού επιβιώνει στη μαξιμιανή σκέψη είναι ότι το τέλος της Ενσάρκωσης νοείται ως μια στάσις, η οποία, όμως, προκαλεί την κίνησιν των όντων ως διάνυση του διαστήματος ανάμεσα στη δύναμιν και την ἐνέργειαν. Το τέλος είναι, μάλιστα, σύμφωνα με το χωρίο από το Πρὸς Θαλάσσιον «προεπινοούμενον». Δεν αποτελεί, δηλαδή, απλώς ένα χρονολογικό τέρμα, αλλά είναι παρόν ήδη στην αφετηρία της Ιστορίας και την προσδιορίζει εκ των ένδον. Περαιτέρω το τέλος αυτό ορίζεται ως «ἕνωσις ὅρου καὶ ἀοριστίας, μέτρου καὶ ἀμετρίας, πέρατος καὶ ἀπειρίας, κτίστου καὶ κτίσεως». Η αριστοτελίζουσα μεταφυσική εκβάλλει στη Χαλκηδόνειο θεολογία, κατά την οποία το κτιστό ον διατηρεί την κτιστότητά του εντός της ενώσεως με τον Θεό. Με αυτήν την έννοια και η κίνησις δεν ίσταται οριστικά εντός της στάσεως της εσχατολογικής ανάστασης, αλλά ακριβώς επειδή συνιστά εγγενή ιδιότητα του κτιστού που πρέπει να διατηρηθεί, λαμβάνει τη μορφή μιας «ἀεικινήτου στάσεως» ή «στασίμου ταυτοκινησίας»[xvii].

Με την παραπάνω ανάλυση προσπαθήσαμε να δείξουμε την περίπλοκη σχέση της μαξιμιανής σκέψης με την αριστοτελική, ακολουθώντας ακριβώς τη μεταφορά μιας χριστιανικής εκκλησίας που χτίζεται πάνω σε έναν ειδωλολατρικό ναό. Ο Μάξιμος επιχειρεί να αφαιρέσει την αειπαρξία της ουσίας, αυτό που θεωρεί ως φιλοσοφική ειδωλολατρεία, κρατά, όμως, τις υπόλοιπες διαστάσεις της αριστοτελικής μεταφυσικής της κινήσεως, όπως το πέρασμα από την δύναμιν στην ἐνέργειαν και από εκεί στην ἀργίαν, μία έννοια που συνδέει με το ιουδαϊκό θέμα του σαββατισμού, και εντέλει στην εσχατολογική ἀεικίνητον στάσιν. Η σκέψη του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας βιβλικός αριστοτελισμός ή ως ένας σταυραναστάσιμος αριστοτελισμός.

💰500 ΔΩΡΕΑΝ GOOGLE ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ 

Σημειώσεις

[i] Βλ. CONSTAS Nicholas (εκδ.), On Difficulties in the Church Fathers: The Ambigua, Τόμος I, (Dumbarton Oaks Medieval Library 28), Harvard University Press, Cambridge MA & London 2014, σσ. 294-296 (PG 91,1181B).

[ii] Βλ. λ.χ. PORTARU Marius, «Classical Philosophical Influences: Aristotle and Platonism». Εν: ALLEN Pauline και BRONWEN Neil (επιμ.), The Oxford Handbook of Maximus the Confessor,  Oxford University Press, Oxford, 2015, σσ. 127-148.

[iii] Ο.π., σ. 138.

[iv] Για τη διάκριση ανάμεσα στην έννοια του «ἐναντίου» και του «ἀντικειμένου» βλ. Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικὰ 17, PG 91,212C-D, του οποίου, όμως, η απόδοση στον Μάξιμο δεν είναι αστασίαστη. Το σκεπτικό, αριστοτελικής εμπνεύσεως, είναι ότι τα ἀντικείμενα είναι εκείνα ειδικώς τα αντίθετα τα οποία αναιρούν το ένα το άλλο. Λ.χ. η ζωή και ο θάνατος ή η ὕπαρξις και η ἀνυπαρξία είναι ἀντικείμενα, επειδή το ένα αναιρεί το άλλο, ενώ λ.χ. τα αἰσθητά και τα νοητά είναι απλώς ἐναντία. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι ο Μάξιμος ακολουθεί με συνέπεια αυτή τη διάκριση, λ.χ. στο Κεφάλαια Περὶ Ἀγάπης ΙΙΙ,28, που εξετάσαμε η οὐσία και το μὴ ὂν θεωρούνται ἐναντία και όχι ἀντικείμενα.

[v] Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν, βλ. CONSTAS Nicholas (εκδ.), On Difficulties in the Church Fathers: The Ambigua, Τόμος II, (Dumbarton Oaks Medieval Library 29), Harvard University Press, Cambridge MA & London 2014, σσ. 82-84 (PG 91,1296B-C).

[vi] Ό.π., σσ. 82-84 (PG 91,1296B-C).

[vii] Για το ζήτημα της θείας απλότητας, βλ.: Κεφάλαια Θεολογικά καὶ Οἰκονομικὰ I,48 PG 90,1100C-1101A· I,82-83 PG 90,1116-1117· II,3 PG 90,1125D· II,74 PG 90,1157D-1160A· II,81-82 PG 90,1164A· Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικὰ 9 PG 91,128A· Μυσταγωγία, βλ. BOUDIGNON Christian (εκδ.), Mystagogia Una Cum Latina Interpretatione Anastasii Bibliothecarii, Corpus Christianorum Series Graeca (στο εξής: CCSG) 69, Brepols, Turnhout 2011, σ. 28,437- σ. 30,485 (PG 91,680A-681C)·  Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν, βλ. CONSTAS Nicholas (εκδ.), The Ambigua, Τόμος I, σσ. 162-164 (PG 91,1112D-1113Β)· σσ. 242-244 (1153Β)· σσ. 292-294 (1180D-1181A)· σ. 322 (1196A-Β)· σ. 342 (1205C)· σ. 362 (1216A-Β)· σσ. 370-372 (1220Α-Β)· σσ. 376-378 (1221C-1224A)· σσ. 434-436 (1249C).

[viii] Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικὰ 9 PG 91,128A.

[ix] Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν, CONSTAS Nicholas (εκδ.), The Ambigua, Τόμος I, σ. 36 (PG 91,1048D-1049A).

[x] Για τη σημασία της ἕξεως στον Μάξιμο Ομολογητή και την επίδραση του Αριστοτελισμού βλ. RENCZES, Philipp Gabriel, Agir de Dieu et Liberté de l’Homme. Recherches sur l’Anthropologie Théologique de saint Maxime le Confesseur, εκδ. Cerf, Παρίσι 2003, σσ. 191-372· RENCZES, Philipp Gabriel, «The concept of ἕξις (hexis) in the theological anthropology of Saint Maximus the Confessor». Εν: VASILJEVIĆ Maxim (επιμ.), Knowing the purpose of creation through the Resurrection. Proceedings of the Symposium on St Maximus the Confessor Belgrade, October 18-21, 2012, εκδ. Sebastian Press, Alhambra, California και Βελιγράδι 2013, σσ. 181-191.

[xi] Για μια φιλοσοφική αποτίμηση του όρου ἐνέργεια στον Μάξιμο, βλ. TOLLEFSEN Torstein, Activity and Participation in Late Antique and Early Christian Thought, (Oxford Early Christian Studies), Oxford University Press, Oxford 2012, σσ. 118-132, 142-158, 169-183.

[xii] LAGA Carl και STEEL Carlos, Maximi Confessoris Quaestiones ad Thalassium II, Quaestiones LVI-LXV una cum latina interpretatione Ioannis Scotti Eriugenae iuxta posita, CCSG 22, Brepols και Leuven University Press, Turnhout και Leuven 1990, σ. 71,1- σ. 77,62 (PG 90,620C-621C).

[xiii] Για μια πληρέστερη και διεξοδικότερη ανάλυση του χωρίου αυτού στη σχέση του με τον Αριστοτελισμό βλ. το άρθρο μας: ΣΚΛΗΡΗ Διονυσίου, «Εσχατολογική τελεολογία: Ο βιβλικός Αριστοτελισμός του Μαξίμου Ομολογητή (π. 580-662)». Εν: ΒΑΒΟΥΡΑ Ηλία (επιμ.), Φιλοσοφικές παρεμβάσεις στον Αριστοτέλη, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ. 147-157.

[xiv] Βλ. και Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν CONSTAS Nicholas (εκδ.), The Ambigua, Τόμος I, σ. 78 (PG 91,1069D).

[xv] Βλ. τη σχετική πολύ σημαντική ανάλυση στο: TOLLEFSEN Torstein, The Christocentric Cosmology of St Maximus the Confessor, (Oxford Early Christian Studies), Oxford University Press, Oxford 2008, σσ. 21-137.

[xvi] Βλ. την κλασική μελέτη: THUNBERG Lars, Microcosm and Mediator. The Theological Anthropology of Maximus the Confessor, Hákan Ohlssons Boktryckeri, Lund 1965, σσ. 244-463.

[xvii] Βλ. λ.χ. Πρὸς Θαλάσσιον 59 LAGA Carl και STEEL Carlos (εκδ.), Quaestiones ad Thalassium II CCSG 22, σ. 53,130-134 (PG 90,608D)· 65 CCSG 22, σ. 283,522-σ. 285,553 (PG 90,757C-760Β). Η έννοια της ἀεικινήτου στάσεως αναλύεται στο: ΜΠΕΤΣΑΚΟΥ Βασιλείου, Στάσις Αεικίνητος. Η ανακαίνιση της αριστοτελικής κινήσεως στη θεολογία Μαξίμου του Ομολογητού, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2006, σ. 231-236.

 

Στην εικαστική πλαισίωση του άρθρου, τοιχογραφία από το Μοναστήρι του Βόρονετ, στη Μολδαβία. 15ος αι. Εικονίζεται, ανάμεσα στους άλλους, και ο Αριστοτέλης.

2 Σχόλια

  1. Ὄντως ἐ-ξαι-ρε-τι-κό τό ἀνωτέρω κείμενο!!! Μᾶς παρουσιάζει μία βαθειά καί πρωτότυπη ἀνάλυση τῆς προσλήψεως καί μεταπλάσεως τῆς ἀριστοτελικῆς σκέψεως ἀπό τόν ἅγιο Μάξιμο τό Ὁμολογητή.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ