Υπάρχουν και «golden» μποζόνια;

1
134

του Τάκη Καμπύλη

Eνα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ ήταν η λεγόμενη Δίοδος Χο Τσι Μινχ. Ενα δίκτυο ανεφοδιασμού των Βιετκόνγκ, πολύπλοκο όσο τα νεύρα σ’ ένα φύλλο δέντρου, με τα σημαντικότερα σημεία του στο έδαφος μιας τρίτης χώρας, του Λάος. Ο πολλαπλασιασμός τών βομβαρδισμών δεν έφερνε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αφού με τον θόρυβο των μεγάλων βομβαρδιστικών οι εφοδιοπομπές διασκορπίζονταν στην πυκνή βλάστηση. Οι πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις, που έφτασαν τότε στα γραφεία του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ, ήταν αυτές που προέβλεπαν ένα μίνι Σινικό Τείχος, έναν τεράστιο φράχτη με φυλάκια και ραντάρ. Αλλά οι άνθρωποι του «Ιάσονα» είχαν την καλύτερη λύση. Ο «Ιάσονας» ήταν μια μεγάλη ομάδα διακεκριμένων επιστημόνων (κυρίως από το ΜΙΤ και το UCLA), οι οποίοι περίπου για μια δεκαετία ενεργούσαν υπό τις εντολές της στρατιωτικής ηγεσίας των ΗΠΑ. Η δράση τους, οι συναντήσεις τους και τα σχέδιά τους παρέμειναν μυστικά, παρά την εμπλοκή δεκάδων επιστημόνων. Μόλις το 2006 εκδόθηκε μια αρκετά πλήρης έρευνα της δράσης της ομάδας από την Ann Finkbeiner (Πανεπιστήμιο Τζ. Χόπκινς). Η πρόταση ήταν να διασπαρούν σε μεγάλη έκταση αισθητήρες θορύβου, οι οποίοι θα ειδοποιούσαν τα αεροπλάνα που περιπολούσαν και από κει σ’ έναν κεντρικό υπολογιστή, ο οποίος θα καθοδηγούσε τα βομβαρδιστικά.

Big Science και CERN
Η Φυσική απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης Big Science ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το σχέδιο Μανχάταν. Μεγάλα «πρότζεκτ», μεγάλες ομάδες, μεγάλα κεφάλαια, μεγάλες εγκαταστάσεις (και συνήθως με έναν στρατηγό επικεφαλής). Με την ανατολή της εποχής της (Μοριακής) Βιολογίας η μόνη αλλαγή που έγινε ήταν να αλλάξει ο επικεφαλής. Μετά τον Στρατό (που παραμένει ενεργός σε κολοσσιαία επιστημονικά προγράμματα) η σύγχρονη Big Science εξαρτάται (επιβάλλεται) κυρίως από τη φαρμακοβιομηχανία.

Τα ερωτήματα γι’ αυτή την εξέλιξη που όλο και περισσότερο συνεχίζει να μονοπωλεί και να κατευθύνει την (πρώην;) ανεξάρτητη πανεπιστημιακή έρευνα έχουν τεθεί ήδη εδώ και δυο τρεις δεκαετίες. Ο αντίλογος είναι επίσης ισχυρός. Για παράδειγμα οι τεράστιες μηχανές (όχι όλες!) χρειάζονται στην επιστήμη, αλλά αυτές δεν μπορούν να κατασκευασθούν από ένα πανεπιστήμιο ή ανεξάρτητους ερευνητές. Και προφανώς ήταν αναγκαία η κατασκευή στα τέλη της δεκαετίας του ’50 της Bevatron με την οποία ο συμπατριώτης μας Τομ Υψηλάντης κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πείραμα αντιύλης – και μεταξύ άλλων την ανακάλυψη του αντι-πρωτόνιου.

Ομως, όπως εξηγεί ο Ιων Σιώτης (φυσικός σωματιδίων –ή υψηλών ενεργειών– πρώην πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών), στη συνέχεια κατασκευάστηκαν αρκετές πολύ ισχυρότερες ενεργειακά από την Bevatron χωρίς πάντως να υπάρχει και σπουδαίος λόγος: «Μόνο δύο φορές στη μεταπολεμική ιστορία της Φυσικής κατασκευάστηκαν μεγάλες μηχανές που είχαν προγραμματιστεί για να ανακαλύψουν κάτι. Δηλαδή περιμέναμε στο εργαστήριο να ανακαλύψουμε ό,τι ήδη είχαμε ανακαλύψει και βεβαιώσει με τη θεωρία. Για παράδειγμα ο Τομ Υψηλάντης γνώριζε τη “μάζα” του “σωματιδίου” που έψαχνε».

Η επόμενη (η δεύτερη) υπερ-μηχανή κατασκευάστηκε περίπου τρεις δεκαετίες μετά, στο CERN, με στόχο τον εντοπισμό (επιτυχής) δυο τριών «σωματιδίων» μεταξύ των οποίων το Ζ0.

Η τρίτη υπερ-μηχανή που κατασκευάζεται με προδιαγεγραμμένο στόχο είναι και πάλι στο CERN, που αναζητεί το μποζόνιο του Χιγκς. Το, θεωρητικά, ελάχιστο «σωματίδιο». (Κι ας έγραφε ο Επίκουρος, περισσότερο επίκαιρος από ποτέ, πως πρόκειται για μια διαδικασία χωρίς πραγματικό τέλος).

Ομως, η πρόσφατη βλάβη στο τούνελ των γαλλοελβετικών συνόρων δείχνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά αυτών των κολοσσιαίων πειραμάτων και αποτελεί μια νέα αφορμή για να εκφραστεί ο προβληματισμός της επιστημονικής κοινότητας γύρω από την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της Big Science.

Είναι… ηλίου φαεινότερον;

Κατά κάποιο τρόπο όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν με την ανακάλυψη του ηλίου, του άχρωμου και άοσμου αερίου που αντικατέστησε σε αρκετές εφαρμογές το υδρογόνο. Λοιπόν, το ήλιο χρησιμοποιήθηκε στο πρόσφατο πείραμα για να κρατηθεί η θερμοκρασία περίπου στους -260 βαθμούς C. Ενα μικρό πρόβλημα ανάμεσα σε δύο μαγνήτες από τους χιλιάδες που χρησιμοποιούνται στον υπερεπιταχυντή είχε τέτοιες αλυσιδωτές –δυνητικά– επιπτώσεις που χρειάστηκε να αποκλειστεί μια μεγάλη έκταση του τούνελ και ουσιαστικά να σταματήσει το πείραμα. Αλλά, σ’ ένα τέτοιου μεγέθους πείραμα, το μικρότερο πρόβλημα είναι ικανό να ακινητοποιήσει τις χιλιάδες των ερευνητών, τεχνικών και διοικητικών για μήνες. Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε ο χώρος να επανέλθει σε «φυσιολογικές» θερμοκρασίες, ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση. Ηδη εκφράζονται από αρκετούς ειδικούς επιφυλάξεις κατά πόσον το πείραμα θα συνεχιστεί τον Ιούλιο, όπως ανακοινώθηκε κι όχι τον Οκτώβριο. Και πάντως, τα τελικά αποτέλεσματα αναμένονται πλέον μετά το τέλος του 2010.

Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί πως ο σκεπτικισμός που όλο και συχνότερα αναπτύσσεται για τέτοια φαραωνικά πρότζεκτ έχει να κάνει με την αμφισβήτηση της σημασίας εντοπισμού του μποζονίου Χιγκς. Η ένσταση βρίσκεται στο σύστημα που προέβαλλε την εμπορική αναζήτηση ως τη λυδία λίθο της Φυσικής των αρχών του 21ου αιώνα.

Ο Κώστας Γαβρόγλου (καθηγητής Ιστορίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών) εξηγεί πως η συζήτηση ξεκίνησε από ένα ανησυχητικό φαινόμενο: «Είναι θλιβερό εδώ και μερικά χρόνια, και ιδίως στον χώρο της Βιολογίας, να έχουν πολλαπλασιαστεί οι επιστημονικές ανακοινώσεις, αλλά να έχουν υποπολλαπλασιαστεί οι αναφορές σ’ αυτές. Οταν κάθε χρόνο στις 1.000 ανακοινώσεις μόλις το 2% αναπαράγονται ως αναφορές (τα νούμερα είναι ενδεικτικά) αυτό στην πράξη σημαίνει είτε ότι οι 980 δημοσιεύσεις περνούν απαρατήρητες, είτε ότι είναι άχρηστες».

Τι τρέχει λοιπόν;
Ολο και περισσότερο η έρευνα υποκύπτει σε προαποφασισμένες αποστολές. Ολο και περισσότερο ο ερευνητής χρειάζεται να είναι μάνατζερ που θα εξασφαλίσει χρήματα για τα πειράματα του εργαστηρίου του. Και, όλο και περισσότερο, δημιουργείται μια σκληρή και κλειστή ιεραρχία στην οποία δεν έχουν θέση όσοι νομίζουν ότι θα εφεύρουν πως θα ανακαλύψουν. Ο στόχος της ανακάλυψης συνήθως είναι προδιαγεγραμμένος με προ-κοστολόγηση, αλλά και προϋπολογισμό κερδών. Ενα ερευνητικό προλεταριάτο, ανώνυμο και υποταγμένο, συνωστίζεται στις μεγάλες ομάδες των εκατοντάδων ερευνητών. Στην κορυφή αυτών των πυραμίδων οι επιστήμονες-κράχτες ένα πράγμα δεν μπορούν να ανεχθούν: τη λοξοδρόμηση της έρευνας. Ο,τι έχει προεξοφληθεί δεν αμφισβητείται. Με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστικά, ο Ιων Σιώτης θα υπενθυμίσει τη σχετικά πρόσφατη κρίση με τις «έρευνες – μαϊμούδες». Ερευνητές που πιέζονταν για αποτελέσματα, ώστε να συνεχιστεί η χρηματοδότηση έδιναν ως πειραματικά αποδεδειγμένες τις θεωρητικές εικασίες. Ή, λέει ο Κώστας Γαβρόγλου, δημοσίευαν πλαστά δεδομένα. Αν για παράδειγμα κάποιος είχε αποτελέσματα στα πέντε από τα π.χ έντεκα προγράμματα, ανακοίνωνε επιτυχία και στα έντεκα. Για έναν λόγο: για να μην χάσει την (ιδιωτική) χρηματοδότηση.

Η αγορά «ueber alles»; Και πάλι δεν είναι ακριβώς εκεί το πρόβλημα. Δεν πρόκειται για τη νεκρανάσταση «αριστερίλας», αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι σήμερα η έρευνα αμφισβητεί το γενεσιουργό της αίτιο: την περιέργεια, ανεξαρτήτως εμπορικής αξίας. Ο ανεξάρτητος ερευνητής ή η ολιγομελής ερευνητική ομάδα, δύσκολα θα βρουν σήμερα χώρο. Το κόστος αυτής της ιδιότυπης φίμωσης αναπληρώνεται με την παροχή ασφάλειας στον νέο επιστήμονα. Είναι προτιμότερο να υπάρχει η υπογραφή του σε ανακοίνωση με άλλες 2.000 υπογραφές παρά η φίμωσή του.

Και μπορεί η πρόσφατη βλάβη στο CERN να κοστολογήθηκε με περίπου 28.000.000 δολλάρια –όσα εισέπραττε τον χρόνο ένα golden boy– αλλά στο σύνολο των ερευνητικών προγραμμάτων το ποσό δεν είναι αμελητέο.

Ο γιγαντισμός των ερευνητικών πλάνων έφερε και ανακαλύψεις και αποτελέσματα. Αλλά η ένσταση εντοπίζεται στον μονόδρομο αυτής της πορείας. Ο Γιάννης Αλμυράντης (ερευνητής στον Δημόκριτο) υπενθύμισε τη φράση του Κάισλερ («Το καινούργιο γεννιέται εκεί που συναντούνται δύο διαφορετικοί τρόποι σκέψης») για να δείξει πως χωρίς πραγματικές συνθήκες ελευθερίας η επιστήμη αντικαθίσταται από την τεχνολογία.

Κι εν πάση περιπτώσει οι μαθηματικοί υπολογισμοί μας δίνουν με ακρίβεια την κίνηση των πλανητών, αλλά δυσκολεύονται να προβλέψουν την τροχιά μιας νιφάδας χιονιού. Αυτή είναι η γοητεία που ρισκάρεται στο όνομα της βεβαιότητας.

Ιnfo

– Ann Finkbeiner «Kωδικός Ιάσων», Αθήνα 2008, εκδ. Τραυλός.

– Ilya Prigogine «Το τέλος της βεβαιότητας», Αθήνα 1997, εκδ. Κάτοπτρον.

– Ian Stewart «Παίζει ο Θεός ζάρια;», Αθήνα 1998, εκδ. Τραυλός.

– Ιωνα Σιώτη «Η αναζήτηση του ελαχίστου της ύλης» (στο «Φιλοσοφία και θετικές επιστήμες στον 20ό αιώνα»), Αθήνα 2004, εκδ. ΕΙΕ.

– Νικολάου Δ. Κλούρα «Η ταυτότητα των χημικών στοιχείων», Αθήνα 2008, εκδ. Τραυλός.

πηγή: Καθημερινή, 23/11/2008 

1 σχόλιο

  1. Ἄσχετο μὲ τὸ κυρίως θέμα:
    “με περίπου 28.000.000 δολλάρια –όσα εισέπραττε τον χρόνο ένα golden boy– “
    Δὲν ἔχετε περιέργεια, ΜΑ ΤΙ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ τόσα χρήματα;;; Εἰλικρινὰ ἀποτελεῖ γρῖφο γιὰ μένα, δὲν πρόκειται γιὰ ρητορικὴ ἐρώτηση.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here