Κίρκεργκωρ, Λεβινάς και ορθόδοξη Πατερική Θεολογία (Μέρος 2ο)

0
651

Ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος Εμμανουέλ Λεβινάς άσκησε κριτική στον Κίρκεγκωρ και σε ορισμένες θεμελιώδεις χριστιανικές αντιλήψεις. Ταλμουδιστής συγγραφέας ο ίδιος, ακολούθησε το ιουδαϊκό δόγμα, δίνοντάς του όμως ορισμένες ιδιαιτερότητες και μεταλλάσσοντάς το στην προσπάθειά του να το μεταφράσει στη γλώσσα της φιλοσοφίας.

Ο Λεβινάς είναι προπαντός ένας ηθικολόγος, ένας φιλόσοφος της ηθικής, το οποίο υπήρξε στην πραγματικότητα και το μοναδικό αντικείμενο του έργου του. Για τον Λεβινάς, παντού και πάντα προέχει το ηθικό. Η θρησκευτική γλώσσα υποβαθμίζεται, το θρησκευτικό εκκοσμικεύεται στο ηθικό. Η θρησκεία ηθικοποιείται. 

Με τον Λεβινάς αλλάζει και η αντίληψη της ίδιας της Παλαιάς Διαθήκης, που μιλά για έναν Θεό που αγαπά και ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο, τον παρηγορεί και τον ενισχύει, τον βοηθά και τον ευεργετεί. Κάποτε μια κοπέλα ιουδαϊκής καταγωγής είπε στον φιλόσοφο: «έχασα την πίστη μου». Και αυτός της απάντησε: «Και ποιος σας την ζητάει;». Ο Λεβινάς αμφισβητεί το γεγονός ότι η θρησκεία αφορά μια πίστη, μια βασική παραδοχή δογματικών αληθειών, την προσπάθεια να εξευρεθεί με τον προσωπικό δρόμο του καθενός το ορθό. Θεωρεί ως εγωιστική και συμφεροντολογική την αναζήτηση στον Θεό παρηγοριάς, λύτρωσης και σωτηρίας. Η θρησκεία δεν έχει μήτε θεολογία μήτε μυστικισμό.

Αυτή η ηθικοποίηση της θρησκείας, την οποία επιχειρεί ο Λεβινάς είναι προβληματική από ορθοδόξου επόψεως. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε και γνώρισε τον Εαυτό Του στον άνθρωπο. Είναι στην Παλαιά Διαθήκη που ο Γιαχβέ νοιάζεται για τον λαό Του, απαιτεί λατρεία και σεβασμό, ενώ υπάρχουν και ένα πλήθος διατάξεων (π.χ. θυσίες) για να συνδέσουν περισσότερο τον Θεό με τους ανθρώπους. Στην Καινή Διαθήκη ο Θεός αποκαλύπτεται ως μία Τριάδα τελείας διυποκειμενικότητας, τελείας αγάπης και «αλληλοπεριχώρησης» του ενός προσώπου για το άλλο. Και επειδή ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα» Θεού, καλείται και αυτός να ομοιάσει στον Θεό, αγαπώντας τον πλησίον του και, εμπνευσμένος από την θεία χάρη, να θυσιαστεί ακόμη για αυτόν. Η ηθική δεν προέχει, αλλά η Οντολογία. Βέβαια έχει δίκιο ο Λεβινάς να εξανίσταται για την προνομιοποίηση του αφηρημένου φιλοσοφικού Είναι, όπως γίνεται π.χ. στον φιλόσοφο Χάιντεγκερ, αλλά στην ορθόδοξη πατερική θεωρία ο Θεός δεν είναι το Είναι, αλλά υπέρ το Είναι. Η θεία Ουσία είναι «υπερούσια», γιατί ο άνθρωπος δεν γίνεται να καταλάβει τον Θεό, ωστόσο ο Θεός μπορεί να εξέρχεται από την Ουσία Του και με τις άκτιστες ενέργειές Του να γίνεται μεθεκτός στον άνθρωπο. Στον Λεβινάς απουσιάζει τελείως αυτό το στοιχείο, ή μάλλον απορρίπτεται, το να γίνεται δηλαδή μεθεκτός ο Θεός στον άνθρωπο. Ο Λεβινάς έχει άδικο να θεωρεί την πίστη («faith») ως μία «variety of belief», διανοητικοποιώντας την και εξαντικειμενίζοντάς την. Όπως θα έλεγε ο Βιτγκενστάιν, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κατηγορικό λάθος. Η «πίστη» στον Θεό και τα δόγματα της Εκκλησίας δεν είναι μια θεωρητική, διανοητική εννόηση και αντίληψη κάποιων αφηρημένων ιδεών, αλλά σχετίζεται με ό,τι βαθύτερο υπάρχει κρυμμένο στην καρδιά του ανθρώπου. Η πίστη είναι βιωματική. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις ιερές αφηγήσεις της Ιστορίας της Σωτηρίας, ένα μη εξαντικειμενίσιμο γεγονός, το οποίο βέβαια κατέληξε στους δογματικούς «όρους» των Συνόδων. Η λέξη αυτή, «όροι», δείχνει ότι τα δόγματα δεν καταγράφουν την αλήθεια που είναι άλλωστε άρρητη, αλλά θέτουν τα σύνορα ανάμεσα στην εκκλησιαστική πίστη και την αίρεση.

Ο Λεβινάς, όπως είπαμε, διαφωνεί με μια θρησκεία που αναγνωρίζει ότι ο πιστός μπορεί να στραφεί προς τον Θεό για παρηγοριά, και ότι προπαντός πρέπει να αποζητά από Αυτόν λύτρωση και σωτηρία. Στο σημείο αυτό ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος στρέφεται κατά του χριστιανισμού, που πιστεύει ότι ο Θεός ενσαρκώθηκε και σταυρώθηκε ακριβώς για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και να τον σώσει από το θάνατο, δίνοντάς του την απολύτρωση. Πρόκειται για μια μεγάλη παρανόηση αν πει κανείς ότι μια τέτοια στάση είναι εγωιστική. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος, επαναλαμβάνουμε, «κατ’ εικόνα» Θεού, για αυτό και η αμαρτία είναι πράγμα ξένο προς το αληθινό είναι του ανθρώπου, καθώς τον διαχωρίζει από τον Θεό. Η αμαρτία έφερε τον θάνατο και όλοι οι άνθρωποι έγιναν δέσμιοί του. Όχι μόνο δεν είναι εγωιστικό να ποθεί ο άνθρωπος την νίκη κατά του θανάτου, αλλά, αντιθέτως, είναι πράξη αληθινής ταπεινότητας και γνήσιας αγάπης. Ο ταπεινός άνθρωπος αντιλαμβάνεται περισσότερο την τραγωδία της αμαρτίας και αισθάνεται πιο δεμένος με τους συνανθρώπους του, για τους οποίους επίσης ποθεί, με γνήσια αγάπη, να σωθούν και να λυτρωθούν. Ο Λεβινάς έχει υπόψη του την θρησκευτικότητα μερικών που κάνουν το καλό για να κερδίσουν την αιώνια ζωή και αποφεύγουν το κακό για να μην καταδικαστούν την Ημέρα της Κρίσεως, οπότε και βγάζει το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί μιας απλής εμπορικής συνδιαλλαγής με τον Θεό. Στην πραγματικότητα, και παρόλο που τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι (ο Απόστολος Παύλος παρακαλούσε τον Θεό να γίνει αυτός κατάρα για να γίνουν οι πιστοί ευλογία), ο άνθρωπος έλκεται φύσει προς το αγαθό. Ο απλός πιστός εν γένει κάνοντας το καλό διαρκώς καταφέρνει να πλατύνει την καρδιά του και να αγκαλιάσει περισσότερο τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Η σχέση με τον Θεό δεν είναι εμπορική δοσοληψία.

Είπαμε πως ο άνθρωπος είναι «κατ’ εικόνα» Θεού, ωστόσο ο Λεβινάς επιμένει πως δεν προέχει η ανθρώπινη συνείδηση, έμφυτη σε κάθε ανθρώπινη καρδιά (υπάρχει βέβαια και η περίπτωση της ηθικής απάμβλυνσης), αλλά ο γραπτός νόμος που ο Θεός δίνει στον άνθρωπο. Την ηθική δεν την δημιουργεί η ανθρώπινη συνείδηση, στην οποία ο Θεός έχει βάλει έμφυτη την τάση προς το αγαθό και την αποστροφή του κακού, αλλά ο γραπτός νόμος. Ο νόμος όμως δόθηκε για να εδραιώσει την ανθρώπινη συνείδηση στο αγαθό και να την λεπτύνει περισσότερο.

Στην θέση της θείας χάρης ο Λεβινάς βάζει την «ευθύνη», λέγοντας ότι ο καθένας είναι απείρως υπεύθυνος για τον άλλο, που εμφανίζεται στον ορίζοντα και του φωνάζει «μη με σκοτώσεις». Αυτή η φωνή ακούγεται από τον «Άλλο», ο οποίος αποτελεί μάλιστα και την ριζική ετερότητα έναντι του υποκειμένου. Και η φωνή αυτή ακούγεται ακριβώς από τον «Άλλο» που προβάλλει στον, θα λέγαμε, χαϊντεγκεριανό ορίζοντα της ύπαρξης (ας μην ξεχνάμε πως ο Λεβινάς θεωρείται μαθητής του Χάιντεγκερ). Αυτός ο άλλος είναι, όπως είπαμε, μια ετερότητα- καλό είναι εδώ να αποφύγουμε τους όρους ύπαρξη και πρόσωπο- , μια  ριζική μάλιστα ετερότητα, που θα μπορούσε να δηλωθεί με περσοναλιστικούς όρους, αν δεν το απαγόρευε ο ίδιος ο Levinas. 

Ο φιλόσοφος πιστεύει ότι το «εγώ» που προβάλλει στον ορίζοντα και φωνάζει «εδώ είμαι» είναι εκ προοιμίου ανερμήνευτο, αδύνατον να μεταφρασθεί στο ιδίωμα του δικού μου εγώ, απολύτως ξένο. Ο άλλος είναι το ριζικά υπερβατικό σε σχέση με το δικό μου εγώ. Αυτό που φωνάζει, ως κάτι πρωτίστως υπαρκτό, είναι το «μη με φονεύσεις». Γίνεται δηλαδή φορέας της βασικής αυτής μωσαϊκής εντολής όχι τόσο γιατί το ζητά η φύση του -αν ήταν έτσι θα γνωρίζαμε εκ προοιμίου την εντολή-, όσο απλά και μόνο με την παρουσία του. Ο άλλος ζητά περισσότερο ως ορίζοντας και λιγότερο ως κάτι «συγκεκριμένο».

Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση της ετερότητας του άλλου, και η συνακόλουθη υπερβατικοποίησή του είναι προβληματική για την ορθόδοξη θεολογία. Ο άλλος άνθρωπος είναι πράγματι «έτερος» σε σχέση με το δικό μου εγώ, πράγμα που στην ορθόδοξη θεολογία έχει και θεολογική τεκμηρίωση. Καθένα από τα Τρία Άγια Πρόσωπα της Θεότητας έχουν το δικό τους υποστατικό ιδίωμα, το οποίο τα διακρίνει έναντι των άλλων Προσώπων. Παρομοίως, και κάθε ανθρώπινο άτομο έχει την δική του «προσωπική» (ο όρος είναι αδόκιμος για τον Λεβινάς) ετερότητα, μη αναγώγιμη στις άλλες ανθρώπινες διαστάσεις. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη αυτής της ετερότητας, υπάρχει στον Θεό η κοινή Θεία Ουσία, που εξασφαλίζει τον Ένα Θεό. Παρομοίως και ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, έχει την δική του «ουσία», αυτό που τον κάνει να είναι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, και όχι απλά μια φωνή που ακούγεται στον ορίζοντα. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης μάλιστα ένας είναι ο άνθρωπος, γιατί υπάρχει μία μόνο κοινή ανθρώπινη φύση, είναι ωστόσο μυριο-υπόστατη. Στην πραγματικότητα υπάρχει, όπως λέγει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσεξ, οντολογική ενότητα συνόλου του ανθρωπίνου γένους, ένας είναι ο «Αδάμ». Όλοι οι άνθρωποι, οι ζώντες και οι τεθνεώτες και αυτοί που πρόκειται να γεννηθούν είναι οντολογικά ενωμένοι μεταξύ τους.  

Αυτό που χαρακτηρίζει τα Τρία Πρόσωπα της Θεότητας είναι η άπειρη μεταξύ τους αγάπη, και παρομοίως για τον άνθρωπο αυτό που πρέπει να χαρακτηρίζει τα ανθρώπινα άτομα είναι η μεταξύ τους αγάπη. Η κοινή ανθρώπινη φύση εξασφαλίζει το ότι μπορεί να υπάρξει «κοινωνία» προσώπων, να γίνεται δηλαδή δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και η ανάπτυξη διαφόρων σχέσεων μεταξύ τους. Αντιθέτως, η ριζική «υπευθυνότητα» έναντι του ριζικά Άλλου που προκρίνει ο Λεβινας (παρά το ότι είναι γεγονός πως ο ένας άνθρωπος είναι υπεύθυνος έναντι του άλλου), βασίζεται στο γεγονός ότι ο «Άλλος» έχει απογυμνωθεί από την φύση του και μάλιστα δεν μπορεί να γίνει οικείος, ημέτερος. Η ριζική ετερότητα πρέπει να παραμείνει, και ο άλλος να εξακολουθεί να είναι ένας ξένος έναντι ημών. Ωστόσο, από ορθοδόξου επόψεως, είναι αλήθεια πως χωρίς να εξαντικειμενίζουμε τον άλλον, να τον κάνουμε να χάσει την ετερότητά του, ο ξένος μπορεί να γίνει οικείος και ημέτερος. Η γνωριμία του άλλου δεν τον αποστερεί από την ετερότητά του, αλλά ο άλλος γίνεται, πάντα με την δική του μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητα, οικείος. Και ιδιαίτερα, αυτό που προνομιοποιεί την ορθόδοξη θεώρηση έναντι της λεβινασικής ηθικής, είναι ότι στην Ορθοδοξία η πιο μεγάλη αρετή είναι στην πραγματικότητα η αγάπη για τον εχθρό. Είναι γεγονός ότι αυτός ο έτερος μπορεί να είναι εχθρός, οπότε και είναι ο πραγματικά ριζικά έτερος. Και όμως, σε αυτόν τον εχθρό οφείλεται αγάπη, πράγμα που υπερβαίνει την διδασκαλία της αποδόμησης ότι ο άλλος πρέπει να παραμείνει εσαεί ριζικά ξένος, Άλλος. Αυτός ο άλλος στην πραγματικότητα μπορεί να είναι στην πιο ακραία εκδοχή ένας εχθρός, ξένος μαζί αλλά και οικείος- εφόσον γνωρίζουμε ότι είναι εχθρός. Αλλά σε αυτόν οφείλεται αγάπη, η οποία είναι ένας οντολογικός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων- στην πραγματικότητα Αγάπη είναι ο Θεός. Γενόμενος άνθρωπος και δίνοντας σε όλους την δυνατότητα να κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του, ο Χριστός κάνει δυνατό να αγαπάμε τον οποιοδήποτε άλλο, ακόμη και αυτόν που ούτε καν φαίνεται στον ορίζοντά μας, γιατί μπορεί να μας είναι άγνωστος, να έζησε στο παρελθόν ή να ζήσει στο μέλλον. Η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού αποκαθιστά την οντολογική ενότητα του ανθρωπίνου γένους. Και για να καταστεί δυνατή αυτή η δυνατότητα κοινωνίας με τον ίδιο τον Θεό ο άνθρωπος δίκαια ζητούσε την σωτηρία του και την λύτρωσή του από τον έσχατο εχθρό, τον θάνατο.

Για τον Λεβινάς η αντικειμενικότητα του βιβλίου, δηλαδή του μωσαϊκού νόμου και οι εντολές του μετρούν περισσότερο από τα φαινόμενα της υποκειμενικότητας, την εσωτερικότητα και την συνείδηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπάρχει η δυνατότητα μιας πλούσιας εσωτερικά ζωής, μιας καλλιέργειας του πιστού, όπως στον χριστιανισμό, για τον οποίο ο άνθρωπος είναι , όπως είπαμε, «κατ’ εικόνα» Θεού. Είναι γνωστό το φαινόμενο της ασκητικότητας στον ορθόδοξο χριστιανισμό, της πάλης κατά των παθών, της προσπάθειας να καθαρθεί η καρδιά, με έσχατο στόχο να κατασκηνώσει ο Θεός στην ψυχή του ίδιου του ανθρώπου και να την «θεοποιήσει», όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Αυτή η εσωτερικά πλούσια ζωή μένει παντελώς άγνωστη για την λεβινασική αντίληψη, που παραμένει μόνο στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι απείρως υπεύθυνος για τον Άλλο. 

                   ******************

Πρέπει να είναι κανείς «religious» για να είναι «ethical»; Το θρησκευτικό στοιχείο δεν είναι μια απλή, εμφατική και σαφής κατηγορία στο έργο του Λεβινάς. Μερικές φορές εστιάζει στην ανάγκη για κάποιο είδος μονοθεϊσμού και ύπαρξης του Θεού όσον αφορά την θεμελίωση της ηθικότητας, ενώ άλλες φορές μιλά για ένα απαμβλυμένο αίσθημα θρησκευτικότητας που δεν προφέρει την λέξη «Θεός». Μιλά για την υπερβατικότητα του Θεού, αλλά κάνει επίσης λόγο και για την υπερβατικότητα του ανθρώπου, του Άλλου, που εμφανίζεται στον υπαρξιακό μας ορίζοντα και πρέπει να μείνει υπερβατικά Άλλος και στην μεταξύ ημών σχέση.

Ο Λεβινάς ρωτά για το πώς μπορεί να υπάρξει μια ηθική που να εκτείνεται πέρα από αυτή της απλής γειτονίας και της φιλίας- μια ηθική που την βλέπει ως εγωιστικό χαρακτηριστικό ενός όντος που ζητά την συνήθη καθημερινή του βολή και την απόλαυση. Γι’ αυτό και δίνει προτεραιότητα στην σχέση με τον ξένο, τον Άλλον, τον διαφορετικό, αυτόν που είναι και πρέπει να παραμείνει μη οικείος, μη εξαντικειμενίσιμος στο ημέτερο.

Αλλά όπως είπαμε είναι η αγάπη προς τον εχθρό αυτή που διασφαλίζει και εγγυάται την ανθρώπινή ηθικότητα. Μιλήσαμε για αυτήν. Περαιτέρω, ο Λεβινάς απαρνείται το εκστατικό και μυστικό στοιχείο στην ηθική-θρησκεία. Η θεία χάρη αντικαθίσταται από την υπευθυνότητα. Αλλά για την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός είναι το θεμέλιο του ανθρώπου, η αληθινή ρίζα της υπάρξεώς του. Ο Λεβινάς στερείται μιας αναπτυγμένης θεολογίας. Η ριζική ετερότητα του Θεού (μολονότι πράγματι ο Θεός είναι ριζικά Άλλος ως άκτιστος, ενώ ο άνθρωπος είναι κτιστός) δεν του επιτρέπει να αναπτύξει μια θεολογία, που περιγράφει τον Θεό ως ριζικά έτερο μεν (είναι άκτιστος), αλλά παράλληλα και έσχατη αγάπη, καλοσύνη, αγαθότητα, αλήθεια, ομορφιά. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ξένο στην σκέψη του Λεβινάς από την θεολογία του κάλλους του Θεού, που είναι τόσο αναπτυγμένη στην Ορθόδοξη θεολογία. Η ηθική και η τήρηση των εντολών του μωσαϊκού νόμου δεν επιτρέπουν για αυτόν να αναπτυχθεί το δόγμα της μετοχής στην θεία χάρη, η οποία είναι και άκτιστη κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Για την ορθόδοξη θεολογία ο Ζων Θεός εξέρχεται από την Άπειρη και ακατάληπτη θεία Ουσία Του με τις άκτιστες ενέργειές του και χαρίζει στον πιστό την άκτιστη χάρη, την αιωνία ζωή. Δίχως μια θεολογία περί θείου έρωτος η ηθική στην πραγματικότητα εκκοσμικεύεται- γι’ αυτό και είναι ασαφές αν η ηθική του Λεβινάς είναι θρησκευτική ή εκκοσμικευμένη.

Μετά από όλα αυτά θα ήταν περιττό να πούμε ότι ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος αντιτίθεται στον Κίρκεγκωρ, που θεωρεί το ηθικό στάδιο κατώτερο του θρησκευτικού, και προνομιοποιεί την πίστη, μιλώντας παράλληλα για το παράδοξο που υπερβαίνει την προθετικότητα και δραστηριότητα κάποιου.                           

                                   **********************

Εξετάσαμε δύο φιλοσόφους, τον έναν φιλόσοφο κυρίως της θρησκευτικότητας και τον άλλον φιλόσοφο της ηθικής, συγκρίνοντάς τους στο φως της ορθόδοξης θεολογίας. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις καταδεικνύουν το αδιέξοδο στο οποίο επέρχεται ο θρησκευτικός και ηθικός στοχασμός στην Δύση και την δυνατότητα της ορθόδοξης θεολογίας για έναν γόνιμο μεταξύ τους διάλογο.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, σύνθεση ζωγραφικού έργου του Γιώργου Δέρπαπα με σχεδίασμα προσωπογραφίας του Εμμανουέλ Λεβινάς.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ