Ο κόσμος μας

1
810

Τι ‘ναι θεός, τι μη θεός,
Και τι ‘ναι ανάμεσά τους;
Ποιος θα το πει θνητός πως το ‘βρε;
(Ευριπίδης, Ελένη 1138-1139) 

Μιλώντας μὲ ζωολογικοὺς ὅρους, θὰ λέγαμε ὅτι ἐνῶ ὁ οἰκογενειακὸς πατριωτισμὸς στηρίζεται ἱστορικὰ στὸ αὐθυπερβατικὸ ἔνστικτο τῆς μητέρας, ὁ κοινοτικὸς πατριωτισμὸς καὶ εὐρύτερα ὁ «ἐθνικὸς» πατριωτισμὸς, στηρίζεται –ἱστορικὰ ἐπίσης– στὸ αὐθυπερβατικὸ ἔνστικτο τοῦ πατέρα.

Τὸ βλέπουμε τόσο στὰ ζῶα-θηρευτές, τῶν ὁποίων ἡ όποια κοινωνικότητα εἶναι μόνο «οἰκογενειακή», ὅσο καὶ στὰ ζῶα-θηράματα, ποὺ ἡ κοινωνικότητά τους εἶναι «ἀγελαία». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ φόβος (ποὺ «φυλάει τὰ ἔρημα») ἔχει τὴ δύναμη νὰ μεταμορφώνει τὴν αὐτοεπιβεβαίωση σὲ αὐθυπέρβαση. Πράγμα, ποὺ ὁπλίζει τὶς δύο βασικὲς αὐτὲς μορφὲς κοινωνικότητας, μὲ τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἐπιβίωσή τους ἀντίστοιχο αὐτοεπιβεβαιωτικὸ σθένος.

Χάρη σ’ αὐτὴ τὴν αὐθυπερβατικὴ δυνατότητα, μποροῦμε νὰ βλέπουμε τὴν ἀφηρημένη ἔννοια «Εἶδος» νὰ τρέχει μπρὸς στὰ μάτια μας ὡς ζωντανὴ κοινωνικὴ ὀντότητα, ὑποστασιοποιημένη σὲ «ἀγέλη».

Στὸν ἄνθρωπο ἡ παρεμβολὴ τῆς ἐλευθερίας μεταβάλλει τὸ ζωικὸ «ἔνστικτο» σὲ «ἱκανότητα» ὑποκείμενη σὲ ἔλλογη αὐτοδιαχείριση.

Δύναται δηλαδὴ νὰ κρυσταλλωθεῖ σὲ «προαίρεση» αὐθυπερβατικοῦ πατριωτισμοῦ, ὑποδεικνύοντας ἔτσι τὴ δεύτερη περίπτωση φυσικῆς μορφῆς ἀνάδυσης Προσώπου, πλάϊ στὸ Πρόσωπο τῆς μητέρας καὶ τοῦ πατέρα.

Ἐννοεῖται ὅτι οἱ δύο «φυσικὲς» αὐτὲς ἐκδοχὲς Προσώπου ἔχουν κοινωνιο-οντολογικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ ὄχι ἀληθινὰ ὀντολογικό, δηλαδὴ πέρα ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ ἐκκλησιολογικὸ Πρόσωπο.

Ἡ ἱκανότητα αὐθυπέρβασης τῶν «μερῶν» τοῦ Πολιτικοῦ «ὅλου» ἀναδεικνύεται σὲ ἱκανότητα αὐτοεπιβεβαίωσης τοῦ Πολιτικοῦ «ὅλου». Κι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἱκανότητα εἶναι ποὺ ἐνσαρκώνει τὴν κοινωνικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου σὲ «σύστημα πατρίδος», στὸ περιεκτικὸ δηλαδὴ συλλογικὸ ὑποκείμενο τοῦ πολιτειακοῦ Πατριωτισμοῦ. Τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του θὰ ἐμφανιστεῖ ὡς «συλλογικὸ» Ἄτομο, ἔναντι τῶν ὁμολόγων του. Ἱκανό, ὅταν ἀπειληθεῖ ἀπὸ ὁμόλογό του νὰ γίνει ἀληθινὸ «Θηρίο», ποὺ μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια, θὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν «ζωτικό του χῶρο». (: Ἐθνοκράτος ἔναντι Ἐθνοκράτους στὸν ἀστικὸ πολιτισμό. Πόλις-κράτος ἔναντι Πόλεως-κράτους καὶ Πόλεις-κράτη ἔναντι βαρβαρικῆς Δεσποτείας στὸν ἀρχαιοελληνικὸ πολιτισμό. Ἀλλὰ καὶ Οἰκουμένη-κράτος ἔναντι λεηλατικῶν ὀρδῶν καὶ βαρβαρικῶν Δεσποτισμῶν, ἀνατολικῶν, δυτικῶν καὶ βορείων στὸν βυζαντινὸ ἑλληνικὸ πολιτισμό.)

Ἡ αὐτοεπιβεβαίωση τῆς ὁμάδας θεμελιώνεται, λοιπόν, στὴν αὐθυπέρβαση τῶν μελῶν της. Αὐτὸς εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος ὕπαρξης καὶ ἀναπαραγωγῆς τοῦ κοινωνικοῦ μας «Κόσμου». Εὐλόγως δέ, ὅταν ἡ αὐθυπερβατικὴ αὐτὴ ἀμοιβαιότητα φτάσει νὰ ἀποσαθρωθεῖ στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑπνοβατικῆς «κανονικότητας», ἡ κατάρρευση τοῦ συλλογικοῦ τούτου «ὄντος» ἐπέρχεται ὡς φυσικὴ συνέπεια.

Τούτου δοθέντος, δύναται νὰ διαισθανθεῖ κανεὶς τὴν ἄβυσσο τῆς μισανθρωπίας, ποὺ κρύβει ἡ πίστη στὸ ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὰ κέντρα τῆς Αὐτοκρατορίας «φιλελεύθερο» Δόγμα: «Ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ οἱ Ἀγορὲς γιὰ ὅλους».

Νὰ τὸ πιστεύει αὐτὸ ὁ Σάυλοκ, ὁ τοκογλύφος τῆς Βενετίας, εἶναι φυσικό. Σ’ αὐτὸ στηρίζεται ὁ παρασιτισμός του, ἡ οὐσία τῆς «αὐτοεκτίμησής» του. Νὰ τὸ πιστεύει ὅμως καὶ ὁ ξενιστής του, ὅπως ἀπροκάλυπτα συνέβη ἤδη στὴ Δύση, ἀπὸ τὸ 1980 καὶ μετά, ποὺ ἀπεμπολήθηκε τελείως ἡ μικτὴ οἰκονομία (δημόσιου καὶ ἰδιωτικοῦ τομέα), ποιός μποροῦσε νὰ τὸ φανταστεῖ; Εἶναι ἀσύλληπτο σὲ τί τενάγη ὑπνοβασίας καὶ φενακισμοῦ μπορεῖ νὰ βυθιστεῖ τελικὰ ἡ «κορωνίδα» τούτη τῆς Δημιουργίας, ὅταν οἱ πολιτισμοί της «ἑδραιώσουν» τὴν ἀκμή τους.

Δεδομένου ὅτι οἱ δύο δυνάμεις, ἡ αὐτοεπιβεβαιωτικὴ καὶ ἡ αὐθυπερβατική, συγκροτοῦν τὴ δυναμικὴ τῆς κοινωνικῆς μας φύσης, σύμφωνα μὲ τὴ διαλεκτικὴ ἐναλλαγή, ὅπου ἡ αὐτοεπιβεβαίωση τοῦ «ἀνώτερου» (ὁλιστικοῦ) ἐπιπέδου κοινωνικότητας βασίζεται στὴν αὐθυπέρβαση τοῦ «κατώτερου» (μερικοῦ) ἐπιπέδου της, ὁ τρόπος τῶν «συναρθρώσεών» τους ὁρίζει αὐτὸ ποὺ ἡ παραδοσιακή μας σκέψη ἀποκαλεῖ «τὸ μεταξὺ» Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου. Ποὺ εἶναι ἀκριβῶς καὶ ὁ «χῶρος», ὅπου ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δύναται ὄχι μόνο νὰ στρέφει τὰ νῶτα στὸν θεῖο Ἔρωτα, ποὺ εἶναι ὁ κανόνας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀναδέχεται καὶ νὰ τὸν ἀνταποδίδει στὸν Θεὸ καὶ στὸν Πλησίον. Πράγμα ποὺ εἶναι βέβαια ἡ ἐξαίρεση.

Ἡ καθ’ ἡμᾶς Παράδοση, θεολογικὴ καὶ φιλοσοφική, ὁρίζει ὅπως ἤδη εἴπαμε, τὸ νοητὸ αὐτὸ «μεταξὺ» ὡς χῶρο τοῦ «δαιμονικοῦ». Μὲ τὴν κακὴ καὶ τὴν καλὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, τὴ «σατανικὴ» καὶ τὴν «ἀγγελική». Ὅπου τὸ ἄτομο γίνεται Πρόσωπο καὶ τὸ ἄθροισμα τῶν Προσώπων γίνεται συλλογικὸ Ἄτομο, κάνοντας τὸ «καλὸ» νὰ εἶναι «πρός τι μὲν καλὸν πρός τι δὲ οὐ καλόν». Καὶ τὸ «κακὸ» ἀντιστρόφως: «πρός τι μὲν κακὸν πρός τι δὲ οὐ κακόν», κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο.

Ἐδῶ εἶναι ποὺ ἡ μανιχαϊστικὴ καὶ ἡ πουριτανικὴ τυπικὴ λογικὴ «τρελαίνονται». Πράγμα βεβαίως …ἀπολύτως λογικό. Διότι ἐδῶ, «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων», κατὰ τὸν Ἡράκλειτο. Ὁ Σωκράτης κάνει ὅ,τι τοῦ πεῖ τὸ «δαιμόνιο» ποὺ ἔχει μέσα του. Ποὺ εἶναι συνάμα ὀντότητα ποὺ τὸν ὑπερβαίνει, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν ὀνομάζει «δαίμονα»… Ὁ Ἔρως εἶναι «δαίμων», ποὺ «καταλαμβάνει» τὸν ἐρῶντα, γιὰ νὰ τὸν ξαποστείλει ἀκόμα πιὸ «κενὸ» ἀπ’ ὅσο τὸν παρέλαβε…

Ἐδῶ, στὸ «μεταξύ», στέκονται ὅλες οἱ «ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες», μὲ τὶς ὁποῖες ἀντιπαλεύει ὁ ἐν τοῖς πράγμασι χριστιανός, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο… Τὰ μοχθηρὰ «τελώνια» τῆς ἀσκητικῆς ἐμπειρίας, ποὺ διεκδικοῦν τὴν ταλαίπωρη ψυχή, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀγαπημένο της σῶμα στὰ σκουλήκια, σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν «χῶρο» περιφέρονται. «Τρίζουν τὰ δόντια» καὶ «μορφάζουν ἄγρια», διεκδικώντας την… Αὐτά, σὰν τὴν Ἄτη, τὴν ὁμηρικὴ θηλυκὴ μορφὴ τοῦ Διαβόλου, δὲν περπατᾶνε στὴ γῆ, ἀλλὰ πάνω στὰ κεφάλια τῶν ἀνθρώπων, κατασκοτίζοντας τὸ γλίσχρο τους περιεχόμενο…

Κάθε τὶ τὸ αὐτονομημένο στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, «χούι» ἢ «πάθος», ἐδῶ ἔχει τὸ ἐνδιαίτημά του. Ἀπ’ αὐτά, τὰ πάθη καὶ τὰ χούγια, ἁρπάζονται οἱ «δαίμονες» τῆς νηπτικῆς εἰκονολογίας μας καὶ ἐπιβάλλουν «καθεστὼς κατοχῆς» στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, μεταβάλλοντάς τους ἀπὸ κορωνίδα τῆς Δημιουργίας σὲ ἀγέλη ποταπῶν σκλάβων καὶ ἀνόητων κορόιδων.

Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ «ἐνδιάμεσος χῶρος» μεταξὺ Θεοῦ καὶ Ἀνθρώπου εἶναι, λοιπόν, ὁ «Κόσμος» μας, ὁ ἀγαπημένος μας ἀνθρώπινος κόσμος, ποὺ μὲ τίποτα δὲν θέλουμε νὰ τὸν ἀποχωριστοῦμε. «Μέσα» του ζοῦμε, ὄχι «ἔξω» του. Κι αὐτὸς εἶναι «μέσα» μας καὶ ὄχι «ἔξω» μας.

Γι’ αὐτὸ κι ἀφήνει «ἔξω» ἀπὸ τὸ κλειστὸ κύκλωμα τῆς ἐγωκεντρικῆς προσληπτικότητάς μας τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ φυσικοῦ Κόσμου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ φράση τοῦ ἁγίου Μαξίμου: «Τὰ φαινόμενα πάντα δεῖται σταυροῦ». Ἤγουν ἀσκητικὴ ἔξοδο ἀπὸ τὸ κλειστὸ κύκλωμα τῶν «Ἑαυτῶν» μας, προκειμένου νὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια τοῦ κάλλους τοῦ φυσικοῦ κόσμου καὶ τὸ κάλλος τῆς ἀλήθειας του.

«Ἐδῶ» ὀφείλουμε νὰ ψάξουμε γιὰ τὸ ριζικὸ «συστατικὸ» σχῆμα τῆς κοινωνικῆς δομῆς τοῦ ἐν λόγῳ «ἐνδιάμεσου χώρου». Ποὺ δὲν γίνεται νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴ σχέση τῶν δύο θεμελιωδῶν ἀγαπητικῶν δυνάμεων: τῆς αὐτοεπιβεβαιωτικῆς – ἀνθρώπινης καὶ τῆς αὐθυπερβατικῆς – θεϊκῆς. Και ἀκόμα πιὸ συγκεκριμένα, ἀπὸ τὸν «τρόπο» ποὺ ἡ δοτὴ ἐλευθερία τῆς πρώτης κατορθώνει νὰ «βγάζει ἀπὸ τὴ μέση» τὴ δεύτερη. Ἡ ὁποία, παρότι εἶναι ἡ Ἀρχὴ τοῦ Παντός, ὑποχωρεῖ ταπεινά, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ἀποχωρεῖ, ἀφήνοντάς την νὰ πέσει στὸ «προκοσμικὸ» Μηδέν. Ἐξ οὗ καὶ «αἰτία ἑλομένου θεὸς ἀναίτιος». Ἡ εὐθύνη εἶναι ἐκείνου ποὺ ἐπιλέγει. Ὁ Θεὸς δὲν φέρει καμιὰ εὐθύνη.

«Δὲν θὰ σᾶς πάρει μὲ κλῆρο κάποιος δαίμονας, θὰ τὸν διαλέξετε ἐσεῖς τὸν δαίμονα. Ὁποιανοῦ λάχει ὁ πρῶτος κλῆρος, αὐτὸς πρῶτος νὰ διαλέξει τὴ ζωὴ ποὺ ἀναγκαστικὰ θὰ ζήσει. Δὲν ἔχει δεσπότη ἡ ἀρετή. Ἀνάλογα ἂν τὴν τιμάει κανεὶς ἢ τὴν περιφρονεῖ, θά ’ναι καὶ πιὸ μεγάλο ἢ πιὸ μικρὸ τὸ μερτικό του ἐπάνω της. Ὁ καθένας τὴν ἔχει, κατὰ τὴν τιμὴ ἢ τὴν περιφρόνησή του πρὸς αὐτήν. Ἡ εὐθύνη εἶναι αὐτουνοῦ ποὺ διαλέγει, ὁ θεὸς δὲν ἔχει ἐνοχή». (Πλάτων, Πολιτεία 617c-e, «Λάχεσης Λόγος», μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, ἐκδ. ΠΟΛΙΣ.)

Αὐτὸς ὁ «Κόσμος», ὡς σκηνὴ δρώντων καὶ δρωμένων, δὲν εἶναι λοιπόν οὔτε «γήινος» οὔτε «οὐράνιος». Στέκεται ἀνάμεσα στὴ Γῆ καὶ στὸν Οὐρανό. Κυριολεκτικὰ στὸν «ἀέρα»…

Ἂς ξανακοιτάξουμε τώρα πρὸς τὸν «Οὐρανό», τὴν «Ἄνω Πόλη». Ἂς θυμηθοῦμε, ὅτι τὰ θεῖα Ὀνόματα «Πατήρ», «Υἱὸς» καὶ «Ἅγιο Πνεῦμα», δηλώνουν τὴν (ἐναρκτήρια του παρόντος κεφαλαίου) ἐξίσωση, ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη». Χωρὶς τὴν ἀπόλυτη ἀμοιβαιότητα τῆς Ἀγάπης Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, δὲν θὰ ἦταν Ἁγία Τριάδα ὁ Θεός, ἀλλὰ κάτι μεταξὺ ἀπόλυτης «αὐτομοναρχίας», όπως π.χ. ὁ Γιαχβὲ τῆς φαρισαϊκῆς, ταλμουδικῆς καὶ καμπαλιστικῆς ἑρμηνευτικῆς καὶ ὁ Ἀλλὰχ τῆς ἀντίστοιχης ἰσλαμικῆς. Ὅπως ἐπίσης καὶ τῆς μοναρχούμενης ἀρχαιοελληνικῆς Ὀλυμπιακῆς ὀλιγαρχίας. Ὁπότε φτάνουμε στὴν καθοριστικὴ γιὰ τὴ γνώση τῆς «κοσμικῆς» κοινωνικῆς μας φύσης ἀντίστιξη:

Ἂν ἡ θεία κοινωνία εἶναι «Τριαδική», τί εἶναι ἡ δική μας ἀνθρώπινη κοινωνία;

Ἡ προσφυέστερη ἀπάντηση εἶναι: «Τριλεκτική». Μὲ τὸν σύγχρονο αὐτὸν μεταεγελιανὸ καὶ μεταμαρξικὸ ὅρο ἐννοοῦμε τὴ συνάρθρωση δύο ἀντιθέσεων σὲ μία ἐξ ὁρισμοῦ ἀσταθῆ ὁλότητα: Ἀνισότιμη ἑνότητα ἀνάμεσα σὲ δύο ὁλότητες (δευτερεύουσα ἀντίθεση) ἐναντίον τῆς τρίτης ὁλότητας (κύρια ἀντίθεση). Εἶναι ὁ τρόπος ποὺ τὰ δίπολα συγκροτοῦν ἑνότητα. Ὁ τύπος αὐτὸς ἀναπαράγει, οὐσιαστικά, τὸ θεώρημα τοῦ Ἐμπεδοκλῆ γιὰ τὴ «Φιλότητα» τὴ στηριγμένη στὸ «Νεῖκος» ἐναντίον τῆς ἐχθρικῆς «Φιλότητας» τῶν ὁμολόγων «ἄλλων». Ποὺ ἅμα βέβαια μᾶς λείψουν, ὡς «ἐχθρὸς ἄλλος», θὰ γίνουμε «ἀπὸ ἑκατὸ χωριά», ψάχνοντας γύρω μας καὶ μέσα μας γιὰ τὸν καινούργιο «ἐχθρό», ὁ φόβος τοῦ ὁποίου θὰ μᾶς κρατήσει ἑνωμένους. Σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ βάση λειτουργεῖ ἄλλωστε ὁ ἡρακλείτειος Πόλεμος, ὡς «πατέρας» τῆς ὅποιας μεταξύ μας κοινωνικῆς ἀμοιβαιότητας – «Φιλότητας».

Ὁ «ἀποκλεισμὸς τοῦ Τρίτου» δὲν γνωρίζει «κοσμικὲς» ἐξαιρέσεις. Ἀρχέτυπό του εἶναι ἄλλωστε ἡ σατανικὴ κοινωνικὴ τάξη: «Ὁ Ὄφις πάνω, ὁ Ἄνθρωπος κάτω, ὁ Θεὸς ἔξω». Καὶ ἡ σατανικὴ ἐπίσης οἰκογενειακὴ τάξη: «Ὁ Ἀδὰμ πάνω, ἡ Εὔα κάτω, ὁ θεῖος Ἔρως (ὁ Θεός) ἔξω». Ἢ ἐναλλακτικά: «Ἡ Εὔα πάνω, ὁ Ἀδὰμ κάτω, ὁ θεῖος Ἔρως (ὁ Θεός) καὶ πάλι ἔξω». -Ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὸ ποιό φύλο εἶναι ἰσχυρότερο στὸ ἐπίπεδο τῆς πολιτειακῆς ἐξουσίας.

Πόρισμα Α΄: Τὴν ἀλήθεια γιὰ μᾶς μόνο ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμένο Τρίτο θὰ τὴ μάθουμε.

Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι οἱ ἔννοιες «χριστιανικὸ κράτος», «χριστιανικὴ αὐτοκρατορία» καὶ «χριστιανικὸς κόσμος», ἀποτελοῦν πάντοτε ὀξύμωρους αὐτοεπιβεβαιωτικοὺς εὐφημισμούς. Ἀκόμα καὶ στὶς καλύτερες δυνατὲς ἐκδοχές. -Μὲ κριτήριο ἐννοεῖται τὴν τρίβαθμη κοινωνιο-οντολογικὴ Κλίμακα.

Ἂν τώρα λάβουμε ὑπόψη ὅτι τὸ ἀποπεμπόμενο Τρίτο εἶναι σὲ κάθε «κοσμικὴ» ἕνωση ἡ θεία αὐθυπερβατικὴ Ἀγάπη, ὅπως τὸ διαβάζουμε στὸν Πρόλογο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, μποροῦμε νὰ ἁπλοποιήσουμε τὴν περιγραφὴ τοῦ δομικοῦ σχήματος τῶν μορφῶν τῆς «κοσμικῆς» μας κοινωνικότητας ὡς ἀκολούθως:

Ὁρίζουμε ὡς «ἐπιρροὴ Α» τὴν αὐτοεπιβεβαιωτικὴ ἀγάπη. Ὡς «ἐπιρροὴ Β» τὴ θεία αὐθυπερβατικὴ Ἀγάπη (πρακτικὰ τὶς δύο μεγάλες Ἐντολές). Καὶ ὡς «ἐπιρροὴ Γ» μιὰ αὐτοεπιβεβαιωτικὴ παραχάραξη τῆς «ἐπιρροῆς Β», ἱκανὴ νὰ τὴν ὑποκαθιστᾶ. Ὥστε, «ἐμβολιαζόμενος» τρόπον τινὰ ὁ πληθυσμὸς μὲ τὴν παραπλανητικὴ «ἐπιρροὴ Γ», νὰ ἀποκτᾶ «ἀνοσία ἀγέλης» ἔναντι τοῦ ἐπίφοβου «ἰοῦ» τῆς θείας Ἀγάπης.

Ἀπὸ τοὺς ὁρισμοὺς αὐτοὺς προκύπτουν οἱ ἀκόλουθες τέσσερις κοινωνιο-οντολογικὲς προτάσεις:

1) Ἀπὸ γεννησιμιοῦ του, κάθε ἄνθρωπος (ἄρσεν καὶ θῆλυ) εἶναι τὸ «μῆλον τῆς ἔριδος» μεταξὺ τῶν ἐπιρροῶν Α, Β, Γ.

2) Ἡ διαχείριση τῆς ἐλευθερίας σὲ ὅλους τους τύπους «κοσμικῆς» κοινωνικότητας διέπεται ἀπὸ τὴν τριλεκτικὴ διάταξη τῶν τριῶν αὐτῶν δυνάμεων, σύμφωνα μὲ τὸν τύπο: Α + Γ – Β.

3) Αὐτὸς ὅμως ὁ τύπος διαχείρισης τῆς ἐλευθερίας ἔχει σὰν «παρενέργεια», σὲ συνθῆκες ἀκμῆς καὶ εὐμάρειας, ἕνα εἶδος «ὑπνοβασίας» καὶ «συβαριτισμοῦ», μέσω τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποσάθρωση τῆς ἱκανότητας τοῦ Αὐτεξουσίου νὰ ἀλλάζει τὸ αὐτοεπιβεβαιωτικό του πρόσημο σὲ αὐθυπερβατικό, ὅταν ἀπειλεῖται ἡ κοινωνική του ὑπόσταση.

Πράγματι, ὅταν ἔχει ἐπιτευχθεῖ ἡ ζητούμενη «ἀνοσία ἀγέλης» ἔναντι τῆς «ἀφύσικης» θείας Ἀγάπης, τότε «οἱ ἄνδρες, οἱ γυναῖκες καὶ οἱ οἰκογένειες» τῆς σιδηρᾶς κυρίας Θάτσερ, ἀνακαλύπτουν μὲ τρόμο ὅτι δὲν μποροῦν πλέον νὰ συγκροτηθοῦν σὲ «ἀγέλη», προκειμένου νὰ ἐπιβιώσουν. Οἱ παλιὲς καλὲς «ἀντλίες χάους», ὅταν μείνουν χρόνια ἀζωογόνητες-«ἀσυντήρητες», ἁπλῶς ἀχρηστεύονται. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ τὸν Μηδενισμό: Τὸν ἠθικὸ σχετικισμὸ καὶ τὴ γνωσιολογικὴ ἐκλογίκευσή του. Τὴν ἀφανῆ «τέταρτη δύναμη» ἢ «μαύρη τρύπα», ποὺ μεταβάλλει τὰ ἄτομα σὲ σωστοὺς τερμίτες, ἱκανοὺς νὰ ροκανίζουν τόσο καλὰ τὰ θεμέλια τῶν κοινωνικῶν ξυλοκατασκευῶν, ποὺ ξαφνικὰ αὐτὲς καταρρέουν πάνω στὰ κούφια κεφάλια τῶν ἐνοίκων τους. Τρανταχτὸ παράδειγμα ἡ κατάρρευση, στὰ «καλὰ καθούμενα», τῆς γιγάντιας σοβιετικῆς ξυλοκατασκευῆς. Ποὺ ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται (καὶ διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ τώρα) τὴν ἀκολουθεῖ ἤδη τὸ ὑπερατλαντικὸ Alter Ego της.

4) Ἀναλαμβάνει τότε, συνήθως, ὁ «πόλεμος ὅλων ἐναντίον ὅλων» νὰ διεκπεραιώσει –ὅσους θὰ ἔχουν ἀπομείνει– στὸν ἑπόμενο κοινωνικὸ τύπο, τὸν διεπόμενο κι αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἴδια γενετικὴ ἀρχή: Α + Γ – Β. Κι ὁ κοσμικὸς χορὸς καλὰ κρατεῖ, στὸ χεῖλος τῆς Ἀβύσσου πάντα.

Πόρισμα Β΄: Ὁ ἀρχέτυπος τοῦ ὡς ἄνω καθολικῆς ἰσχύος συμμικτικοῦ κοινωνιο-οντολογικοῦ ἀλγορίθμου, ἢ «φυσικοῦ νόμου», εἶναι καίρια διατυπωμένος στὸ σύμβολο τῆς «Πτώσης»: Ἀποβαλλομένου τοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης ἀπὸ τὴ σχέση Ἄνδρα – Γυναίκας, ὁ οἰκογενειακός τους «Παράδεισος» μεταβάλλεται σὲ ὀνειρικὸ ἀντικατοπτρισμό.

Ὁ «Κόσμος» μας, τῶν «ἐπιρροῶν Α», εἶναι λοιπὸν ἕνας «Κόσμος Α». Εἰσχωρώντας στὸν «Κόσμο Α», οἱ «ἐπιρροὲς Β», ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἀόρατο ἄνω «Κόσμο Β», περιβάλλονται αὐτόματα ἀπὸ ἕνα κέλυφος «ἐπιρροῶν Γ». Ἡ φύση τοῦ «κελύφους» εἶναι τυπικὰ «φαρισαϊκή». Ἡ εὐαγγελικὴ ἀπεικόνισή της μᾶς δείχνει τοὺς διαχρονικοὺς «φαρισαίους» νὰ στέκονται στὴν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ «οὔτε οἱ ἴδιοι νὰ μπαίνουν μέσα, οὔτε τοὺς ἄλλους νὰ ἀφήνουν νὰ μποῦν»… (Ματθ. 23:14-19)

Ἡ εἰκόνα εἶναι βεβαίως ἀμφίσημη. Οἱ «φαρισαῖοι» ἐμποδίζουν μὲν τὴ διάχυση τῶν «ἐπιρροῶν Β», γιατί αὐτή τους ἡ «ὑπηρεσία» τρέφει τὸ Ἐγὼ τῆς αὐτοεπιβεβαίωσής τους. Δὲν εἶναι ὅμως σὲ θέση νὰ ἀποκλείσουν ἐντελῶς τὴ διέλευσή τους. Κι αὐτὸ διότι ἡ Μίμηση τῶν ριζικὰ ἐπαναστατικῶν αὐτῶν ἐπιρροῶν μπορεῖ νὰ εἶναι ὑποκριτικὴ καὶ κάποιες φορὲς νὰ ἐφοδιάζει τὸν «λύκο» μὲ «δορὰ προβάτου» (ἐξασφαλίζοντάς του ἀνεμπόδιστη εἴσοδο στὸ μαντρί, ἢ ἀκόμα καὶ τὴν ἀνάρρησή του ἐκεῖ στὸ ἀξίωμα τοῦ «Ποιμένα»…). Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ «φετιχιστική», ἀνίκανη δηλαδὴ νὰ δεῖ τὸ ζωντανὸ πνεῦμα πίσω ἀπὸ τὸ νεκρὸ γράμμα. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ αὐθεντική… Ἕνας Θεὸς ξέρει τί ἀκριβῶς εἶναι σὲ κάθε περίπτωση καὶ σὲ κάθε στιγμή.

Τὸ τί ἀκριβῶς συμβαίνει, μᾶς τὸ διηγεῖται ἡ παραβολὴ τοῦ Σπορέως. Καθὼς καὶ τὰ λόγια του Ἰησοῦ, γιὰ τὸν «κόκκο τοῦ σίτου», ὅταν κάποιοι Ἕλληνες ζήτησαν νὰ τὸν δοῦν. Δείχνουν πῶς καὶ πότε ὁ «κόκκος τοῦ σίτου» γλιτώνει ἀπὸ τὰ ζιζάνια καὶ κάνει μπόλικο καρπό… Χώρια ποὺ ἔχουμε καὶ τὸ φαινόμενο τῆς «ἐξαίφνης», ἑκατὸν ὀγδόντα μοιρῶν μεταστροφῆς: Τῆς μετάνοιας, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ μεταβάλλει τοὺς χειρότερους ἀπ’ ὅλους σὲ καλύτερους ἀπ’ ὅλους. Ὅπως: α΄) Τὸν ἀπηνῆ Ἀρχιδιώκτη σὲ Ἀπόστολο, καὶ μάλιστα τὸν πιὸ πετυχημένο. Καὶ β΄) Νὰ ἁρπάζει τὴν τελευταία στιγμὴ τὸν κακοῦργο ἀπὸ τὴν Κόλαση καὶ νὰ τὸν ἐγκαθιστᾶ στὸν Παράδεισο, καὶ μάλιστα «πρῶτο τραπέζι πίστα»… Ἐδῶ ἔχει θέση τὸ στρατιωτικὸ φθέγμα: «μὲ μιὰ μεταβολὴ οἱ ἔσχατοι ἔσονται πρῶτοι».

«Εἶδον ἀκαθάρτους ψυχὰς περὶ ἔρωτος σωμάτων ἐμμανῶς δακειμένας, καὶ δὴ αὗται, σκῆψιν μετανοίας προσλαβόμεναι, ἐκ πείρας ἔρωτος τὸν αὐτὸν πρὸς Κύριον μετενηνόχασιν ἔρωτα, καὶ πάντα φόβον εὐθὺς ὑπερπηδήσασαι, ἀπλήστως εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἐνεκεντρίσθησαν». (Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Λόγος 5, 6. Βλ. καὶ Χρ. Γιανναρᾶς Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ ἔρως καὶ Γρίφος θάνατος.)

Στὴ βάση αὐτή, οὔτε ἡ πατριωτικὴ αὐθυπέρβαση μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ στεγανὰ κλεισμένη στὶς προδιαγραφὲς τοῦ βαρυτικοῦ ζεύγματος «Φόβος καὶ Δέλεαρ» τοῦ Ἑλκυστῆ τῆς Τριαρχίας τῶν σκοπῶν. Φαινόμενα ἐκπληκτικῆς αὐθυπερβατικῆς ἀμοιβαιότητας δύνανται νὰ ἀναγνωριστοῦν σὲ ὅλες τὶς ἐπαναστατικὲς ἐκτινάξεις, κοινωνικὲς καὶ πατριωτικές. «Καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή»… Ἂς θυμηθοῦμε τὸ 1821, τὸ 1940 καὶ τὸ παλλαϊκὸ αὐθυπερβατικὸ παραλήρημα τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ γιὰ τὴν Ἕνωση μὲ τὴν Ἑλλάδα τὴ δεκαετία 1950-1960 – αὐθυπερβατικὲς ἐξάρσεις, ποὺ λόγω τοῦ βεβαρυμμένου μηδενιστικοῦ καὶ ἐμφυλιοπολεμικοῦ ἱστορικοῦ μας, ἀποδειχτήκαμε ἀνάξιοί τους, προδίδοντας ὅλους ἐκείνους τοὺς ἥρωες, ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴ συλλογική μας Ἐλευθερία/Κυριαρχία: τὴν κοινωνιο-οντολογικὴ προϋπόθεση παντὸς κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ.

Ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν «ἐπιρροῶν Β» ποτὲ δὲν ἦταν ἐντελῶς ἐπιτυχής, μάρτυς μας ἡ παγκόσμια Ἱστορία: Ὅλο καὶ κάποια αὐθυπερβατικὰ ὄντα –ἡμίθεοι, ἥρωες, προφῆτες, ἅγιοι καὶ οἱ ποιητὲς ποὺ τοὺς ἐξύμνησαν– τοποθετοῦνται στὰ θεμέλια τῶν πολιτισμῶν ὡς ἀγωγοὶ «ἐπιρροῶν Β», παραπέμποντας ἀσφαλῶς σὲ κάποια ὑπαρκτὰ καὶ ἐκτάκτως αὐθυπερβατικὰ ὑποδείγματα. Ἐξ οὗ καὶ ἡ πανάρχαιη ἐπίγνωση ὅτι, ἂν ἕνα ἔθνος πάψει νὰ ἔχει αὐθυπερβατικὰ πρότυπα, εἶναι καταδικασμένο νὰ ἀφανιστεῖ. Τὸ γνώριζαν ἄλλωστε τοῦτο πολὺ καλὰ οἱ πρῶτοι Ἕλληνες Ἀπολογητὲς τῆς χριστιανικῆς Πίστης, ποὺ ἔβλεπαν στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τὸ Πλήρωμα ὅλων τῶν προγενέστερων «σπερματικῶν» αὐθυπερβατικῶν προτυπώσεων.

Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ αὐθυπερβατικοῦ Λόγου τῆς Ἀγάπης στὰ Θυσιαστήρια τῶν πολιτισμῶν ὑπόκειται ἐκ τῶν πραγμάτων σὲ τριλεκτικοῦ χαρακτήρα «προσαρμοστικὲς ἐκπτώσεις» – προσαρμοστικές, ἀφ’ ἑνός, στὴν ἑτερότητα τῆς δομῆς τοῦ Θεμελιώδους Νόμου τοῦ ἀποδέκτη ἱστορικοῦ πολιτισμοῦ καί, ἀφ’ ἑτέρου, στὴν ἐπιταγὴ τῆς σταθερῆς ἀναπαραγωγῆς τῆς ταυτοτικῆς αὐτῆς ἑτερότητας ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ἐξηγεῖται ἔτσι γιατί οἱ Ἕλληνες προσέλαβαν τὸν Χριστιανισμὸ ὡς Ὀρθόδοξο-προσωποκεντρικό, οἱ Λατινόφραγκοι ὡς Καθολικό-κολεκτιβιστικὸ καὶ οἱ Γερμανοβίκιγκς ὡς Προτεσταντικό-ἀτομοκεντρικό. (Μαζὶ ἐννοεῖται μὲ τὶς ἀγεφύρωτες μεταξὺ τῶν τριῶν «Ὁμολογιῶν» τριλεκτικοῦ χαρακτήρα ἀντιθέσεις. Καὶ μὲ τὴν πλήρη ἐπίσης ἀκατανοησία τοῦ κοινωνιο-οντολογικοῦ χαρακτήρα τῶν ἐν λόγῳ προσαρμοστικῶν ἐκπτώσεων-ἀποκλίσεων.) Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ὁ «γραμμικὸς» ἱστορικὸς χρόνος, ποὺ ἐγκαθίδρυσε ἡ Ἐνανθρώπιση, δὲν «κατήργησε» τὴ λεγόμενη «κυκλικότητα» (πιο σωστά: κωδωνόσχημη καμπυλότητα) τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου τῶν πολιτισμῶν. Ἀντιθέτως: τὴν ἐνσωμάτωσε, ἐπιτρέποντας στὰ ἔθνη νὰ ὁλοκληρώσουν τὸν δρόμο τους στὴν ἑκάστοτε κοινωνιο-οντολογικὴ βαθμίδα (κολεκτιβιστική, ἀτομοκεντρική, προσωποκεντρική), ποὺ ἔτυχε νὰ τοὺς βρεῖ ὁ χριστιανισμός.

Ἐνῶ, λοιπόν, τὸ αὐτοεπιβεβαιωτικὸ πρόσημο τῆς ἐρωτικῆς ἀγάπης ἀρκεῖ γιὰ τὴ ζωολογική μας γέννηση, ἡ ἀνθρωπολογική μας γέννηση (ὁ πολιτισμός) καὶ ἄρα ἡ κοινωνική μας ὕπαρξη ὡς Εἴδους, εἶναι ἀνέφικτη δίχως τὴν ἐνεργὸ καὶ ἀμφίσημη, ἔστω, παρουσία τοῦ αὐθυπερβατικοῦ ἀγαπητικοῦ προσήμου. Ὅσο μικρὴ ἂν φαίνεται καὶ ἀσήμαντη, δὲν παύει νὰ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ ζωτικὴ δύναμη, ποὺ κρατᾶ στὴν ὕπαρξη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅλες οἱ ἄλλες παρασιτοῦν ἁπλῶς στὸ σῶμα αὐτῆς τῆς «μικρῆς ζύμης».

Πόρισμα Γ΄: Ὁ θεῖος Ἔρως, τὸ ἄτρεπτο ὑπερατομικὸ Τρίτο, συνέχει τὸν «Κόσμο» μας, ὡς ἀποπεμπόμενο ἀπὸ τὸν «Κόσμο».

 

Από το Βιβλίο: «ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΤΟΥΣ, Ο πόλεμος των φύλων και η ελληνική παράδοση. Σώζεται η Δύση;» (Η ενότητα ως αποκλεισμός του Τρίτου. Κεφ. 4.3.3 σ. 250-262. Εκδ. Αρμός Αθήνα 2022.)

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

1 σχόλιο

  1. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω
    Χωρίς να έχω την πρόθεση αλλά ούτε και την δυνατότητα να συμπληρώσω ή να προσθέσω κάτι ουσιαστικό στον ούτως ή άλλως άρτιο λόγο του κυρίου Ζιάκα θα μπορούσα απλά να υπενθυμίσω τον τρόπο λειτουργίας του 1/2 σπιν στον κόσμο της κβαντικής ελευθερίας των “υπο-ατομικών” σωματιδίων, όπου σύμφωνα με την σχετική θεωρία, μια πλήρης στροφή στον πραγματικό χώρο, αντιστοιχεί και περιγράφεται αντιστοίχως ως παρακολούθηση δύο πλήρων στροφών στον ‘εσωτερικό’ χώρο καταγραφής των φάσεων του φαινομένου.
    Ισως πέρα από τις όποιες αντιστοιχίες μπορεί να προκύπτουν μεταξύ αυτού που συμβαίνει και αυτού που περιγράφεται ή καταγράφεται, κάποια πράγματα καθώς ανατροφοδοτούν τις σκέψεις μας, χρειάζεται να τα σκεφτόμαστε δύο φορές για να κλείσουμε τον κύκλο αυτού που παρακολουθούμε.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ