Το Internet γεννήθηκε πριν από 74 χρόνια

0
176

Πατέρας του πρώτου Διαδικτύου ο πρωτοπόρος της τεχνολογίας αλλά και λησμονημένος Πολ Οτλέ, που το 1934 οραματίστηκε τα links!

Η μεσαιωνική πόλη Μονς στο Βέλγιο μοιάζει ξεχασμένη από τον χρόνο. Πέρα από τη γοτθικού ρυθμού εκκλησία, δεν υπάρχουν πολλά να δει κανείς, εκτός από ένα μικροσκοπικό μουσείο, το Mundaneum, κρυμμένο σε ένα στενό δρομάκι. Πρόκειται για το ταιριαστό καταφύγιο του μύθου ενός από τους εξίσου λησμονημένους πρωτοπόρους της τεχνολογίας: του Πολ Οτλέ.

Το 1934, ο Οτλέ επινόησε το πρώτο παγκόσμιο δικτύο ηλεκτρονικών υπολογιστών (ή «ηλεκτρικών τηλεσκοπίων» όπως έλεγε) που θα επέτρεπε στους ενδιαφερομένους να ψάξουν και να μελετήσουν εκατομμύρια συνδεδεμένα μεταξύ τους έγγραφα, εικόνες, καθώς και αρχεία ήχου και εικόνας. Επίσης, ισχυριζόταν ότι ο κόσμος θα χρησιμοποιούσε αυτές τις συσκευές για να στέλνει μηνύματα, να μοιράζεται αρχεία και να συμμετέχει σε κοινωνικά δίκτυα. Το όραμά του το βάφτισε reseau, δηλαδή ιστός ή δίκτυο.

Δικτυωμένος κόσμος

Οι ιστορικοί αποδίδουν τη γέννηση του Διαδικτύου σε Βρετανούς και Αμερικανούς εφευρέτες, όπως ο Βάνεβαρ Μπους, ο Νταγκ Ενγκελμπαρτ και ο Τεντ Νέλσον. Και όμως, μισό αιώνα πριν από την παρουσίαση του πρώτου ιντερνετικού μπράουζερ, το 1991, ο Οτλέ περιέγραφε ένα δικτυωμένο κόσμο όπου «οποιοδήποτε από την πολυθρόνα του θα μπορούσε να ερευνήσει και να προσεγγίσει όλοκληρη τη Δημιουργία».

Το όραμα του Οτλέ βασιζόταν στην ιδέα μιας δικτυωμένης συσκευής που συνέδεε έγγραφα χρησιμοποιώντας αυτά που σήμερα γνωρίζουμε ως links, συνδέσμους. Μπορεί κάτι τέτοιο να μοιάζει αυτονόητο, αλλά το 1934 αποτελούσε πρωτοπορία.

Σήμερα, ο Οτλέ και η εργασία του έχει λησμονηθεί ακόμα και από τους Βέλγους συμπατριώτες του. Αν και ο ίδιος ήταν αρκετά διάσημος στην εποχή του, η φήμη του χάθηκε εξαιτίας σειράς ιστορικών κακοτυχιών, μεταξύ των οποίων η κατάκτηση του Βελγίου από τους ναζί και η καταστροφή του μεγαλύτερου τμήματος της εργασίας του. Πρόσφατα, ωστόσο, μία μικρή ομάδα ερευνητών προσπαθεί να αναστήσει τη φήμη του Οτλέ, εκδίδοντας εκ νέου την εργασία του και συγκεντρώνοντας χρήματα για τη δημιουργία του μουσείου στη Μονς και τη διατήρηση του αρχείου του.

Η δικαίωση

Καθώς το μουσείο Mundaneum γιορτάζει αυτές τις μέρες τα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του, οι υπεύθυνοι ετοιμάζονται να δημοσιοποιήσουν μέρος της αρχικής συλλογής στο σημερινό Διαδίκτυο. Αυτή η πρωτοβουλία θα είναι όχι μόνο ένα είδος μεταθανάτιας δικαίωσης του Οτλέ, αλλά και θα προσφέρει μια ευκαιρία επανεκτίμησης της θέσης του στην ιστορία του Διαδικτύου. Ηταν άραγε το Mundaneum απλώς ένα αξιοπερίεργο στην ιστορία της τεχνολογίας, ένας δρόμος που δεν δοκιμάστηκε ποτέ ή μήπως το όραμα του Οτλέ θα μπορούσε να σταθεί και σήμερα πηγή χρήσιμων εμπνεύσεων για το μέλλον του Διαδικτύου; Αν και ο Βέλγος επιστήμονας πέρασε ολόκληρη τη ζωή του σε μια εποχή όπου δεν υπήρχαν, ακόμη, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, υπήρξε εξαιρετικά διορατικός για τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών μέσων. Το περιέργο είναι ότι το μελλοντολογικό του όνειρο στηρίχθηκε στην αγάπη του για τα βιβλία.

Ο Οτλέ γεννήθηκε το 1868 και δεν πήγε σχολείο παρά μόνο στα δώδεκά του χρόνια. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν τριών ετών. Ο πατέρας του ήταν πετυχημένος επιχειρηματίας, ο οποίος κρατούσε τον γιο του εκτός σχολείου, πεπεισμένος ότι οι σχολικές αίθουσες παραμορφώνουν τις έμφυτες ικανότητες του ανθρώπου. Κλεισμένος στο σπίτι με τους εκπαιδευτές και τους λίγους φίλους του, ο νεαρός Οτλέτ ζούσε σαν μοναχικός βιβλιοφάγος.

Βιβλιοφάγος

Οταν, εν τέλει, πήγε στο γυμνάσιο, αναζήτησε καταφύγιο στη βιβλιοθήκη. «Κλειδωνόμουν και έψαχνα τον κατάλογο των βιβλίων που θεωρούσα ένα μικρό θαύμα», θα έγραφε αργότερα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την εγγραφή του στο σχολείο, ανέλαβε καθήκοντα βιβλιοθηκάριου.

Στα επόμενα χρόνια, ο Οτλέ ποτέ, στην πραγματικότητα, δεν εγκατέλειψε τη βιβλιοθήκη. Αν και ο πατέρας του τον ώθησε στη Νομική Σχολή, σύντομα εγκατέλειψε τη δικηγορία για να επιστρέψει στην πρώτη του αγάπη, τα βιβλία. Το 1895 γνώρισε τον Ανρί Λα Φοντέν, ο οποίος πολλά χρόνια αργότερα βραβεύθηκε με Νομπέλ, και μαζί προσπάθησαν να καταγράψουν το σύνολο της παγκόσμιας βιβλιογραφίας.

Ακόμη και το 1895, ένα τέτοιο εγχείρημα έμοιαζε με διανοητική ύβρη κολοσσιαίων διαστάσεων. Οι δύο άνδρες συνέλεγαν στοιχεία από κάθε βιβλίο που εκδόθηκε ποτέ, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, φωτογραφίες, πόστερ και φυλλάδια και τα κατέγραφαν σε κάρτες αποδελτίωσης, το πιο σύγχρονο για την εποχή μέσο αποθήκευσης δεδομένων δημιουργώντας μία τεράστια τράπεζα δεδομένων με 12 εκατομμύρια αναφορές.

Εν τέλει, ο Λαφοντέν και ο Οτλέ κατάφεραν να πείσουν τη βελγική κυβέρνηση να στηρίξει το εγχείρημά τους, προτείνοντάς της να χτίσει μια «πόλη της γνώσης», η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεκδίκηση του Βελγίου να στεγάσει την έδρα της Κοινωνίας των Εθνών. Η κυβέρνηση τους έδωσε, τελικά, χώρο σε ένα κυβερνητικό κτίριο, όπου ο Οτλέ άρχισε να ξεδιπλώνει την προσπάθειά του. Προσέλαβε προσωπικό και δημιούργησε υπηρεσία έρευνας (έναντι αμοιβής) που επέτρεπε στους πολίτες, σε οποιοδήποτε γωνιά του κόσμου, να υποβάλλουν μέσω ταχυδρομείου ή τηλεγραφήματος κάποιο ερώτημα.

Ηταν ένα είδος σύγχρονης μηχανής αναζήτησης, τύπου Google ή Yahoo, στο Διαδίκτυο. Σύντομα, άρχισαν να κατακλύζονται με έρευνες για τα πιο απίθανα ζητήματα, από τα μπούμερανγκ μέχρι τα οικονομικά της Βουλγαρίας – περισσότερες από 1.500 παρόμοιες έρευνες έγιναν μέσα σε ένα χρόνο.

Ηλεκτρονική μνήμη

Καθώς δεν υπήρχε σύστημα αποθηκεύσης ηλεκτρονικών δεδομένων τη δεκαετία του 1920, ο Οτλέ προσπάθησε να το εφεύρει. Αρχισε να γράφει εκτενώς για την προοπτική ηλεκτρονικής μνήμης, μια διανοητική προσπάθεια που κλιμακώθηκε με το βιβλίο του, «Monde», το 1934. Εκεί αναφέρεται χαρακτηριστικά στο όραμα του «μηχανικού, συλλογικού εγκεφάλου» που θα περιλάμβανε όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες, ενώ η πρόσβαση σε αυτόν θα γινόταν διαμέσω ενός παγκόσμιου δικτύου τηλεπικοινωνιών.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι, καθώς άρχισε να αποκρυσταλλώνεται το όραμά του, το Mundaneum είχε ήδη αρχίσει να σβήνει. Η βελγική κυβέρνηση έχασε το ενδιαφέρον της για την έδρα της Κοινωνίας των Εθνών όταν άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Το 1940, όταν μπήκαν οι ναζί στο Βέλγιο, ήλθε η χαριστική βολή, καθώς καταστράφηκαν εκατομμύρια κάρτες αποδελτίωσης. Ο Οτλέ πέθανε, αποτυχημένος και απογητευμένος, το 1944 και πολύ γρήγορα έσβησε από τη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας.

Ο πρόδρομος του Web 2.0 και οι «έξυπνοι σύνδεσμοι»

Μετά τον θάνατο του Οτλέ, ό,τι είχε απομείνει από το αρχικό πρόγραμμα του Mundaneum αφέθηκε ξεχασμένο, στο παλιό εργαστήριο Ανατομίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου στο πάρκο Λεοπόλδου μέχρι το 1968. Τότε, ο νεαρός φοιτητής Μπόιντ Ρεϊγουάρντ διάβασε μέρος της εργασίας του Οτλέ και ανακάλυψε τα αρχεία που είχαν απομείνει, αφού ταξίδεψε στο παλιό, εγκαταλελειμμένο γραφείο του Οτλέ, στις Βρυξέλλες. Στη συνέχεια, ο Ρέιγουαρντ συνέβαλε στην αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τη δουλειά του Οτλέ, κάτι που τελικά οδήγησε στο πρόγραμμα για τη δημιουργία του μουσείου Mundaneum.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το Διαδίκτυο που οραματίστηκε ο Οτλέ θα ήταν μάλλον καλύτερο από αυτό που διαθέτουμε. Είχε οραματιστεί, μεταξύ άλλων, τους «έξυπνους συνδέσμους», που δεν θα συνέδεαν μόνο κείμενα – όπως συμβαίνει σήμερα- αλλά θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν κατά πόσο κάθε έγγραφο «συμφωνεί ή διαφωνεί» με τα υπόλοιπα.

Επίσης, προέβλεψε τις δυνατότητες των κοινωνικών δικτύων που θα επέτρεπαν στους χρήστες «να συμμετέχουν, χειροκροτούν, επικρίνουν και τραγουδουνν σαν σύνολο».

Κάποιοι ακαδημαϊκοι πιστεύουν ότι ο Οτλέ οραματίστηκε το Web 2.0 (συνεργατικό διαδίκτυο), ένα πλαίσιο διαχείρισης δεδομένων, στο επίκεντρο του οποίου υπάρχουν συγκεκριμμένα θέματα. Και αυτό, όπως και το Mundaneum, προσέβλεπε στη δημιουργία εννοιολογικών σχέσεων μεταξύ γεγονότων και ιδεών. Οι επικριτές του, βέβαια, υποστηρίζουν ότι απαιτεί την εργασία εξειδικευμένων προγραμματιστών για τη δημιουργία ενοτήτων (τυποποιημένων περιγραφών εννοιών και σχέσεων) που θα επιτρέψουν στους υπολογιστές να ανταλλάσσουν δεδομένα μεταξύ τους. Τα ίδια ισχύουν και για το όραμα του Οτλέ που απαιτούσε εκπαιδευμένους υπαλλήλους για την καταγραφή και κατάταξη σε κατηγορίες της γνώσης του κόσμου.

Σήμερα το Μundaneum παλεύει να επιβιώσει. Οργανώνονται εκθέσεις φωτογραφιών και σύγχρονης τέχνης, αλλά και πάλι ελάχιστοι είναι οι τουρίστες που διαβαίνουν το κατώφλι του. Η Μονς, ωστόσο, ίσως καταφέρει να μπει στον ιστορικό χάρτη της τεχνολογίας. Πέρυσι μία νέα επιχείρηση που έφτασε στην πόλη ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει τη δημιουργία κέντρου δεδομένων στην άκρη της: Το όνομά της; Google. 

πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_100077_22/06/2008_274921

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here