Η διαχρονική Φόνισσα του Παπαδιαμάντη

0
1224

Είναι πολύ σημαντικό ότι ένα έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από το τόσο μακρινό 1903, έρχεται και σήμερα να μας απασχολήσει, ελπίζω δημιουργικά. Αφορμή είναι βέβαια η κινηματογραφική ταινία της Εύας Νάθενα (2023). Η εμπορική και καλλιτεχνική της επιτυχία ήταν και είναι δεδομένη, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρωταγωνίστρια είναι η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (στον ρόλο της Φραγκογιαννούς).

Πολλά πρόλαβαν να ακουστούν. Ήταν αρκετοί αυτοί που κατηγόρησαν την ταινία ότι προωθεί την «πολιτική ορθότητα» και μεταφέρει στο λογοτεχνικό έργο του Παπαδιαμάντη έναν «γουοκισμό» (woke culture). Είναι μία ένσταση που, σε πρώτο επίπεδο, ισχύει. Πραγματικά, στην ταινία της Νάθενα βλέπουμε να κυριαρχεί ένα «μαύρο», ένας διάχυτος μαύρος χρωματισμός που αναπόφευκτα σε εμάς τους «υποψιασμένους» μας μεταφέρει σε μία φονταμενταλιστική κοινωνία ισλαμικού χαρακτήρα. Αλλά μήπως αυτή η αίσθηση είναι δική μας φαντασίωση, των θεατών; Υπάρχουν και σαφείς νύξεις σε βία κατά των γυναικών που ως τέτοια δεν μαρτυρείται στο κείμενο, μία έμμεση αναφορά στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα της γυναίκας (στη σκηνή με την έκτρωση που κάνει η Φραγκογιαννού), η οποία αιτιολογείται στην απουσία του άνδρα (ή των ανδρών) στα καράβια, ενώ στο κείμενο είναι η είσοδος στην παραδοσιακή κοινότητα των «ξένων» από την πόλη, που λειτουργούν ως υποκατάστατα των εν απουσία ανδρών (3, 481, 5-10), και φυσικά η τελική αναφορά στο τέλος (εκτός της ταινίας) για τον αριθμό των γενοκτονιών και τον θεσμό της προίκας. Αυτά ήταν, πιστεύω, τα στοιχεία που εξόργισαν τους αντίπαλους της υπερβολής της «πολιτικής ορθότητας». Δεν είμαι σίγουρος εάν τους ενόχλησε η απαλειφή στο τέλος του έργου της τόσο γνωστής φράσης δικαιοσύνης του Παπαδιαμάντη ότι αυτή, μετά από τόσους φόνους, βρήκε τον θάνατο «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης» (3, 520, 15-16). Ναι, αυτό λείπει, όσο δεν λείπει στην ταινία του Κοβότσου (1991). Επίσης, είναι μινιμαλιστικά περιορισμένες οι αναφορές- ούτως ή άλλως λίγες και στο κείμενο- από την Νάθενα της προσπάθειας της Φραγκογιαννούς να λειτουργηθεί (αποτυχημένες), αλλά και της εξομολόγησής της στον Άι-Γιάννη τον Κρυφό (3, 460, 13-20).

Τα θρησκευτικά σύμβολα δείχνουν να απουσιάζουν στην ταινία της Νάθενα. Εγώ θα επεξέτεινα αυτή τη μη δυνατότητα προσέγγισης του σημείου σύνδεσης ανθρώπου και θείου και στην απουσία του ιδιαζόντως «φιλοσοφικού»: «αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια» (3, 446, 22-23). Είναι πολύ σημαντικό αυτό το σημείο και κακώς παραμελείται. Θυμίζω ότι το 1892, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, ο Παπαδιαμάντης θα δημοσιεύσει ένα πανηγυρικό άρθρο για τον άγιο, στο οποίο ακριβώς εκφράζει την ανάποδη θεώρηση: «αν ο άγγελος του θανάτου, κατ’ εξοχήν τροπαιοφόρος, δεν είναι ο αισιώτερος των αγγέλων;» (Κοκόλης, 2005). Είναι ίσως η μοναδική τοποθέτηση του Παπαδιαμάντη, τόσο ξεκάθαρη όσο και γοητευτικά ιδιάζουσα (για έναν άνθρωπο της Εκκλησίας), που θα μας βοηθούσε να ανέβουμε επίπεδο στην κατανόηση του δράματος.

Άρα, είναι η προσπάθεια της Νάθενα μία επιφανειακή προσέγγιση, στο κλίμα ενός «γουοκισμού»; Δεν θα το έλεγα. Είμαι επιφυλακτικός, πρώτον, διότι οι τυπικές συμβάσεις μιας εποχής θα πρέπει να τηρούνται, αλλιώς δεν προχωρά κάτι. Οι αντιρρήσεις των πολεμίων του «γουοκισμού» δεν μου λένε τίποτα- είναι συνήθως το ίδιο εμπαθείς με τους αντιπάλους τους. Το ζητούμενο είναι εάν μέσω της τήρησης αυτών των συμβάσεων (γυναικοκτονίες, προίκα, βία κατά των γυναικών) η Νάθενα θέλει να δώσει ένα άλλο «στίγμα». Νομίζω πως ναι. Ακόμα και μη συνειδητά. Για παράδειγμα, στο κινηματογραφικό έργο, η Φραγκογιαννού αυτοκτονεί αγκαλιάζοντας τη «μάνα-συνείδησή» της, και ενεργοποιούνται τα εφέ για τη βοή των κυμάτων που την υποδέχεται. Είναι σημαντικό. Ακόμα και ο Κωστής Παπαγιώργης (1998), δεν μπορούσε τόσο εύκολα να αποδεχθεί πώς ο Παπαδιαμάντης καταφεύγει στη δικαιοκρισία των φυσικών στοιχείων, οπότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτό συμβαίνει (η θάλασσα ανταριάζει) γιατί η Φραγκογιαννού πάσχει από ώριμη ηθική συνείδηση.

Μίλησα για ίσως μη συνειδητή πρόθεση από την πλευρά της Νάθενα. Ας το εξηγήσω. Η δύναμη του παπαδιαμαντικού κειμένου είναι τόσο μεγάλη που τελικά «επιβάλλει» στον σύγχρονο άνθρωπο να μην μπορεί να αρκεστεί- όσο και να το θέλει- στην ευκολία της καταγγελίας. Στο κινηματογραφικό έργο, η Φραγκογιαννού είναι δεσπόζουσα μητριαρχική μορφή μίας πολυμελούς οικογένειας και οι άνδρες απουσιάζουν (είτε λείπουν είτε απλά ασκούν βία). Δεν μπορούμε πλέον τόσο εύκολα να μιλάμε για την κακή πατριαρχία. Αυτό δεν μπορεί να το αποφύγει η Νάθενα. Η απουσία του πατέρα είναι χαρακτηριστική. Όλοι οι άνδρες στο κείμενο αφανίζονται. Για χάρη της ιδανικής της μητέρας (την οποία σκοτώνει, αυτοκτονώντας) πνίγει τα «θυγάτρια», ελλείψει Ονόματος του Πατρός εις το Όνομα της Μητρός. Η Φραγκογιαννού παγιδεύεται στο σώμα της μητέρας της, χωρίς πνευματική γέννηση (θα ήθελε να ήταν πουλί και να πέταγε) (Ασλανίδης, 2005).

Μία ακόμα ολίσθηση του ενδεχόμενου «γουοκισμού» που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τον Παπαδιαμάντη; Δεν είναι η μόνη. Η Νάθενα θα έλεγε κανείς βάζει την Φραγκογιαννού να λέει ότι τα χέρια της (που σκοτώνουν) είναι τα χέρια της ίδιας της κοινότητας, και πολύ σύντομα (δεν) εστιάζει στο κυνηγητό εναντίο της από το χωριό (η σκηνή με τις δάδες). Μήπως δικαιώνει την φόνισσα, ενοχοποιώντας όλο το χωριό; Μία ακόμα σύμβαση της εποχής; Ακόμα και έτσι να είναι, η ιστορία μένει μετέωρη, αφού οι μανάδες που χάνουν τα κορίτσια τους, δεν συναινούν. Μάλιστα, η αντιστροφή της σειράς των φόνων στην κινηματογραφική ταινία, όταν η εγγονή της (Χαδούλα) θανατώνεται στο τέλος, κάνοντας την μάνα της να ουρλιάζει κατά της φόνισσας, μας οδηγεί σε μία δραματική κορύφωση που δεν ταιριάζει απόλυτα με αυτό το «φονταμενταλιστικό» χωριό. Το κείμενο και πάλι βγαίνει νικητής. Η ψυχαναλυτική σημειωτική, στην οποία μάλλον αρέσκεται η Νάθενα, επειδή είναι τόσο ποιοτικό το κείμενο την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη διασύνδεση νερού-φόνου. Η φύση του θανάτου που επιβάλλεται στα θύματα (πνιγμοί ή στραγγαλισμοί, που ισοδυναμούν με πνιγμούς) (Εύζωνας, 2015) και η πραγματική ή συμβολική παρουσία του νερού (σημείο βάπτισης), δεν παραμελείται στην ταινία. Αυτό από μόνο του μας οδηγεί στην υπέρβαση ενός απλού, επιφανειακού καταγγελτικού λόγου.

O Παπαδιαμάντης είναι πολύ καλά πληροφορημένος. Ήταν σε γνώση του το μνημόνιο του 1836, στο οποίο οι Σκοπελίτες ζητούσαν την κατάργηση της προίκας, αναφέροντας «μυστικάς βρεφοκτονίας» που προκαλεί (Saunier, 2001). Η αφορμή μπορεί να είναι αυτή για να «πλέξει» την ιστορία, αλλά φυσικά δεν θα έμενε σε αυτή την αφορμή. Όταν η Φραγκογιαννού ουσιαστικά αυτοκτονεί μέσα από τα αλλεπάλληλα φονικά της και μισεί το όνομα της, όταν θέλει να φύγει από τον κόσμο και τα βάσανά του, δεν είμαστε πλέον στο επίπεδο μίας κοινωνικής καταγγελίας. Για ποια ακριβώς πατριαρχία μιλάμε, όταν πραγματικά μέσα από τα όνειρά της, η Φραγκογιαννού δημιουργεί σχέση μητρότητας με τα θύματά της: «Εσύ μας γέννησες, μας έκαμες» (3, 495, 6-7). Στο πλαίσιο της βαθιάς μητριαρχίας, όπου το Όνομα του Πατέρα λείπει και τον πατέρα υποκαθιστά η αυταρχική μητέρα, οι φόνοι δεν είναι πια τόσο δύσκολο να συμβούν.

Και λίγα λόγια για τους υπέρμαχους της «παραδοσιακής» ανάγνωσης αυτών των κειμένων. Δεν θα τα βγάλουν εύκολα πέρα, για αυτό και αυτοί απλά καταγγέλλουν τους καταγγέλλοντες. Σε ολόκληρο το έργο του, ο Παπαδιαμάντης δεν παύει να «σκοτώνει» παιδιά και ειδικότερα νέες κοπέλες, ονειροπολώντας τη στειρότητα μίας καλογερικής απόσυρσης (Saunier, 2001). Μήπως στην Φραγκογιαννού τελικά αυτοβιογραφείται ο κυρ Αλέξανδρος;

Ας σκανδαλιστούμε λοιπόν ελεύθερα από τις πολύ σωστές παρατηρήσεις του Δ. Αγγελή (2016): «Προσπαθώντας νὰ ἐξηγήσει τὸ ποιμαντικὸ αὐτὸ πρόβλημα (του θανάτου των νηπίων), ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὑποστηρίζει ὅτι τὰ νήπια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴ νόσο τῆς κακίας («μήτε τὴν ἀρχὴν συνενεχθεῖσα τῇ τῆς κακίας νόσῳ»: ΕΠΕ 8, 462), γίνονται ἀμέσως δεκτὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ («ἀλλ’ εὐθέως ἡ ἀγαθὴ λῆξις τοὺς ἐν ἀωρίᾳ μεταστάντας ἐκδέχεται»: 450), ἐπειδὴ καλότυχος δὲν εἶναι μόνο ὁ ἄπειρος τῆς κακίας, ἀλλὰ κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν πρόλαβε νὰ τὴ γνωρίσει (467). Ἀλλὰ γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει νὰ ζήσουν τὰ νήπια; Διότι αὐτὸ εἶναι, ὑποστηρίζει, τὸ κατόρθωμα τῆς θείας πρόνοιας, «τὸ μὴ μόνον συστάντα θεραπεύειν τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ κωλύειν πρὸ τῆς συστάσεως» (470). Ἐπειδή, δηλαδή, ὁ παντογνώστης Θεὸς γνωρίζει τὴν κακὴ μελλοντικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἀφήνει τὴ ζωή του νὰ προχωρήσει προκειμένου νὰ ἀποσοβήσει τὸν κίνδυνο τῆς ἀπωλείας του…..Ἐκκινώντας ἀπὸ τὴ διαπίστωση ὅτι ὁ κόσμος εἶναι κυριευμένος ἀπ’ τὸ κακό, καταλήγει στὸ συμπέρασμα, μέσα ἀπὸ μιὰ ἀλληλουχία ἀναδρομῶν στὸ παρελθόν, ὅτι τὸ ὑπάρχειν στὸν κόσμο εἶναι ἕνα ὑπάρχειν λάθος (ἔτσι ὁδηγεῖται στὸν πρῶτο φόνο). Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα οἰκοδομεῖ καὶ ἡ ἴδια μία ψευδῆ ταυτότητα, ἡ ὁποία ζητᾶ νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Θεό, ἔχουμε νὰ κάνουμε δηλαδὴ μὲ μιὰ δαιμονικὴ διαστρέβλωση τῆς πραγματικότητας ποὺ φτάνει τὰ ὅρια τῆς ὕβρεως».

 

Πηγές

  1. Αγγελής, Δ. (2016). Το θρίλερ. Σημειώσεις για την έννοια του κακού στην Φόνισσα. Παπαδιαμαντικά Τετράδια, 10: 35-52. https://www.greek-language.gr/periodika/mags/papadiamantika_tetradia/2016/10/141268 (17 Δεκεμβρίου 2023).
  2. Ασλανίδης, Ε. Γ. (2005). Το μητρικό στοιεχείο στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Σε: Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων. (Γ. Φαρίνου- Μαλαματάρη, επιμ.), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 307-313.
  3. Εύζωνας, Ν. (2015). Η Φόνισσα ως ψυχοσωματική ομολογία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ελληνικά, 65 (2): 315-353.
  4. Κοκόλης, Ξ.Α. (2005). Αυτό-και ετερο-βιογραφισμός στη Φόνισσα. Σε: Εισαγωγή στην Πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων. (Γ. Φαρίνου- Μαλαματάρη, επιμ.), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 277-285.
  5. Κάποιος μπορεί να δει την Φόνισσα, στην κινηματογραφική εκδοχή του 1991, στο: https://www.youtube.com/watch?v=aLmw6NaK_Eg (πρόσβαση 17 Δεκεμβρίου 2023).
  6. Οι παραπομπές στο κείμενο γίνονται, όποτε χρειάζεται, από την (κριτική) έκδοση των Απάντων Παπαδιαμάντη, του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1989.
  7. Παπαγιώργης, Κ. (1998). Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτης.
  8. Saunier, G. (2001). Εωσφόρος και Άβυσσος. Ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ