H συνάντηση επιστήμης και τέχνης στην Ελλάδα: προβλήματα και προοπτικές

1
150

Βασ. Κωνσταντούδης1, Πάνη Σταθοπούλου 2

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε μια πρώτη θεώρηση, επιστήμη και τέχνη φαίνεται να ορίζουν δύο διαφορετικές και μη επικαλυπτόμενες περιοχές της ανθρώπινης δημιουργικότητας και πολιτισμού. Σε αυτή την εργασία, με αφορμή τα πρόσφατα συνέδρια-συμπόσια της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών για τις σχέσεις Επιστήμης και Τέχνης, διερευνούμε κριτικά το αυτονόητο αυτής της θεώρησης και προτείνουμε ένα σχήμα ταξινόμησης των αλληλεπιδράσεών τους που συγκεκριμενοποιούμε με παραδείγματα που έχουν ληφθεί και από τα παραπάνω συνέδρια. Ο στόχος είναι να συζητήσουμε την αυτάρκεια της επιστημονικής και καλλιτεχνικής προσέγγισης του κόσμου και να υπαινιχθούμε τα εκατέρωθεν οφέλη από τη μεταξύ τους συνάντηση.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Συνήθως η λέξη Επιστήμη, μας παραπέμπει στη λογική, τη συστηματική παρατήρηση, το πείραμα, την αντικειμενική γνώση, τους αυστηρούς ορισμούς, τους νόμους, τα μαθηματικά, τη φυσική. Από την άλλη πλευρά, η Τέχνη φέρνει στο νου μας την φαντασία, την ελευθερία της έκφρασης, τα συναισθήματα, την αυθαιρεσία της υποκειμενικότητας, την ομορφιά, την προκλητικότητα. Συνεπώς σε μια πρώτη προσέγγιση, Επιστήμη και Τέχνη φαίνεται να ορίζουν δύο κόσμους με διαφορετικές συντεταγμένες, ασύμπτωτους και ξένους. Είναι όμως πράγματι έτσι; Αντιστοιχεί πλήρως στην πραγματικότητα η εικόνα της Επιστήμης και Τέχνης που δώσαμε παραπάνω;  Μήπως υπάρχουν υπόγειες αλλά και πιο φανερές διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις που παραβλέπονται ή μειώνεται το κύρος τους λόγω πολιτισμικής προκατάληψης;

Στην εργασία αυτή θα επιχειρήσουμε να χαρτογραφήσουμε τις διάφορες περιοχές αυτής της σχέσης και να δώσουμε για κάθε μία περίπτωση ανάλογα παραδείγματα. Στην προσπάθειά μας αυτή, κύρια πηγή ιδεών και επιχειρημάτων αποτέλεσαν τα σχετικά συνέδρια-συμπόσια που έχει διοργανώσει τα τελευταία πέντε χρόνια η Ένωση Ελλήνων Φυσικών, εγκαινιάζοντας με αυτά για πρώτη φορά τον συστηματικό διάλογο μεταξύ επιστημόνων και καλλιτεχνών στην Ελλάδα.

Μία πρώτη προσπάθεια για ταξινόμηση των διαφόρων περιοχών που έχουν αναπτυχθεί ή που μπορούν να αναπτυχθούν οι σχέσεις επιστήμης και τέχνης φαίνεται στο σχήμα 1.

Ταξινομήσαμε τις μελέτες για τις σχέσεις επιστήμης και τέχνης σε τρεις κυρίως κατηγορίες. Σε αυτές που προσεγγίζουν αυτές τις σχέσεις ιστορικά, σε αυτές που τις διερευνούν φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά και σε αυτές που περιγράφουν τη συνάντησή τους στην πράξη μέσα από τις διάφορες μορφές της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στην τελευταία περιλαμβάνουμε και τις μελέτες που αφορούν την αλληλεπίδραση επιστήμης και τέχνης στον χώρο της εκπαίδευσης. Στην παρούσα εργασία, θα περιοριστούμε στην αναφορά των δύο πρώτων μεγάλων κατηγοριών με τις υποκατηγορίες τους και θα αφήσουμε την καταγραφή της συνάντησης τους στην πράξη μαζί με τη σημαντική υποκατηγορία της εκπαίδευσης για μια επόμενη εργασία.

 

 

 

 

 

Σχήμα 1: Ταξινόμηση των σχέσεων επιστήμης και τέχνης

2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί στη διερεύνηση των σχέσεων επιστήμης και τέχνης είναι αν υπήρξαν σχέσεις στο παρελθόν και τι μορφή είχαν. Με δεδομένο ότι τόσο η τέχνη όσο και η επιστήμη αποτελούν βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης δημιουργικότητας και αναπτύσσονται στα ίδια κοινωνικά πλαίσια, δεν αναμένεται να μην υπήρξαν αλληλεπιδράσεις και σχέσεις. Ωστόσο, η καθεμιά είχε την δική της εξελικτική πορεία σε κάθε πολιτισμό και εμφανίζει ακόμα και σήμερα διαφορετικές μορφές από πολιτισμό σε πολιτισμό. Κατά συνέπεια, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται όχι τόσο στην απόδειξη ύπαρξης των σχέσεων όσο στο περιεχόμενο των αλληλεπιδράσεων τους σε διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές. Επιπλέον, σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να γίνει μία διευκρίνιση προς αποφυγή παρανοήσεων. Ενώ είναι κοινά αποδεκτό ότι κάθε εποχή και κάθε πολιτισμός έχουν τη δική τους τέχνη, δεν συμβαίνει το ίδιο αυτονόητα και με την επιστήμη. Είναι σύνηθες να χρησιμοποιούμε τον όρο επιστήμη μόνο όταν αναφερόμαστε στη μορφή που πήρε η γνώση του φυσικού κόσμου από την επιστημονική επανάσταση του 16ου – 17ου αιώνα στην Ευρώπη και μετά. Ωστόσο, η άποψη αυτή έχει συζητηθεί κριτικά και εκτενώς στην Ιστορία της Επιστήμης και δεν είναι εδώ ο χώρος να αναφερθούμε σε αυτή τη συζήτηση. Απλώς διευκρινίζουμε ότι παρακάτω θα χρησιμοποιούμε τον όρο επιστήμη για τη μορφή που έλαβε η γνώση του φυσικού κόσμου σε κάθε πολιτισμό και εποχή χωρίς περισσότερες απαιτήσεις αυστηρότητας.

Μετά από αυτή τη διευκρίνιση θα περάσουμε στις επιμέρους περιοχές όπου μπορεί να διερευνηθεί ιστορικά η σχέση επιστήμης και τέχνης. Αυτές είναι το έργο συγκεκριμένων προσώπων (καλλιτεχνών και επιστημόνων), οι αλληλεπιδράσεις διαφόρων επιστημονικών και καλλιτεχνικών κινημάτων και οι σχέσεις τους στο εσωτερικό διαφόρων πολιτισμών.

2.1. Πρόσωπα

Υπάρχουν άνθρωποι που συνδύασαν στη ζωή τους και στο έργο τους την επιστημονική και καλλιτεχνική δημιουργία; Με ποιο τρόπο έγινε αυτό; Πώς επέδρασε η καλλιτεχνική τους κλίση την επιστημονική δημιουργία και το αντίστροφο; Ποιες γενικότερες πτυχές της επιστημονικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας αποκάλυψαν; Πώς επηρεάστηκαν από τον πολιτισμό στον οποίο ζούσαν και πώς τον επηρέασαν;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα σε αυτή την περιοχή διερεύνησης των σχέσεων επιστήμης και τέχνης. Δύο κλασικά παραδείγματα εδώ που μπορούν να αναφερθούν είναι πρώτο ο Λεονάρντο ντα Βίντσι που παρήγαγε τόσο καλλιτεχνικό όσο και επιστημονικό έργο σε στενή συνάφεια το ένα με το άλλο, για τον οποίο μίλησε η Αρχαιολόγος-Επαιδευτικός Γιαλουράκη Σοφία στο πρώτο συνέδριο της ΕΕΦ «Επιστήμη και Τέχνη: Αναζητώντας τα κοινά σημεία, συζητώντας τις διαφορές». Και δεύτερο ο Ιάνης Ξενάκης που στο μουσικό του έργο εμπνεύστηκε φανερά από τα μαθηματικά και τη φυσική. Για το έργο και τη ζωή του Ιάνη Ξενάκη μίλησε στο ίδιο συνέδριο ο μουσικολόγος και επικ. Καθηγητής του ΕΚΠΑ Γ. Ζερβός.

Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η καλλιτεχνική κλίση κάποιου επιστήμονα επηρέασε το επιστημονικό του έργο ή αντίστοιχα η επιστημονική περιέργεια κάποιου καλλιτέχνη την καλλιτεχνική του δημιουργία. Μία τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Γαλιλαίου, ο οποίος μπορεί να μην παρήγαγε καλλιτεχνικό έργο αλλά πιθανολογείται ότι η νεανική ενασχόλησή του με τη ζωγραφική τον βοήθησε στο επιστημονικό του έργο. Πιο συγκεκριμένα, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ζωγραφική κλίση και παιδεία που είχε, του έδωσε τη δυνατότητα να σχεδιάσει την επιφάνεια της Σελήνης, από μερικές και παραμορφωμένες όψεις της που έβλεπε σε μεγέθυνση με το τηλεσκόπιό του, χρησιμοποιώντας τη φαντασία του και τη διαίσθησή του με τόσο πετυχημένο τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να είναι πολύ κοντά στη σημερινή εικόνα που έχουμε. Είναι γνωστό, ότι μεταγενέστεροι παρατηρητές με καλύτερα τηλεσκόπια δεν κατάφεραν να σχεδιάσουν εικόνες τόσο κοντά στην πραγματικότητα λόγω αδυναμίας πετυχημένης σύνθεσης των μερικών όψεων που έβλεπαν. Προς τιμήν του καινοτόμου πνεύματος του Γαλιλαίου παρουσιάστηκε στο πρώτο συνέδριο της ΕΕΦ η θεατρική παράσταση «GALILEO GALILEI Sidereus nuncios» από το Θεατρικό Εργαστήρι Άπλετοι Κήποι με σκοπό να τονιστούν οι άγνωστες πτυχές του επιστήμονα αλλά και οι φοβερά αντίξοες (και λόγω του παπισμού) συνθήκες της εποχής του.

Στο δεύτερο συνέδριο της ΕΕΦ το 2008 με θέμα «Επιστήμη και Τέχνη: Κοινή πορεία προς το ωραίο και την αλήθεια» παρουσιάσθηκαν αρκετές εργασίες σχετικά με το έργο και τη ζωή κυρίως καλλιτεχνών που επηρεάστηκαν από επιστημονικές θεωρίες και ανακαλύψεις. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τον καθηγητή Ι. Νίκολη που μίλησε με θέμα: «Ο ρόλος του χάους στη ζωγραφική και στη μουσικη: J.Pollock, V.Van Gogh, J.S.Bach, W.A.Mozart», τη θεωρητικό τέχνης Ρ. Thönges – Στριγγάρη που εστίασε στο έργο του Joseph Beuys και το ρόλο που έπαιξε η επιστήμη σε αυτό μέσα από την ομιλία της «Αναζητώντας τη λάμψη του αληθινού: Ο ρόλος της επιστήμης στο έργο του Joseph Beeuys»), αλλά και την φιλόλογο ιστορικό Κ. Τζάμου που παρουσίασε δύο εργασίες με τίτλους αντίστοιχα: «Ο γλύπτης Φιλόλαος, η χημεία και το υδραγωγείο της Βαλάνς» και «Απόλυτη φόρμα σε απόλυτο φως: από τον Πιέρρο ντελλα Φραντσέσκα στον Ζωρζ Σερά». 

2.2. Επιστημονικά και καλλιτεχνικά κινήματα

Είναι σύνηθες να περιγράφουμε την εξέλιξη της τέχνης αναφερόμενοι στα κινήματα που εμφανίστηκαν και επιβλήθηκαν ή χάθηκαν, εμβαθύνοντας στα ιδιάζοντα και καινοτόμα χαρακτηριστικά τους. Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και για την επιστήμη, αν και εκεί χρησιμοποιείται κυρίως ο όρος εξέλιξη θεωριών. Τα ανοικτά ερωτήματα εδώ, είναι κατά πόσο υπάρχει όσμωση μεταξύ των καλλιτεχνικών κινημάτων και των επιστημονικών θεωριών μιας εποχής. Προηγείται κάποιο από τα δύο και προκαλεί στη συνέχεια την εμφάνιση και διαμόρφωση του άλλου ή  αποτελούν και τα δύο φανερώσεις μιας βαθύτερης αλλαγής που συντελείται σε μια κοινωνία ή έναν πολιτισμό;

Τυπικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης καλλιτεχνικού κινήματος και επιστημονικής θεωρίας αποτελεί η σχέση μεταξύ του κυβισμού και της γεωμετρίας πολυδιάστατων χώρων που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τον Αινστάιν  για τη θεωρία της σχετικότητας. Στο πρώτο συνέδριο της ΕΕΦ, ο προσκεκλημένος ομιλητής A. Μίλλερ, καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο College University of London, αναφέρθηκε στη σχέση αυτή εστιάζοντας στο έργο και την πορεία του Πικάσο από τη μία πλευρά και του Αινστάιν από την άλλη. Άλλες συνεισφορές προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η ανακοίνωση των Α.Ι. Κατσίβαλη και Α.Α. Κατσίβαλη από το ΕΑΠ και ΕΜΠ αντίστοιχα για τη «Συνύπαρξη και Αλληλεπίδραση Αρχιτεκτονικής Τέχνης και Επιστήμης στην Δυτική Ευρώπη του 13ου αιώνα», όπως και του μουσικολόγου Α. Χαρκιολάκη για την αντίληψη του Ωραίου στη μουσική σε απολυταρχικά καθεστώτα: η περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης στα χρόνια του  Σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

 

2.3. Πολιτισμοί

Από πολιτισμό σε πολιτισμό αλλάζουν τα συλλογικά αυτονόητα με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται και διαφορετικές στοχεύσεις τόσο στην τέχνη όσο και στην κατανόηση και περιγραφή του φυσικού κόσμου, δηλ. στην επιστήμη. Η μελέτη αυτών των στοχεύσεων και των αλληλεπιδράσεών τους μπορεί να οδηγήσει τόσο σε μία βαθύτερη κατανόηση του πολιτισμού που αναφερόμαστε και της εξέλιξής του όσο και της ίδιας της φύσης της τέχνης και της επιστήμης. Στο τελευταίο συμπόσιο της ΕΕΦ (Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Οκτώβριος 2009) με θέμα «Επιστήμη και Τέχνη: Συνάντηση στις απαρχές του Σύμπαντος», ο κ. Νικολαίδης, Φυσικός – Ιστορικός της Επιστήμης και Ερευνητής του ΙΝΕ/ΕΙΕ παρουσίασε τις σχέσεις επιστήμης και τέχνης στο Βυζάντιο, με αφορμή τις απεικονίσεις του κόσμου στη βυζαντινή τέχνη.

Όπως είναι αναμενόμενο περισσότερο ενδιαφέρον δείχθηκε για τις σχέσεις επιστήμης και τέχνης στον δυτικό και νεοελληνικό πολιτισμό. Ενδεικτικά πάλι αναφέρουμε τις ανακοινώσεις των κ. Βλαχάκη (ΙΝΕ/ΕΙΕ) με θέμα: «Όταν ο ουρανός μιλούσε στις καρδιές των ανθρώπων: Το είδωλο του Σύμπαντος στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική κατά τον 18ο και 19ο αιώνα στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο» και της κ. Μπενίση με τίτλο «Τα Μαθηματικά και η Φυσική συντελεστές στην εξέλιξη και διαφοροποίηση της Δυτικής Τέχνης».

Στην ίδια κατηγορία μπορούμε να συμπεριλάβουμε και εθνογραφικές μελέτες και πιο συγκεκριμένα μελέτες που αφορούν στις εκδηλώσεις ενός τοπικού πολιτισμού, όπως η εργασία της Ε. Β. Θεοδοσοπούλου από το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής, Α.Τ.Ε.Ι. Ηπείρου «Επιτόπια έρευνα και συγγραφή ενός εθνογραφικού «κειμένου» στην Εθνομουσικολογία: Προς την αναζήτηση της Αλήθειας».

 

3. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

3.1. «Αρχές» και «τέλος» της επιστήμης και τέχνης

Τι ωθεί τον άνθρωπο να ασχοληθεί με την επιστήμη ή την τέχνη; Ποια είναι τα κίνητρά του; Ποιες είναι οι «αρχές» αυτών των ενασχολήσεών του και που τον οδηγούν; Τι τελικά επιθυμεί να κάνει διαμέσου αυτών; Σε ποιο «τέλος» επιδιώκει να φτάσει; Πώς τις συνδέει με τα οριακά υπαρξιακά του προβλήματα, τις μεταφυσικές ανησυχίες του ή την επίγνωση της μοίρας του; Δύσκολα αλλά και γοητευτικά ερωτήματα τα οποία μια συγκριτική μελέτη της επιστήμης και τέχνης που στοχεύει να προχωρήσει και πέρα από την ιστορική φαινομενολογία δεν μπορεί να αγνοήσει.

Μια προσέγγιση των αρχών της επιστημονικής και καλλιτεχνικής προσπάθειας κατά τον Πλάτωνα, μπορεί να γίνει με βάση τις δύο βασικές εμπειρίες του φιλοσόφου: την απορία και το θάμβος. Ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον κόσμο και απορεί γιατί αισθάνεται ότι ο κόσμος τον υπερβαίνει αλλά και θαυμάζει γιατί αυτή η υπέρβαση τον ελκύει, όπως και η ομορφιά του κόσμου που την αισθάνεται ως βασικό συστατικό της ύπαρξής του. Αν κάποιος ανατρέξει σε καταγραφές από μεγάλους επιστήμονες και καλλιτέχνες για τις βασικές εμπειρίες που τους ώθησαν να ασχοληθούν με την τέχνη ή την επιστήμη, θα διαπιστώσει σε αυτές ότι είναι έντονο το στοιχείο τόσο της απορίας απέναντι στο άγνωστο του κόσμου όσο και του θάμβους για την ομορφιά του. Πιθανώς στους επιστήμονες να τονίζεται περισσότερο το στοιχείο της απορίας και στους καλλιτέχνες αυτό του θάμβους, όμως και στις δύο περιπτώσεις φαίνεται ότι η αφετηρία έχει κοινά χαρακτηριστικά. Η διαφοροποίηση έρχεται στη συνέχεια και σχετίζεται με τη διαχείριση αυτών των πρωταρχικών εμπειριών και τη σύνδεσή τους με το πολιτισμικό περιβάλλον αλλά και την κλίση του κάθε ανθρώπου.

Παρόμοιες συσχετίσεις μπορούν να αναζητηθούν και στο «τέλος» της επιστήμης και της τέχνης, δηλ. στους σκοπούς. Ως προς αυτούς, μπορεί να γίνει μία ιεράρχηση που ίσως να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα που σε πρώτη ανάγνωση φανούν τολμηρά. Μπορεί κάποιος να πει πως σκοπός της επιστημονικής προσπάθειας είναι από τη μία πλευρά να διευρύνει το πεδίο των γνώσεών μας και μέσω αυτού τον ορίζοντα της αντίληψής μας και από την άλλη να προσφέρει τα μέσα για την διευκόλυνση της καθημερινότητάς μας, κυρίως διαμέσου της τεχνολογίας. Ωστόσο και οι δύο αυτοί σκοποί εμπεριέχουν την τέχνη. Ας ξεκινήσουμε από τον δεύτερο. Η διευκόλυνση της καθημερινότητας μέσω της τεχνολογίας, επιτυγχάνεται διαμέσου της παραγωγής συγκεκριμένων προϊόντων και συσκευών. Ο σχεδιασμός και η μορφή τους, θέτουν το θεμελιακό πρόβλημα της αισθητικής το οποίο οι πιο κατάλληλοι να το διαχειριστούν είναι οι καλλιτέχνες. Αν αυτό δεν γίνει, τότε οδηγούμαστε σε υποβάθμιση της αισθητικής ποιότητας της ζωής μας κάτι που εν μέρει το ζούμε στις σύγχρονες πόλεις. Όσον αφορά τον πρώτο σκοπό, η τέχνη πάλι εμπλέκεται με ένα διαφορετικό τρόπο με την επιστήμη, ο οποίος σχετίζεται με τη διεύρυνση του ορίζοντα της αντίληψής μας. Οι γνώσεις που παράγει η επιστήμη έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα και στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούν ως επιπλέον πληροφορίες που προστίθενται στον εγκέφαλό μας χωρίς την επίτευξη της διεύρυνσης που αναφέρθηκε παραπάνω. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να γίνουν γνώση και ίσως σοφία σε έναν άνθρωπο μόνο όταν αυτές «υποκειμενοποιηθούν» δηλ. γίνουν μέρος της προσωπικής του σχέσης με τον κόσμο αλλά και με τον εαυτό του. Στον πολιτισμό που ζούμε η υποκειμενοποίηση επιτυγχάνεται κυρίως διαμέσου της τέχνης στις διάφορες μορφές της. Συνεπώς, η ολοκλήρωση της επιστήμης τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό-υπαρξιακό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα από την τέχνη και τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει. Διαφορετικά οδηγεί σε μία «ψυχρή» τεχνολογία και σε ένα σώμα «άψυχων» πληροφοριών.

Προς αυτή την κατεύθυνση, στα συνέδρια της ΕΕΦ κατατέθηκαν σκέψεις και στοχασμοί για μια θεωρητική επαναξιολόγηση των σχέσεων επιστήμης και τέχνης. Ενδεικτικά αναφέρουμε την ομιλία του παιδαγωγού και σκηνοθέτη Λ. Κουρετζή «Οι πολλαπλές όψεις μιας σχέσης: Τέχνη και Επιστήμη», του μαθηματικού Α. Παπανικολάου «Η Πλατωνική συγκριτική Τέχνης και Επιστήμης» αλλά και του φυσικού και φιλοσόφου Ε. Μπιτσάκη «Επιστήμη, Φιλοσοφία και Τέχνη: Η συνάντηση στο όριο».

 

3.2. Μεθοδολογικές συσχετίσεις

Εδώ τα ερωτήματα αναφέρονται στο πώς διεξάγεται η καλλιτεχνική και επιστημονική δημιουργία. Ποιος είναι ο ρόλος της λογικής και της φαντασίας στη κάθε μια; Πότε λειτουργεί η αφαίρεση (ή η αφαιρετική ικανότητα ενός καλλιτέχνη ή επιστήμονα) και ποιά χαρακτηριστικά έχει στην επιστήμη και ποια στην τέχνη; Πόσο επηρεάζει η κοινότητα την ατομική δημιουργία και το αντίστροφο; Ποιος είναι ο ρόλος της διαίσθησης και πώς αυτή αναπτύσσεται στον επιστήμονα και τον καλλιτέχνη; Πόσο διαφέρει το εργαστήριο του καλλιτέχνη από το εργαστήριο-σπουδαστήριο του επιστήμονα; Τελικά η διερεύνηση των ερωτημάτων αυτών κρύβει και τις περισσότερες εκπλήξεις, αφού στην πραγματικότητα οι επιστήμονες είναι λιγότερο «λογικοί» και οι καλλιτέχνες βασίζονται λιγότερο στη φαντασία, ενώ σύμφωνα με την ισχύουσα αντίληψη ισχύει το αντίθετο.

Είναι γεγονός ότι τα ερωτήματα αυτά παρά τον ουσιαστικό ρόλο που παίζουν στη διερεύνηση των σχέσεων Επιστήμης και Τέχνης, δεν συζητήθηκαν αρκετά στα πλαίσια των συνεδρίων της ΕΕΦ. Αναφέρθηκαν περισσότερο περιφερειακά σε κάποιες μόνο από τις ομιλίες, όπως σε αυτή του αν. καθ. του ΑΠΘ Χ. Πολάτογλου «Περιορισμοί, δομή και ιδιότητες στην Επιστήμη και Τέχνη» καθώς και του αστρονόμου Δ. Δαγκλή «Η αισθητική διάσταση της Φυσικής Επιστήμης».

 

3.3. Κοινωνιολογικές πτυχές των σχέσεων επιστήμης και τέχνης

Επιστήμη και Τέχνη δεν αναπτύσσονται ανεξάρτητα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν οι επιστήμονες και οι καλλιτέχνες. Επηρεάζονται από τα κοινωνικά προβλήματα  της εποχής τους αλλά και τα επηρεάζουν. Η μελέτη του τρίπτυχου επιστήμη, τέχνη και κοινωνία αποτελεί το θέμα αυτής της κατηγορίας με έμφαση στην αλληλεπίδραση τέχνης-κοινωνίας και επιστήμης-κοινωνίας. Όπως και στην προηγούμενη ενότητα δεν υπήρχαν πολλές συνεισφορές στα συνέδρια της ΕΕΦ σε αυτή την περιοχή. Ο λόγος μάλλον είναι η μη συμμετοχή σε αυτά κοινωνιολόγων που θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν το θέμα που προαναφέραμε. Ωστόσο, σε αυτή την κατηγορία μπορεί να συμπεριληφθεί η ομιλία στο δεύτερο συνέδριο της ΕΕΦ της φιλολόγου Ε. Μουλά «Eπιστήμη, Επιστημονική φαντασία και  γυναικεία ταυτότητα».

Αυτό που μπορούμε εδώ να προσθέσουμε είναι πως αναμφισβήτητα η τέχνη μέσω της εικόνας, του ήχου και της κίνησης καλλιεργεί τις αισθήσεις και τον συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο τον βιωματικό χαρακτήρα της γνώσης, η οποία έτσι δεν παραμένει στη νοητική διεργασία και μόνο. Ακόμα, καλύπτεται η ψυχαγωγική πλευρά της μετάδοσης των γνώσεων και των πληροφοριών, χρησιμοποιώντας τα πλούσια καλλιτεχνικά μέσα που μας προσφέρει σήμερα η σύγχρονη τεχνολογία, με τελικό σκοπό την εκλαϊκευση της επιστήμης και τη δημιουργία παγκόσμιων συμβόλων που οδηγούν στον διάλογο και την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων με διαφορετική κουλτούρα.

Εν κατακλείδι, αυτές οι σκέψεις προηγήθηκαν για να καταδειχθεί στη συνέχεια η αναγκαιότητα θεωρητικής διαπραγμάτευσης των σχέσεων επιστήμης και τέχνης ούτως ώστε να αναδειχθούν οι βαθύτερες και ουσιαστικότερες διασυνδέσεις τους που παραμένουν κρυμμένες στο σημερινό πολιτισμό και οι οποίες θα μας βοηθήσουν να δούμε τον διάλογο επιστήμης και τέχνης ως μια συνάντηση ή επανασύνδεση κομματιών του εαυτού μας, που για να αναπτυχθούν ισόρροπα πρέπει να συνδιαλεχθούν.

 

4. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ – ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

 

Όπως πιστεύουμε ότι φάνηκε από την παραπάνω ταξινόμηση και τον σύντομο σχολιασμό της, το ερευνητικό πεδίο των σχέσεων επιστήμης και τέχνης είναι ευρύτατο και πολυεπίπεδο. Η ΕΕΦ με τη διοργάνωση των δύο πρώτων συνεδρίων και αρκετών συμποσίων ξεκίνησε μια προσπάθεια για την ενίσχυση της ελληνικής συμμετοχής σε αυτό. Στην πραγματικότητα τα συνέδρια αυτά δεν ήταν όπως τα συνηθισμένα συνέδρια και δεν περιορίστηκαν μόνο στον θεωρητικό λόγο. Δεν περιλάμβαναν μόνο ομιλίες, ανακοινώσεις και στρογγυλά τραπέζια αλλά και εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής,  φωτογραφίας και κατασκευών, θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, χορευτικά δρώμενα, καθώς και πολλά βιωματικά εργαστήρια. Με αυτό τον τρόπο, ανταποκρίθηκαν σε μεγάλο βαθμό στον πολυεπίπεδο χαρακτήρα του θέματος που διαπραγματευόντουσαν και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο στο οποίο ο επιστήμονας θα μπορεί να ακούσει τον καλλιτέχνη και να δει το έργο του και αντίστοιχα ο καλλιτέχνης να συζητήσει με τον επιστήμονα σε μία γλώσσα που να καταλαβαίνει. Μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο στόχος άρχισε να πραγματοποιείται. Αυτό φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό των ανακοινώσεων που υποβλήθηκαν στα δύο πρώτα συνέδρια που υπήρξε ανοιχτή πρόσκληση αλλά και από την σχεδόν ενθουσιώδη ανταπόκριση των περισσότερων προσκεκλημένων ομιλητών, εκθετών αλλά και των συμμετεχόντων γενικότερα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια κοινότητα ανθρώπων που μοιράζονται περίπου τα ίδια ενδιαφέροντα και θέτουν περίπου τους ίδιους στόχους.

Ωστόσο, από την άλλη πλευρά δεν παρατηρήθηκε ικανοποιητική προσέλευση κοινού και αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ως το σημαντικότερο πρόβλημα αυτών των συνεδρίων. Η ερμηνεία για αυτό νομίζουμε ότι έχει κυρίως να κάνει με τις προκαταλήψεις που υφίστανται ακόμη. Αυτές παρουσιάζουν δύο όψεις. Η μία αφορά το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που ασχολούνται με την επιστήμη, οι οποίου θεωρούν την τέχνη ως μία πολυτελή ή ακόμα και εξειδικευμένη ενασχόληση που δεν σχετίζεται με τα πρακτικά και συγκεκριμένα προβλήματα που αυτοί διαπραγματεύονται. Η άλλη αφορά την ανταπόκριση των καλλιτεχνών η οποία δεν ήταν η αναμενόμενη, πιθανώς λόγω της διαφορετικής και ξένης προς αυτούς γλώσσας που χρησιμοποιείται από μερικούς επιστήμονες αλλά και λόγω της γενικότερης αρνητικής προκατάληψης που θέλει την επιστήμη ως κάτι μεν χρήσιμο, όμως ψυχρό και αδιάφορο.

Σίγουρα αυτή η προκατάληψη με τον καιρό φαίνεται ότι ξεπερνιέται και αναμένουμε να υπάρξει αύξηση των συμμετεχόντων στα επόμενα συνέδρια. Η προοπτική αυτών των συνεδρίων είναι να αποτελέσουν το σημείο επαφής μιας συνεχώς διευρυνόμενης κοινότητας ερευνητών επιστημόνων και καλλιτεχνών, οι οποίοι προσπαθούν με διάφορους τρόπους θεωρητικούς ή μέσα από το έργο τους, να διερευνήσουν τις διασυνδέσεις επιστήμης και τέχνης και διαμέσου αυτών να βρεθούν πιο κοντά στην ολοκλήρωση της καθεμιάς.

 

Βιβλιογραφία

1. Sian Ede Art and Science, I.B. Tauris (2005).

2. Eliane Strosberg, Art and Science Abbeville Press (2001)

3. Leonard Shlain, Art & Physics: Parallel Visions in Space, Time, and Light, , Harper Perennial (2007)

4. David Edwards, Artscience: Creativity in the post-Google Generation, Harvard University Press (2008)

5. Πρακτικά των Συνεδρίων της ΕΕΦ για Επιστήμη και Τέχνη, Εκδόσεις ΕΕΦ (2005-2009).

1 Ινστιτούτο Μικροηλεκτρονικής, Ε.ΚΕ.Φ.Ε. «Δημόκριτος», τηλ. 210 6503116,

2 Εικαστικός, Δρ. Φιλοσοφίας

πηγή: Αντίφωνο

1 σχόλιο

  1. κε Κωνσταντούδη και κα Σταθοπούλου, όποτε σας παρακολουθώ να μιλάτε ή να γράφετε πάντα έχετε κάτι να πείτε. Συνεχίστε να μας ταϊζετε πνευματική τροφή. Μια μικρή μόνο επισήμανση όσον αφορά την τέχνη, στο μυαλό μου την έχω μάλλον εγγύτερα στο χάος και την επιστήμη εγγύτερα στην κοσμική τάξη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here