H κοινωνία της «διακινδύνευσης» και το όραμα της ενωμένης Ευρώπης

εισαγωγή στην σκέψη του Ulrich Beck

0
800

Ζούμε άραγε σε μια καλύτερη εποχή σε σχέση με τους μακρινούς μας προγόνους; Πόσο μπορούμε να πούμε ότι το ιδεώδες των Νεώτερων Χρόνων για την ανάπτυξη της δημοκρατίας, της κριτικής σκέψης και την απελευθέρωση του ανθρώπινου υποκειμένου από τον δογματισμό, τις προλήψεις και την άγνοια μέσω των επιστημών, έχει δικαιωθεί στις μέρες μας; Μήπως ισχύει ότι η «πρόοδος», την οποία η Δύση έθεσε ως πρωταρχικό της στόχο μερικούς αιώνες τώρα, είναι δίκοπο μαχαίρι; Και με ποιόν τρόπο τα παραπάνω ερωτήματα να συνδέονται με την Παγκοσμιοποίηση, το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης και σε τελική ανάλυση, την ίδια την πορεία του Δυτικού πολιτισμού;

Στη διαλεύκανση αυτών των καίριων ερωτημάτων μπορεί να μας βοηθήσει το έργο του σύγχρονου κοινωνιολόγου Ulrich Beck, βασικός ισχυρισμός του οποίου είναι πως αυτό που ονομάζουμε «Νεωτερικότητα», έχει παρέλθει. Σύμφωνα με τον Beck, η ανθρωπότητα διανύει πλέον αυτό που ονομάζεται «δεύτερη Νεωτερικότητα» και δεν είναι παρά το αποτέλεσμα και η μετεξέλιξη της Νεωτερικότητας. Σε αντίθεση με τη νεωτερική κοινωνία που ήταν ταξική, η κοινωνία στη δεύτερη Νεωτερικότητα (ή μετανεωτερικότητα) είναι μια «κοινωνία της διακινδύνευσης». Αυτό σημαίνει πως η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία παγκόσμιων καταστάσεων διακινδύνευσης. Υπογραμμίζεται πως η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια και η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας, η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση της οποίας διακρίνει μελλοντικούς κινδύνους που έχουν προκληθεί από την ίδια. Ο κόσμος που δημιουργήσαμε, υποστηρίζει ο Ulrich Beck, έχει ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Κατά συνέπεια, η κοινωνία της διακινδύνευσης είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία που ασκεί κριτική στον ίδιο της τον εαυτό, ή αλλιώς, η κοινωνία που έχει στερηθεί την ασφάλεια[1].Στην πραγματικότητα βέβαια, η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια και η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας, η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση της οποίας διακρίνει μελλοντικούς κινδύνους που έχουν προκληθεί από την ίδια. Συγκρίνοντας την εποχή μας με προγενέστερες ιστορικές περιόδους, ο Ulrich Beck διαπιστώνει πως η διακινδύνευση υφίσταται ήδη παλιότερα και δεν αποτελεί εφεύρημα της εποχής μας.

Η διαφορά της εποχής μας από τις προηγούμενες έγκειται στη μορφή των διακινδυνεύσεων: ενώ κάποτε ήταν αποτέλεσμα κακών συνθηκών υγιεινής και μπορούσε να παρατηρηθεί από τον καθένα, σήμερα δεν είναι εμφανής η διακινδύνευση, αφού είναι οι ειδικοί επιστήμονες που διαπιστώνουν στο μέλλον τους πιθανούς κινδύνους, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι αποτέλεσμα της χαμηλής αλλά της υπερβολικά υψηλής ανάπτυξης. Η μεγάλη ανάπτυξη αποτελεί την πρόκληση της εποχής μας: ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο εύκολο να οδηγηθούμε μόνοι μας σε ολοκληρωτικό αφανισμό. Μπορεί να καταφέραμε ως ανθρωπότητα να εξαλείψουμε σε μεγάλο βαθμό την πείνα, το τίμημα όμως είναι ο πολλαπλασιασμός των διακινδυνεύσεων σε όλον τον κόσμο. Μάλιστα, η μη ορατότητα των κινδύνων οδηγώντας άλλους ανθρώπους της εποχής μας σε υστερικές αντιδράσεις, ενώ άλλους σε υπερβολική επανάπαυση, είναι ακριβώς εκείνη που διογκώνει τους κινδύνους. Αυτή είναι μια ακόμη ιδιότητα της κοινωνίας του ρίσκου: ο εσωτερικός χαρακτήρας των κινδύνων της. Δε μας απειλούν πλέον τα στοιχεία της φύσης, αλλά οι δικές μας δραστηριότητες. Εγκαταλειμμένες πόλεις-φαντάσματα, όπως το Pripyat, αποτελούν μια εύγλωττη προειδοποίηση του πως μπορεί να γίνει ο κόσμος αν δεν προσέξουμε. Επιπλέον, αντίθετα από τη Νεωτερικότητα που η δομή των κοινωνιών προσδιοριζόταν από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους ως έθνος-κράτος, η κοινωνία του ρίσκου χαρακτηρίζεται από παγκοσμιότητα: οι πιθανοί των φαρμάκων και της πυρηνικής ενέργειας απειλούν συγχρόνως ολόκληρη την υφήλιο και ένας λανθασμένος χειρισμός από μια χώρα του κόσμου μπορεί να προκαλέσει σοβαρότατες συνέπειες παντού. Δεν είναι άραγε μια ακόμη απόδειξη τούτου, το γεγονός ότι έχει εντοπιστεί υψηλή συγκέντρωση φυτοφαρμάκων στους πιγκουίνους της Ανταρκτικής; Ωστόσο, οι προκλήσεις που εγείρει η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν εξαντλούνται  στα οικολογικά προβλήματα. Ο Beck υποστηρίζει πως η κοινωνία της διακινδύνευσης ενέχει καθοριστικές αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις. Στη δεύτερη νεωτερικότητα πραγματοποιείται η απελευθέρωση των ανθρώπων από τους στερεότυπους φεουδαρχικούς ρόλους των φύλων, τους οποίους η πρώτη νεωτερικότητα είχε ενισχύσει με βάση το μοντέλο παραγωγή (άνδρες)-αναπαραγωγή (γυναίκες).

Πλησιάζοντας τα συμπεράσματα άλλων σύγχρονων κοινωνιολόγων σχετικά με τον «πόλεμο των φύλων» και την «τυραννία της οικειότητας», ο Beck επισημαίνει στην εποχή μας μια ναρκισσιστική εμμονή στην ατομικότητα. Ο κόσμος που δημιουργήσαμε έχει ξεφύγει από τον έλεγχό μας.  Εξαίρεση δεν αποτελούν ούτε οι επιστήμες μας, οι οποίες δε διαδραματίζουν πια τον απελευθερωτικό ρόλο του διαφωτισμού, αλλά αναζητούν τρόπους να μας προστατεύσουν από τους κινδύνους που αυτές οι ίδιες έχουν δημιουργήσει (πχ πυρηνική ενέργεια, τοξικά απόβλητα)[2]. Πλέον η επιστήμη δε διαλύει παλιά taboo αλλά κατασκευάζει καινούργια[3].  Στις μέρες μας η επιστημονική γνώση είναι όλο και περισσότερο αναγκαία και συνάμα όλο και λιγότερο επαρκής για τον καθορισμό του τι είναι αληθινό, πράγμα που αποτελεί την παράδοξη συνέπεια όχι της αποτυχία αλλά της νίκης και της επικράτησης των επιστημών[4].  Η ίδια η επιτυχία των επιστημών έχει σηματοδοτήσει την εκθρόνισή τους[5]: αποκαλύπτονται έτσι τα σφάλματα και οι αστοχίες της, ο πλουραλισμός αυξάνεται, ενώ δίνονται έτσι ευκαιρίες ακόμη και σε κάτι που είναι αντίθετο στην ίδια[6]. Γεγονός είναι πάντως ότι η επιστήμη έχει μεταβάλλει τον κόσμο που ζούμε σχεδόν όσο καμία άλλη δύναμη. Είναι άραγε απίθανο η μεταβολή του κόσμου να οδηγήσει και στη μεταβολή της ίδιας[7]; Αυτό γίνεται εμφανές στην ιατρική επιστήμη: ενώ έχει καταφέρει να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής μας βελτιώνοντας τις συνθήκες υγιεινής και εξαλείφοντας την παιδική θνησιμότητα, αυτό έχει ραγδαίες συνέπειες στον τρόπο που ζούμε. Συγκεκριμένα, αυτό που θεωρούσαμε κάποτε «ζωή» και «θάνατο» αντίστοιχα, γίνεται απρόβλεπτο και απροσδιόριστο εξαιτίας των ανθρώπων της ιατρικής: λόγω της προόδου που έχουν σημειώσει, είναι ανάγκη να επικυρωθεί αν ένα άτομο είναι νεκρό όταν έχει πάψει να λειτουργεί ο εγκέφαλός του ή όταν η καρδιά του λειτουργεί μονάχα με μηχανική υποστήριξη ή όταν σταματούν ορισμένες εγκεφαλικές λειτουργίες κλπ. Το ίδιο ισχύει και για την είσοδο στη ζωή: εξαιτίας της προχωρημένης έρευνας των γενετιστών και των εμβρυολόγων, διαρκώς παράγονται τεχνητά ανθρώπινες ζωές (στο εργαστήριο), ενώ η ικανότητα να παρακολουθούμε τα έμβρυα, δημιουργεί εντελώς νέα ηθικά διλήμματα. Σε αντίθεση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, που είτε δεν ελέγχουν τα παραγόμενα αποτελέσματα από την έρευνά τους, είτε αποκλείονται φύσει από να τα εφαρμόσουν, οι ιατρικές επιστήμες έχουν τη δυνατότητα να καινοτομούν μέσα στον χώρο που λέγεται «κλινική», καταπλήσσοντας την κοινωνία με τα ευρήματά τους. Όσον αφορά τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης, οι κλινικές μπορούν να συγκριθούν με το κοινοβούλιο, ενώ διαθέτουν επιπλέον τη δυνατότητα να μεταβάλλουν ριζικά την κοινωνία με τις ανακαλύψεις τους στο όνομα της «προόδου», φέρνοντάς τη συχνά προ τετελεσμένου γεγονότος, χωρίς να ελέγχονται δημοκρατικά από αυτή. «Ο Διάβολος της πείνας καταπολεμάται με τον Βεελζεβούλ των πολλαπλασιαζόμενων διακινδυνεύσεων», ισχυρίζεται εύγλωττα ο Γερμανός κοινωνιολόγος[8].  Σύμφωνα με τον Beck, ενώ η έννοια της «προόδου» στην πολιτική της επιστήμης και της τεχνολογίας παρέμεινε σταθερή σχεδόν από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη δεκαετία του ’60, έχει πλέον αρχίσει να κλονίζεται: η αύξηση των διακινδυνεύσεων έχει καταρρίψει την εξίσωση της τεχνικής προόδου με τη συνολική πρόοδο μιας κοινωνίας. Ωστόσο, η τεχνική πρόοδος προχωρά ασταμάτητα ανεξάρτητα από τις ανησυχίες πολλών ανθρώπων, οι οποίοι μάλιστα περιφρονούνται ως «λουδιστές» ή ανενημέρωτοι. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή στον σύγχρονο κόσμο, δεν υφίσταται ένα σταθερό κέντρο εξουσίας («πολιτική») αλλά πολλές μικρές δυνάμεις, που προωθούν τα συμφέροντά τους παράλληλα («υποπολιτική»): πρόκειται όχι για τους επιστήμονες, τους επιχειρηματίες, αλλά και για πλήθος κοινωνικών ομάδων. Σήμερα «τα μονοπώλια διασπώνται» (πχ της επιστήμης στον ορθολογισμό, των ανδρών στα επαγγέλματα, του γάμου στη σεξουαλικότητα) αλλά «οι κόσμοι δεν καταρρέουν»[9]. Η κοινωνία της διακινδύνευσης έχει υπερβεί τις δομές και τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής κοινωνίας από την οποία κατάγεται και επομένως, κάθε θεωρία που αντιλαμβάνεται τον σύγχρονο κόσμο με όρους περασμένων αιώνων, παραμένει de facto αποκλεισμένη από την εμβάθυνση στο τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο εθνοκεντρισμός. Όπως υποστηρίζει ο Ulrich Beck, είμαστε στα πρόθυρα της υπέρβασης της εθνοκρατικά περιορισμένης πολιτικής.  Στην κοινωνία της διακινδύνευσης, η απειλή μιας καταστροφής (πχ μιας χώρας) μπορεί να έχει συνέπειες για όλους. Εξετάζοντας υπό το πρίσμα της θεωρίας του για τα διακινδύνευση την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ulrich Beck  υπογραμμίζει το γεγονός ότι η εθνοκρατική τάξη πραγμάτων έχει καταστεί εύθρυστη εξαιτίας των επαπειλούμενων καταστροφών, κάτι που έχει ως συνέπεια τη μεταβολή της εξουσίας και της πολιτικής. Το Τσέρνομπιλ, η κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ., η 11η Σεπτεμβρίου, η κλιματική αλλαγή αλλά και η κρίση του ευρώ, ως γεγονότα παγκόσμιας σημασίας, πιστοποιούν αυτή τη μεταβολή, που σηματοδοτεί και την υπέρβαση της εθνοκρατικής πολιτικής[10].  Ωστόσο, είναι ακόμη άγνωστο το προς ποια κατεύθυνση θα γίνει αυτή η μεταβολή. Ο Beck, παρατηρώντας τις πρόσφατες εξελίξεις, παρατηρεί ότι ανοίγονται μπροστά μας δύο δυνατότητες: μια αποτελεσματική συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών, ως αναγκαίο μέτρο διάσωσης προ της καταστροφής («εγελιανό σενάριο»-αισιόδοξο), ή μια πιθανή αναστολή της ισχύουσας τάξης για χάρη του κοινού καλού («σμιτιανό σενάριο»-απαισιόδοξο)[11]. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν, η κρίση θα υποταχθεί χάρη σε μια δημοκρατική συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών, ενώ στη χειρότερη προβλέπεται το τέλος της δημοκρατίας, δηλαδή μια απολυταρχική διακυβέρνηση[12]. Σύμφωνα με τον Beck, η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από τρεις διαιρέσεις: 1) διαίρεση μεταξύ κρατών του ευρώ και κρατών που δεν ανήκουν σε αυτό, 2) διαίρεση μεταξύ κρατών-πιστωτών και κρατών οφειλετών 3) διαίρεση σε μια Ευρώπη των δύο ταχυτήτων[13].

Και οι τρεις παραπάνω διαιρέσεις οδηγούν προς μια κατεύθυνση: όλες τους ενισχύουν την υπεροχή της Γερμανίας έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλάμε για «γερμανική ηγεμονία». Σε αυτό το σημείο ο Beck στρέφεται στη Γερμανίδα ηγέτη, Angela Merkel. Σύμφωνα με τον ίδιο, βασικό χαρακτηριστικό της Merkel είναι η αναποφασιστικότητα, η άρνηση της δράσης[14]. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα όσον αφορά τη συμπεριφορά της απέναντι στα κράτη-οφειλέτες, όπου παίζοντας «ένα poker εξουσίας», σύμφωνα με τον Beck, αρνείται να λάβει θέση μεταξύ των εθνοκρατικών ορθοδόξων και των ευρωπαϊστών, ή μάλλον, η συμπεριφορά της αφήνει και τις δύο δυνατότητες ανοικτές. Αντιμετωπίζοντας αυτή την πρακτική ως χαρακτηριστικό δείγμα μακιαβελισμού, ο Beck παρομοιάζει τη Merkel με τον Machiavelli, αποκαλώντας τη σκωπτικά “Merkiavelli”[15]. Ο μακιαβελισμός της Merkel έγκειται στην αναποφασιστικότητα ως στρατηγική τιθάσευσης. Συγκεκριμένα, μεταχειριζόμενη την πολιτική λιτότητας υπό την απειλή μιας πιθανής άρνησης καταβολής των χρημάτων στα κράτη-οφειλέτες, η Γερμανίδα καγκελάριος εδραιώνει τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη[16] Μέσω αυτής της μακιαβελικής στρατηγικής, η Merkel πετυχαίνει να συνδυάσει τη βεβαιότητα επανεκλογής της με τον ρόλο της ως αρχιτέκτονα της Ευρώπης[17]. Με αυτόν τον τρόπο όμως, η εσωτερική πολιτική (Γερμανία) γίνεται το κριτήριο για τη διάσωση του ευρώ (Ευρωπαϊκή Ένωση)[18] Το συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα και μας οδηγεί στην τέταρτη συνιστώσα του «μερκιαβελισμού», είναι η επιβολή στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. της γερμανικής επιτακτικής αρχής στην οικονομία: πρόκειται φυσικά για τη λιτότητα[19]

«Η καγκελάριος διέγνωσε στην κρίση την occasione της, την “ευνοϊκή στιγμή”. Συνδυάζοντας τη fortuna με τη μερκιαβελλική virtù, κατάφερε να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία και να επωφεληθεί από αυτή τόσο στο πεδίο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής πολιτικής[…] περισσότερη εξουσία στην Ευρώπη και περισσότερη δημοτικότητα εσωτερικά στους Γερμανούς ψηφοφόρους»[20].

Ύστερα από τη φρίκη του φασισμού και τη θηριωδία του Ολοκαυτώματος, για την οποία ήταν υπεύθυνη, η Γερμανία ομολόγησε δημόσια την ενοχή της, ταπεινώθηκε όσο κανείς άλλος, έγινε δημοκρατική, καπιταλιστική και εσωτερίκευσε πλήρως τις αξίες της Δύσης[21].Ύστερα λοιπόν από δεκαετίες ταπείνωσης, η Γερμανία αρνείται πλέον τη μομφή για ρατσισμό και μιλιταρισμό. Πολύ περισσότερο μάλιστα, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τον ηθικό διαφωτιστή ολόκληρης της Ευρώπης[22]. Πώς όμως συνέβη αυτό; Σύμφωνα με τον Ulrich Beck, το μοντέλο δράσης της Γερμανίας έναντι των άλλων ευρωπαϊκών κρατών είναι το ίδιο με εκείνο της Δυτικής Γερμανίας προ της Επανένωσης. Συγκεκριμένα, όταν η Γερμανία ήταν ακόμη χωρισμένη σε Ανατολική και Δυτική, ο στόχος της γερμανικής ενότητας ήταν ευκταίος και μάλιστα, ενισχυόταν υπό την απειλή της ατομικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, η ταύτιση με την Ευρώπη ήταν για τη Δυτική Γερμανία εθνική ανάγκη: η πολιτική της επανένωσης ήταν «όσο πιο Ευρωπαίος, τόσο πιο εθνικός[23]». Μέσω της γερμανικής πολιτικής λιτότητας, απλώς μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη οι κεκτημένες «αλήθειες» της γερμανικής επανένωσης και η υπεροψία του οικονομικά ανώτερου (Δυτική Γερμανία) έναντι του οικονομικά υποδεέστερου (Ανατολική Γερμανία) μεταφέρθηκε χωρίς δισταγμό στη σχέση τους με τα κράτη-οφειλέτες[24]. Φτάνουμε έτσι λοιπόν σήμερα το ευρωπαϊκό κοινό καλό να ορίζεται μονομερώς από τη Γερμανία, η οποία το βαφτίζει «λιτότητα[25]».  Πολύ περισσότερο, οι Γερμανοί αντιλαμβάνονται ως χρέος τους να είναι οι «προπονητές» των Ισπανών, των Ιταλών και των Ελλήνων για την παγκόσμια αγορά:

«Όπως ο Χέλμουτ Κολ υποσχόταν στην Ανατολική Γερμανία “ανθισμένα τοπία”, έτσι τώρα και η Άνγκελα Μέρκελ τα επιθυεμί για όλη την Ευρώπη[26]».

Πιθανότατα, αυτή η νέα αυτοαντίληψη των Γερμανών έχει ως στόχο την απενοχοποίηση από τα ναζιστικά εγκλήματα του παρελθόντος. Ο βαθύτερος πόθος των Γερμανών είναι να μη χρειαστεί ξανά να φορέσουν κιλίκιο μετάνοιας[27]. Πάντως, η απειλή μιας καταστροφής μπορεί να έχει συνέπειες για όλους: μια επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή θα συνεπαγόταν κούρεμα του χρέους που θα έπληττε τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις σε παγκόσμια κλίμακα[28]. Η αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού υπό μια τέτοια μορφή αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα που απειλεί να διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και να προσφέρει στους ριζοσπάστες λαϊκιστές την κατάλληλη ευκαιρία για τη διάλυση της δημοκρατίας.

Τονίσαμε παραπάνω ότι το ναζιστικό καθεστώς μεταχειρίστηκε ορισμένες βασικές δικλείδες, ανάμεσα στις οποίες ήταν η αξιοποίηση των αισθημάτων ντροπής, των ναρκισσιστικών ελλειμμάτων, και των εμπειριών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Οι Γερμανοί ήθελαν να σταματήσουν να αισθάνονται ενοχές και ο Hitler τους προσέφερε ακριβώς αυτό: η ήττα και οι συνακόλουθες ταπεινωτικές κυρώσεις που επέβαλαν οι Σύμμαχοι με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών χαρακτηρίστηκαν «πισώπλατη μαχαιριά» εκ μέρους των «εχθρών του Ράιχ» (σοσιαλιστές και Εβραίοι). Σήμερα, για δεύτερη φορά, οι Γερμανοί θέλουν να σταματήσουν να ντρέπονται λόγω ενός ταπεινωτικού πολέμου για τον οποίο οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι και στον οποίο ηττήθηκαν. Σε αντίθεση με την προηγούμενη εθνική ταπείνωση, που έδωσε στον κόσμο τη ναζιστική θηριωδία και το Ολοκαύτωμα και τέλος, η ταπείνωσή τους από την ήττα τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδωσε στον κόσμο την ευρωπαϊκή ενότητα, το οικολογικό κίνημα και την γερμανική ηγεμονία. Ωστόσο, η απειλή μιας καταστροφής μπορεί να έχει συνέπειες για όλους: μια ενδεχόμενη επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή θα συνεπαγόταν κούρεμα του χρέους που θα έπληττε τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις σε παγκόσμια κλίμακα (σσ. 40-41). Η αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού υπό μια τέτοια μορφή αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα που απειλεί να διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και να προσφέρει στους ριζοσπάστες λαϊκιστές την κατάλληλη ευκαιρία για τη διάλυση της δημοκρατίας.

[1] Ulrich Beck, Κοινωνία της διακινδύνευσης: Καθ’ οδόν προς μια άλλη νεωτερικότητα (μτφρ. Ηρακλής Οικονόμου), Αθήνα: Πεδίο, 2014, σ. 306.

[2]Ό.π., σ. 275.

[3] Ό.π., σ.   273.

[4] Ό.π., σ.   271 κ’ 301.

[5] Ό.π., σ. 284 κ’ 286.

[6] Ό.π., σ. 290.

[7] Ό.π., σ. 302.

[8] Ό.π., σ. 84.

[9] Ό.π., σ. 398.

[10] Ulrich Beck, Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι (μτφρ. Νέδα Αθ. Κανελλοπούλου-Μαλούχου), Αθήνα: εκδόσεις Πατάκη, 2013, σ. 54.

[11] Ό.π., σσ. 58-60.

[12] Ό.π., σ. 62.

[13] Ό.π., σσ. 84-87.

[14] Ό.π., σ. 91.

[15] Ό.π., σ. 93.

[16] Ό.π., σ. 94.

[17] Ό.π., σ. 95.

[18] Ό.π., σσ. 95-96.

[19]Ό.π., σ.  97.

[20] Ό.π., σ. 101.

[21] Ό.π., σ. 112.

[22] Ό.π., σ. 113.

[23] Ό.π., σσ. 108-109.

[24] Ό.π., σσ. 109-110.

[25] Ό.π., σ. 110.

[26] Ό.π., σ. 111.

[27] Ό.π., σ. 113.

[28] Ό.π., σσ. 40-41.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: “Η αρπαγή της Ευρώπης”, γλυπτό στο Hyde Park του Λονδίνου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here