Νεωτερικότητα: επανεξετάζοντας το ευρωκεντρικό ιστοριογραφικό σχήμα στο τέλος μιας εποχής

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης: Από την Ουκρανία και την πανδημία στη νέα πλανητική τάξη» (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ/mέta, Μάρτιος 2023), σσ. 291-295. 

0
1027

Μια συγκεκριμένη περιοδολόγηση της γνωστής ιστορίας. Μια ιστορική περίοδος, η κατηγοριοποίηση και η ιστοριογραφία της. Αλλά και μια διαδικασία που συνοδεύει και εισάγει σε αυτή την περίοδο, καθώς και μια θεωρία αυτής της διαδικασίας. Ένα ιδανικό πρότυπο και μια σιδηροδρομική μονογραμμική αντίληψη της ιστορίας προς μια γραμμική και αναπόφευκτη πρόοδο. Μια έννοια όχι μόνο με εμφανώς ανύπαρκτη αναλυτική ισχύ αλλά, κυρίως, με κανονιστική ισχύ. Τέλος, όχι μόνο μια εποχή, αλλά και μια κουλτούρα που συνοδεύεται από μια ευρωκεντρική σκέψη και προοπτική. Όλα αυτά, και ακόμα περισσότερα βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα μιας λέξης: «νεωτερικότητα».

Κάποιοι λένε πως «ξεκινάει» με τον Κολόμβο και τη σύνδεση της ατλαντικής Ευρώπης με την Αμερική, ή με τον Βάσκο ντα Γκάμα, τον περίπλου της Αφρικής, και τη σύνδεση της ατλαντικής Ευρώπης με την Ινδία στα τέλη του 15ου αιώνα. Κάποιοι άλλοι επιλέγουν ως σημείο έναρξης την κατάληψη της Γρανάδας και το τέλος της Reconquista, ή την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Άλλοι πάλι επιλέγουν τη λεγόμενη επιστημονική επανάσταση ή την απαρχή του μηχανιστικού κοσμοειδώλου. Κάποιοι τρίτοι, βασίζονται στην πρώτη καταγραφή στα λατινικά της λέξης μεσαίωνας, ή στον μεταρρυθμιστικό ξεσηκωμό του 16ου αιώνα και την τυπογραφία. Άλλοι μιλάνε για το τριμερές-τριγωνικό διατλαντικό εμπόριο μεταξύ των ακτών της Ευρώπης, της Αφρικής και της Αμερικής, και ιδιαίτερα για μια παλαιότερη ανάλογη τεχνική πλοήγησης που βασίστηκε στην κατανόηση της διεύθυνσης των ανέμων σε βόρειο και νότιο ημισφαίριο, δίχως την οποία θα ήταν αδύνατον να δημιουργηθούν οι ευρωπαϊκές ναυτικές αυτοκρατορίες. Άλλοι, πάλι, ιστοριογραφούν μια πρωταρχική «αρχαϊκή» μορφή ή πρώτη φάση παγκοσμιοποίησης, που εξελίσσεται μεταξύ 1600 και 1800, και κάποιοι άλλοι τοποθετούν ως απαρχή την υποκατάσταση του ξύλου από τον γαιάνθρακα ως βασική πηγή καυσίμου, ενώ κάποιοι τρίτοι παρατηρούν μεταβολές στη ζωγραφική και τα μαθηματικά. Άλλοι μιλάνε για μια στρατιωτική επανάσταση που έλαβε χώρα μεταξύ του 16ου και του 17ου αιώνα, δημιουργώντας ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα «στον μεσαιωνικό και τον νεωτερικό κόσμο». Τέλος, κάποιοι επιλέγουν την αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση, ενώ κάποιοι άλλοι υπερτονίζουν φάσεις και ιστοριογραφικούς διαχωρισμούς όπως πρώιμη, ώριμη, ύστερη και μετα-«νεωτερικότητα». Και πάει λέγοντας. Όλα τα προηγούμενα εκβάλλουν στην ερμηνεία μιας ιστορικής απόκλισης, του λεγόμενου ευρωπαϊκού θαύματος, και στις σχολές σκέψης και ερμηνείας για την έναρξη και την ολοκλήρωσή αυτής της ιστορικής παρέκκλισης.

Έχουμε μάθει να υπερτιμούμε τη μικρή και να υποτιμούμε τη μακρά ιστορική κλίμακα και χρονική διάρκεια. Αυτός ο τρόπος σκέψης, παράλληλα με μια ευρωκεντρική και δυτικοκεντρική ιδεολογία, ιστοριογραφία και ερμηνευτική, μας οδηγεί όχι μόνο σε άστοχες εκτιμήσεις για το μέλλον αλλά και σε βολικές ερμηνείες για το παρελθόν. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πεποίθηση και η γενική αίσθηση πως η «δυτική» κυριαρχία έχει πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια ιστορικά απ’ ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Όπως επισημάνθηκε σε προηγούμενο κείμενο, η επιστροφή της κυριαρχίας του Χονγκ Κονγκ από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Κίνα το 1997 σηματοδότησε την ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου που ξεκίνησε με τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου, το 1839 – δηλαδή 158 χρόνια νωρίτερα. Οι Γάλλοι πέτυχαν το 1830 στην Αλγερία, δηλαδή στην απέναντι μεσογειακή ακτή, εκεί που είχαν αποτύχει λίγες δεκαετίες νωρίτερα οι Ισπανοί (1775–1785) και ενώ η Γαλλία είχε δεκαπλάσιο πληθυσμό από την Αλγερία: κατά την εισβολή των Γάλλων στο Αλγέρι το 1830, ο πληθυσμός της Γαλλίας ήταν περισσότερο από τριάντα εκατομμύρια, και της Αλγερίας κάτι λιγότερο από τρία εκατομμύρια. Το Αλγέρι κατακτήθηκε το 1830 και η Αλγερία έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1962 – δηλαδή 132 χρόνια μετά. Οι Βρετανοί κατάφεραν το 1882 αυτό που δεν είχαν καταφέρει το 1807, και ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα η Αίγυπτος ήταν ένα δυναμικό κράτος που επεκτεινόταν στην Αραβική Χερσόνησο, την περιοχή του Λεβάντε και το Κέρας της Αφρικής. Η Αίγυπτος κατακτήθηκε το 1882, και η τελευταία βρετανική στρατιωτική παρουσία εκεί τερματίστηκε με τον πόλεμο του Σουέζ, το 1954 – δηλαδή 72 χρόνια αργότερα. Στο Σουδάν υπήρχε τυπική συγκυριαρχία Βρετανών και Αιγυπτίων, αλλά στην πράξη οι Άγγλοι ασκούσαν κυριαρχία από το 1899 μέχρι το 1956, όταν και το Σουδάν έγινε ανεξάρτητο. Δηλαδή 57 χρόνια μετά.

Τα προηγούμενα παραδείγματα είναι ενδεικτικά, και πέραν του ότι φανερώνουν την ολοκλήρωση ιστορικών κύκλων, αποτελούν υπενθύμιση του σύντομου χρονικού διαστήματος της λεγόμενης δυτικής κυριαρχίας, η οποία είναι πολύ πιο πρόσφατη απ’ ό,τι συνήθως πιστεύεται ή υπονοείται.

Όμως τέτοιες παρανοήσεις δεν συμβαίνουν άνευ λόγου και αιτίας. Προκύπτουν από μια ιδεολογικοποιημένη ιστοριογραφία, πίσω από την οποία κρύβεται το δόγμα που ισχυρίζεται ότι ο ερχομός της λεγόμενης νεωτερικότητας, με απαρχή τον 16ο-17ο αιώνα, διαμορφώνει έναν κόσμο ο οποίος κυριαρχείται από συγκεκριμένες δυνάμεις. Αυτή η δογματική ιστοριογραφική κατασκευή περί «νεωτερικότητας» είναι παραπλανητική. Ισχύει σποραδικά σε ελάχιστα μέρη του πλανήτη για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη ενός ή δύο αιώνων. Στην πραγματικότητα, ο 19ος αιώνας είναι ο καθοριστικός αιώνας.

Κοσμοϊστορικής σημασίας και κλίμακας μεταβολές που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα επεκτείνονται πίσω στο χρόνο φτάνοντας μέχρι, λίγο πριν ή λίγο μετά τον 17ο αιώνα. Κατά αυτόν τον τρόπο, μέσω μιας ιστοριογραφικά κατασκευασμένης γενεαλογίας, υπερτονίζεται η κυριαρχία ορισμένων δυνάμεων όχι μόνο στα τέλη, αλλά και στην απαρχή των Νέων Χρόνων. Στις αρχές του 16ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1513, οι Πορτογάλοι θα προσπαθήσουν ανεπιτυχώς να καταλάβουν το Άντεν. Θα επιχειρήσουν και στο Σουέζ εναντίον των Οθωμανών, επίσης δίχως επιτυχία, ενώ το 1541 θα διεξάγουν μια αποτυχημένη εκστρατεία στην Ερυθρά Θάλασσα. Παρ’ όλες τις επιτυχίες τους στις αφρικανικές ακτές του Ατλαντικού, το 1578 θα ηττηθούν στο γειτονικό Μαρόκο στη μάχη του Alcácer Quibir, με αποτέλεσμα τον θάνατο του βασιλιά της Πορτογαλίας και της Αλγκάρβε, Σεβαστιανού του Οίκου των Αβίς. Η ήττα και ο θάνατος θα οδηγήσουν σε κρίση διαδοχής το πορτογαλικό βασίλειο με τελικό αποτέλεσμα την Ιβηρική Ένωση. Η παρακμή του βασιλείου της Πορτογαλίας ήταν τέτοια που στον βασιλιά δόθηκε, μετά θάνατόν, το προσωνύμιο Σεβαστιανός ο Επιθυμητός.

Οι προαναφερθείσες αποτυχίες των Πορτογάλων θα λάβουν χώρα λίγες δεκαετίες μετά από την υπογραφή της Συνθήκης της Τορδεσίγιας, το 1494, μέσω της οποίας χωριζόταν ολόκληρος ο πλανήτης σε δύο υποτιθέμενες περιοχές-ζώνες κυριαρχίας∙ ο διαχωρισμός αυτός θα μείνει στην ιστορία του διεθνούς δικαίου ως Αλεξανδρινή γραμμή. Οι πορτογαλικές αποτυχίες σε Μαρόκο, Σουέζ και Άντεν αποτελούν τυπικές περιπτώσεις που αγνοούνται ή υποβαθμίζονται επειδή δεν εξυπηρετούν την κυρίαρχη ιδεολογία, ιστοριογραφία και ερμηνευτική.

Η ανάγνωση και η ερμηνεία που έχουμε για την ιστορία μεγεθύνει μεγαλοποιώντας σύντομες περιόδους επιτυχίας, η διάρκεια και η σημασία των οποίων επεκτείνεται σε ολόκληρους αιώνες καθορίζοντας ολόκληρες εποχές, ενώ παράλληλα υποτιμά δια της υποβάθμισης μεγάλης σημασίας μεταβολές, που θεωρούνται ιστορικά παροδικές ή φευγαλέες και μη αντιπροσωπευτικές της εποχής τους.

Γεγονότα και εξελίξεις σε περιοχές που καλύπτουν μεγάλο μέρος του παραδοσιακού Δρόμου του Μεταξιού δεν αποκτούν την ιστορική σημασία και την πολιτική βαρύτητα που τους αναλογούν – όπως η οθωμανική επέκταση στη νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική από τα τέλη του 15ου μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, η κατάκτηση της Κίνας από τους Μαντσού και η μετάβαση από τη δυναστεία των Μινγκ στην τελευταία αυτοκρατορική δυναστεία της Κίνας, των Τσινγκ-Μαντσού, κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, και η κατάκτηση από τους Μογγόλους του μεγαλύτερου μέρους της Ινδικής υποηπείρου, που θα διαρκέσει μέχρι τον 18ο-19ο αιώνα. (Η δε κατάκτηση μιας περιοχής που γύρω στο 1700 αριθμούσε τουλάχιστον 160.000.000 ανθρώπους, δηλαδή της Ινδικής υποηπείρου, μπορεί να θεωρηθεί σημαντικότερο ιστορικό γεγονός από την επέκταση των Οθωμανών σε ένα πολυδιασπασμένο πολιτικά και αραιοκατοικημένο πληθυσμιακά, λόγω γεωμορφολογίας, τμήμα της Ευρώπης.)

Σημασία και βαρύτητα, μας λένε, έχουν τα «νεωτερικά» κράτη του Ατλαντικού (τα οποία δια του περίπλου της Αφρικής φτάνουν έμμεσα εκεί που οι προηγούμενες δυνάμεις έχουν πρόσβαση άμεσα) και «νεωτερικές» εταιρείες όπως η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, οι δυνάμεις της οποίας σε καμία στιγμή του δευτέρου μισού του 17ου αιώνα δεν ξεπέρασαν τα 15.000 άτομα σε ολόκληρη την Νοτιοανατολική Ασία, μια τεράστια πολυάνθρωπη περιοχή στην οποία υποτίθεται πως ασκούσαν κάποιας μορφής κυριαρχία. Παρόμοια, στα τέλη του 18ου αιώνα, σημασία έχουν οι Βρετανοί στρατιώτες στην Ινδία, που δεν ξεπερνούσαν σε αριθμό τους 10.000 ανθρώπους αλλά ασκούσαν σποραδική κυριαρχία επί μιας ολόκληρης υποηπείρου, εκμεταλλευόμενοι τοπικές διαιρέσεις και έριδες.

Τελικά, σημασία έχουν μόνο οι «νεωτερικές» ευρωπαϊκές δυνάμεις που υποτίθεται ότι κυριαρχούν στον κόσμο επί μισή χιλιετία. Και αυτά τα 500 χρόνια αποτελούν μια νέα, τρίτη, εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, η οποία ονομάζεται «νεωτερική». Ασφαλώς, η ιστοριογραφικά κατασκευασμένη αυτή εποχή συνοδεύεται και από τους ιδρυτικούς της μύθους: ο Κολόμβος με τα πλοία του Niña, Pinta και Santa María και η «ανακάλυψη» της Αμερικής (και η δυσκολία υποστήριξης και χρηματοδότησης των ταξιδιών επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι της «προνεωτερικής» εποχής πίστευαν ότι η Γη ήταν επίπεδη)· ο Κορτέζ, η κατάκτηση της Τενοτστιτλάν και η συνεπακόλουθη εξαφάνιση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων· ο Βάσκο Νούνιεθ ντε Μπαλμπόα και η «ανακάλυψη» του Ειρηνικού (εκτός από ηπείρους έχουμε και ωκεανούς που περίμεναν εκατομμύρια χρόνια για να «ανακαλυφθούν» προκειμένου να ξεκινήσει μια «νεωτερική» εποχή)· ο Πιθάρο με τους 180 κονκισταδόρες του και τα 27 άλογά του και η επικράτηση επί των Ίνκας· τέλος, έχουμε το Ελ Ντοράντο καθώς και τη γέννηση μιας διχοτομίας ανάμεσα σε έναν Παλαιό και ένα Νέο Κόσμο.

Ιστορίες, γεγονότα και σύμβολα όπως αυτά, αφενός σηματοδοτούν την απαρχή μιας ανύπαρκτης παγκόσμιας ευρωπαϊκής κυριαρχίας που υποτίθεται πως ξεκίνα στις αρχές του 16ου αιώνα και διαρκεί 500 ολόκληρα χρόνια. Αφετέρου, όμως, συσκοτίζουν το κρίσιμο σημείο ότι ο καθοριστικός αιώνας για την παγκόσμια κυριαρχία των δυνάμεων του Ατλαντικού είναι ο 19ος αιώνας, και ότι εκ των υστέρων έχουμε μια ιστοριογραφική προσπάθεια διεύρυνσης αυτής της νέας κυριαρχίας χρονικά πίσω στο παρελθόν και σύνδεσής της με τη γέννηση της λεγόμενης νεωτερικότητας.

Εν κατακλείδι, χρήζει επανεξέτασης το κυρίαρχο ιστοριογραφικό δόγμα που υποστηρίζει ότι με απαρχή τον 16ο-17ο αιώνα και την έλευση της «νεωτερικότητας» διαμορφώνεται ένας κόσμος που κυριαρχείται από τις «δυτικές» δυνάμεις – μιας επανεξέτασης που είναι όλως εφικτή τώρα, ακριβώς επειδή μια τάξη καταρρέει.

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία και, διαδικτυακά, στις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ, στην ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ, στον ΙΑΝΟ, στα Public, στις Ακυβέρνητες Πολιτείες της Θεσσαλονίκης, κλπ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ