Ένας αναστοχασμός για το χάσμα των γενεών

2
143

Το «χάσμα των γενεών». ως λεκτικός όρος, έχει εισαχθεί στον δημόσιο διάλογο από τη δεκαετία του ’60 και εντεύθεν. Αν θέλουμε να εννοήσουμε λοιπόν σε τι ακριβώς συνίσταται, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από ένα ερώτημα στοιχειώδες: Γιατί άραγε, το χάσμα ετούτο, δεν είχε εντοπιστεί προγενέστερα;

Η πρόδηλη (σε βαθμό ταυτολογίας) απάντηση είναι: Επειδή τότε μόνο άρχισαν να αλλάζουν οι αντιλήψεις των ανθρώπων – σχετικά με τη διαχείρηση της καθημερινότητάς τους – σε μαζική κλίμακα.

Θα χρειαστεί να μεταθέσουμε, οπότε, την απορία μας προς την αφετηρία των συναφώς πραχθέντων: Για ποιόν λόγο άρχισαν τότε, ειδικά, να μεταβάλλονται οι αντιλήψεις; Η συνήθης, εδώ, απάντηση λέει: Διότι τότε συνέπεσε η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας με την κατάκτηση πρωτοφανώς βελτιωμένων υλικών όρων διαβίωσης.

Πρόκειται για εξαιρετικά λεπτό σημείο στη διερεύνησή μας επί του θέματος: Το κρίσιμο ερώτημα, εν προκειμένω, είναι: Η εξάπλωση του δικτύου των ΜΜΕ και η εξασφάλιση καταναλωτικών ευχερειών (καθώς αυτές ήταν οι θεμελιώδεις υλικές ανατάξεις) συνεπάγονταν μήπως, αυτονοήτως, την υιοθέτηση του συγκεκριμένου προτύπου ζωής που, έκτοτε, ακολουθείται;

Αν τυχόν εδώ δώσουμε καταφατική απάντηση, τότε πράγματι η ιστορία μας ρέει χωρίς ασυνέχεια: Το χάσμα των γενεών αναδύεται ως φυσικό επιγέννημα της προόδου του τεχνικού πολιτισμού.

Η εναλλακτική / αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ωστόσο, επισημαίνει ότι η αλλαγή της «συνείδησης» δεν χειραγωγείται απ’ την αλλαγή των «δομών» – χειραγωγείται μονάχα απ’ την ανατροπή του «νοήματος»!

Έπρεπε να προηγηθεί, δηλαδή, η άλωση της «κοινής» μας «γνώμης» από μια μετα-παραδοσιακή θεώρηση βίου – κι αυτή η θεώρηση βίου ήταν που θα αξιοποιούσε, περαιτέρω, τις νεότευκτες δυνατότητες επ’ ωφελεία της πρακτικής εφαρμογής / διάδοσης των επιμέρους κανόνων της.

Υπό το φως ενός τέτοιου ερμηνευτικού ενδεχομένου μπορούμε, τώρα, ανατρέχοντας στο αληθινό σημείο καμπής της ιστορικής εξέλιξης, να θυμηθούμε ότι η ιδρυτική επιδίωξη του ενεστώτος πολιτιστικού οικοδομήματος – από «συλλήψεως», ήδη, «αναγεννήσεως» – ήταν ακριβώς η ριζική αμφισβήτηση του έως τότε εμπεδωμένου νοήματος ύπαρξης.

Αν τυχόν αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση ευστοχεί, σημαίνει απλά ότι η μεταστροφή – ή όχι – των συνειδήσεων κρίνεται κυρίως στο πεδίο του λόγου.

(Το γεγονός που καθόρισε την ιστορική έκβαση, άλλωστε, ήταν εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε:  Η Αποστασία των Εκλεκτών. Κι ο σκοπός του, ακριβέστατα, να αναπροσανατολισθεί η πορεία της πλάσης.)

Η ανάπτυξη της καταναλωτικής ευχέρειας, οπότε, αποτελούσε μόνο την προϋπόθεση για την πρόσβαση του μέσου πολίτη στο αναβαθμισμένο δίκτυο των ΜΜΕ. Τα οποία ΜΜΕ, με το να βρίσκονται (αυτονοήτως) στα χέρια των δεινών του λόγου – δηλαδή των διανοουμένων – παρείχαν σ’ αυτούς έναν πρωτοφανέρωτο στην Ιστορία «μοχλό» για να χειραγωγήσουν τις ψυχές του πλήθους εκεί όπου (από τριών και πλέον αιώνων) ζηλωτικά επιζητούσαν: Στις συντεταγμένες της φιλοσοφίας του «διαφωτισμού».

Η στιγμή για την ολοκλήρωση της εισόδου στη «νεωτερικότητα» (δηλαδή, για την προσχώρηση στη νεόκοπη / αντεστραμμένη ιεράρχηση των ζωτικών αναγκών – πέρα από τους στενούς κύκλους της διανόησης – των πλατιών στρωμάτων του λαϊκού σώματος) είχε επέλθει.

Ως «πρωτοποριακό» συλλογικό υποκείμενο μιας τέτοιας εξέλιξης, ήταν φυσικό να συστήνονται οι νέοι. Όχι όμως επειδή η σκέψη τους είναι η πιο «ανοιχτή» – όπως ένα αβασάνιστο σύγχρονο στερεότυπο διατείνεται… Μάλλον για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: Επειδή η σκέψη τους είναι (συγκρινόμενη προς τα υπόλοιπα τμήματα της ίδιας κοινωνίας) η πλέον «κλειστή» – υπό την έννοια ότι, μη έχοντας ακόμα εναλλακτικές παραστάσεις ώστε να λειτουργήσει συν-κριτικά, αποβαίνει η κατ’ εξοχήν ευεπίφορη στην ποδηγέτηση από την κυρίαρχη στα ΜΜΕ (και επιβαλλόμενη, εν συνεχεία, στο εκπαιδευτικό σύστημα) άποψη.

Η νεότητα, λοιπόν, ειδωλοποιείται στα πλαίσια της εκσυγχρονισμένης ρητορικής, κι αυτό αμέσως αμέσως σημαίνει ότι η ζωή των ανθρώπων περιορίζεται στο μισό της: Όταν αυτό παρέλθει (στη μέση, δηλαδή, ηλικία τους) έχει ήδη εκπνεύσει το ίδιο το νόημα της ύπαρξης… Ο πολιτισμός της «πλησμονής», τότε, έχει αποστάξει ως πρόωρο τόκο τη «στέρηση». Εν τω μεταξύ, ωστόσο, έχει προλάβει να επιστρατεύσει την ενεργητικότερη ανθρώπινη ηλικία, στην υπηρεσία ενός ματαιωμένου παρόντος και μέλλοντος του ίδιου του υποκειμένου της.

Γι’ αυτό και το «χάσμα των γενεών» δεν εξαντλείται στο διάμεσο μεταξύ της πρώτης γενιάς που αφομοίωσε την «ανατροπή» και των γονέων της: Επανεμφανίζεται, έκτοτε, ξανά και ξανά… Η γενιά των σημερινών (2011) νέων, έτσι, γίνεται η τρίτη συνεχόμενη που διαπιστώνει ότι την χωρίζει – κι αυτήν! – ένα χάσμα από τη γενιά τών, ήδη χαοτικώς απεχόντων από τους δικούς τους γονείς, γονέων της… (Κι ενώ τα κεντρικά παραγγέλματα έχουν κιόλας κλιμακωθεί μέχρι σημείου επιστημονικής, λένε, προτροπής σε – επί πεδίου συμβόλων – «πατροκτονία»!) Χωρίς καμμιά νέα γενιά, προς ώρας, να υποψιάζεται ότι έχει γίνει, απλώς, άθυρμα στα χέρια ενός πολιτισμού που τείνει με όλη του την ορμή προς ολοένα φανατικώτερες / μισανθρωπότερες μεταλλάξεις του εαυτού του.

Με σαφέστερες λέξεις: Χωρίς η εκάστοτε νέα γενιά να υποψιάζεται ότι αποτελεί τη ζωντανή πειραματική «πρώτη ύλη» χάριν του ζητουμένου μιας  κ α ι ν ο σ τ α γ ο ύ ς  α ν θ ρ ω π ο π λ α σ ί α ς.

Δεν το υποψιάζεται, ας παρατηρήσουμε, όχι επειδή το αυτοκαταστροφικό αποτέλεσμα δεν βιώνεται, ήδη, κατάσαρκα. (Από τη σχάση των σχέσεων μέχρι την κατάρρευση της οικονομίας.) Δεν το υποψιάζεται επειδή απλά ο ηγούμενος λόγος υποδεικνύει σε κάθε τομέα, ως θεραπεία, την επίταση των αιτίων της παθογένειας – και εξακολουθεί να πείθει γι’  αυτό…

Ειρήσθω εν παρόδω: Το «χάσμα» προκύπτει ουκ ολίγες φορές και μέσα σε οικογένειες όπου οι πατεράδες και οι μανάδες ενσαρκώνουν μια απολύτως φωτεινή εκδοχή του νοήματος. Ενώ γυιοί και θυγατέρες, ομοθυμαδόν, προκρίνουν ν’ ακολουθήσουν την «πεπατημένη» των ομηλίκων τους… Τι έχει συμβεί, λοιπόν, τότε; Η «ζωή» – την οποία οι γονείς αυτοί σιωπηλά προσκομίζουν – έχει πάψει μήπως να ακτινοβολεί ως η πειστικώτερη «διδαχή» ;

Αξίζει να ιχνηλατήσουμε, και εδώ, μια διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή: Η ζωή δεν μπορεί παρά να διαφυλάσσεται, σε κάθε περίπτωση, ως υπέρτατη αναφορά μας. Ο λόγος δηλαδή (κάθε λόγος) οφείλει εσαεί να παραπέμπει στο βίωμα! Αλλού έγκειται το σφάλμα: Το έλλειμμα εντοπίζεται όταν το βίωμα αρνείται να παραπέμψει (ναι) με τη σειρά του, στο λόγο.

Απουσία αυτής της  α μ ο ι β α ι ό τ η τ α ς  των  π α ρ α π ο μ π ώ ν, προκύπτει το δικό μας χάσμα μεταξύ του «παραδείγματος» και της «αναγνώρισής» του. Είναι εκεί ακριβώς που παρεισφρύει, ανεμπόδιστη, η επικυρίαρχη ρητορεία για να αντιστρέψει – πριν από ο,τιδήποτε άλλο – των πραγμάτων τα ονόματα.

Υ.Γ.: Κατά παρέκβαση απ’  το κύριο θέμα μας: Οι χριστιανοί γονείς θα μπορούσαν να προλάβουν μια τέτοια τροπή. Αλλά θα χρειαζόταν, τότε, να λειτουργήσουν και ως διανοούμενοι. (Με εντελώς άλλη φόρτιση, πάντως, απ’ αυτήν που έχει αποκτήσει σήμερα η λέξη – κι επιπλέον: ακριβώς στους αντίποδες της ζηλοφθονίας του νεωτερικού θεολόγου κατέναντι του ιερέα.)

Στην προέκταση μιας τέτοιας παραδοχής: Είναι δύσκολο, άραγε, να διακρίνουμε ότι χάριν αυτής ακριβώς – αν μη τινος άλλης – της χρείας θα πρέπει, ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων η των περιοδικών που μας ενδιαφέρουν, να επιμένουμε κάποτε και σε γραφές που μας φαίνονται «δύσβατες»;

Πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα «Γονείς και παιδιά – ελευθερία και ευθύνη» τχ 223 (Φεβρουάριος 2011) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”

2 Σχόλια

  1. Θα μπορούσε να διαβαστεί, πράγματι, κι έτσι. Με το [i]«καινο-»[/i] πάντως θέλω να υπογραμμίσω την απόλυτη επιζήτηση τού – οποιουδήποτε – καινού / νέου, εκ μέρους της φιλοσοφίας των νέων καιρών: Ακόμα κι όταν αυτό συνιστά οπισθοδρόμηση!

    Την επιζήτηση, τελικά, με μόνο γνώμονα την άκριτη_ α ν τ ι σ τ ρ ο φ ή_ τής κάθε, ώς τότε, [b]κατάφασης[/b].

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here