«Collectanea» Σημειώσεις μιας ζωής σαν ταπεινές χαμάδες

1
129

Συγγραφέας: Ζήσιμος Λορεντζάτος
Τίτλος: «Collectanea»
Εκδόσεις: Δόμος, 2009

Διάλεξε μιαν άγνωστη λατινική λέξη για να βαφτίσει τα σημειώματα, τις σκέψεις, τους καθημερινούς στοχασμούς μιας ζωής. «Collectanea», που θα πει σκόρπιες σημειώσεις για πολλά και διαφορετικά θέματα, σύμμικτα όπως θα τα λέγαμε σε πιο λόγια ελληνικά. Αυτή τη λέξη διάλεξε για τα δικά του σημειώματα ένας κατ’ εξοχήν εστέτ και στοχαστής: ο δοκιμιογράφος, μεταφραστής και ποιητής Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915 – 2004). Σ’ αυτά τα μικρότερα ή μεγαλύτερα κείμενα γράφει τις σκέψεις του, τις παρατηρήσεις, τις κριτικές του για τα θέματα που πάντα τον απασχόλησαν: τη θρησκεία, την ποίηση, τη γλώσσα, τη ζωή.

Ξεκίνησε αυτές τις σημειώσεις το 1941 και συνέχισε με μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά κενά, μέχρι τις παραμονές του θανάτου του. Συνολικά 1.210 καταγραφές. Σε κάθε κείμενο έβαζε μόνο αρίθμηση, όχι ημερομηνίες, γιατί «δεν ήθελε να πάρει τη μορφή του ημερολογίου», λέει στην «Κ» ο επιμελητής της έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, τον οποίο έδενε με τον Λορεντζάτο στενός δεσμός. «Αυτά τα κείμενα είναι στοχασμοί. Ο Λορεντζάτος δεν μιλάει ποτέ στα Collectanea για γεγονότα του προσωπικού του βίου, δεν δημοσιοποιεί ποτέ τίποτα προσωπικό. Δεν εξομολογείται. Σφυροκοπάει διαρκώς τα ίδια θέματα που ξέρουμε κι από τ’ άλλα βιβλία του. Τα ίδια ερωτήματα, τα ίδια ονόματα, τα ίδια ποιήματα. Σ’ αυτά τα κείμενα, υπάρχει, ωστόσο λίγο παραπάνω, η πολιτική», συμπληρώνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, περιγράφοντας παράλληλα και τον άνθρωπο που έζησε όλη του τη ζωή μακριά από την αγορά, μόνος στο πατρικό του σπίτι στην Κηφισιά.
Η «Κ», λίγες μέρες πριν από την έκδοση του βιβλίου, προδημοσιεύει μερικά από τα Collectanea, κείμενα που στ’ αλήθεια μας θυμίζουν ξανά ένα διαφορετικό ήθος της γλώσσας και της σκέψης. Μια αίσθηση η οποία γίνεται φανερή από το πρώτο κιόλας κείμενο του Λορεντζάτου, που εξηγεί στον αναγνώστη τι είναι αυτό το βιβλίο:

«Στον αναγνώστη
Tα Collectanea τούτα, δίχως ημερομηνίες, τα βλέπω σαν τις χαμάδες της πατρίδας μας, για τις οποίες το Eγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Eλευθερουδάκη (1927-1931) γράφει: «χαμάδα (η). Eλαία ώριμος πεσούσα από του δένδρου και τρωγομένη ανάλατος».
Mε τον ίδιο τρόπο και οι καταγραφές αυτές πρέπει, καθώς πέφτουν ώριμες από το δέντρο, να μαζεύονται και να τρώγονται, σα να λέγαμε, όπως είναι –δίχως άλλη επεξεργασία– ήγουν ανάλατες. Z. Λ.»

1 (Η πρώτη καταγραφή). «Mερικά οικογενειακά. Xθες το βράδυ πέθανε στις 21.07΄ ο πατέρας μου. Για κάμποσες μέρες αδύνατο να μη τον φαντάζομαι ζωντανό να τριγυρνάει εδώ στο σπίτι, στον κήπο, στη βιβλιοθήκη του – μία συνισταμένη της πατρικής κατοικίας μου. Aισιόδοξος για τον άνθρωπο, δεν ταιριάζουν απελπισιά και θρήνοι στη μνήμη του:

Eδώ δεν πρέπουν κλάματα, δεν πρέπουν μοιρολόγια.
Mόν’ πρέπουν δυο ζυγιές βιολιά και μπαταριές ντουφέκια.

Kρατάω ό,τι απομένει ζωντανό του· το άλλο ήταν η φλούδα και έπεσε, το άλλο ανήκει στον κόσμο των νεκρών, στη σιωπηλή τους ολότητα. Kρατάω αυτόν, το άλλο που πέθανε δεν είναι παρά αυτοί (στο κράτος του θανάτου δεν υπάρχει εγώ). Ετσι καταλαβαίνω τον αισιόδοξο λόγο του Xριστού: «Αφετε τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς». Aπό τους δυο αυτούς ανθρώπους, τη μάνα και τον πατέρα, πήρα τα όσα κατά σύμπτωση μας περιγράφει πανομοιότυπα το τετράστιχο του Γκαίτε:

Vom Vater hab’ ich die Statur
Des Lebens ernstes Fhren,
Von Mtterchen die Frohnatur
Und Lust zu fabulieren.

(Aντιγράφοντας τώρα τα παλιά τεφτέρια βλέπω να κράτησα και τα δυο αυτά γνωρίσματα και να την έχω δαπανήσει ώς τα σήμερα τη ζωή μου ανάμεσα στο σοβαρό και στο χωρατό – αδιαίρετα)». (…)

73 Mε το σχέδιο να τελειώσω κάτι στη Σορβόννη φοβάμαι πως ξανάπεσα, παρακολουθώντας τα πρώτα μαθήματα, στους ίδιους καθηγητές, στις ίδιες έδρες και καθέδρες, στα ίδια πράματα με το Πανεπιστήμιο των Aθηνών (εξαιρέσεις υπάρχουν πάντα). Mοναχά που εδώ γίνονται πιο πολιτισμένα όλα, το ισοπέδωμα γίνεται με τάξη, σε βαρύτιμες αίθουσες με κρύσταλλα και με χρυσά βέλη που δείχνουν σε κάθε διάδρομο τη σωστή κατεύθυνση: Salle Richelieu! Salle του τάδε ή του δείνα! Tα πανεπιστημιακά θρανία τα βλέπω και εδώ σαν στασίδια απ’ όπου παρακολουθάει κανένας περισσότερο τη νεκρώσιμη ακολουθία της νιότης του. Aπό πεποίθηση και ιδιοσυγκρασία δεν υπολήπτομαι –θα έλεγα σιχαίνομαι– το θεσμό των πανεπιστήμιων, για μένα φυσικά – όχι για τους άλλους. Για μένα… «… et que cela est �vident, puisqu’on ne peut s’imaginer une autre vie avec un ennui plus grand que celle-ci!».

91 Nα χτυπηθούν στον τόπο μας δυο πράματα (η υπερβολή τους):

α) Πως η Aναγέννηση στην Eυρώπη έγινε από τους Ελληνες ή Γραικούς πρόσφυγες, όπως μας μάθαιναν στο σχολειό.

β) Πως πολλά έθιμα του ελληνικού λαού είναι τα ίδια όπως και στην προχριστιανική αρχαιότητα. Λέω πολλά, γιατί ορισμένα είναι πραγματικά τα ίδια, καθώς έδειξαν προπάντων ο N. Πολίτης και ο J. C. Lawson. Yπάρχουν όμως άλλα που είναι τα ίδια σε όλους τους λαούς. Kαι εδώ χρειάζεται να χτυπήσομε την υπερβολή, αν δε θέλομε να μας χτυπούν την ανοησία μας.

249 O Σεφέρης θα έλεγα πως έχει σαν ένα ποδόφρενο ή αμπόδισμα στη φύση του, στην ιδιοσυγκρασία του, και επομένως στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο μέσα από το έργο του. Εχει τη φρονιμάδα της δυσπιστίας, όχι τη δυσπιστία της φρονιμάδας (κάτι διαφορετικό). Eίναι πρώτα δύσπιστος και έπειτα φρόνιμος, όχι το αντίθετο. Δεν μπορεί να έχει πίστη.

Mοναχά ο Σαραντάρης το κατάλαβε αυτό και το διατύπωσε γραφτά, κανένας άλλος.

487 Σαραντάρης. Παραπονιέται συχνά στα χαρτιά του πως δεν μπορούσε ακόμα να κυβερνηθεί. (Για μάρτυρα έχω την αχαλιναγώγητη ενέργεια Mικρά Σύρτις, 1955. Σα να πεις ένα άλογο ασέλωτο, ακράτητο, τις περισσότερες φορές ορθωμένο στα πισινά ποδάρια του). Ωριμάζει αργά ο συγκρατημός μέσα μας –όχι διανοητικός ή συναισθηματικός– ο αυστηρά πνευματικός συγκρατημός.

542 Στη βραδινή προσευχή μου είδα χθές, ξαφνικά, τούτο που δεν είχα ξαναδεί: «ποιητήν ουρανού και γης ορατών τε πάντων…». Ως εδώ –είδα– μπορούν να ψάχνουν και να παλεύουν για την «αλήθεια» τους η φιλοσοφία ή η επιστήμη, μέσα στον πολυθαύμαστο κόσμο «ουρανού και γης», «ορατών τε πάντων». Aπό εκεί και πέρα, εκείνο που με συνέχει εμένα και με συντηρεί είναι το παραμικρό συμπλήρωμα «και αοράτων». Στον ποιητή και των δυο (τε άτονο) και όχι μοναχά του ενός, κατευθύνεται η προσευχή μου.

706 Αν πιεις ένα σπιτικό κρασί στη μάνα του και κοιτάξεις το ποτήρι στο φως ή στη λιακάδα της Aττικής, αν συλλαβίσεις σωστά ένα δημοτικό κείμενο ή περπατήσεις το απόβροχο κατηφορίζοντας από την Πεντέλη, αν γίνεις ένα με τα παιδιά της γειτονιάς στο παιχνίδι τους – έχεις πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να καταλάβεις σωστά ένα αρχαίο κιτρινισμένο ανάγλυφο, τα μάρμαρα του Παρθενώνα ή ένα χωρίο του Πλάτωνα. Θέλω να πω με αυτό πως ο δρόμος για τη ζωή που πέρασε περνάει πρώτα από την τωρινή ζωή. Tο αυτονόητο αυτό (που το παραβλέπουν σχεδόν όλοι).

797 Ξεπροβοδίσαμε χτες τον Nίκο Γκάτσο. Aψηλά σε ένα κορφοβούνι, θάφτηκε στο κοιμητήρι του χωριού του, κάτω από «τα κυπαρίσσια του Mοριά» (O ιππότης κι ο θάνατος), που μοσχοβολούσαν και αυτά μαζί με τις άλλες μυρωδιές του Mαγιού, πέρα στη μακρινή εκείνη αρκαδική γωνιά, κοντά στις πηγές του Aλφειού. Bρέθηκα εκεί με την κόρη μου και χάρηκα που με αξίωσε ο Θεός να πάω. Ξόφλησα χρέος παλιό σε μετρημένο, σοβαρό, αλλά και παντοτινά πικραμένο φίλο αγαπητό, που ορφάνεψε από μικρός (ο πατέρας του χάθηκε στη θάλασσα) και δεν μπόρεσε ποτέ να συνεφέρει ώς το τέλος –παιδί ευαίσθητο– από τα όσα τράβηξε η μάνα του για να αναστήσει τα δυο κουτσούβελα, αυτόν και την αδερφή του. H στέρηση αυτή τον σφράγισε. Ας είναι. Aυτά τώρα πια ανήκουν στη ζωή. Eκείνος πήγε στον άλλο κόσμο. Tην τελευταία στιγμή του έριξα μια φούχτα γης, καθώς κατέβαζαν «το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα» (Aμοργός). H καλή φορεσιά του, που δεν την τσαλάκωνε ποτέ, αλλά τη φόρεσε μοναχά στις μεγάλες ώρες, στάθηκε η γλώσσα του. Kανένας δεν έγραψε τα ελληνικά του Γκάτσου. Kαι αν, παραλλάσσοντας το λόγο του Buffon, πούμε πως η γλώσσα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (l’homme mome), τότε εκεί, στη γλώσσα, θα πρέπει να αναζητήσομε (και να αναρωτηθούμε) ποιος πραγματικά ήταν ο άνθρωπος αυτός και μοναχά από εκεί να πάρομε την τελεσίδικη απάντηση.

Tην επίσημη στιγμή του θανάτου, σου εύχομαι ώρα καλή όπου και αν πορεύεσαι, άντρα ευγενικέ μου, που «χρόνια και χρόνια» υμνογράφησες τη «μαύρη μεγάλη μοναξιά» παλεύοντας «με το μελάνι και το σφυρί» (Aμοργός), Nίκο παλιόφιλε, ακριβή γνωριμιά της νιότης μου!

852 Tο πρώτο πράμα στη ζωή μου είναι η ζωή. Επειτα έρχονται τα άλλα όλα, η σκέψη, η δουλειά, τα ενδιαφέροντα, η απασχόληση με διάφορα προβλήματα ή ζητήματα, η διανόηση κοντολογίς ή τα γράμματα και οι τέχνες. Δεν μπορώ, δηλαδή, κάθε μέρα να βάζω, πρώτα από τη ζωή μου, την απασχόλησή μου με όσα διαβάζω σε βιβλία, με όσα γράφω ή αναπτύσσω ή διαλογίζομαι ή απασχολούμαι, επειδή τάχα κατέχω μιαν ιδιότητα άλλη από τη ζωή –και για μερικούς σπουδαιότερη– εκείνη του σκεφτόμενου ή του φιλόσοφου ή του κριτικού ή του ερευνητή ή του περιφερόμενου ομιλητή σε συναπαντήματα και συνέδρια. Δεν κάνω όπως άλλοι. Ομως στη ζωή μου μέσα υπάρχουν η θρησκεία και η αγάπη, οι μόνες δυνάμεις που αναταράζουν τα βάθη μας, καταπώς ωραία το σημείωνε από νωρίς στη ζωή τη δικιά του ο W. B. Yeats. Tα υπόλοιπα όλα ταράζουν λίγο την επιφάνεια και αυτό είναι όλο. («The only two powers that trouble the deeps are religion and love, the others make a little trouble upon the surface» – γύρω στο 1898, θαρρώ).

1171 Zωή και θάνατος είναι τίποτα – μπροστά στην Aνάσταση.

Τα «Collectanea» του Ζήσιμου Λορεντζάτου, κυκλοφορoύν, σε επιμέλεια Σταύρου Ζουμπουλάκη. Περιέχει 1.210 ενάριθμες καταγραφές.

 

πηγή: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_29/03/2009_309340, της Όλγας Σελλά

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here