Bιβλιοκρισία: Αγαπώμαι, άρα σκέφτομαι

0
553

Διονύσιος Σκλήρης, Αγαπώμαι, άρα σκέφτομαι: Κεφάλαια θεολογικής επιστημολογίας και οντολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021

Η τελευταία γνωσιολογική μελέτη του θεολόγου και φιλολόγου Διονύση Σκλήρη έχει τον ιδιαίτερο και πολύσημο  τίτλο «Αγαπώμαι, άρα σκέφτομαι» και αποτελείται από δεκατρία κεφάλαια θεολογικής επιστημολογίας και οντολογίας. Η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2021, λίγες ημέρες πριν τον εορτασμό του Πάσχα.  Η χρονική συγκυρία είναι ευχάριστη καθώς το αναστάσιμο ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούμε τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, μια θεμελιώδη πηγή στην προσπάθειά μας να ορίσουμε τα χαρακτηριστικά μιας κατεξοχήν χριστιανικής επιστημολογίας. Διαβάζουμε λοιπόν στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο κεφάλαιο 24, 1-12: «Την επόμενη μέρα όμως μετά το Σάββατο, από τα βαθιά χαράματα, ήρθαν οι γυναίκες στον τάφο με τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει· μαζί τους ήταν και μερικές άλλες. Βρήκαν τότε την πέτρα κυλισμένη από το μνήμα και, όταν μπήκαν σ’ αυτό, δε βρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού. Καθώς απορούσαν γι’ αυτό, φάνηκαν μπροστά τους δύο άντρες με αστραφτερές στολές. Κι ενώ αυτές κατατρομαγμένες είχαν σκυμμένο το πρόσωπό τους στη γη, τις ρώτησαν: ‘Τι ζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε! Θυμηθείτε τι σας είχε πει, όταν ακόμα ήταν στη Γαλιλαία. Σας είπε ότι ο Υιός του Ανθρώπου πρέπει να παραδοθεί στα χέρια των εχθρών του Θεού, να σταυρωθεί και την τρίτη ημέρα ν’ αναστηθεί ’. Θυμήθηκαν τότε τα λόγια του. Επέστρεψαν λοιπόν απ’ το μνήμα και τα ανάγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα μαθητές και σ’ όλους τους άλλους. Αυτές που τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι υπόλοιπες που ήταν μαζί τους. Τα λόγια αυτά τους φάνηκαν φλυαρίες και δεν τις πίστευαν. Ο Πέτρος όμως σηκώθηκε κι έτρεξε στο μνήμα. Όταν έσκυψε, είδε μέσα μόνο τα σάβανα και γύρισε σπίτι του γεμάτος απορία γι’ αυτό που είχε γίνει.»

Το βιβλικό κείμενο αποκαθιστά στην διήγησή του, την αξιοπιστία της μαρτυρίας των γυναικών, εκείνων δηλαδή των περιθωριακών υποκειμένων που δεν γίνονται δεκτά ως αξιόπιστοι φορείς γνώσης. Η Βιβλική διήγηση διορθώνει τη γνωσιακή αδικία (epistemic injustice) και θέτει το καινό (νέο) επιστημολογικό πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας. Με άλλα λόγια, στη Βιβλική διήγηση αναδεικνύεται η γνωσιακή αξία συγκεκριμένων αρετών και στάσεων, με κύρια αρετή την αγάπη. Δεν είναι τυχαία λοιπόν η παρουσία της αγάπης στον τίτλο του βιβλίου του Διονύση Σκλήρη. Γνωρίζει καλά όποιος αγαπάει καλύτερα φαίνεται να είναι μια αρχή που διατρέχει τη χριστιανική γνωσιολογία.  Η γνώση, άλλωστε, που αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των γυναικών της βιβλικής διήγησης, αποτελεί δώρο και σχετίζεται με την αγάπη τους προς τον Κύριο, με την επιθυμία τους για αυτόν και με την πραγματική φροντίδα για αυτόν, αφού από τα βαθιά χαράματα, αχάραγα ακόμα, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι υπόλοιπες πήγαν τον τάφο να φροντίσουν. Με διάκριση, καθώς ελέγξανε τα λόγια των αντρών που συναντήσανε αλλά και με ανοιχτότατα τα αυτιά τους, ώστε να ακούσουν προσεχτικά τι είχαν αυτοί οι άντρες να πουν, λάβανε αυτές πρώτες τη γνώση της Ανάστασης. Οι γυναίκες είχαν συγκεκριμένες διανοητικές αρετές και γνωσιακές δεξιότητες και αναγνώρισαν το γεγονός της Ανάστασης. Έτρεξαν έπειτα εκείνες να αναγγείλουν τη γνώση τους αλλά κανένας δεν τις πίστεψε. Τα λόγια τους φάνηκαν φλυαρίες που βγαίνουν από το στόμα αναξιόπιστων φορέων γνώσης. Έπρεπε τα λόγια τους μετά να επιβεβαιωθούν, ώστε να αποκατασταθεί η αξιοπιστία τους. Η επιστημολογία που εγκαινιάζεται με σαφήνεια στις βιβλικές αφηγήσεις και υιοθετείται από μεγάλο μέρος της χριστιανικής παράδοσης, όπως γίνεται αντιληπτό και από τους τίτλους των επιμέρους κεφαλαίων του συγκεκριμένου πονήματος του Διονύση Σκλήρη, συνδέει τη λογική με το συναίσθημα, τη γνώση με την ηθική, το γεγονός με την αξία, το αφηρημένο με το συγκεκριμένο.

«Εάν επιθυμείς ολόκληρη την ιστορία, καλό θα ήταν να ακούσεις ιδιαιτέρως προσεκτικά τις μαρτυρίες της εμπειρίας που έχουν δοθεί από ανθρώπους που είναι οι λιγότερο ισχυροί σε μια κοινωνία. Το ερμηνευτικό μειονέκτημα τους μπορεί να καταστεί μια θετική γνωσιακή πηγή, αρκεί κάποιος να μάθει να ακούει.»[1] Με αυτά τα λόγια αναζητάει γνωσιακή δικαιοσύνη η σύγχρονη φιλόσοφος και μέλος τόσο της Βρετανικής όσο και της Αμερικανικής Ακαδημίας, Miranda Fricker. Με ανάλογο τρόπο, μάς εισάγει ο Διονύσης Σκλήρης στην έννοια του ασκητικού επιτεύγματος των ταπεινών και καταφρονημένων, όπως εκφράζεται από τον Σέρβο άγιο Ιουστίνο. Στο κεφάλαιο με τίτλο «Αγαπώ, άρα γνωρίζω» διαβάζουμε με ενδιαφέρον για εκείνο το επίτευγμα που συνθέτει την ηθική υπευθυνότητα, την αντίδραση στις ιστορικές προκλήσεις και τον εκστατικό χαρακτήρα του προσώπου (131).

Με άξονά του ουσιαστικά την αγάπη ο συγγραφέας απευθύνεται προς όλους, αθέους, αγνωστικιστές, πιστούς χριστιανούς, ελληνορθόδοξους αλλά και χριστιανούς με οικουμενική ευαισθησία, φιλελεύθερους και μη. Η οπτική του βιβλίου του είναι πανοραμική και όχι εξαντλητική και μάς ταξιδεύει από τον Λέοντα Σεστόφ  στον π. Σέργιο Μπουλγκάκοφ, από την οντολογική άβυσσο του Νικολάι Μπερντιάεφ, την θεολογική επιστημολογία του αποφατισμού του Βλάντιμιρ Λόσκι, την ελευθερία στη σκέψη του Γεωργίου Φλορόφσκι στη νηπτική Οδό θεογνωσίας του αγίου Ιουστίνου του Νέου (Πόποβιτς) και στον ησυχαστικό υπαρξισμό του επισκόπου Αθανασίου Γιέφτιτς. Στη συνέχεια μάς επιστρέφει στον χώρο της ελληνοορθόδοξης θεολογίας και μας ξεναγεί στην οντολογία του τρόπου στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και την συνδέει με την αντίστοιχη του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στη Φυσική Θεολογία ή αλλιώς στη θεολογία της Φυσικής Αποκαλύψεως που χαρακτηρίζεται «περισσότερο παραδοσιακή μορφή Θεολογίας που αναπτύχθηκε κατά την Πατερική παράδοση» (275). Διαβάζουμε, λοιπόν, σχετικά πως η Φυσική Θεολογία «Βασίζεται στην ηθική και ασκητική κάθαρση του ανθρώπου, ώστε να λεπτύνει τα πνευματικά του αισθητήρια και να μπορέσει να διακρίνει την παρουσία του Θεού μέσα στη φύση. Στη Θεολογία αυτή προηγείται η κάθαρση μέσω των ασκητικών έξεων και έπεται ο φωτισμός, οπότε ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτάσει στη φυσική θεωρία των λόγων και ενεργειών του Θεού, με τελική έκβαση την κατά χάριν θέωση. Δεν πρόκειται για μια γνώση του Θεού άμεσα προσιτή στον λόγο όλων των ανθρώπων, αλλά για μια προσέγγιση, στην οποία ο άνθρωπος τρόπον τινά προσπαθεί να δει τη φύση «με τα μάτια» του Δημιουργού της Θεού.» (275).

Για το τέλος ο συγγραφέας αφήνει δύο κεφάλαια έκπληξη, καθώς το κεφάλαιο με τίτλο «Κορέννυμι, άρα εξίσταμαι» και το άλλο με τίτλο «Μετέχω άρα υπάρχω» διευρύνουν τη συζήτηση και την οδηγούν πέρα από τη στενά νοούμενη Ορθόδοξη θεολογία σε διάλογο με τον φαινομενολόγο φιλόσοφο Μαριόν και με το πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Ορθοδοξίας που αναπτύσσεται στους κόλπους της Αγγλικανικής Εκκλησίας, δείχνοντας έτσι πως δεν υπάρχουν αυστηρά ομολογιακά στεγανά και πως η θεολογία και η θεολογική επιστημολογία είναι πεδίο ανοιχτό στον κριτικό στοχασμό από όπου και αν αυτός προέρχεται και πάντα σε διάλογο με τη φιλοσοφική σκέψη.

Το βιβλίο του Διονύση Σκλήρη είναι ένα πλούσιο βιβλίο 390 σελίδων, με κατατοπιστική εισαγωγή, επίλογο, βιβλιογραφία και ευρετήριο ονομάτων, που μοιάζει περισσότερο με έναν συναρπαστικό ταξιδιωτικό οδηγό που προσεγγίζει έναν απαιτητικό και δαιδαλώδη χώρο με τον ενθουσιασμό και το πάθος ενός μόνιμου κατοίκου που θέλει να συνοδεύσει τους φιλομαθείς επισκέπτες στις ενδιαφέρουσες γωνιές του τόπου όπου ο ίδιος καθημερινά διαμένει και διαβαίνει. Βεβαίως οι ενημερωμένοι αναγνώστες και αναγνώστριες θα παρατηρήσουν ότι από τη μελέτη απουσιάζει η συστηματική διαπραγμάτευση του έργου εμβληματικών ορθόδοξων θεολόγων και φιλοσόφων του ελλαδικού χώρου, όπως του Νικόλαου Νησιώτη και του Σπύρου Κυριαζόπουλου, που έχουν συμβάλει στον χώρο της θεολογικής επιστημολογίας και της φιλοσοφικής θεολογίας. Καθώς σε καμία στιγμή δεν ισχυρίζεται ο συγγραφέας ότι εξαντλεί το ζήτημα της θεολογικής γνωσιολογίας, μάς υπόσχεται πως θα επανέλθει με επιπλέον θέματα και ερωτήματα σε επόμενο βιβλίο του. Άλλωστε, αν και δεν εξαντλεί τα θέματα της θεολογικής γνωσιολογίας, στην ουσία τα θίγει σχεδόν όλα και οι αναγνώστες θα καταφέρουν να διακρίνουν τα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης χριστιανικής επιστημολογίας από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ημέρες μας, όπως τα έχει συστηματοποιήσει o Paul L. Gavrilyuk:[2] Πιο συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά αυτά είναι α) ο οντολογισμός, ότι δηλαδή δίνεται προτεραιότητα στην οντολογία/μεταφυσική έναντι της επιστημολογίας καθώς το πραγματικό δεν υποτάσσεται στην κατάσταση της συνείδησης β) ο αποφατισμός, η αναγνώριση δηλαδή ότι η εκ μέρους της κτίσης γνώση του Θεού είναι περιορισμένη, γ) μια πιο ολιστική προσέγγιση στη γνώση που συνδυάζει και συνδέει τη λογική με το συναίσθημα και τη βούληση και δ) τέλος η θέωση, η επιμονή σχετικά με την ανάγκη για μεταμόρφωση και για μετοχή στην εκκλησία ως προϋποθέσεις γνώσης.

Κλείνω τη σύντομη παρουσίαση της επιστημολογικής μελέτης του Διονύση Σκλήρη λέγοντας πως με τον προσωπικό τόνο που διατηρεί στη γραφή του και με τις αφηγηματικές τεχνικές που υιοθετεί στην ανάπτυξη και παράθεση του υλικού της σκέψης του, ο συγγραφέας καθιστά την ανάγνωση του βιβλίου μια ιδιαίτερα ευχάριστη εμπειρία.  Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο του Διονύση Σκλήρη είναι μια μελέτη για την ορθόδοξη κατά βάση χριστιανική επιστημολογία που δεν περισσεύει και λειτουργεί ως ένα βιβλίο που αποσαφηνίζει θεολογικές έννοιες, κεντρίζει το ενδιαφέρον και οδηγεί σε περαιτέρω μελέτη.

[1] M. Fricker, “Power, Knowledge and Injustice” στο J. Baggini και J. Strangroom (επιμ.) New British Philosophy: The Interviews, London: Routledge, 2002, 90. Πρβλ. Miranda Fricker, Epistemic Injustice: Power and the Ethics of Knowing, Oxford: Oxford University Press, 2007 καιMichèle Le Doeuff, Le sexe du savoir, Paris: Aubier, 1998 translated as The Sex of Knowing by Kathryn Hamer and Lorraine Code (2003)

[2] Paul L. Gavrilyuk, “Modern Orthodox Thinkers” στο William J. Abraham and Frederick D. Aquino (επιμ.), The Oxford Handbook of the Epistemology of Theology, Oxford University Press, 2017, 578-590

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ