Αναζητώντας τον Θεό μετά τον θάνατό του

4
448

Πριν δεκαπέντε χρόνια, είχα πιάσει κουβέντα για το θρησκευτικό βίωμα με έναν αθεϊστή φίλο μου, τον Αντώνη. Ο διάλογος έγινε σε ένα φόρουμ στο οποίο, κάποια στιγμή, με ρώτησε:

«Αυτή η “εμπειρία της παρουσίας του Θεού”, αυτή η “άλλη κατανόηση του κόσμου” που λες, από τι συνίστανται όλα αυτά; Πώς μπορεί να είναι κανείς τόσο βέβαιος; Είναι όραμα, αγαλλίαση, διαίσθηση, ενόραση; Είναι μια βεβαιότητα σχεδόν απτή, που πλημμυρίζει νου και καρδιά σαν έκσταση ή απλώς μια πολύ έντονη πίστη, μια ισχυρή διαίσθηση, χωρίς όμως ιδιαίτερη βάση, στα όρια της αυθυποβολής;»

Του απάντησα τότε: «Το ερώτημά σου είναι καίριο. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις… Κάποιοι άνθρωποι έχουν πει πως ένιωσαν αυτήν την “πραγματικότητα” με μια αμεσότητα εντονότερη κι από αυτήν της αντίληψης του φυσικού κόσμου. Αλλά πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι μαρτυρίες; Κι ακόμη κι αν είναι αληθινές, πώς θα ξεχωρίσουμε τους αληθινούς από τους φαντασιόπληκτους ή τους απατεώνες;

Μού κάνει εντύπωση η απλότητα των αιτημάτων που είχε ο Ιησούς προς τους ανθρώπους “Μία εντολή σάς δίνω, να αγαπάτε αλλήλους όπως κι εγώ σας αγάπησα”. Σαν να λέει  “Μη ψάχνετε για εμπειρίες παρουσίας. Ξεκινήστε από το πιο απλό κι ανθρώπινο του να μπείτε στο μυστήριο της αγάπης, κι αυτό θα σας οδηγήσει”.

Κι από την άλλη, πολλοί από μας (ίσως κι εσύ, Αντώνη) έχουν αισθανθεί μια γλυκύτητα ανάβοντας ένα κερί σε κάποιο εξωκλήσι ή καθήμενοι κάποιο δειλινό στο χείλος της θάλασσας, όπως λες. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια πρώτη προσέγγιση, μιας “άλλης κατανόησης του κόσμου”. Θα μπορούσα να υποθέσω ότι αυτό το βίωμά σου στην ακροθαλασσιά έχει κάτι από την παρουσία του Θεού, ακόμη κι αν εσύ δεν το ονομάζεις έτσι».

Ο Αντώνης απάντησε: «(…) συμφωνώ μαζί σου ως προς το: “Μη ψάχνετε για εμπειρίες παρουσίας. Ξεκινήστε από το πιο απλό κι ανθρώπινο του να μπείτε στο μυστήριο της αγάπης, κι αυτό θα σας οδηγήσει”.

Το απλό, το ανθρώπινο (τόσο δύσκολο να οριστεί παρόλ’ αυτά) ή το μυστήριο της ίδιας της ζωής, αυτά αποτελούν τη μια άκρη του νήματος, ασχέτως που καταλήγει η άλλη άκρη, σε θεό, θεούς, φυσικούς νόμους, παράλληλα σύμπαντα κι έντεκα διαστάσεις ή ξανά πίσω στον εαυτό μας. Ετούτη η ταπεινή άκρη, αυτό το φτωχικό ξέφτι, είναι δικό μας, κατάδικό μας, ξεκάθαρο και απτό, μισητό και λατρεμένο ταυτόχρονα. Είναι ο κοινός παρονομαστής που μας ενώνει όλους, άθεους και θεϊστές. Η άλλη άκρη του νήματος είναι μια άλλη υπόθεση. Αυτό το ποτήρι με το νερό μπορεί να μην γνωρίζουμε πώς βρέθηκε πάνω στο τραπέζι. Μπορούμε όμως, παρ’ όλα αυτά, να το σηκώσουμε και να ξεδιψάσουμε με χορταστικές γουλιές, απ’ το λαχάνιασμα μιας ζωής, που μας τραβάει απαρέγκλιτα στην αγκαλιά του θανάτου.

Ως προς αυτό που λες: “Κι από την άλλη, πολλοί από μας (ίσως κι εσύ) έχουν αισθανθεί μια γλυκύτητα ανάβοντας ένα κερί σε κάποιο εξωκλήσι ή καθήμενοι κάποιο δειλινό στο χείλος της θάλασσας, όπως λες”.

Φυσικά και τα έχω νιώσει όλα τα προηγούμενα. Ακόμη και το κερί, ναι, ναι, τ’ ομολογώ!

Ήταν αυτό το καλοκαίρι, κάπου στη Μήλο. Σε μια πυρωμένη στροφή του δρόμου, τρόμαξα από την ταπεινότητα εκείνης της όμορφης γωνιάς. Ένα πεύκο, πέντε σκαλοπάτια κι ένα μικρό ξωκλήσι 2×3 σε μια γούβα γης. Χώθηκα στη σκιά του μικρού κτίσματος. Δροσιά και ευωδιά κεριού. Ο απόηχος των περαστικών αυτοκινήτων αντηχούσε παράδοξα μέσα σε τούτο το ξεχασμένο από το χρόνο σκηνικό. Ένιωθα αμέτρητα χιλιόμετρα μακριά από τον κόσμο, αμέτρητες ζωές μακριά. Σχεδόν αγέννητος. Άναψα το καντηλάκι και μάλλον εκεί δάκρυσα. Τόλμησα κι ένα κερί για τους αγαπημένους μου.

Τι τα θες; Όλος ο διαολεμένος πόνος του κόσμου ήρθε και βάρυνε εκείνο το κερί. Ανάθεμα! Όλος ο διαολεμένος πόνος του κόσμου κι εγώ το άναβα για δυο – τρεις ανθρώπους μονάχα! Ευχόμουν, σχεδόν με οργή, με συγκρατημένη λύσσα, να υπήρχε κάτι παραπάνω από σάρκες και μόρια σε αυτόν τον κόσμο. Διαφορετικά πώς ν’ αντέξει κανείς όλον αυτόν το διαολεμένο πόνο του κόσμου, όλη τη θλίψη, όλο το θάνατο!

Έσβησα το κερί. Έφυγα μόνος και ηττημένος. Μόνος και ηττημένος! Αυτή είναι η μόνη σοβαρή απάντηση που έχω πάρει, ούτως ή άλλως, μέχρι σήμερα απ’ τα κεριά και τις ακροθαλασσιές».

…Και να που, μια δεκαετία αργότερα, περπατούσα κι εγώ στα χνάρια του Αντώνη, με συγκρατημένη λύσσα, να εύχομαι να υπήρχε κάτι παραπάνω από σάρκες και μόρια σε αυτόν τον κόσμο. Μετά από 30 χρόνια αναζητήσεων (εντός και εκτός της Εκκλησίας) όλα μαρτυρούσαν πλέον πως ο Θεός ήταν απλά ένα χνουδωτό λούτρινο αρκουδάκι που αγκαλιάζουν οι άνθρωποι για να κοιμούνται ήσυχα τα βράδια. Σχεδόν ευχόμουν να μπορούσα κι εγώ να πιστέψω σε αυτό ψέμα, μα δεν το μπορούσα πλέον. Η ανεδαφικότητα της προνεωτερικής θρησκευτικότητας, η ειδωλολατρία στους χώρους της θρησκείας, η απουσία σημείων αναφοράς, η σιωπή του Θεού, το αδυσώπητο πρόβλημα του κακού, όλα αυτά με εξωθούσαν στο συμπέρασμα πως οι θεωρίες περί της ύπαρξης ενός Θεού Αγάπης είναι αφέλειες. Ετοιμαζόμουν να κηδέψω τον παλιό μου Φίλο και να αναζητώ κάποιο νόημα -αν γινόταν- σε έναν κόσμο χωρίς Αυτόν.

Η εκκωφαντική σιωπή του Θεού είναι από τις μεγαλύτερες προκλήσεις κάθε αναζητητή. Και προϋπόθεση της αληθινής σχέσης μαζί του είναι μια αδάμαστη άρνηση να ορθώσεις είδωλα στη θέση του, όταν βιώνεις αυτήν την απουσία. Η άρνηση αυτή είναι μια αδυσώπητη απεργία πείνας, μια ανελέητη αναμέτρηση μεταξύ Θεού κι ανθρώπου για το πόση άβυσσο είσαι διατεθειμένος να υποφέρεις προκειμένου να μην προδώσεις την αλήθεια της ψυχής σου.

Ο Χριστός είπε πως αν δεν γεννηθούμε ξανά δεν θα γνωρίσουμε τη Ζωή που δεν γνωρίζει θάνατο. Μα κάθε γέννηση είναι ένα είδος θανάτου. Ένα αγέννητο παιδί πιθανώς να επέλεγε να μην γεννηθεί για να μην αποχωριστεί από το γνώριμο, ασφαλές περιβάλλον της μήτρας που το προστάτευε ως έμβρυο. Αλλά -ενδεχομένως από κάποια πρόνοια- δεν του δίνεται δυνατότητα επιλογής. Ίσως έτσι να λειτούργησε μέσα μου η απρόθυμη διολίσθησή μου στον αθεϊσμό. Σαν έναν θάνατο που κυοφορούσε μια νέα ζωή.

Γιατί ήρθε η στιγμή που −αναπάντεχα− είδα κάτι να φωτίζει… Κάποιες φορές η διαίσθησή μας μπορεί να μας ενημερώνει αν κάτι είναι αυθεντικό η όχι, περισσότερο από κάθε ενδελεχή λογική ανάλυση. Αυτήν τη διαίσθηση του αυθεντικού είχα όταν πρωτοσυνάντησα, πριν πέντε χρόνια, τις μορφές και τα κείμενα των John Butler και James Finley.

Διαισθανόμουν ότι ξέρουν για τι μιλούν· μιλούσαν από εμπειρία. Και μιλούσαν για κάτι του οποίου ψήγματα είχα γνωρίσει κι εγώ – αυτό ήταν το κρίσιμο· ήταν σαν η άκρη του ματιού μου να είχε δει κάποτε ένα φως να περνά από μια χαραμάδα ενός τοίχου και να έβλεπα ξαφνικά ανθρώπους που έχουν περάσει στην άλλη πλευρά του τοίχου. Δεν είχα ξανασυναντήσει κανέναν να μιλά γι’ αυτό το φως με τόση διαύγεια, χωρίς να δηλητηριάζει το λόγο του με ιδεολογήματα. Κι έτσι, στην καρδιά μου γεννήθηκε ξανά ελπίδα κι ανένηψε, ίσως, και μια μικρή εμπειρία.

Στο βιβλίο «Η Τέλεια Αντιλόπη: Αναζητώντας τον Θεό μετά τον θάνατό του» (εκδ. Αρμός) μοιράζομαι αυτήν την πορεία και ιχνηλατώ ατραπούς αναζήτησης του Θείου, τώρα που οι προνεωτερικοί θρησκευτικοί μύθοι έχουν από καιρό κλονιστεί. Είναι μια συμπυκνωμένη καταγραφή ζυμώσεων και υπαρξιακής αναζήτησης σαράντα ετών μέσα από τη φιλοσοφία, τη θεολογία, την επιστήμη, την τέχνη και το προσωπικό βίωμα.

Ποια είναι τα κριτήρια της αλήθειας; Τι είναι ο εαυτός, η προσευχή, το θαύμα, η αγιότητα; Πώς χωράει τόσο κακό σε έναν κόσμο φτιαγμένο από έναν Θεό αγάπης; Παλεύοντας με τα ερωτήματα, αναζητώ αξιόπιστες διόδους με τη βοήθεια πιστών και απίστων. Πιστών που βιώνουν αντί να ιδεολογούν και απίστων που δεν συγχωρούν μυθεύματα. Δείτε τα περιεχόμενα εδώ.

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει το Σάββατο 20 Μαΐου στις 12:00μμ στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Αρμός, Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα 106 78.

Μιας που το βιβλίο σχοινοβατεί στη μεθόριο πίστης και αγνωστικισμού, θέλησα η παρουσίαση να γίνει από έναν πιστό και έναν αγνωστικιστή: Τον Θανάση Παπαθανασίου (αναπληρωτή Καθηγητή στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας, αρχισυντάκτη του περιοδικού “Σύναξη”) και τον Αλέξιο Μάινα (ποιητή, μεταφραστή-επιμελητή και βαθύ γνώστη φιλοσοφίας, με σπουδές στο πανεπιστήμιο της Βόννης).

4 Σχόλια

  1. Πολύ ωραίο βιβλίο.
    Πολύ τίμιος ο συγγραφέας.
    Πολύ σημαντική, για πολύ κόσμο, η αγωνία που σηκώνει.
    Εύχομαι να ζήσετε αυτά που (δεν) περιμένετε κ. Μουρούλη.

    • Σας ευχαριστώ από καρδιάς κ. Τουλαντά.
      Μακάρι να τα ζήσουμε όλοι μας…

  2. Κύριε Μουρούλη, δυστυχώς δεν ζω στην Αθήνα και έχασα την παρουσίαση, αλλά οπωσδήποτε θα προμηθευτώ το βιβλίο σας, γιατί διαβάζοντας τούτο το κείμενο, μου φάνηκε σαν να. . . το είχα γράψει εγώ. Κι όταν συναντάς έναν συνάνθρωπο που έχει τις ίδιες αγωνίες με σένα, αυτό και μόνο είναι πνοή Θεού! Ανυπομονώ να το διαβάσω και εύχομαι να έχει καλή αποδοχή!

  3. Σας ευχαριστώ κ. Μούσκουρη.
    Πολύ χαρά μου δίνετε με όσα λέτε! Αυτό είναι και το νόημα μιας προσωπικής κατάθεσης: Να μοιραστούμε τις διαδρομές και τις αγωνίες μας να αναζητήσουμε μαζί δρόμους προς την αλήθεια… Εύχομαι να σας αγγίξει και θα χαρώ την ανάδρασή σας (Στοιχεία επικοινωνίας μαζί μου θα βρείτε στο mouroulis.gr/contact.php).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ