Οι σύγχρονοι στοχαστές και ιστορικοί δεν αποδέχονται την ύπαρξη άτεγκτων ιστορικών νόμων. Ορισμένοι μάλιστα απ’ αυτούς θεωρούν ότι η συγγραφή της ιστορίας είναι στην βάση της μια λογοτεχνική πράξη. Στο παρελθόν όμως η λεγόμενη ιστορική αναγκαιότητα έπαιξε έναν εξέχοντα ρόλο στα φιλοσοφικά συστήματα προσέγγισης της ιστορίας. Η αναγκαιότητα αυτή, λειτουργώντας σαν «εξωτερικός» προς την εκτύλιξη των ιστορικών γεγονότων παράγοντας, κλήθηκε να υποκαταστήσει την θεία παρέμβαση στην ιστορία. Παρέμβαση η οποία στην Δύση συχνά θεωρήθηκε ότι κατευθύνει τα ιστορικά γεγονότα με όρους τυφλής αναγκαιότητας.
Πολλοί στοχαστές του παρελθόντος, λοιπόν, όπως ο Μοντεσκιέ, ο Χέρντερ και ιδίως ο Χέγκελ πίστεψαν στην ύπαρξη νόμων της ιστορίας ανάλογων με τους φυσικούς νόμους. Κατά τον Χέγκελ, για παράδειγμα, η ιστορία εκτυλίσσεται επί τη βάσει ορθολογικών νόμων και το κάθε τι, όσο τρομερό και φρικαλέο και αν είναι, υπηρετεί μια λογική αναγκαιότητα που οδηγεί την ιστορία σε ένα αίσιο και αναπόδραστο τέλος, την πραγμάτωση της ελευθερίας. Και ο Μαρξ αντιμετώπισε την ιστορία με όρους, σε τελευταία ανάλυση εγελιανούς. Ισχυρίσθηκε ότι η διαδοχή των τρόπων παραγωγής και οι ταξικοί αγώνες θα καταλήξουν αναπόφευκτα στην αταξική κοινωνία.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Όσβαλντ Σπένγκλερ προσπάθησε να εξηγήσει την ιστορία μέσα από τις επιμέρους ιστορίες οκτώ βασικών πολιτισμών, ο καθένας από τους οποίους διαγράφει έναν προκαθορισμένο ιστορικό κύκλο, χωρίς καμιά ανθρώπινη παρέμβαση να μπορεί να ανασχέσει την παρακμή του, που διαδέχεται την άνοδο και την ακμή του. Μετά τον Σπένγκλερ ο Άρνολντ Τόινμπι προσπάθησε να ασκήσει κριτική στο έργο του Γερμανού ιστορικού και φιλοσόφου. Παρά ταύτα έμεινε πιστός, σε τελευταία ανάλυση, στην μοιρολατρική κυκλικότητα της προσέγγισης του Σπένγκλερ.
Μετά από τον καταιγισμό αυτόν φιλοσοφικών προσεγγίσεων των ιστορικών νόμων ως άτεγκτων και ανάλογων με τους φυσικούς νόμους, είχαν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για να επιχειρηθεί μια καθαρά επιστημονική προσέγγιση της ιστορίας. Ο C.G. Hempel από το 1942 και εντεύθεν προσπάθησε να επεξεργασθεί ένα ερμηνευτικό σχήμα της ιστορίας σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν να εξηγηθεί ένα ιστορικό γεγονός αν μπορεί να παραχθεί λογικά από ένα σύνολο προκείμενων. Προκείμενων που συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους νόμους (κανονικότητες που ισχύουν παντού και πάντοτε ή έστω πιθανοκρατικά) και κάποιες αρχικές συνθήκες στα πλαίσια των οποίων έλαβε χώρα το ιστορικό γεγονός. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα η εξήγηση των γεγονότων του παρελθόντος, το γιατί δηλαδή και το πώς συνέβησαν, έχει την ίδια λογική μορφή με την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Η εξήγηση του παρελθόντος και η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι κατά κάποιο τρόπο συμμετρικές.
Η συμμετρία αυτή μεταξύ εξήγησης και πρόβλεψης δεν ευσταθεί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Στην πραγματικότητα μεταξύ εξήγησης και πρόβλεψης υπάρχει συνήθως ασυμμετρία. Μπορεί να εξηγηθεί κάτι που συνέβη στο παρελθόν, αλλά δεν μπορεί να προβλεφθεί πότε και εάν κάτι παρόμοιο θα συμβεί στο μέλλον. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πιστά και επακριβώς, επειδή η δράση των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων και οι συνθήκες μεταβάλλονται.
Συνεχίζοντας την σύντομη αναφορά στην συζήτηση για τους νόμους της ιστορίας φτάνουμε στον Καρλ Πόππερ,ο οποίος το 1957 αρνήθηκε ολοκληρωτικά την ύπαρξη νόμων που διέπουν την ιστορία, αναμειγνύοντας όμως οντολογικά επιχειρήματα (δεν υπάρχουν νόμοι της ιστορίας) με ηθικά επιχειρήματα (δεν πρέπει να υπάρχουν νόμοι της ιστορίας). Ο Πόππερ επιτέθηκε στον ιστορικό ντετερμινισμό, την υπόθεση ότι η ιστορία είναι πλήρως και αναπόδραστα καθορισμένη από ιστορικούς νόμους. Το γεγονός όμως ότι ο ντετερμινισμός ταυτίζεται -υποτίθεται- με την ύπαρξη απλώς κάποιων νόμων και μόνον είναι αμφισβητήσιμο. Υπάρχουν συστήματα, όπως έχουν καταδείξει οι φυσικές επιστήμες, μη ντετερμινιστικά που συνεχίζουν να διέπονται κατά κάποιο τρόπο από νόμους, συνήθως νόμους της στατιστικής. Εξάλλου μόνον αν η ιστορία ήταν χαοτική θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε, χωρις να διέπεται από καμιά κανονικοτητα.
Από όλη την παραπάνω διαδρομή η πλέον πειστική προσέγγιση της ιστορίας φαίνεται να είναι αυτή που εισηγήθηκαν ο Σπένγκλερ και ο Τόινμπι για κύκλους ακμής και παρακμής των πολιτισμών, αν βέβαια αποκαθαρθεί από τους φαταλιστικούς περιορισμούς της. Σημειωτέον ότι διατυπώνοντας παρόμοιες απόψεις, αν και λιγότερο μοιρολατρικές, είχαν προηγηθεί ο Τζιανμπατίστα Βίκο (1668-1744) και ένας σπουδαίος Άραβας στοχαστής και ιστορικός του 14ου αιώνα, ο Ιμπν Χαλντούν. Πρέπει να τονισθεί, εν πάση περιπτώσει, ότι ναι μεν παρατηρούνται σαφώς κύκλοι ακμής και παρακμής, χωρίς η ιστορία όμως να καθορίζεται μοιραία από αυτούς τους κύκλους. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο υποκειμενικός παράγοντας, τα ατομικά και τα συλλογικά υποκείμενα και η οντολογία της ελευθερίας που τα διέπει. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται και η θεία πρόνοια καθώς και η κορύφωσή της. Η ενανθρώπιση δηλαδή του Ιησού Χριστού και η δημιουργία της Εκκλησίας ως «άλατος της γης» και «φωτός του κόσμου». Ο τριαδικός Θεός με την αγαθή φροντίδα Του για τον κόσμο και την ιστορία κατευθύνει τα γεγονότα προς τον τελικό προορισμό της σωτηρίας, όχι όμως με όρους τυφλής αναγκαιότητας, αφού θέλει τους ανθρώπους συνεργούς Του και φίλους Του.
Η δυνατότητα υπέρβασης της παρακμής, η έξοδος από την μοιρολατρική κυκλικότητα, γίνεται συνήθως με την επανασύνδεση με την παράδοση (θρησκευτική, παιδευτική και πολιτική). Η επανασύνδεση με την παράδοση δεν είναι επιστροφή σε νεκρούς τύπους, αλλά αφορμή για μια δυναμική αυτογνωσία που μπορεί να γεννήσει εκ νέου νόημα ζωής και να επιτρέψει την υπέρβαση των ιστορικών αδιεξόδων. Στην ιστορική πορεία συνυπάρχουν κολεκτιβιστικοί και ατομοκεντικοί πολιτισμοί, ενώ πολύ σπάνιος είναι ο προσωποκεντρικός πολιτισμός. Σε εποχές ενδογενούς παρακμής και πτώσης των πολιτισμών συναντάται ο οντολογικός μηδενισμός. Σήμερα το ατομοκεντρικό δυτικό πολιτισμικό παράδειγμα, που έχει εξαπλωθεί παγκόσμια, βρίσκεται σε παρακμή και μηδενιστική αποσύνθεση. Η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής και η αποδόμηση της ατομικότητας είναι στην ημερησία διάταξη.
Ο Ελληνισμός, αν αφυπνίζονταν, θα είχε να προτείνει την επανασύνδεση με την πρωτο-προσωποκεντρική αρχαιοελληνική κληρονομιά και την ευθέως προσωποκεντρική βυζαντινή για να ανασχεθεί η σημερινή παρακμή. Το πρόσωπο υπερβαίνει την φυσική αναγκαιότητα και πραγματώνεται ως ελεύθερη αγαπητική σχέση. Η κοινωνικότητα και η ατομικότητα συνδυάζονται αρμονικά στους κόλπους του και η πόλωση ομαδισμού και ατομοκεντρισμού υπερβαίνεται.
Πηγές
Τα δύο τέρατα και η αριστερά. Για την παρακμή και τις δυνατότητες ανάσχεσής της. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός 2019.
A companion to the philosophy of history and historiography. Edited by Aviezer Tucker. Wiley-Blackwell 2009.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα (¨Μοναστηράκι") είναι έργο του Κώστα Μαλάμου.